ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Βροχούλα

Βροχούλα

Παρατηρητήριο

Στην πρώιμη μεταπολίτευση τραγουδούσαμε αντάρτικα στις ταβέρνες και κατηγορούσαμε το ΚΚΕ ως προδοτικό για τη Βάρκιζα και την εν γένει αποτυχία του να μας κάνει Σοβιετία. Οι της ανανέωσης και του δόγματος βεβαίως. Σήμερα κάποιοι αριστεροί καλλιτέχνες δηλώνουν προδομένοι από το ΣΥΡΙΖΑ για τη δεξιά στροφή του, γιατί δεν έφυγε από την ΕΕ, γιατί δεν τίναξε τη χώρα στον αέρα. Γιατί ξέρουν ότι με τον αριστερισμό κανείς καλλιτέχνης δεν πείνασε. Ακόμα και δεξιός.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Μπορεί ο Κυριάκος να κάνει κάτι ανάλογο; Όχι το ίδιο βέβαια, απλά ανάλογο. Μπορεί να κάνει άνοιγμα στον όποιο αφρό της κεντρώας ή και ακομμάτιστης διανόησης και να την καλέσει να πάρουν μαζί την τύχη της τρύπιας βάρκας - χώρας στα χέρια τους; Να φωνάξει και τους απόδημους να βάλουν ένα χεράκι; Να βρει και να δώσει γήπεδο σε νεολαία; Αφήνοντας τα σκληρά κολάρα του γερασμένου κόμματος στον πάγκο; Μετά από την αριστεροδέξια καταιγίδα που μας κούρασε; \Leo Kastanas Athens Voice

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Η ‘Βαθιά Ελλάδα’ που έχουμε ανάγκη....




του Αχιλλέα Γραβάνη


Δίπλα στο πατρικό μου σπίτι στη Λάρισα στους Έξη Δρόμους έμενε μια οικογένεια Ελλήνων Εβραίων. Θαυμαστοί νοικοκυραίοι. Η μικρή τους κόρη, η Έτη, ήταν ο πρώτος έρωτας στα επτά, καθηγήτρια Ψυχολογίας σήμερα. Ο πατέρας καπελάς στην κεντρική αγορά, ο αδελφός του μανάβης, αδελφικός φίλος του μάγειρα πατέρα μου (πάντα διερωτόταν πως εγώ με τα μακρυά μαλλιά και τα αμπέχονα είναι δυνατόν να είμαι γιος αυτού του πάντα καλοντυμένου ‘πρίγκηπα’ φίλου του...). Ο ένας γιος καθηγητής παν/μιου, στη Χημική Μηχανική των Πετρελαίων, ο άλλος καθηγητής Αιματολογίας. Όλη η οικογένεια δούλευε ώρες ατελείωτες.

Η μητέρα αγόραζε ένα κοτόπουλο και το έτρωγαν για 3 μέρες: τα πλατάρια κοκκινιστά με μακαρόνια, τα πόδια με μπόλικες πατάτες στο φούρνο, τα υπόλοιπα με μπάμιες. Όταν η μητέρα έφτιαχνε γλυκό θεωρούσε υποχρέωση της να μας φέρει στο σπίτι τρία τουλάχιστον κομμάτια (για καιρό τα θεωρούσα ‘προίκα’ μου λόγω Έτης...). Τα ρούχα δεν άλλαζαν συχνά, όμως πάντα περιποιημένα, διαλεγμένα. Τα χαμόγελα πάντα παρόντα, η ανάγκη του αγγίγματος αληθινή. Στο σπίτι τους ένιωθα σαν στο σπίτι μου: με άκουγαν πάντα, στα καλά, στα κακά.

Αυτήν την Ελλάδα της αξιοπρεπούς ανέχειας αλλά της ουσιαστικής, της έντιμης δημιουργίας και αλληλεγγύης, την κοσμοπολίτικη αναπολώ, σ’ αυτήν αναζητώ πλέον την λύση μας. Αν σήμερα λιγοστεύει, εμείς που την ζήσαμε, πρέπει να την ανακτήσουμε, να την μεταγγίσουμε. Και αν δεν φτάνει η ντόπια να εισάγουμε από αυτήν της διασποράς που μένει άσβεστη, μακριά από τις διαχρονικές παθογένειες του τόπου. Και να προσθέσουμε και μία δόση από αυτήν των μεταναστών νοικοκυραίων που διψασμένοι για ζωή και δημιουργία πολύ φέρνουν προς τους παλιούς νοικοκυραίους μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου