ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

των νιάτων μας την εκδικήτρα ορμή την ξεφλούδησαν οι έσχατοι

Παρατηρητήριο

Ούτε μια σοβαρή αριστερά δεν μπορούμε να ’χουμε. Τους πρότεινε ο άλλος να βγάλουν ψεύτικα λεφτά σαν τη Μonopoly να κάνουν αυτοί πως μας πληρώνουν και μεις πως τους πληρώνουμε κι αυτοί ενθουσιάστηκαν και του ζήτησαν να γίνει υπουργός των Οικονομικών. Ουάου yes, το κινηματικό χρήμα… Και συ περίμενες αυτό το νηπιαγωγείο να σε σώσει και να σε οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας. Να διαπραγματευτεί με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και να τους τουμπάρει. Πόσο αφελής μπορείς να είσαι; Αλλά και πόσο επικίνδυνος;

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κακώς αναστατώνεστε με την υπόθεση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές. Βρισκόμαστε στη μακρά και επώδυνη φάση της αποκομμουνιστικοποίησης και ο θόρυβος λογικά θα είναι ισχυρός. Φανταστείτε να εφαρμοστεί η αξιολόγηση των ΔΥ, να πωληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να γίνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων. Η Ελλάδα κοιλοπονάει την ελευθερία της.

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Nick Gravenites, play the blues, all night long.

 

“Το αληθινό μπλουζ σε πιάνει και σε δονεί συναισθηματικά. Με τη μουσική που έχει μπλουζ γεύση, πουλάς Ρepsi Cola. Το μπλουζ δεν έχει σχέση με την αστραφτερή, εξεζητημένη μουσική του εμπορίου. Έχει διαφορετικούς κανόνες, διαφορετικό λόγο ύπαρξης. Για να εκφραστείς, πρέπει να είσαι ελεύθερος, να μην είσαι καταπιεσμένος από την εκπαίδευση. Να κάνεις ό,τι μπορείς για να βγάζεις την ψυχή σου στο όργανό σου, να παίζεις σλάιντ, να δημιουργείς τα δικά σου κουρδίσματα. Ο Τζον Λι Χούκερ σπανίως έπαιζε πάνω από ένα ακόρντο».

Aυτά λέει στο Γ. Χριστοδουλόπουλο στην Ελευθεροτυπία ο Νίκ Γκραβενίτης o λευκός bluesman με τις Ελληνικές ρίζες, μια εμβληματική μορφή στη blue σχολή του Σικάγο.

Γεννήθηκε στο Σικάγο το 1938. Στη δεκαετία του 50 μαζί με τον  Paul Butterfield, χώνονται στις φτωχογειτονιές των μαύρων της πόλης τους, σπάνε τα στεγανά των ρατσιστικών διαχωρισμών μια βάρβαρης για την Αμερική εποχής, και έρχονται σε επαφή με το blues και τους μαύρους δημιουργούς του. Γίνονται αμέσως αποδεκτοί, γιατί έχουν το ίδιο feeling με τους μαύρους, γιατί μιλάνε την ίδια γλώσσα, αυτή της μουσικής και του blues. Γνωρίζονται και παίζουν με τους   Muddy Waters, Howlin' Wolf, αλλά και τους λευκούς Mike Bloomfield and Charlie Musselwhite εμβληματικές μορφές των blues της περιοχής του Σικάγο και της Βόρειας Καλιφόρνιας.

Στα 60’s βγαίνει στο δρόμο. Μπορεί η Καλιφόρνια να είναι χωμένη μέσα στη ψυχεδέλεια και τα ναρκωτικά όμως πάντα υπάρχει χώρος για τη folk και τα blues δηλαδή τις παραδοσιακές μουσικές λευκών και μαύρων. Αυτές εξάλλου αποτελούν και το πρόπλασμα πάνω στο οποίο θα στηθεί η rock και η pop μουσική των επόμενων δεκαετιών στην Αμερική αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Στη δεκαετία αυτή όπως και κάθε ροκ σταρ μπλέκεται με το αλκοόλ, τις ουσίες, γυρνάει με τα φιλαράκια του στους δρόμους του Σαν Φραντσίσκο ακολουθώντας τον T. Κέρουακ. Όπως τραγούδαγε και ο Δ. Πουλικάκος, «αργότερα κλαμπάκια , ροκ εν ρολ και στους δρόμους». Ο δρόμος, η αναζήτηση, η εμπειρία, βασικά στοιχεία κάθε blue δραστηριότητας .

Από ένα παλιό blue τραγούδι θυμάμαι: «Όταν μια γυναίκα νιώθει τα blues κλείνεται μέσα και κλαίει, όταν ένα άντρας νιώθει τα blues παίρνει ένα τρένο φορτηγό και ταξιδεύει.»

Και οι δύο τους  ταξιδεύουν, μέσα τους ή έξω τους, αναζητούν. Γι’ αυτήν την αναζήτηση και τη δόνηση που σου προκαλεί μιλά και ο Γκραβενίτης κάτι που το νιώθουν όσοι αγαπούν τα blues.
To 1967 μαζί με τον κιθαρίστα Μ.Bloomfield, τον οργανίστα Barry Goldberg τον μπασίστα Harvey Brooks και τον ντράμερ Buddy Miles δημιουργούν τους the Electric Flag,  μια μπάντα αναφοράς στο ψυχεδελικό  blues. Εμφανίζονται για πρώτη φορά στο Monterey Pop Festival και βγάζουν το 1ο τους άλμπουμ A Long Time Comin'.

«Δεν έχει σημασία το χρώμα του δέρματός σου, αλλά το πώς νιώθεις και πώς μπορείς να εκφράσεις το αίσθημά σου στη μουσική», λέει. «Με την Τζάνις Τζόπλιν μάθαμε τα μπλουζ φοιτητές, εγώ στο Σικάγο, εκείνη στο Οστιν του Τέξας. Βρεθήκαμε στο Σαν Φραντσίσκο ακολουθώντας τους μπίτνικς και τον Τζακ Κέρουακ. Είμαστε απένταροι, παίζαμε σε μικρά καφέ για 10 δολάρια, κάναμε δίσκους μαζί. Προερχόμαστε κι οι δύο από την ίδια φλέβα».

Την επομένη του θανάτου της η Τζάνις θα έμπαινε στο στούντιο να τραγουδήσει τη σύνθεση του Γκραβενίτη «Buried alive with the blues». Η ορχηστρική εκτέλεση του κομματιού υπάρχει στο «Pearl», μετά θάνατον δίσκο της Τζάνις.
Ωστόσο ο Γκραβενίτης δεν έχει την τύχη ούτε  της Τ. Τζόπλιν ούτε του Μπάτερφιλντ ούτε του Μπλούμφιλντ, αυτών των χαρισματικών μουσικών και ωραίων τύπων που χάθηκαν άδοξα και πρόωρα από την ηρωίνη. Επιβιώνει, ξεφεύγει, στέκεται και βρίσκεται ακόμα στη σκηνή με διάφορα σχήματα των παλιών καλών του φίλων. Γυρνάει την Αμερική, έρχεται σχεδόν κάθε χρόνο στην Ελλάδα, and play the blues all night long, until my eyes get full of tears

5 σχόλια:

  1. Γιατί μπορεί η Αριστερά να έχει προβλήματα αλλά μην γίνουμε και φυτά. Η άνοιξη μας καλει. Ας ξεκινήσουμε με blues και έπεται συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. όχι αγόρι μου, η συνέχεια θα είναι πιο δυναμική. Με κείνα τα λουκάνικα τι θα γίνει;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ναι μέσα είμαι, πάρε Σπίθα, μιλάμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή