ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, Λεονίντ Μπρένζιεφ, κατά τη διάρκεια περιπάτου στην αυλή της έπαυλης του πρώτου στην Καλιφόρνια, το 1973. Στο βάθος, ο Ειρηνικός Ωκεανός. Από την Καθημερινή

Παρατηρητήριο

του Τέλη Σαμαντά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Εδώ και χρόνια επιμένω και θα συνεχίσω να επιμένω: οι μελέτες και οι αναλύσεις —πολιτικές, οικονομικές, κοινωνιολογικές, πολιτιστικές— που αφορούν την επτάχρονη Δικτατορία είναι ελάχιστες σε σχέση με τις αντίστοιχες που αφορούν την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Κι όμως, θεωρώ πως στη διάρκεια της Χούντας διαμορφώθηκαν τα κύρια κοινωνικά ρεύματα που καθόρισαν τις μεταπολιτευτικές στρεβλώσεις. Η αποκοπή από το διεθνές περιβάλλον και η λαϊκιστική εσωστρέφεια· η ανάδυση νέων κοινωνικών στρωμάτων που απέκτησαν οικονομική ισχύ χάρη στα οικονομικά μέτρα των δικτατόρων (χωρίς όμως να έχουν και την αντίστοιχη πολιτική εκπροσώπηση, την οποία απέκτησαν στη συνέχεια κατά τη Μεταπολίτευση)· η απότομη διακοπή των πνευματικών αλλά και των πολιτικών αναζητήσεων σε όλους τους ιδεολογικούς χώρους· η σαφέστατη οπισθοχώρηση των προβληματισμών για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής της χώρας· η υποχρεωτική συνύπαρξη αντιθετικών και αποκλινόντων πολιτικών και πνευματικών προβληματισμών και η εκ των πραγμάτων σύγκλιση τους —στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή— απέναντι στον «κοινό εχθρό» της Χούντας· η καθυποταγή μέσω της ανοχής της Δικτατορίας μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας· ηκυριαρχία του κιτς σε πάμπολλους τομείς της πολιτιστικής ζωής — αυτά είναι μερικά μόνο από τα αποτελέσματα του επτάχρονου «γύψου».

Η σημαντικότατη αυτή έλλειψη μελέτης της Χούντας έχει σοβαρές επιπτώσεις: η περίοδος της Δικτατορίας έχει καταγραφεί στην κοινωνική συνείδηση απλώς ως μία «σκοτεινή περίοδος», καταπίεσης και βίας από τη μία και «αντιστασιακής πράξης» από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι η ουσιαστική άγνοια —και όχι μόνο των νεότερων γενιών— των παραμέτρων οι οποίες συνιστούν την ιστορική τομή που αποτελεί για την νεοελληνική ιστορία η Δικτατορία 1967-1974 και, κατ’ επέκταση, η ενοχοποίηση της Μεταπολίτευσης ακόμη και για φαινόμενα που στην πραγματικότητα η ημερομηνία γέννησής τους χρονολογείται στην περίοδο της Χούντας. Με λίγα λόγια: ο καλύτερος τρόπος για να «θυμηθούμε» την αυριανή επέτειο είναι να μελετήσουμε το τι σήμαινε στην πραγματικότητα για την νεοελληνική κοινωνία εκείνη η «σκοτεινή περίοδος». Πολλές αιτίες ακόμη και των σημερινών κακοδαιμονιών υποψιάζομαι πως θα ανακαλύψουμε.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ο βασικός λόγος, ωστόσο, που επέλεξα να ασχοληθώ με την αφελή αυτή επιλογή είναι πιο σημαντικός. Την έγραψε σε δύο φράσεις ο εκπαιδευτικός Λεωνίδας Καστανάς, η αρθρογραφία και οι αιχμηρές παρεμβάσεις του οποίου έχουν πάντα ενδιαφέρον. «Εδώ και 30 χρόνια, το θέμα της έκθεσης είναι το ίδιο. Τι καλός που είναι ο ελληνοορθόδοξος κομμουνισμός και τι κακός που είναι ο προτεσταντικός καπιταλισμός», έγραψε στο fb ο Καστανάς. Και υπερθεμάτισε μνημονεύοντας θέματα εξετάσεων από το παρελθόν. «Οι στέγες κοντά, οι ψυχές μακρυά. Η αρχαία τέχνη πρωτοπόρα και ζωντανή. Ο τεχνολογικός πολιτισμός και η αλλοτρίωση του ανθρώπου. Η σύγχρονη αποξένωση». Και σχολίασε: «Κανείς δεν τολμά να βγει από το ελληνικό στερεότυπο. Τεχνοφοβία και άγιος ο Θεός. Πρέπει να αντισταθούμε στην ανήθικη τεχνολογική Δύση. Διότι μας κάνει να τρέχουμε γρήγορα και να ξεχνάμε την ανθρωπιά μας. Ενώ όταν πηγαίναμε με τον αραμπά βλέπαμε και κάνα άνθρωπο. Το ότι μιλάω με τους φίλους μου σήμερα ακόμη και όταν βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακρυά με τούτο το μηχάνημα του διαβόλου, με απομακρύνει από τους ανθρώπους. Λουδιτισμός και τα μυαλά στα κάγκελα. Η αριστερή αφήγηση της ανατολής συνεχίζεται».

Κ. Ζούλας Καθημερινή

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Ο σπινθηροβόλος κινηματογράφος του Γούντι Άλεν


 Η "μαργαρίτα" εγκαινιάζει μια σειρά συνεργασιών με θέμα το κινηματογράφο με τον παλιό καλό της φίλο Θόδωρο Σούμα. 
Ο Θόδωρος Σούμας είναι κριτικός κινηματογράφου. Έχει δημοσιεύσει έξι βιβλία για τον κινηματογράφο. Στις εκδ. Αιγόκερως δημοσίευσε τα βιβλία: Κινηματογράφος & σεξουαλικότητα/ερωτισμός,  Έρωτας,ψυχολογία και αισθητική στο χολλυγουντιανό σινεμά, 12 Ευρωπαίοι σκηνοθέτες, Κινηματογράφος και έρωτας,  Εθνικές κινηματογραφίες, στιλ και σκηνοθέτες. Σήμερα γράφει στα περιοδικά The booksJournal και Δένδρο. Έχει γράψει πολλά κείμενα για το σινεμά σε διάφορα έντυπα: στα κινηματογραφικά περιοδικά Σύγχρονος Κινηματογράφος, Οθόνη, Καθρέφτης, Camera-Stylo, Κινηματογράφος και επικοινωνία, σε βιβλία-μονογραφίες σκηνοθετών του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στο περιοδικό Τέταρτο και την Αυγή. Aνέλαβε την αρχισυνταξία και έγραψε άρθρα στα ετήσια Αλμανάκ της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Υπήρξε υπεύθυνος ύλης του κινηματογραφικού περιοδικού ΚΙΝΟ. Έχουν δημοσιευτεί κείμενά του στις ιστοσελίδες cinephilia.gr , camerastyloonline.gr, κ.α. 



Ο σπινθηροβόλος κινηματογράφος του Γούντι Άλεν

του Θόδωρου Σούμα

Ο Γούντι Άλεν είναι ο πιο εμπνευσμένος σύγχρονος αμερικανός σκηνοθέτης κωμωδιών και ταυτόχρονα ο ώριμος δημιουργός ενός προσωπικού, σπινθηροβόλου κι ευφυέστατου κινηματογραφικού σύμπαντος και οράματος. Ξεκίνησε από την stand up comedy και την τηλεόραση. Στην αρχή της καριέρας του έβγαζε χρήματα πουλώντας γκαγκ, 50 γκαγκ την εβδομάδα για 100 δολλάρια! Κατόπιν συνέχισε στον ανεξάρτητο κινηματογράφο και αναδείχθηκε σταδιακά σε έναν ολοκληρωμένο καλλιτέχνη του σινεμά, έναν σημερινό κλασικό, αμερικανό σκηνοθέτη (όπως οι Κόπολα, Σκορσέζε, Ίστγουντ, Σπίλμπεργκ και Ντε Πάλμα), επίτευγμα σπουδαίο.

Έχει σκηνοθετήσει κάθε είδους κωμωδία, παρωδίες (Ο ειρηνοποιός), σάτιρες (Μπανάνες), κομεντί σχέσεων (Ο νευρικός εραστής) , τρελές κωμωδίες σκρούμπολ στα κλασικά χολιγουντιανά πρότυπα (Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουει), και μπουρλέσκα φιλμ (Τα πάντα γύρω από το σεξ).
Ο Γούντι ξεκίνησε την πλούσια και ποικιλόμορφη καριέρα του με τρελές κωμωδίες επηρεασμένες από το μπουρλέσκο, αλλά και την παρωδία: What’s Up Tiger Lily (1966, όπου προσέθεσε δικό του μεταγλωττισμό και μερικά δικά του πλάνα, σε μια ταινία από το Χονγκ Κονγκ), Ζητείται εγκέφαλος για ληστεία (Take the Money and Run, 1969), Τα πάντα γύρω από το σεξ (Every You Always Wanted To Know About Sex but Were Afraid to Ask, 1972), Ο υπναράς (Sleeper, 1973) και Ο ειρηνοποιός (Love and Death, 1975). Στην πρώτη του περίοδο, γύρισε επίσης τις Μπανάνες (Bananas, 1971), που έχουν επίσης τη διάσταση του πολιτικού χλευασμού και της σάτιρας. Η πρώτη, κάπως άγουρη σκηνοθετικά περίοδος του Γούντι Άλεν, βρίθει από οπτικά και λεκτικά γκαγκ, από αναφορές σε άλλα έργα (κινηματογραφικά ή λογοτεχνικά), από στοιχεία της μπουρλέσκας κωμωδίας, με κάποια μηχανικότητα, που απέχει από την ωριμότητα των κομεντί σχέσεων (ξεκινούν το 1977 με τον Νευρικό εραστή) στις οποίες διακρίθηκε αργότερα.


Ακολουθεί η ενότητα των λεπτοφτιαγμένων κομεντί πάνω στις σχέσεις των ανδρών με τις γυναίκες (αμφότεροι ευρισκόμενοι, συνήθως, σε καθεστώς νεύρωσης, ανικανοποίησης και ψαξίματος). Τα φιλμ της περιόδου των κομεντί περί των (προβληματικών και νευρωτικών) σχέσεων των δύο φύλων, είναι κυρίως τα κομψοτεχνήματα Ο νευρικός εραστής (Annie Hall, 1977), Μανχάταν (Manhattan, 1979), το επηρεασμένο από τους Μπέργκμαν και Σέξπιρ, Σεξοκωμωδία θερινής νύχτας (A Midsummer Night’s Sex Comedy, 1982), και Η Χάνα και οι αδελφές της (Hannah and Her Sisters, 1986).

Το σαγηνευτικό, ασπρόμαυρο Μανχάταν, λουσμένο στις ατμοσφαιρικές μουσικές του Γκέρσουιν, είναι μια γλυκόπικρη, χιουμοριστική και ταυτόχρονα συναισθηματική ανατομία των διανοουμένων της Ν.Υόρκης. Αστείο, σκωπτικό και μαζί συγκινητικό, περιγράφει τις αισθηματικές ή και επαγγελματικές παλινωδίες ορισμένων ζωντανών τύπων του Μανχάταν, κέντρου των καλλιτεχνών. Ο κεντρικός χαρακτήρας, με τα μάτια του οποίου βλέπουμε τη μυθοπλασία, είναι ένας νευρωτικός, αβέβαιος, κοντούλης πενηντάρης κωμωδιογράφος της τηλεόρασης (Γ.Άλεν), που παραπαίει ανάμεσα σε τρεις γυναίκες: την πρώην συζυγό του που, όντας λεσβία (Μέριλ Στριπ), τον παράτησε, τη γοητευτικότατη ερωμένη (Νταϊάν Κίτον) του παντρεμένου φίλου του με την οποία είναι ερωτευμένος, και τη δεκαεπτάχρονη φίλη και θαυμάστριά του (Μάριελ Χεμινγουέι) που τον διεκδικεί για μια σοβαρή σχέση. Ο Άλεν δημιουργεί έναν κοινωνικό, κωμικοτραγικό, ερεθιστικό πίνακα, με απρόσμενο ψυχολογικό βάθος και ευαίσθητη ενδοσκόπηση...


Κατόπιν ο Γούντι Άλεν περνά σε μια φάση κατά την οποία προσελκύεται από τα έργα γνωστών μεγάλων δημιουργών όπως ο Μπέργκμαν, ο Φελίνι, ο Τσέχoφ κ.α. και σκηνοθετεί ταινίες σε σοβαρό τόνο. Αυτές οι ταινίες έντονα καλλιτεχνικών προδιαγραφών, είναι κυρίως οι Εσωτερικές σχέσεις (Interiors, 1978) και ο Σεπτέμβρης (September, 1987). Η στιγμή της ωριμότητας αυτής της καλλιτεχνικής προσπάθειας του Άλεν είναι η πολύ ευαίσθητη Μια άλλη γυναίκα (Another Woman, 1988), η οποία πάλλεται από εσωτερικές δονήσεις συναισθημάτων και διακριτικής συγκίνησης. Μια νεοϋορκέζα διανοούμενη (Τζίνα Ρόουλαντς) ακούει, κατά λάθος, τις εξομολογήσεις μιας νέας γυναίκας (Μία Φάροου) στον ψυχαναλυτή, επηρεάζεται και οδηγείται στο να θέσει ερωτήματα για τη δική της ζωή. Ο Γούντι Άλεν, αυτή τη φορά, πέρα απ’ το να εφαρμόζει την ψυχανάλυση, με έξυπνο και ναρκισσιστικό τρόπο, στον εαυτό του, την χρησιμοποιεί για να προσεγγίσει άλλα, ειδικότερα γυναικεία πρόσωπα.
Συνέχισε, αργότερα, και με άλλες πετυχημένες, εκτός του Μια άλλη γυναίκα, σοβαρών τόνων καλλιτεχνικές ταινίες, όπως τα Alice (1989), Συμφωνίες και ασυμφωνίες (Sweet and Lowdown, 1999) και τα κοινωνικού προβληματισμού (ενίοτε αστυνομικά) φιλμ του.

Μια πολύ σημαντική ομάδα ταινιών του Γούντι Άλεν είναι οι υπέροχες, αστρατευτερές, καυστικές αστυνομικές κωμωδίες του, Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν (Manhattan Murder Mystery, 1993), Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουει (Bullets Over Broadway, 1994), Μικροαπατεώνες (Small Time Crooks, 2000), Η κατάρα του πράσινου σκορπιού (The Curse of the Jade Scorpion, 2001), Scoop (2006).

Οι Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν είναι μια  λαμπερή, ιδιοφυής αστυνομική κωμωδία που συνδυάζει την απομυθοποιητική ματιά του Γούντι Άλεν πάνω στα κουρασμένα ζευγάρια, με την έξυπνη αστυνομική ίντριγκα· τον έρωτα και τις δοκιμασίες του, με το σασπένς· την κλασική αμερικάνικη, χολιγουντιανή, κωμωδία με τις χιουμοριστικές αστυνομικές περιπέτειες του Χίτσκοκ, π.χ. τον Αυτόπτη μάρτυρα (καθώς και την Κυρία από τη Σαγκάη του Ουέλς). Η βαριεστημένη απ’ το γάμο της, νευρώδης, περίεργη κι αεικίνητη σύζυγος (Νταϊάν Κίτον) παρασέρνει τον υστερικό και φοβιτσιάρη, διανοούμενο άντρα της (Γ.Άλεν) στη διαλεύκανση μιας «έμμονης ιδέας» της: ότι ο γείτονάς τους δολοφόνησε τη γερασμένη σύζυγό του, για να την ξεφορτωθεί για μια άλλη γυναίκα… Ο Γούντι Άλεν, συνεργαζόμενος ξανά, για πρώτη φορά μετά το χωρισμό τους, με την Νταϊάν Κίτον, είναι σε μεγάλη φόρμα, όλο ζωντάνια και μπρίο. Για να αποδώσει με νεύρο και έξαρση την επικίνδυνη έρευνα των δύο συζύγων, χρησιμοποιεί μια κινητική κάμερα στο χέρι, κάνει όμως και χρήση της σκοποφιλικής ανθρώπινης περιέργειας, καθώς και της πρωτότυπης, ερεθιστικής πλοκής.
Ο Γούντι Άλεν σκηνοθέτησε, επίσης, ορισμένα δυνατά, κοινωνικά αστυνομικά φιλμ: Απιστίες και αμαρτίες (Crimes and Misdemeanors, 1989), Match Point (2005) και Το όνειρο της Κασσάνδρας (Cassandra’s Dream, 2007).
Διακρίθηκε, ακόμη, για τις σημαντικές, όσο και πρωτότυπες, κοινωνικές ταινίες του, με τη δική του, μοναδική σφραγίδα: Zeling (1983), Radio Days (1987), Απιστίες και αμαρτίες, Διασημότητες (Celebrity, 1998), Match Point, Cassandra’s Dream.

Το Όνειρο της Κασσάνδρας είναι μια ταινία βαθύτατου κοινωνικού και ηθικού προβληματισμού, που ακολουθεί ως ένα βαθμό την αφηγηματική γραμμή του αστυνομικού φιλμ. Δυο άπληστα αδέλφια ξοδεύουν και χρεώνονται αδικαιολόγητα, και δανείζονται από τον μεγαλοαπατεώνα θείο τους (Τομ Γουίλκινσον), με αντάλλαγμα να κάνουν ένα φόνο για λογαριασμό του. Μετά το φόνο, ο ένας αδελφός (Κόλιν Φάρελ) μετανοιώνει και θέλει να παραδοθεί, ο άλλος (Γιούαν ΜακΓκρέγκορ) προσπαθεί να τον δολοφονήσει για να μην ενοχοποιηθούν και τελικά αλληλοεξοντώνονται… Ο Γ.Άλεν εκθέτει τα δεδομένα της σύγχρονης, υλιστικής κοινωνίας και ζωής: Η δικαίωση συντελείται με την απόκτηση υλικών αγαθών, χρήματος, κοινωνικής ανόδου κι αναγνώρισης, και έρωτα με ωραίες γυναίκες. Αυτή είναι η κυρίαρχη ηθική και για χάρη της γίνονται πολλά στραβά, ακόμη και εγκλήματα. Όμως, κατά βάθος, όλα είναι θέμα ηθικής επιλογής του ατόμου, η ηθική αίσθηση του κακού και του καλού ελοχεύει μέσα στην καρδιά και του χειρότερου βλάκα ή εγκληματία (όπως του ήρωα που υποδύεται ο Φάρελ), η ηθική μπορεί να αναδυθεί και αναδειχθεί ανά πάσα στιγμή, με απρόσμενα αποτελέσματα και αντιφάσεις… Ο Γ.Άλεν στήνει έναν καλοκουρδισμένο αφηγηματικό μηχανισμό, όπου η εξέλιξη των καταστάσεων και των χαρακτήρων ταυτίζεται με την ανελέητη ανάπτυξη μιας καλοστημένης αστυνομικής ιστορίας, μα και με την εμβριθή, στοχαστική εξέταση της ηθικής εξέλιξης των χαρακτήρων και της έλλογης, συνειδητής δράσης τους. Σε έναν σοφό συνδυασμό, συμβαδίζουν αριστοτεχνικά, με ακρίβεια ρολογιού, η ανάπτυξη της αφήγησης, του αστυνομικού, της μυθοπλασίας με κοινωνικά μηνύματα και του ηθικού προβληματισμού (η ηθική διάσταση του φιλμ).
Ο Γούντι Άλεν επανέρχεται στη χιουμοριστική, ειρωνική προβληματική του πάνω στις σχέσεις των δύο φύλων με τα Παντρεμένα ζευγάρια (Husbands and Wives, 1992), Ακαταμάχητη Αφροδίτη (Mighty Aphrodite, 1995), το μιούζικαλ Όλοι λένε σ’ αγαπώ (Everyone Says I Love You, 1996), Διαλύοντας τον Χάρι (Deconstructing Harry, 1997), Διασημότητες, Παίζοντας στα τυφλά (Hoolywood Ending, 2002), και την κεφάτη, δροσερή ταινία μύησης του νεαρού Τζέισον Μπιγκς από τον μέντορά του Άλεν, Έρωτας και… τίποτα άλλο (Anything Else, 2003). Την ίδια θεματική των ερωτικών σχέσεων ακολουθούν και τα  Melinda and Melinda (2005), Scoop (2006), Vicky Cristina Barcelona (2008) και Κι αν σου κάτσει; (2009).

Τα Παντρεμένα ζευγάρια είναι μια πικρή κομεντί πάνω στην παρακμή και αποτυχία του γάμου και του έρωτα… Ακολουθεί την πορεία δύο ζευγαριών: του καταπονημένου, βαλτωμένου ζευγαριού που απαρτίζουν η Τζούντι (Μ.Φάροου) και ο Γκέιμπ (Γ.Άλεν), καθηγητής λογοτεχνίας που ερωτεύτηκε την ευφυή και γλυκιά φοιτήτριά του (Τζούλιετ Λιούις)· και του άλλου ώριμου, έγγαμου ζευγαριού υπό διάλυση, που το αποτελούν ο πληθωρικός Τζακ (απολαυστικός και άμεσος, ο σκηνοθέτης Σίντνεϊ Πόλακ) που ερωτεύεται μια σέξυ, χαζούλα και πολύ νεότερή του παλαβιάρα, που δεν του ταιριάζει και τον ρεζιλεύει, και η νευρωτικότατη γυναίκα του Σάλι (Τζούντι Ντέιβις) που προσπαθεί να ορθοποδήσει ξανά ως χωρισμένη. Ψύχραιμη, απομυθοποιητική και διαβρωτική ανατομία σχέσεων πεθαμένου έρωτα, σαρκαστική και ζοφερή εικόνα των φθαρμένων γάμων, που διανθίζεται από ιλαρές, διακεδαστικές σκηνές, ένα διαμάντι πικρόχολου κι ανατρεπτικού χιούμορ του εβραιονιουγιορκέζου δημιουργού.

Η Ακαταμάχητη Αφροδίτη είναι μια προκλητική, δροσερή και κωμική ιστορία του Γ.Άλεν, πολύ φορτισμένη ερωτικά, γιατί το δίδυμο του νευρωτικού, όλο ανασχέσεις, καλοπροαίρετου διανοούμενου και της αφελούς, σέξυ και κατά βάση αθώας, όμορφης πόρνης, είναι εκρηκτικό και σπαρταριστό. Ο παντρεμένος διανοούμενος έχει ένα υιοθετημένο παιδί. Αποφασίζει να διαπαιδαγωγήσει τη μέχρι πρότινος άγνωστη, άξεστη μητέρα του υιοθετημένου παιδιού και να παίξει το ρόλο του σαγηνευμένου Πυγμαλίωνα. Ο Γούντι Άλεν περιγράφει, επίσης, πολύ δηκτικά, το περιβάλλον των νιουγιορκέζων, σνομπ διανοουμένων (φιλότεχνοι, γκαλερίστες και λοιποί), με τους όλο νευρώσεις, υποκρισία και απιστίες γάμους και τα ιδιοτελή ενδιαφέροντα. Η καλόκαρδη, αυθόρμητη, αισθαντική και ντόμπρα πόρνη κάνει μεγάλη αντίθεση με αυτούς τους μορφωμένους αλλά ψεύτικους ανθρώπους· γι’αυτό κι έχει να μάθει αρκετά πράγματα στον καλωσυνάτο, επίδοξο Πυγμαλίωνα, που προσπαθεί, γενναιόδωρα, να της βρεί ένα καλό -λίγο χαζό- παιδί και να της φτιάξει έναν καλό, έντιμο γάμο!
Ο Γ.Άλεν δημιούργησε πολλές ξεχωριστές ταινίες που μιλούν για το σινεμά, την τέχνη και τη σόου μπίζνες: Ζωντανές αναμνήσεις (1980), Ο ατσίδας του Μπρόντγουει (Broadway Danny Rose, 1984), Το πορφυρό ρόδο του Καίρου (The Purple Rose of Cairo, 1985), Radio Days (1987), Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουει, Σκιές και ομίχλη (Shadows and Fogs, 1991), Διαλύοντας τον Χάρι (Deconstructing Harry), Διασημότητες, Συμφωνίες και ασυμφωνίες, Παίζοντας στα τυφλά, Έρωτας και …τίποτ’ άλλο (Anything Else, 2003), Melinda and Melinda (2004), Θα συναντήσεις έναν ψηλό μελαχρινό άνδρα (2010), Μεσάνυχτα στο Παρίσι (2011) και Στη Ρώμη με αγάπη (2012), στο επεισόδιο με τον Γ.Άλεν σκηνοθέτη της όπερας που στέρεψε η έμπνευσή του. Πρόκειται για διεισδυτικά και περιγελαστικά σχόλια για τον κόσμο των καλλιτεχνών και των τεχνών…
Μόνο ο Γούντι Άλεν θα συνελάμβανε την ιδέα ενός …τυφλού χολιγουντιανού σκηνοθέτη (μήπως κατ’ ουσίαν υπάρχουν και …άλλοι;) στο φιλμ του Παίζοντας στα τυφλά! Ο ήρωας που υποδύεται ο Γούντι είναι ένας αποτυχημένος σκηνοθέτης που τώρα πια γυρίζει διαφημήσεις για αποσμητικά, παρατημένος απ’ τη γυναίκα του. Αναγκάζεται να αδράξει μια αναπάντεχη ευκαιρία: Η πρώην σύζυγος, παραγωγός, του προτείνει να σκηνοθετήσει μια νέα ταινία. Όμως, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ο νευρωτικός και υποχόνδριος σκηνοθέτης, λόγω του μεγάλου του στρες, παθαίνει τύφλωση. Υποχρεούται, λοιπόν, να συνεχίσει την ταινία χωρίς να γίνει αντιληπτός για να μην απολυθεί, με εξωφρενικά, ξεκαρδιστικά αποτελέσματα! Συσσωρεύει τη μία ανεκδιήγητη γκάφα μετά την άλλη. Κοιτάζει αλλού από εκεί που βρίσκονται οι ηθοποιοί του, εκθειάζει μια αφίσα της ταινίας κοιτάζοντάς την από την …ανάποδη κ.ο.κ… Η ταινία που γύρισε αποδεικνύεται, βέβαια, μια …μάπα, σκέτη καταστροφή… Δεν αρέσει καθόλου σε κανέναν, εκτός των γάλλων κριτικών…, που έτσι ή αλλιώς, αγαπούν πολύ τον Γ.Άλεν! Το Παίζοντας στα τυφλά είναι, βέβαια, μια πανέξυπνη παραβολή για τον κινηματογράφο, μια επιθετική και ευτράπελη σάτιρα του Χόλιγουντ…


Δεν μπορούμε να μη ξεχωρίσουμε τα ερωτικά φορτισμένα φιλμ του Γούντι Άλεν, με επίκεντρο του ερωτικού βλέμματος και ενδιαφέροντός του, τη γυναίκα, για παράδειγμα το ευφραντικό, ηδυπαθές Ακαταμάχητη Αφροδίτη, με τη χυμώδη κι αστεία Μάιρα Σορβίνο. Ειδικά στα τελευταία φιλμ, εστιάζει τη θερμή ματιά και προσοχή του στη Σκάρλετ Γιόχανσον, βλέπε τα φιλμ Scoop (2006), Vicky Cristina Barcelona (2008, μαζί με τη σέξυ Πενέλοπε Κρουζ) και το Match point. Στην τελευταία ταινία του Blue Jasmine (2013) επικεντρώνει τη μέριμνά του στην Κέιτ Μπλάνσετ. Οπωσδήποτε, ο Γ.Άλεν είναι ένας γοητευτικός -λόγω του πνεύματος, του χιούμορ και της χάρης του- ερωτύλος που προσελκύεται αναπόδραστα από τις γυναίκες και μάλιστα τις νεότερες (εξ’ ου και η δημιουργία των σχετικών σκανδάλων)… Ορισμένες φορές υπονομεύει κι απομυθοποιεί σαρκαστικά, με αυτοσυνείδηση και αυτογνωσία, τον έρωτα του ώριμου ή ηλικιωμένου άντρα προς τη νεαρή γυναίκα: Αυτό ισχύει στα ειρωνικά και πανέξυπνα φιλμ Κι αν σου κάτσει; (2009) -ο τίτλος θέτει ευστοχώτατα το δίλημμα του ηλικιωμένου- και Θα συναντήσεις έναν ψηλό μελαχρινό άνδρα (2010), όπου ο Άντονι Χόπκινς υποδύεται σπαρταριστά τον γέρο που ερωτεύεται ενθουσιωδώς και παντρεύεται ένα κολ γκερλ!…

Ο ήρωας που ενσαρκώνει ο Γούντι Άλεν στις ταινίες του, είναι ένας χαριτωμένος, γοητευτικός αν και ασχημούλης, ερωτοπαθής, που συχνά τσαλακώνεται από τις προστριβές ή τις αποτυχίες του με το ωραίο φύλο… Σχεδόν πάντα ερμηνεύει ο ίδιος, ολοζώντανα, ξεκαρδιστικά, αυθόρμητα και γνήσια, τους κεντρικούς ήρωές του. Κατ’ εξαίρεση, το alter ego του υπήρξαν πολύ πετυχημένα, ο Κένεθ Μπράνα στις Διασημότητες και ο Τζέισον Μπιγκς στο Έρωτας και… τίποτ’ άλλο, καθώς κι ο Άλαν Άλντα -επί το σοβαρότερο- εδώ κι εκεί. 

Το εβραϊκό, ειρωνικό, ανατρεπτικό, βέβηλο και ναρκισσιστικό χιούμορ του Γούντι Άλεν υπονομεύει τον έρωτα, τις σχέσεις, το σεξ (βλέπε τις περίφημες, αστείες ρήσεις του περί αυνανισμού, σεξ κ.λπ.), την θρησκεία, τις κοινώς αποδεκτές, κατεστημένες αξίες. Ο Γ.Άλεν βλέπει την κωμικοτραγική πλευρά της ζωής και των ανθρωπίνων σχέσεων, που ο κοινός άνθρωπος αδυνατεί να εντοπίσει. Κάνει κωμικά σχόλια και παρατηρήσεις για τους γύρω μας ανθρώπους, και ιδιαίτερα εκείνους του καλλιτεχνικού περιβάλλοντος.
Οι κεντρικοί χαρακτήρες του σύμπαντος του Γ.Άλεν είναι νευρωτικοί looser, όλο άγχη, ανασφάλειες, υστερίες, ενδεχομένως αποστέρηση, μανίες και φοβίες. Συνήθως έχουν, λίγο πολύ, εβραϊκό ταμπεραμέντο και χιούμορ, και νεοϋορκέζικο βλέμμα. Ο γουντιαλενικός ήρωας είναι ένας αυτοσαρκαζόμενος νάρκισσος, κάπως παραγκωνισμένος κι αποτυχημένος στη ζωή και την κοινωνική καταξίωση, και λίγο μαζοχιστής, με υπαρξιακές αμφιβολίες κι αυτοπαρωδούμενες μεταφυσικές αγωνίες (περί Θεού κ.λπ.)…Τις ταινίες του κατοικούν αστείοι υποχόνδριοι και νευρωτικές γυναίκες, όλο ανικανοποίηση και γελοίες, διασκεδαστικές μονομανίες…


Οι διάλογοί του είναι σπιρτόζικοι, πανέξυπνοι, απολαυστικοί και κωμικοί. Τον απασχολεί με μισοαστείο μισοσοβαρό τρόπο η ψυχανάλυση των ηρώων του. Είναι σίγουρα καλός και διορατικός ψυχολόγος. Νοιάζεται για την ψυχογραφία των χαρακτήρων του, καθώς και για το ερωτικοσεξουαλικό σχεδίασμά τους. Καταγίνεται, άλλοτε με σπαρταριστό κι άλλοτε με σοβαρό τρόπο, με την κρίση του σύγχρονου ζευγαριού, την κρίση του έρωτα και τη φενάκη του ρομαντικού έρωτα, τα πάθη, την απιστία και τα ερωτικά τρίγωνα. Επίσης, με τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις και τα τρελά μπλεξίματά τους, το απατηλό κυνήγι της άπιαστης ευτυχίας, τις νευρώσεις και τις άμετρες φιλοδοξίες. Ο Γ.Άλεν αναδεικνύει και τονίζει τη γλυκόπικρη όψη των σχέσεων, των πόθων και ονείρων· τη σύγκρουση του πόθου και της φαντασίας με την πραγματικότητα…
Ο Γούντι Άλεν είναι ο κατεξοχήν νεοϋορκέζος σκηνοθέτης, μας δείχνει τη Ν.Υόρκη και το Μανχάταν με όλη τους τη γοητεία, τη λάμψη, την ακτινοβολία της κουλτούρας τους, την αυθεντικότητα, την εκτυφλωτική και μαγευτική ομορφιά, ακόμη και στις πιο ταπεινές γωνιές τους…
Τα τελευταία χρόνια αποφάσισε να γυρίσει ταινίες έξω από τη Ν.Υόρκη και τις ΗΠΑ, για να ανανεώσει και να αναζωογονήσει τη κινηματογραφική ματιά του. Το κατόρθωσε με μεγάλη επιτυχία γυρίζοντας τρία καλά φιλμ στο Λονδίνο (Match point, Το όνειρο της Κασσάνδρας και Scoop), ένα στην Ισπανία (Vicky Cristina Barcelona), ένα στο Παρίσι (Μεσάνυχτα στο Παρίσι, 2011) και ένα στην Ιταλία (Στη Ρώμη με αγάπη, 2012).
Το ύφος του είναι συχνά ανάλαφρο, λαμπερό και χιουμοριστικό, κι όμως συνδυάζει την εμβάθυνση στα πράγματα. Τον απασχολούν η υπαρξιακή αναζήτηση, τα ερωτήματα για τη ζωή, το θάνατο, τον έρωτα και την ευτυχία, το νόημα της ζωής…



1 σχόλιο: