ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, Λεονίντ Μπρένζιεφ, κατά τη διάρκεια περιπάτου στην αυλή της έπαυλης του πρώτου στην Καλιφόρνια, το 1973. Στο βάθος, ο Ειρηνικός Ωκεανός. Από την Καθημερινή

Παρατηρητήριο

του Τέλη Σαμαντά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Εδώ και χρόνια επιμένω και θα συνεχίσω να επιμένω: οι μελέτες και οι αναλύσεις —πολιτικές, οικονομικές, κοινωνιολογικές, πολιτιστικές— που αφορούν την επτάχρονη Δικτατορία είναι ελάχιστες σε σχέση με τις αντίστοιχες που αφορούν την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Κι όμως, θεωρώ πως στη διάρκεια της Χούντας διαμορφώθηκαν τα κύρια κοινωνικά ρεύματα που καθόρισαν τις μεταπολιτευτικές στρεβλώσεις. Η αποκοπή από το διεθνές περιβάλλον και η λαϊκιστική εσωστρέφεια· η ανάδυση νέων κοινωνικών στρωμάτων που απέκτησαν οικονομική ισχύ χάρη στα οικονομικά μέτρα των δικτατόρων (χωρίς όμως να έχουν και την αντίστοιχη πολιτική εκπροσώπηση, την οποία απέκτησαν στη συνέχεια κατά τη Μεταπολίτευση)· η απότομη διακοπή των πνευματικών αλλά και των πολιτικών αναζητήσεων σε όλους τους ιδεολογικούς χώρους· η σαφέστατη οπισθοχώρηση των προβληματισμών για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής της χώρας· η υποχρεωτική συνύπαρξη αντιθετικών και αποκλινόντων πολιτικών και πνευματικών προβληματισμών και η εκ των πραγμάτων σύγκλιση τους —στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή— απέναντι στον «κοινό εχθρό» της Χούντας· η καθυποταγή μέσω της ανοχής της Δικτατορίας μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας· ηκυριαρχία του κιτς σε πάμπολλους τομείς της πολιτιστικής ζωής — αυτά είναι μερικά μόνο από τα αποτελέσματα του επτάχρονου «γύψου».

Η σημαντικότατη αυτή έλλειψη μελέτης της Χούντας έχει σοβαρές επιπτώσεις: η περίοδος της Δικτατορίας έχει καταγραφεί στην κοινωνική συνείδηση απλώς ως μία «σκοτεινή περίοδος», καταπίεσης και βίας από τη μία και «αντιστασιακής πράξης» από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι η ουσιαστική άγνοια —και όχι μόνο των νεότερων γενιών— των παραμέτρων οι οποίες συνιστούν την ιστορική τομή που αποτελεί για την νεοελληνική ιστορία η Δικτατορία 1967-1974 και, κατ’ επέκταση, η ενοχοποίηση της Μεταπολίτευσης ακόμη και για φαινόμενα που στην πραγματικότητα η ημερομηνία γέννησής τους χρονολογείται στην περίοδο της Χούντας. Με λίγα λόγια: ο καλύτερος τρόπος για να «θυμηθούμε» την αυριανή επέτειο είναι να μελετήσουμε το τι σήμαινε στην πραγματικότητα για την νεοελληνική κοινωνία εκείνη η «σκοτεινή περίοδος». Πολλές αιτίες ακόμη και των σημερινών κακοδαιμονιών υποψιάζομαι πως θα ανακαλύψουμε.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ο βασικός λόγος, ωστόσο, που επέλεξα να ασχοληθώ με την αφελή αυτή επιλογή είναι πιο σημαντικός. Την έγραψε σε δύο φράσεις ο εκπαιδευτικός Λεωνίδας Καστανάς, η αρθρογραφία και οι αιχμηρές παρεμβάσεις του οποίου έχουν πάντα ενδιαφέρον. «Εδώ και 30 χρόνια, το θέμα της έκθεσης είναι το ίδιο. Τι καλός που είναι ο ελληνοορθόδοξος κομμουνισμός και τι κακός που είναι ο προτεσταντικός καπιταλισμός», έγραψε στο fb ο Καστανάς. Και υπερθεμάτισε μνημονεύοντας θέματα εξετάσεων από το παρελθόν. «Οι στέγες κοντά, οι ψυχές μακρυά. Η αρχαία τέχνη πρωτοπόρα και ζωντανή. Ο τεχνολογικός πολιτισμός και η αλλοτρίωση του ανθρώπου. Η σύγχρονη αποξένωση». Και σχολίασε: «Κανείς δεν τολμά να βγει από το ελληνικό στερεότυπο. Τεχνοφοβία και άγιος ο Θεός. Πρέπει να αντισταθούμε στην ανήθικη τεχνολογική Δύση. Διότι μας κάνει να τρέχουμε γρήγορα και να ξεχνάμε την ανθρωπιά μας. Ενώ όταν πηγαίναμε με τον αραμπά βλέπαμε και κάνα άνθρωπο. Το ότι μιλάω με τους φίλους μου σήμερα ακόμη και όταν βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακρυά με τούτο το μηχάνημα του διαβόλου, με απομακρύνει από τους ανθρώπους. Λουδιτισμός και τα μυαλά στα κάγκελα. Η αριστερή αφήγηση της ανατολής συνεχίζεται».

Κ. Ζούλας Καθημερινή

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Πρόσημα και προσχήματα της Κατερίνας Επιτροπάκη




της Κατερίνας Επιτροπάκη

Ένας από τους λόγους που χαίρομαι που βρίσκομαι στο χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς είναι το ότι έχω την ευκαιρία να παρακολουθώ κατά καιρούς πολύ ενδιαφέροντες διαλόγους, ιδεολογικές «παρτίδες», ενίοτε και συγκρούσεις πάνω σε ζητήματα, όπως αυτά που εσχάτως έχουν ανακύψει σε σχέση με την κρίση και τις διάφορες οπτικές της.
Σπεύδω να διευκρινίσω, ότι όσο μου προκαλούν αλλεργία οι μανιχαϊστικοί διαχωρισμοί τύπου «μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί», άλλο τόσο μου προκαλούν πλήξη οι εκ του προχείρου απόπειρες ουδετεροποίησης των διλημμάτων στη λογική του «ούτε-ούτε», ή η απαξίωση των ιδεολογικών επίδικων με χιλιοειπωμένες φράσεις-κλισέ, π.χ. περί «ομφαλοσκόπησης» , «αυτομαστιγώματος» και άλλων.

Προφανώς υπάρχουν πολλά ζητήματα σε σχέση με την κρίση, στα οποία όλοι –πλην των εντελώς κακοπροαίρετων– αναγνωρίζουν ότι συμφωνούν οι πάντες.
Και βεβαίως ομιλώ για τους εντός του τόξου της σκέψης της Δημοκρατικής Αριστεράς, οπότε δεν αναφέρομαι καν σε λογικές «ανατροπών», «επαναστάσεων», «διαγραφών του χρέους» και άλλων ηχηρών παρόμοιων που εμφιλοχωρούν στην υπόλοιπη αριστερά.
Τέτοια λοιπόν σημεία συμφωνίας των πάντων θεωρώ ότι είναι π.χ. το ότι το Μνημόνιο δεν αρέσει σε κανέναν, αλλά σήμερα καλούμαστε να το αντιμετωπίσουμε, ή ότι αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα των σοβαρών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που χρειάζεται η χώρα και που κάποιες τις αναφέρει και το Μνημόνιο, αλλά πολλές από αυτές αποτελούσαν και αιτήματα της μεταρρυθμιστικής αριστεράς επί σειρά ετών, όπως για παράδειγμα η ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων.
Ακούμε λοιπόν πολύ συχνά να λέγεται: Οι μεταρρυθμίσεις έχουν πρόσημο. Μεταρρυθμίσεις έκανε για παράδειγμα και η Θάτσερ.
Ισχύει; Ασφαλώς. Όσοι λοιπόν το λένε καλοπροαίρετα και δεν προσπαθούν να «δείξουν» τους υπέρμαχους των εδώ και τώρα μεταρρυθμίσεων ως …θατσερικούς (είπαμε: αναφορά κάνουμε μόνο στους ειλικρινείς και καλοπροαίρετους), εννοούν ασφαλώς ότι οι μεταρρυθμίσεις, όπως όλες οι πολιτικές, μπορεί να διακρίνονται σε συντηρητικές ή προοδευτικές, δεξιές ή αριστερές. Και ότι ασφαλώς ως αριστεροί, μιλάμε για την αναγκαιότητα αριστερών μεταρρυθμίσεων.

Επειδή οι καιροί που ζούμε είναι δύσκολοι, πρωτόγνωροι για πολλούς από μας, έχω την αίσθηση ότι η όποια διάκριση θα έπρεπε, σήμερα, στις παρούσες συνθήκες, να ξεκινά από άλλο σημείο:
Τι λοιπόν θα ορίζαμε σήμερα ως Αριστερό; Πόσο ισχύουν οι στερεότυποι διαχωρισμοί και πόση σχέση με την πραγματικότητα έχουν στις μέρες μας τα συνήθη αντανακλαστικά; Είναι σήμερα νόμος το δίκιο του εργάτη; Και πώς ακριβώς ορίζεται το «τιμημένο» το δίκιο; Ποιος ακριβώς είναι σήμερα ο εργάτης και ποια η κοινωνική τάξη που έχει την μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας; Πόσο ο συνδικαλισμός εκπροσωπεί «αυτούς που δεν έχουν φωνή», πόση τύχη έχουν σήμερα οι «εκτός των τειχών»; Πόσο οι «κόκκινες γραμμές» και οι απεργιακές «πανστρατιές» αφορούν π.χ. το delivery boy ή την υπάλληλο στο σούπερ μάρκετ; Τι θα αποτελούσε άραγε γι αυτήν προτεραιότητα; Να μην επισημοποιηθεί με νόμο η μείωση του μισθού της –που έτσι κι αλλιώς της έχει συμβεί εδώ και πολύ καιρό – ή η διεκδίκηση μιας ουσιαστικής επιθεώρησης εργασίας που θα φροντίσει να περιφρουρηθεί η όποια συμφωνία την αφορά;
Πόσο η περιφρούρηση των προνομίων των ΔΕΚΟ με κρατικές ενισχύσεις σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας έχουν πρόσημο αριστερό;
Πόσο η μη αναμόρφωση των επικουρικών συντάξεων με ενιαίο τρόπο και η διατήρηση της παθογένειάς τους, πόσο η ανοχή στην ύπαρξη των ευνοούμενων κατηγοριών σε βάρος της συνολικής κοινωνικής αλληλεγγύης, πόσο η διατήρηση των «κοινωνικών πόρων» υπέρ ορισμένων μόνο ταμείων αλλά και επαγγελματικών ενώσεων και σωματείων (όπως π.χ. με το αγγελιόσημο που δικαιούχοι είναι μεταξύ άλλων και η ΕΣΗΕΑ ή η ΕΠΗΕΑ), πόσο η μη εφαρμογή επιτέλους ενιαίου μισθολογίου στο δημόσιο έχουν αριστερό πρόσημο;
Και εάν συμφωνούμε όλοι ότι τα παραπάνω αποτελούν παθογένειες, πόσο δικαιολογείται κατά καιρούς η επιμέρους υπεράσπισή τους; όταν για παράδειγμα αριστεροί βουλευτές ζητούν να «εξαιρεθούν» οι εργαζόμενοι στην ΕΑΒ από το ενιαίο μισθολόγιο;
Όταν υιοθετούν αιτήματα συντεχνιών όπως αυτό του Δικηγορικού Συλλόγου περί δημιουργίας «προσωποπαγών» θέσεων δικηγόρων σε οργανισμούς του δημοσίου ώστε να μεταταγούν δικηγόροι των υπό κατάργηση οργανισμών (αλήθεια, γιατί όχι και οι λογιστές, και οι δακτυλογράφοι και οι καθαρίστριες; Είναι λιγότερο πληττόμενοι;), πόσο όλα αυτά έχουν αριστερό πρόσημο;
Τι θα απαντούσε π.χ. μια ηγεσία ενός αριστερού μεταρρυθμιστικού κόμματος εάν υποτεθείσθω την επισκεπτόταν ένας συνδικαλιστικός φορέας προνομιούχων υπαλλήλων και ζητούσε προστασία των προνομίων του και διατήρηση μιας ανισότητας;
Και όταν οι κυβερνώντες, υπό το βάρος της πίεσης των συντεχνιών, διατηρούν τέτοια φαινόμενα ή «εξαιρούν» κατηγορίες, πόσο τους καταγγέλλεις γι’ αυτά τα συγκεκριμένα και όχι για το άχθος στην κοινωνία γενικώς;
Πόσο ανέδειξες την πρωτοφανή αδικία να εξαιρεθούν από το ενιαίο μισθολόγιο όχι μόνο οι δημοσιογράφοι αλλά και οι διοικητικοί υπάλληλοι της κρατικής τηλεόρασης; Πόσο κατήγγειλες την κυβέρνηση γι’ αυτό;
Πόσο ενοχικά στέκεσαι ως Αριστερά ακόμα και σήμερα απέναντι στην έννοια του επιχειρείν, πόσο αναγνωρίζεις την ανάγκη διευκόλυνσης της επιχειρηματικότητας, ώστε να πάρει μπρος η μηχανή; Κι ασφαλώς αυτό δεν περιορίζεται στην ΕΒΓΑ της γειτονιάς, αφορά –κυρίως– κεφάλαιο και επενδύσεις μεγάλης κλίμακας.
Πόσο και μέχρι πού εννοείς όταν μιλάς για «αξιοποίηση» της δημόσιας περιουσίας; Το περιορίζεις στο να νοικιαστούν δυο διαμερίσματα στο Παγκράτι και κάτι γραφεία στο Σύνταγμα, ή αναγνωρίζεις ότι αυτό για να αποτελέσει υπολογίσιμο έσοδο θα σημαίνει και εκχωρήσεις και πωλήσεις και θα αφορά και σε εκτάσεις όπως π.χ. το Ελληνικό ή ο χώρος της ΔΕΘ; Μήπως συμφωνείς γενικώς και αναφωνείς «κάτω τα χέρια» κάθε φορά που θα φθάσει στο ειδικώς;

Υπάρχει λοιπόν θέμα «προσήμου», ή πολλάκις το πρόσημο χρησιμοποιείται προσχηματικά για να ακολουθήσεις τον εύκολο –και αποδοτικότερο ενδεχομένως σε «κουκιά» – δρόμο , αυτόν που στο τέλος της διαδρομής του συντάσσεται με την επιθυμία να μην αλλάξει περίπου τίποτα;
Πιστεύω ότι ιδιαίτερα στις μέρες μας, ό,τι ορίζεται ως αριστερό πρόσημο, θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε δύο παραμέτρους: Πρώτον να είναι σύμφωνο με τον απαράβατο κανόνα ότι στη σύγκρουση δύο αξιών, προκρίνεται εκείνη η αξία που αφορά στους πολλούς ή στους περισσότερους. Δεύτερον, αυτό που σήμερα θα διεκδικεί να έχει εφαρμογή σε αυτή την χώρα, στο υπάρχον διεθνές περιβάλλον, σε αυτές τις συνθήκες με αυτή την πραγματικότητα.
Έχω την αίσθηση ότι υπάρχει ανάγκη να ξεκολλήσουμε από βεβαιότητες περί Αριστεράς. Ίσως χρειαστεί και να προδώσουμε ιερές αγελάδες. Κι όπως έλεγε κι ένας καλός φίλος: «Μάλλον θα έπρεπε να ξαναμπούμε και να ξανακαθίσουμε από την αρχή στην αίθουσα του Σφαιριστηρίου»

Η Κατερίνα Επιτροπάκη είναι μέλος της ΚΕ της ΔΗΜΑΡ.
Η φωτο είναι από την παράσταση της Μήδειας του Δημήτρη Παπαϊωάννου με σκηνικά του Νίκου Αλεξίου

15 σχόλια:

  1. Κατερίνα, το πρόσημο σε μια εποχή ύφεσης είναι αυτό που "προσέχει" τους αδύνατους.
    Σε μια εποχή κατάρρευσης, είναι η "διάσωση".
    Ολες οι άλλες συζητήσεις, είναι προσχηματικές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η ΔΗΜΑΡ όλη την περίοδο την χαρακτήρισε περίοδο "ύφεσης", με ολίγη από "κατάρρευση", που την ανέθεσε σε "άλλους". Εκλεισε τα μάτια, δεν την είδε. Εκτός από μια δήλωση του ΦΚ, πέρσυ τον Φεβρουάριο, αν θυμάμαι καλά.
    Ολοι αυτοί λοιπόν , που επιδεικνύουν ευαισθησίες, σε αντίθεση με εμάς τους ανάλγητους, και διακινούν κείμενα και υπογραφές, μου ανακατεύουν το στομάχι , πές τους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δικαιούται, κατά συνέπεια, να μιλάει για "πρόσημο", αυτός που έκανε τις "πράξεις" της εξίσωσης.
    Οποιος ,ξεπερνάει το να απαντήσει στο "κυρίως θέμα" , την "κατάρρευση" και περνάει σε πλειοδοσία "προσήμου της ύφεσης", κάνει απλά τον "ορισμό" του Λαικισμού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Γεια σου Λεωνίδα.
    Μια γρίπη με κρατάει καθηλωμένο σπίτι και τα reflex -sorry γι' αυτό- δεν είναι άμεσα. Συνέχεια λοιπόν της συζήτησης (με ομοβροντία σχολίων, sorry) με αφορμή δύο αναρτήσεις, το "απόφθεγμα της ημέρας" και το κείμενο της κ. Επιτροπάκη. Τι γίνεται, αν αληθεύει αυτό http://www.citypress.gr/index.html?action=article&article=96943 και το δημόσιο party με εξοπλισμούς, συμβούλους κλπ κλπ συνεχίζεται με κυβέρνηση στην οποία ηγείται/συμμετέχουν "τίμιοι, άριστοι, γνώστες τεχνοκράτες με κοινωνική ευαισθησία"; Και πέρα από αυτό, η προτεστάντισσα και με αίσθημα αποστολής και μεταρρυθμιστικό ζήλο Διαμαντοπούλου δίνει τη σκυτάλη στον εθνικο-λαϊκιστή Μπαμπινιώτη, για να γεμίσουν τα βιβλία με τους κατ' αυτόν παραμελημένους και αποσιωπημένους Τσάτσο-Κανελλόπουλο; Εύκολα τα δίπολα, μεταρρυθμιστές-αντιμεταρρυθμιστές, δύσκολη η τεκμηρίωσή τους στην ιστορική "πραγματικότητα". Μπήκα στη σελίδα της Μεταρρύθμισης να διαβάσω σχόλια με αφορμή τη συζήτηση Βαλντέν-Ματσαγγάνη κι "έφριξα": απίθανα "λουλούδια", από τεκμηρίωση της ανωτερότητας της Μεταρρύθμισης (αυτό με το κεφαλαίο είναι λίγο μεταφυσική για υλιστικά σκεπτόμενους και υποστηρικτές της θρησκευτικής ελευθερίας, νομίζω) στον Λούθηρο (να θυμίσω παρεμπιπτόντως ότι η συμμαχία του με τους γερμανούς ηγεμόνες οδήγηση στην κατάπνιξη της "εξέγερσης των χωρικών"), μέχρι τα γνωστά περί Τουρκοκρατίας και διαιώνισης του κοτζαμπασισμού, αναπαραγωγή των γνωστών διπόλων Καποδίστριας-Μαυρομιχάλης, Τρικούπης-Δηλιγιάννης κλπ (κάποιοι πιο ευφάνταστοι πάνε μέχρι τους ενωτικούς-ανθενωτικούς και Σχολάριο-Γεμιστό: αυτό έχει πλάκα, γιατί αυτοί νομίζω τίθενται κατά του ελληνοκεντρικού μύθου της τρισχιλιετούς συνέχειας), παραπομπές σε Αξελό-Κονδύλη-Καστοριάδη για την τεκμηρίωση του καταγωγικού σφάλματος της «νέας» Ελλάδας, λάθος που σαν το προπατορικό αμάρτημα καθορίζει αναπόφευκτα τη μέχρι σήμερα πορεία μας. Αν αυτό είναι ιστορική ανάλυση, sorry σηκώνω ψηλά τα χέρια… Και τούτο είναι πρόβλημά μου. Αν εκκινείς όμως από τέτοιες προκείμενες, πώς ερμηνεύονται αυτά που γράφω στην αρχή; Πώς μπορεί και συνδέεται λ.χ., η «πούρα εκσυγχρονίστρια» Διαμαντοπούλου –την οποία προσκαλούν θεωρώντας τη αξιόπιστη συνομιλήτρια πρωτοβουλίες και σύνδεσμοι– με τον Μπαμπινιώτη για τον οποίο οι λέξεις Καστοριάδης, Κονδύλης, Αξελός, Παπαϊωάννου κλπ μάλλον χρήζουν ετυμολόγησης;
    Σύντομες θεωρητικές παρατηρήσεις για τα παραπάνω:
    Α) οι μεταρρυθμίσεις είτε το θέλουμε είτε όχι, για ιστορικούς λόγους, –και δεν παραγνωρίζω τους προσχηματικούς λόγους μέρους της σχετικής συζήτησης: είμαι σίγουρος για το πόσο ωραία θα τα βρει η ΠΟΣΔΕΠ, η ΑΡΜΕ, οι Πρυτάνεις με τον Μπαμπινιώτη, εξάλλου έχω βιώσει στο πετσί μου τέτοια συμμαχία– έχουν πρόσημο: από τη διάρκεια του 19ου αι., ιδίως από τα μέσα του, όπου η διαφωτιστική πίστη στην πρόοδο αντιμετωπιζόταν με σκεπτικισμό, στην καλύτερη περίπτωση, ο προβληματισμός αφορούσε τις αξίες που θα έπρεπε να υπηρετούν οι μεταρρυθμίσεις/εκσυγχρονισμοί: αυτός ήταν ο κοινός παρονομαστής από Durkheim ως Βίσμαρκ, κι από Έμπερτ, Χίτλερ, Μουσολίνι, Στάλιν, New Deal, de Man κλπ κλπ στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Από την άλλη: αδιαπραγμάτευτες για αριστερούς αξίες, οι οποίες είναι συστατικές της όποιας «ταυτότητάς» μας, δεν προήλθαν από μεταρρυθμίσεις, αλλά από επαναστάσεις: Γαλλική, Αμερικανική, δημοκρατικές του 1848, Μάης του ’68, κατάρρευση της Σοβιετίας, «αραβική Άνοιξη»: τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, και μπλέκει κανείς σε δύσβατες διαδρομές ψάχνοντας για μονοσήμαντες αυθεντίες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. (συνέχεια)Β) για τις παραπομπές στους φιλοσόφους. Πρώτα μια κακεντρέχεια: μου προκαλεί εντύπωση να τσιτάρουν –και να αντλούν εκλεκτιστικά για να τεκμηριώσουν το πολιτισμικό πρόβλημα του νέου ελληνισμού– Κονδύλη αυτοί –ή του αυτού ιδεολογικού κλίματος– που τον χαρακτήριζαν «πολεμόχαρο εθνικιστή», στην καλύτερη περίπτωση, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 όταν αμφισβητούσε τον ψευδεπίγραφο σημιτικό εκσυγχρονισμό: στα επίμετρα των βιβλίων του, ιδίως σε αυτό του «Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο», θα βρουν φωτογραφίες τους. Θα μου πεις, εδώ τσιτάρει ο Λοβέρδος (!!!:::) Κονδύλη, αυτοί σε πειράξανε;
    Πού είναι το πρόβλημα με αυτές τις παραπομπές; Οι συγκεκριμένοι φιλόσοφοι, ενώ αποτελούν διαρκείς πηγές έμπνευσης και είναι «τεράστιοι», ιδίως για τη σημερινή συγκυρία, στο θέμα της ελληνικής «περίπτωσης» διατύπωσαν αφ’ υψηλού θεωρητικούς στοχασμούς υιοθετώντας –κατά παράδοξο τρόπο– θέσεις οι οποίες εντός του συνολικού έργου τους βρίσκονται στο στόχαστρό τους: την ιδέα μιας μονοσήμαντης, γραμμικά κινούμενης και ακολουθούσας εξελικτικά στάδια νεωτερικότητας, την ουσιακή προσέγγιση της «Δύσης», τον ιστορικιστικό «κενό», «ενιαίο» και μονοσήμαντο χρόνο όπου άλλοι προπορεύονται και άλλοι «καθυστερημένα» ακολουθούν κλπ κλπ. Δεν έχει προσεχθεί μια μικρή λεπτομέρεια σε αυτές τους τις προσεγγίσεις: καμία δεν έχει προκύψει από επισταμένη ιστορική έρευνα και πουθενά δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι να παραπέμψουν. Έτσι, αρχίζουν οι αξιολογικές κρίσεις: «νόθος» κοινοβουλευτισμός, «αποτυχημένο» κράτος κλπ κλπ. Από αντίστροφο δρόμο συναντούν την «ιδιαιτερότητα» και την «Ψωροκώσταινα», όπως ο Δοξιάδης συναντά τον Ράμφο: ο πολλάκις καταγγελθείς και ειρωνευθείς –μαρξικός– οικονομικός ντετερμινισμός αντικαθίσταται μετά πολλών επαίνων και με νεοφώτιστο πάθος από τον πολιτισμικό.
    Γ) μια άλλη μελέτη όμως, θα μας έβαζε ζόρικα προβλήματα και εννοώ το δίτομο έργο του Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936 και θα μας έβγαζε από τις ευκολίες. Εδώ κι άλλο παράδοξο: ποτέ η εκσυγχρονιστική ελίτ και η αριστερή διανόηση δεν τη συζήτησαν στα σοβαρά: επειδή «τραβάει το χαλί» κάτω από τα πόδια του Τσουκαλά, του Βερέμη και του Παπούλια; Επειδή δείχνει ότι ο καθολικός ελληνικός κοινοβουλευτισμός του 19ου αι. «δούλευε» καλύτερα από τον βρετανικό; Επειδή αποδομεί τα δίπολα στα οποία μακαρίως αναπαυόμαστε; Λ.χ., εκεί αναφέρεται ότι ο Καποδίστριας είχε κατορθώσει να συστήσει αποτελεσματικότερο από το οθωμανικό δίκτυο κατασκοπείας, το οποίο έφθανε μέσα στο κάθε σπίτι, ή ότι ο Δηλιγιάννης πάμπολλες φορές αποδείχθηκε δημοκρατικότερος, κοινοβουλευτικότερος και συνταγματικότερος του Τρικούπη. Μια σημείωση και για την εθνοκεντρική πλευρά, γιατί βλέπω blog του χώρου της ΔΗΜΑΡ να εκστασιάζονται με τις εξυπνάδες του Αλκίνοου: οι χαρακτηρισμοί «Αγγλικό», «Γαλλικό» και «Ρωσσικό» κόμμα, δεν αποτελούσαν, διαβάζουμε στον Hering, αυτοχαρακτηρισμούς των συγκεκριμένων πολιτικών συσσωματώσεων, αλλά μειωτικούς αμοιβαίους προσδιορισμούς. Σε περιπτώσεις δε, όπου η πολιτική της Μεγάλης Δύναμης προς την οποία διέκειντο συμπαθώντα αυτά, αντέβαινε στο εθνικό συμφέρον το αντίστοιχο «ξενικό» κόμμα συμμαχούσε με τα άλλα για την υποστήριξη της συμφέρουσας πολιτικής. Αν δε, όλα αυτά συνδεθούν με αναλύσεις του Roderick Beaton λ.χ., ή του Mazower –ό, τι έχει γράψει τα τελευταία δύο χρόνια, εύκολα μπορούμε να τα βρούμε– η εικόνα γίνεται εξαιρετικά πολύπλοκη. Η ελληνική δημοσιονομική κρίση έχει ιστορικά εντοπισμένες αιτίες, είναι τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’70 και τα ένδοξα eighties, και η λαμπρή συνέχιση μέχρι και το 2008 των γραμμών που ξεκίνησαν από εκεί. Δεν χρειάζεται να πάμε μέχρι το προπατορικό αμάρτημα της ίδρυσης του ελληνικού κράτους τον 19ο αι., όπως και δεν χρειάζεται να αναζητούμε τη γενεαλογία της μεταρρυθμιστικής ιδέας και κληρονομιάς που μας κάνει περήφανους για αυτή στη μεταφυσική της [Μ] εταρρύθμισης και να προσφεύγουμε στον Λούθηρο: υπάρχει κι ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Όσον αφορά τον επίλογο του κειμένου: πρόβλημα!!! Στη θέση ότι στη σύγκρουση δύο αξιών επιλέγουμε και μάλιστα απαρέγκλιτα, αυτή που ωφελεί περισσότερους –ωφελιμισμός– δεν λαμβάνεται υπόψη ποιος ορίζει την «ωφέλεια»: γι’ αυτό χρειάζονται τα πρόσημα. αν λ.χ., «ωφέλεια» υπήρχε η δυνατότητα να τεθεί ως ερώτημα το «είναι ωφέλιμα τα ανθρώπινα δικαιώματα ή η έλευση και διαμονή μεταναστών στη χώρα για την ανόρθωση του έθνους», να μην πω που θα πήγαινε «ακράδαντα» το ζήτημα των ταυτοτήτων ή της ιθαγένειας. Επίσης, ως προς το δεύτερο κριτήριο, δεν βλέπω γιατί θέματα όπως τα ερωτήματα που θέτω –για να μη βάλω και το σκάνδαλο του άρθρου 99, το οποίο καθόλου δεν θίγεται από μεταρρυθμιστικά σκεπτόμενου – είναι εκτός πλαισίου. Τρίτο και τελευταίο: ο όρκος του Σφαιριστηρίου, για τον οποίο μίλησε ο φίλος της κ. Επιτροπάκη, δόθηκε πριν από Επανάσταση, όχι πριν από μεταρρύθμιση. Και είναι λίγο ενοχλητικό –δεν αφορά αυτό την κ. Επιτροπάκη– ανακαλώντας τη συζήτηση και τα σχόλια στη «Μεταρρύθμιση» να παραδίδουν εκσυγχρονιστικά/μεταρρυθμιστικά μαθήματα και δημοσιογράφοι που αν δεν κάνω λάθος, δεν προσλήφθηκαν μέσω ΑΣΕΠ σε ΕΡΤ και δημοτικά ραδιόφωνα, από όπου καταγγέλουν το πελατειακό κράτος: για να μην πω και για τους εκπαιδευτικούς που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία όλων των κομμάτων της Αριστεράς, από όπου κάνουν υψηλή –επαναστατική, μεταρρυθμιστική ή ό, τι άλλο θέλετε– πολιτική. Επαναφορά: το Σφαιριστήριο λοιπόν συνδέεται με Επανάσταση. εδώ χρειάζεται ο Καστοριάδης και η νοηματοδότηση της έννοιας. Στο σκεπτικό του –κι όχι σε αυτό των ΣΥΡΙΖΑΙΩΝ κλπ - «επανάσταση» σημαίνει βαθιά αλλαγή φαντασιακών σημασιών και όχι απλώς αλλαγή καθεστώτος εξουσίας. Αυτό προϋποθέτει άνοιγμα όλης της βεντάλιας.
    Λεωνίδα, επιτέλους σταματώ εδώ. Μόλις αναρρώσω και γυρίσω στο σχολείο πάπαλα τα παραληρήματα και επιστροφή μόνο ως αναγνώστης.
    Τα λιέμε,
    Βασίλης Μπογιατζής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Δεν γνωρίζω ποιος είναι ο ανώνυμος φίλος που γράφει αυτά τα γεμάτα ιστορική ανάγνωση σχόλια αλλά θα μου επιτρέψει ορισμένες παρατηρήσεις από κάποιον που αγαπά την ιστορία και τη μελέτη της. Καταρχήν, αν και συμφωνώ με αρκετές από τις παρατηρήσεις και θα μπορούσα να τις προσυπογράψω δυσκολεύομαι να καταλάβω τα συμπεράσματά της όλης προσέγγισης ως προς το μεταρρυθμιστικό επίδικο του καιρού και της χώρας. Σίγουρα η δημόσια συζήτηση περί μεταρρύθμισης δεν μπορεί να καυχιέται για την ιστορική της επάρκεια και τεκμηρίωση αλλά δε νομίζω πως αυτό είναι το ζητούμενο. Δηλαδή δε θεωρώ πως η συζήτηση αυτή διεξάγεται για να διαπιστώσουμε την καθαρή αλήθεια μιας πνευματικής δημιουργίας (π.χ. του Κονδύλη ή του Λούθηρου) ή μιας ιστορικής δράσης (π.χ. Καποδίστριας ή κοτσαμπάσηδες). Κάθε πνευματικό έργο που προσλαμβάνεται από τα συλλογικά σώματα θα υποστεί κάποια διαδικασία διαθλάσεων και αλλοιώσεων. Εκείνο που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι ποιες ανάγκες θέλουν να καθησυχάσουν οι σύγχρονοι διαβάζοντας το παρελθόν και πως χρησιμοποιούν το συμβολικό του φορτίο.Δεύτερον, για το σχόλιο περί μεταρρύθμισης ή επανάστασης και τελικά αριστερής "ταυτότητας". Η αριστερά (είτε ως εφαρμοσμένη πολιτική είτε ως κυρίαρχη ιδεολογία) που βιώσαμε ως πολίτες στη μακρά περίοδο της μεταπολίτευσης απέχει παρασάγγες από το να ενσωματώνει στους προβληματισμούς της τη Γαλλική, την Αμερικανική και την επανάσταση του 1848. Περισσότερο διαμορφώθηκε υπό το βάρος της διάχυσης μιας μαρξιστικολενινιστικής βουλγκάτας και του σταλινικού πατριωτισμού στο Β΄ΠΠ. Τρίτον, ναι συμφωνώ η κρίση δε σχετίζεται με καταγωγικό ελάττωμα. Οφείλουμε να αναζητήσουμε τις πολιτικές και κοινωνικές παραμέτρους που μας οδήγησαν εδώ και γι' αυτό δε χρειάζεται να πάμε στο 19ο αιώνα αλλά η αναζήτηση μιας νέας πολιτικής και κοινωνικής αυτοσυνειδησίας δεν είναι ρατσισμός ούτε κοινωνικός δαρβινισμός.

    Δημόπουλος Ευθύμης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Δημοσιεύοντας το σχόλιο στο μπλογκ είδα και το τρίτο σχόλιο και το όνομα του σχολιαστή. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν διαφωνούμε χαίρομαι να σε "συναντάω" Βασίλη . Άντε να τα πούμε και από κοντά.
    Μάκης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Σχετικά με τις δύο παραμέτρους/ π[ροϋποθέσεις αριστεροσύνης στο τελείωμα του κειμένου.
    Γιατί είναι αναγκαστικά αριστερό επί συγκρούσεως δυο αξιών το να προκρίνεται εκείνη η αξία που αφορά τους περισσότερους;;;;Μήτε αριστερό το βρίσκω (που είναι η "αριστερή ευαισθησία" προς τον αδύνατο έστω κι αν είναι μικρή ,ελάχιστη μειοψηφία;;;;;) μήτε δεξιό, μήτε καν αποτελεσματικό. Το βάρος κάθε αξίας δεν είναι θέμα πλειοψηφίας.
    Η δεύτερη παράμετρος (δυνατότητα εφαρμογής στη συγκεκριμένη χώρα, στις συγκεκριμένες συνθήκες κλπ) λέγεται ρεαλισμός. Δεν χάνεται έτσι το οραματικό στοιχείο της Αριστεράς; Και εν πάση περιπτώσει δεν πρέπει να είναι ο ρεαλισμός στοιχείο και μιας "δεξιάς" ή "κεντρώας" πολιτικής;;;;
    Προσωπικά ελάχιστες αντιρρήσεις έχω επί της ουσίας της ανάρτησης που είναι μια σειρά ενστάσεων και ερωτημάτων προς ότι μέχρι σήμερα παρουσιαζεται σαν Αριστερά. Μιλάει για μια εντελώς άλλη " Αριστερά" που ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί (εκτός από λόγους μάρκετινγκ) θα πρέπει να λέγεται "Αριστερά".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Γεια σου Μάκη: χαρά στο κουράγιο σου να διαβάσεις όλα τα σχόλια. Συμφωνώ σχεδόν σε όσα λες, πολλά από αυτά που λες ήθελα να δείξω. Και μάλιστα ιδίως αυτό: "Εκείνο που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι ποιες ανάγκες θέλουν να καθησυχάσουν οι σύγχρονοι διαβάζοντας το παρελθόν και πως χρησιμοποιούν το συμβολικό του φορτίο.Δεύτερον, για το σχόλιο περί μεταρρύθμισης ή επανάστασης και τελικά αριστερής "ταυτότητας"." Γιατί διάβασα εν είδει επίκλησης αυθεντιών "περιβόλια". Από εκεί και πέρα, η τόλμη που πρέπει να έχει μια μεταρρυθμιστική δύναμη, έχει να κάνει με όλη τη βεντάλια: για τους delivery ας πούμε, και ιδίως γα τη ζούγκλα του ιδιωτικού τομέα, δεν ενδιαφέρεται η ΔΗΜΑΡ, αλλά οι αναρχικοί... Θα μου πεις με τι ορίζοντα; Σίγουρα, αλλά οι τέτοιες αποσιωπήσεις είναι πρόβλημα. Και ένα άλλο ζήτημα, αλλά συναφές με το προηγούμενο. Η πραγματικότητα στην οποία αναφέρεται το κείμενο της κ. Επιτροπάκη, δεν είναι τόσο δεδομένη: κοίτα εδώ είδηση από γκαραντί ευρωπαϊκό σάιτ http://euobserver.com/13/115513. Αυτό δεν περιλαμβάνεται στην πραγματικότητα; Να μην πω για την πραγματικότητα μετά από πιθανή αποτυχία του PSI που δεν είναι και τόσο απίθανη.
    Να' σαι καλά (και να τα πούμε).
    Βασίλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. να πω και κάτι άλλο - αν και το' χω παρακάνει. Επίμεινα τόσο πολύ σε μια άλφα ιστορική ανάγνωση, γιατί οι πιο πολλές από τις μεταρρυθμιστικές αφηγήσεις της κρίσης και της υπέρβασής της έχουν ως προκείμενη -και έτσι αποκλειστικά διαβάζουν το παρόν και διατυπώνουν τις προτάσεις τους- στη βάση της μη επερωτώμενης προκείμενης περί "καθολικής περιφερειακότητας" της ελληνικής περίπτωσης και της "πολιτισμικής καθυστέρησης". Σε αυτήν αντιπαραθέτουν εξίσου ουσιοκρατικά το ευρωπαϊκό κέντρο: είναι πολύ πιο πολύπλοκες όμως, από ό, τι υποθέτει μια νεοεκσυγχρονιστική (neo-modernization)αντίληψη οι ευρωπαϊκές "εξελίξεις". Και περιλαμβάνουν πολλά που δεν θα θέλαμε να πάρουμε: δες τον Βίλντερς στην Ολλανδία... Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι η "πολυπλοκοποίηση" του "παρελθόντος", μπορεί αντίστοιχα να "πολυπλοκοποιήσει" την ανάγνωση του παρόντος πέρα από την αντιπαράθεση πολιτισμικών-νεοεκσυγχρονιστικών εξηγήσεων που τελικά συμπίπτουν από άλλους δρόμους. Συμπέρασμα; Δεν έχω φτάσει, το παλεύω...
    Βασίλης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Αγαπητοί φίλοι
    Επειδή χαθήκαμε αναγκαζόμαστε να σχολιάζουμε στη Μαργαρίτα. Προσωπικά δεν έχω τα φόντα να υπεισέλθω σε μια ιστορική ανάγνωση της σημερινής κρίσης αλλά κυρίως των προτάσεων για την έξοδο από αυτήν. Μπορώ να το προσεγγίσω πολιτικά με μια άλλη ανάρτηση που ελπίζω να κάνω.
    Νομίζω όμως ότι το Αριστερό πρόσημο κάθε επιδιωκόμενης αλλαγής έχει να κάνει πρωτίστως με το περί δικαίου αίσθημα. Να αποκαταστήσουμε τη δικαιοσύνη ή να την ανακαλύψουμε. Αν οι ντελιβεράδες δουλεύουν ανασφάλιστοι ( που δουλεύουν όλοι) πρέπει να το κάνουμε αιχμή μας. Αλλά η Αριστερά δεν το κάνει γιατί δεν αφορά τα στελέχη της που είναι τα περισσότερα μέλη της μεσαίας τάξης. Αν τα προνόμια συντεχνιών αφαιρούν πόρους από αδύναμους εργαζόμενους θα πρέπει να κάνουμε αιχμή μας την αναδιανομή των πόρων. Αν στήνεται έναν νέο πάρτυ με εξοπλισμούς θα πρέπει να αντιταχθούμε κλπ. Αν κάποιοι χτίζουν παράνομα δεν θα πρέπει να μετρήσουμε με άλλα μέτρα και σταθμά τη βίλα από το χαμόσπιτο. Θα πρέπει να βάλουμε κανόνες που να ισχύουν για όλους. Στη χώρα μας έχουμε ανάγκη από κανόνες που θα τηρούνται ακριβώς για να προστατευτούν οι άνθρωποι της εργασίας, οι πιο αδύναμοι. Εκεί βρίσκω την τομή των διεκδικήσεων και όχι στην άκριτη υποστήριξη συμφερόντων ομάδων πάσης φύσεως. Μερικά είναι τόσο καθαρά και απαραίτητα, άλλα πάλι όχι. Ας ξεκινήσουμε από κάπου όμως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Leo,
      πολύ σωστά αναφέρεις τους "ντελιβεράδες".
      Την Κυριακή των εκλογών οι πιο πολλοί θα συνεχίσουν τις διανομές γιατί δεν μπορούν να χάσουν το πενιχρό μεροκάματο, μερικοί θα χαρούν το μοναδικό ρεπό με την οικογένειά τους, ίσως και κάποιοι λίγοι ανάμεσα σε δυο δρομολόγια πάνε και ψηφίσουν με διάθεση τιμωρίας για αυτούς που το βράδυ θα κάνουν παραγγελίες βλέποντας τα αποτελέσματα, θα τα αναλύουν και θα τα αποτιμούν μαζί με τα "πρόσημα", τις "αφηγήσεις" και τις "συνθέσεις".

      Διαγραφή
  13. Στην αριστερά θεωρούμε ότι δεν υπάρχει υστεροβουλία. Θεωρούμε ότι το Αριστερό στέλεχος, αγωνίζεται για το καλό της εργατικής τάξης, έστω και αν στη δουλειά του είναι κρατικοδίαιτος, ή διαπλεκόμενος. Είναι η μεγαλύτερη απάτη. ¨Οταν η Αριστερά υπερασπίζεται συμφέροντα συντεχνιών το κάνει για τον ίδιο ακριβώς λόγο που υπερασπίζεται ο δεξιός βουλευτής τους εφοπλιστές. Υπερασπίζεται την τάξη του. Η σημερινή συζήτηση είναι σύγκρουση ταξικών συμφερόντων. Θα πρέπει λοιπόν να εισάγουμε κάποτε στη συζήτηση, ποιοι αποτελούν τις ηγεσίες των κομμάτων, ποιοι είναι οι φορείς της κάθε ιδεολογίας, και της κάθε πολιτικής στάσης. Συνεπώς είναι πολύ πιθανόν η στάση τους να καθορίζεται από αυτό. Θα πρέπει να επιτρέψουμε στην πραγματικότητα. Ταξική καταγωγή συμφέροντα και ιδεολογία στη σύγχρονη Ελλάδα. Κάποτε θα πρέπει να ανοίξουμε τη συζήτηση αυτή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σωστά φίλε Λεωνίδα...και πιό "καυτά" από το "μνημονιακό-αντιμνημονιακό αλλαλούμ"...

      Διαγραφή