ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

πίσω στα 60s

πίσω στα 60s

Παρατηρητήριο

"Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα». Αυτος ειναι ο τιτλος του συνεδριου. Τεχνηέντως και παραπειστικώς η συζήτηση μεταφέρθηκε σε συγκρίσεις μεταξύ των ολοκληρωτισμών του 20 αιώνα γιατί έτσι βόλευε τους αμετανόητους οπαδούς τους, ειδικά τους φιλοσοβιετικούς που είναι και ιδεολογικά κυρίαρχοι στη χώρα αυτή. Εχουμε μέλλον ακόμα μέχρι να βγάλουμε τη γλίτσα αυτή από πάνω μας. Είναι ένα ακόμα δείγμα της αβελτηρίας μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Χτες ήταν οι καταλήψεις, σήμερα το «άσυλο» της βίας, αύριο η διάλυση των μεταπτυχιακών. Οι θλιβεροί φαιοί ή κόκκινοι κομισάριοι μισούν τους άριστους γιατί τους φοβούνται και πασχίζουν να τους σταματήσουν. Γιατί είναι αυτοί που θα χτίσουν την επόμενη ελεύθερη, δημοκρατική και δημιουργική Ελλάδα. Είναι αυτοί που θα τους αποστρατεύσουν, θα τους στείλουν επιτέλους στη λήθη της ιστορίας. Είναι αυτοί που με την αξιοσύνη τους θα αλλάξουν το παράδειγμα στην έρμη τούτη χώρα. Μην ανησυχείτε. Δεν έρχεται κανένα άλλο κόμμα, πράσινο, κόκκινο ή γαλάζιο. Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε.

Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Νυχτερινό , του Νικήτα Κακκαβά



Δεν είναι που είναι Μεγάλο Σάββατο, δεν είναι που σε λίγο "θανάτω, θάνατον πατήσας". Είναι που όταν περάσεις τα 50  νιώθεις το τέλος πιο κοντά και αναρωτιέσαι πως θάναι, που θάναι, με ποιους θάναι. Τώρα πια η Ιατρική δεν σε αφήνει να μάθεις πως κλείνει η αυλαία. Σε βάζει σε καταστολή, όταν καταλάβει ότι πας για το τετέλεσται και χάνεις την εμπειρία. Σάμπως και τι να την κάνεις; 
Βέβαια, δεν θα πεθάνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη, αλλά που ξέρεις, καμιά φορά όλα γίνονται (leo)   


Μια μικρή περίληψη από το blog Σχολιαστής του φίλου μας Σταμάτη Κυρζόπουλου.
Ο κύριος Μηνάς περνάει το τελευταίο βράδυ της ζωής του στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Ιπποκρατείου, όπου νοσηλεύεται τον τελευταίο μήνα. Το πρωί η νοσηλεύτρια βάρδιας βρίσκει στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του ένα γράμμα που είχε γράψει για τον γιο του, ο οποίος ζει μόνιμα στη Σουηδία.


Νικήτας Κακκαβάς


«Κανείς δεν καταλαβαίνει τον άλλο. Είμαστε νησιά στη θάλασσα της ζωής. Ανάμεσα μας κυλάει η θάλασσα  που μας ορίζει και μας χωρίζει. Όσο κι αν προσπαθεί μια ψυχή να μάθει τι είναι μια άλλη ψυχή, δεν θα μάθει παρά μόνο όσα μπορεί να της πει μια λέξη».

Φερνάντο Πεσσόα «Το βιβλίο της ανησυχίας»

Η πόρτα του μπάνιου έτριξε. Ήθελε λάδωμα. Ο οξύς ήχος ξύπνησε τους υπόλοιπους στο θάλαμο.
Στάθηκε μπροστά στο νιπτήρα, άνοιξε τη βρύση και άφησε το νερό να τρέξει. Κοιτάχτηκε στο ραγισμένο καθρέφτη. Το μπάνιο βρωμούσε αμμωνία ανάκατα με χλωρίνη. Του ήρθε ναυτία.
Τακτοποίησε τα λιγοστά μαλλιά του με τα δάχτυλα. Ήθελε ξύρισμα, τα άσπρα γένια ξεφύτρωσαν ανάμεσα στα ρυτιδιασμένα του μάγουλα. Κάτω από το φως της αδύναμης λάμπας φαίνονταν πελιδνός.
Από το ανοικτό παράθυρο του θαλάμου ακούγονταν ένας τζίτζικας και η σβησμένη ηχώ της εξάτμισης μιας μοτοσικλέτας.
Αισθάνθηκε ένα δυνατό πόνο στο στήθος, καυτό σίδερο.
Στο μέτωπο του έτρεχαν ήδη σταγόνες ιδρώτα. «Ως εδώ ήταν κύριε Μηνά…», πρόλαβε να σκεφτεί.
Με έναν γδούπο προσγειώθηκε στην κιτρινιασμένη πορσελάνη της ντουζιέρας. Ένα μικρό κόκκινο αυλάκι απλώθηκε γρήγορα στο μωσαϊκό του μπάνιου.

- Σάββα γκολ στο 214. Έλα να τον πάρεις, πριν μυρίσει με τέτοια ζέστη.
Η Προϊσταμένη έκλεισε απότομα το τηλέφωνο. Ήξερε τι ανεπρόκοπος ήταν ο τραυματιοφορέας και αυτή χρειάζονταν αμέσως το κρεβάτι σε μια ώρα ξεκινούσε η πρωινή εφημερία.

Στην είσοδο του θαλάμου δυο γέροι στριφογύριζαν ανήσυχοι, κρατώντας με το αριστερό τους χέρι τον ουροκαθετήρα.
 «Πάρτε τον, βρε παιδιά. Δεν με βαστούν τα πόδια μου, ζαλίζομαι. Θέλω να ξαπλώσω, δεν αντέχω άλλο όρθιος!», εκλιπαρούσε τις νοσηλεύτριες ο πιο αδύνατος ηλικιωμένος.
- Σοφία πήγαινε να μαζέψεις τα πράγματα του Ιγνατίου από το κομοδίνο. Μην ξεχάσεις τη μασέλα, τη βέρα και το ρολόι του. Όρεξη έχω τους συγγενείς να μας κατηγορούν για κλέφτες πρωινιάτικα!

H Σοφία σηκώθηκε από την καρέκλα, υπακούοντας απρόθυμα την Προϊσταμένη. Από όλα τα καθήκοντα της νοσοκόμας δεν άντεχε να μαζεύει τα πράγματα ενός νεκρού. Έμαθε
να ξεσκατώνει, να αλλάζει πιτζάμα σε κατουρημένους γέρους, να βοηθάει τον γιατρό Ιωάννου στη διάνοιξη αποστημάτων, αλλά αυτή την διαδικασία δεν έλεγε - δέκα χρόνια νοσηλεύτρια – να την συνηθίσει ακόμα. Αισθάνονταν ακόμη ένα περίεργο δέος μπροστά στο θάνατο, δεν ήθελε να αγγίξει τίποτε από εκεί που κάποτε υπήρχε απαραβίαστα ιδιωτική η ζωή του άψυχου πλέον σώματος.

Σήκωσε το σεντόνι, αποκαλύπτοντας τον φρέσκο νεκρό. Ένα ισχνό γεροντάκι, κίτρινο φύλλο πεσμένο οριστικά από το δέντρο της ζωής. Γυρίζοντας το κεφάλι της από την άλλη μεριά, έψαξε στα τυφλά στο στόμα του για να βρει τη μασέλα. Έβγαλε έπειτα το ρολόι, το σταυρουδάκι από το λαιμό και μια μικρή ασημένια καδένα από τον αριστερό καρπό, τοποθετώντας τα σε μια χάρτινη σακούλα. Κοίταξε έπειτα ένα-ένα τα δάχτυλα του. Πουθενά η βέρα. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου. Παραμέρισε με γρήγορες κινήσεις την παρηγορητική πραμάτεια του πρώην ασθενούς. Ένα μικρό τρανζίστορ, ένα μυθιστόρημα τσεκαρισμένο στη σελίδα 234, ένα κινητό τηλέφωνο, ένα σταυρόλεξο... Στο βάθος φάνηκε ένας λευκός φάκελος.
«Εκεί θα έβαλε τη βέρα του», ανακουφίστηκε η Σοφία.
Έψαξε τον φάκελο χωρίς δισταγμούς για αδιακρισία. Εντός του διπλωμένη με επιμέλεια μια κόλλα αναφοράς. Την άνοιξε με προσοχή. Πυκνογραμμένες παράγραφοι με χειρόγραφη μπλε καλλιγραφία αποκαλυφτήκαν.
Κοίταξε σχεδόν συνωμοτικά δεξιά και αριστερά της. Δεν υπήρχε κανείς στον θάλαμο. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού παραμερίζοντας το παγωμένο μέλος του νεκρού και άρχισε να διαβάζει.

«Δημήτρη μου,
είναι περασμένες τρεις και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν είναι που πονάω σ’ όλο μου το σώμα,  έμαθα πια στον πόνο, τον συνήθισα. Θα πεθάνω, το αισθάνομαι. Βλέπω παράξενα όνειρα τα βράδια. Θα πεθάνω σε πολύ λίγο. Τελειώνουν οι πιστώσεις χρόνου που μου έχουν απομείνει.
Δεν με πειράζει που φεύγω. Στα αλήθεια! Με πονάει όμως που θα πεθάνω εδώ μέσα, ολομόναχος στον θάλαμο ενός νοσοκομείου. Ορφανεμένος από τους ανθρώπους μου. Μοιράζομαι αυτό το άθλιο δωμάτιο με τρεις ξένους. Το μόνο κοινό ανάμεσα μας είναι η αγανάκτηση και η μοναξιά του μελλοθάνατου που μας περικυκλώνει. Οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία. Κάθε πρωί παρελαύνει η κουστωδία με τις λευκές ποδιές, αδιάφορη και άπραγη μπροστά στην αρρώστια μας. Άδεια σακιά οι ψυχές τους, τσιγκουνεύονται να μας σκαρώσουν έστω ένα κάποιο παρηγορητικό ψέμα. Περισσότερο από όλους σιχαίνομαι τα νεαρά γιατρουδάκια με το βλέμμα τους γεμάτο από την έπαρση της άγνοιας και της απειρίας.

Ήθελα να πεθάνω στο σπίτι μου!
Ανάμεσα στους τοίχους του, να με περικυκλώνουν παρηγορητικές οι σκιές των περασμένων. Σήμερα εξορίζουν τους μελλοθάνατους από τα σπίτια τους, όλοι πεθαίνουν στα νοσοκομεία. Τους κλείνει τα μάτια ένας ξένος, η νοσοκόμα ή ο τραυματιοφορέας της βάρδιας. Περνούν τις πρώτες ώρες του θανάτου τους ολομόναχοι στο μάρμαρο ενός υπόγειου νεκροτομείου.
Εγώ ήθελα να πεθάνω στο σπίτι μου, αγόρι μου! Ανάμεσα στα βιβλία μου, πάνω στον πράσινο φθαρμένο καναπέ του σαλονιού μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση, με τις φωτογραφίες σας ολόγυρα μου, να βλέπω τα παιδικά σας χαμόγελα και να μην τα χορταίνω. Να αισθάνομαι την σκιά της μητέρας σου δίπλα στην κρεβατοκάμαρα, ένα μικρό - τόσο δα!- κουράγιο σ΄ αυτήν την φοβερή αγωνία μου.
Η συνέχεια στο Σχολιαστή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου