ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

των νιάτων μας την εκδικήτρα ορμή την ξεφλούδησαν οι έσχατοι

Παρατηρητήριο

Ούτε μια σοβαρή αριστερά δεν μπορούμε να ’χουμε. Τους πρότεινε ο άλλος να βγάλουν ψεύτικα λεφτά σαν τη Μonopoly να κάνουν αυτοί πως μας πληρώνουν και μεις πως τους πληρώνουμε κι αυτοί ενθουσιάστηκαν και του ζήτησαν να γίνει υπουργός των Οικονομικών. Ουάου yes, το κινηματικό χρήμα… Και συ περίμενες αυτό το νηπιαγωγείο να σε σώσει και να σε οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας. Να διαπραγματευτεί με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και να τους τουμπάρει. Πόσο αφελής μπορείς να είσαι; Αλλά και πόσο επικίνδυνος;

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κακώς αναστατώνεστε με την υπόθεση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές. Βρισκόμαστε στη μακρά και επώδυνη φάση της αποκομμουνιστικοποίησης και ο θόρυβος λογικά θα είναι ισχυρός. Φανταστείτε να εφαρμοστεί η αξιολόγηση των ΔΥ, να πωληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να γίνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων. Η Ελλάδα κοιλοπονάει την ελευθερία της.

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Η ‘Βαθιά Ελλάδα’ που έχουμε ανάγκη....




του Αχιλλέα Γραβάνη


Δίπλα στο πατρικό μου σπίτι στη Λάρισα στους Έξη Δρόμους έμενε μια οικογένεια Ελλήνων Εβραίων. Θαυμαστοί νοικοκυραίοι. Η μικρή τους κόρη, η Έτη, ήταν ο πρώτος έρωτας στα επτά, καθηγήτρια Ψυχολογίας σήμερα. Ο πατέρας καπελάς στην κεντρική αγορά, ο αδελφός του μανάβης, αδελφικός φίλος του μάγειρα πατέρα μου (πάντα διερωτόταν πως εγώ με τα μακρυά μαλλιά και τα αμπέχονα είναι δυνατόν να είμαι γιος αυτού του πάντα καλοντυμένου ‘πρίγκηπα’ φίλου του...). Ο ένας γιος καθηγητής παν/μιου, στη Χημική Μηχανική των Πετρελαίων, ο άλλος καθηγητής Αιματολογίας. Όλη η οικογένεια δούλευε ώρες ατελείωτες.

Η μητέρα αγόραζε ένα κοτόπουλο και το έτρωγαν για 3 μέρες: τα πλατάρια κοκκινιστά με μακαρόνια, τα πόδια με μπόλικες πατάτες στο φούρνο, τα υπόλοιπα με μπάμιες. Όταν η μητέρα έφτιαχνε γλυκό θεωρούσε υποχρέωση της να μας φέρει στο σπίτι τρία τουλάχιστον κομμάτια (για καιρό τα θεωρούσα ‘προίκα’ μου λόγω Έτης...). Τα ρούχα δεν άλλαζαν συχνά, όμως πάντα περιποιημένα, διαλεγμένα. Τα χαμόγελα πάντα παρόντα, η ανάγκη του αγγίγματος αληθινή. Στο σπίτι τους ένιωθα σαν στο σπίτι μου: με άκουγαν πάντα, στα καλά, στα κακά.

Αυτήν την Ελλάδα της αξιοπρεπούς ανέχειας αλλά της ουσιαστικής, της έντιμης δημιουργίας και αλληλεγγύης, την κοσμοπολίτικη αναπολώ, σ’ αυτήν αναζητώ πλέον την λύση μας. Αν σήμερα λιγοστεύει, εμείς που την ζήσαμε, πρέπει να την ανακτήσουμε, να την μεταγγίσουμε. Και αν δεν φτάνει η ντόπια να εισάγουμε από αυτήν της διασποράς που μένει άσβεστη, μακριά από τις διαχρονικές παθογένειες του τόπου. Και να προσθέσουμε και μία δόση από αυτήν των μεταναστών νοικοκυραίων που διψασμένοι για ζωή και δημιουργία πολύ φέρνουν προς τους παλιούς νοικοκυραίους μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου