ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, Λεονίντ Μπρένζιεφ, κατά τη διάρκεια περιπάτου στην αυλή της έπαυλης του πρώτου στην Καλιφόρνια, το 1973. Στο βάθος, ο Ειρηνικός Ωκεανός. Από την Καθημερινή

Παρατηρητήριο

του Τέλη Σαμαντά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Εδώ και χρόνια επιμένω και θα συνεχίσω να επιμένω: οι μελέτες και οι αναλύσεις —πολιτικές, οικονομικές, κοινωνιολογικές, πολιτιστικές— που αφορούν την επτάχρονη Δικτατορία είναι ελάχιστες σε σχέση με τις αντίστοιχες που αφορούν την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Κι όμως, θεωρώ πως στη διάρκεια της Χούντας διαμορφώθηκαν τα κύρια κοινωνικά ρεύματα που καθόρισαν τις μεταπολιτευτικές στρεβλώσεις. Η αποκοπή από το διεθνές περιβάλλον και η λαϊκιστική εσωστρέφεια· η ανάδυση νέων κοινωνικών στρωμάτων που απέκτησαν οικονομική ισχύ χάρη στα οικονομικά μέτρα των δικτατόρων (χωρίς όμως να έχουν και την αντίστοιχη πολιτική εκπροσώπηση, την οποία απέκτησαν στη συνέχεια κατά τη Μεταπολίτευση)· η απότομη διακοπή των πνευματικών αλλά και των πολιτικών αναζητήσεων σε όλους τους ιδεολογικούς χώρους· η σαφέστατη οπισθοχώρηση των προβληματισμών για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής της χώρας· η υποχρεωτική συνύπαρξη αντιθετικών και αποκλινόντων πολιτικών και πνευματικών προβληματισμών και η εκ των πραγμάτων σύγκλιση τους —στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή— απέναντι στον «κοινό εχθρό» της Χούντας· η καθυποταγή μέσω της ανοχής της Δικτατορίας μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας· ηκυριαρχία του κιτς σε πάμπολλους τομείς της πολιτιστικής ζωής — αυτά είναι μερικά μόνο από τα αποτελέσματα του επτάχρονου «γύψου».

Η σημαντικότατη αυτή έλλειψη μελέτης της Χούντας έχει σοβαρές επιπτώσεις: η περίοδος της Δικτατορίας έχει καταγραφεί στην κοινωνική συνείδηση απλώς ως μία «σκοτεινή περίοδος», καταπίεσης και βίας από τη μία και «αντιστασιακής πράξης» από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι η ουσιαστική άγνοια —και όχι μόνο των νεότερων γενιών— των παραμέτρων οι οποίες συνιστούν την ιστορική τομή που αποτελεί για την νεοελληνική ιστορία η Δικτατορία 1967-1974 και, κατ’ επέκταση, η ενοχοποίηση της Μεταπολίτευσης ακόμη και για φαινόμενα που στην πραγματικότητα η ημερομηνία γέννησής τους χρονολογείται στην περίοδο της Χούντας. Με λίγα λόγια: ο καλύτερος τρόπος για να «θυμηθούμε» την αυριανή επέτειο είναι να μελετήσουμε το τι σήμαινε στην πραγματικότητα για την νεοελληνική κοινωνία εκείνη η «σκοτεινή περίοδος». Πολλές αιτίες ακόμη και των σημερινών κακοδαιμονιών υποψιάζομαι πως θα ανακαλύψουμε.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ο βασικός λόγος, ωστόσο, που επέλεξα να ασχοληθώ με την αφελή αυτή επιλογή είναι πιο σημαντικός. Την έγραψε σε δύο φράσεις ο εκπαιδευτικός Λεωνίδας Καστανάς, η αρθρογραφία και οι αιχμηρές παρεμβάσεις του οποίου έχουν πάντα ενδιαφέρον. «Εδώ και 30 χρόνια, το θέμα της έκθεσης είναι το ίδιο. Τι καλός που είναι ο ελληνοορθόδοξος κομμουνισμός και τι κακός που είναι ο προτεσταντικός καπιταλισμός», έγραψε στο fb ο Καστανάς. Και υπερθεμάτισε μνημονεύοντας θέματα εξετάσεων από το παρελθόν. «Οι στέγες κοντά, οι ψυχές μακρυά. Η αρχαία τέχνη πρωτοπόρα και ζωντανή. Ο τεχνολογικός πολιτισμός και η αλλοτρίωση του ανθρώπου. Η σύγχρονη αποξένωση». Και σχολίασε: «Κανείς δεν τολμά να βγει από το ελληνικό στερεότυπο. Τεχνοφοβία και άγιος ο Θεός. Πρέπει να αντισταθούμε στην ανήθικη τεχνολογική Δύση. Διότι μας κάνει να τρέχουμε γρήγορα και να ξεχνάμε την ανθρωπιά μας. Ενώ όταν πηγαίναμε με τον αραμπά βλέπαμε και κάνα άνθρωπο. Το ότι μιλάω με τους φίλους μου σήμερα ακόμη και όταν βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακρυά με τούτο το μηχάνημα του διαβόλου, με απομακρύνει από τους ανθρώπους. Λουδιτισμός και τα μυαλά στα κάγκελα. Η αριστερή αφήγηση της ανατολής συνεχίζεται».

Κ. Ζούλας Καθημερινή

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Τα όρια της σοσιαλδημοκρατίας…









 
του Κ. Σοφούλη 

Ανάμεσα στις γυαλιστερές πομφόλυγες που εκτοξεύουν κατά καιρούς ορισμένα σοβαροφανή στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν και η μεγαλειώδης ανοησία που εκστόμισε ο κ.  Δραγασάκης σε συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ πρόσφατα: «Εμείς (η Αριστερά) ξεκινούμε από εκεί που τελειώνουν τα όρια της σοσιαλδημοκρατίας», είπε. Φυσικά δεν προχώρησε για να ορίσει τα όρια αυτά, ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης από πού επιτέλους ξεκινάει η πολιτική πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ και πού το πάει. Έτσι έμεινε για μια ακόμη φορά αναπάντητο το μυστήριο. Όμως…
Όμως, ή έστω και κολοβή αυτή φράση του «μετριοπαθούς» στελέχους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δημιουργεί τεράστιο πολιτικό πρόβλημα που, δυστυχώς, φαίνεται ότι μήτε ο ίδιος το αντιλήφθηκε, όπως δεν αντιλαμβάνονται, γενικά, οι τύποι αυτοί την πραγματική σημασία των αφορισμών που εξαπολύουν κατά καιρούς κι όποιον πάρει ο Χάρος. Στον τέλος, όμως, φαίνεται, ότι ο Χάρος θα διεκδικήσει με μεγάλη άνεση την ίδια την δημοκρατία και το πλουραλιστικό φιλελεύθερο καθεστώς της ζωής μας αν οψέποτε οι τύποι αυτοί αναρριχηθούν στην εξουσία. Διότι ισχύει το ότι «γλώσσα λανθάνουσα, την αλήθειαν λέγει». Η λανθάνουσα γλώσσα των Δραγασάκηδων πολλά μας λέγει.  Γιαυτό, αξίζει να σκεφτούμε λίγο σοβαρότερα πάνω στην πομφόλυγα που εξαπέλυσε ο επίδοξος τσάρος της οικονομίας για το τι πρέπει να περιμένουμε σε περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ επί τέλους κάνει δική του την ερασμία εξουσία.

Αλήθεια, ποια είναι τα όρια της Σοσιαλδημοκρατίας; Σε όλες τις ιδεολογίες υπάρχουν δύο κατηγορίες «ορίων»: Τα όρια (προϋποθέσεις) συνύπαρξης με τις όποιες άλλες ιδεολογίες και τα όρια άσκησης της εξουσίας στην περίπτωση που ο πολιτικός σχηματισμός που διέπεται από την δοσμένη ιδεολογία αναλάβει την εξουσία. Για την συνεννόηση μας, ας ονομάσουμε τα μεν «ελάχιστα όρια» και τα δε «ανώτατα όρια». Δεν έχουν, όμως, όλες οι ιδεολογίες ελάχιστα όρια, ενώ συνήθως εκείνες που δεν έχουν ελάχιστα όρια δεν έχουν και ανώτατα όρια. Εξ ορισμού, οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Μια ολοκληρωτική ιδεολογία διεκδικεί αυθαίρετα για τον εαυτό της την απόλυτη αλήθεια και επιφυλάσσει πάλι για τον εαυτό της το αυθαίρετο δικαίωμα της εξουσίας της να επιβάλλει εαυτή και τα συμπαραμαρτούντα στην κοινωνία που θα πέσει στα βρόχια της. Παραδείγματα ο  Ναζισμός, ο Φασισμός, ο Λενινισμός, το ακραίο πολιτικό Ισλάμ. Μπορούμε να προσθέσουμε στον κατάλογο αυτόν και τον Νοτιοαμερικανικό λαϊκισμό του οποίου θαυμαστής εμφανίστηκε ο κ. Τσίπρας!
Η σοσιαλδημοκρατία είναι κατ’ εξοχήν ιδεολογία που αυτοδεσμεύεται αξιωματικά σε συγκεκριμένα ελάχιστα όρια. Πρώτο απ’ απ’ όλα είναι ότι εξ αρχής αποδέχεται ότι δεν επιτρέπει στον εαυτό της να αποδεχτεί κανένα μονοπώλιο ιδεολογικής επιβολής. Μπορεί να διεκδικεί την ηγεμονική θέση αλλά, ή ίδια θα σημάνει από μόνη της συναγερμό αν βρεθεί μπροστά σε ιδεολογικό μονοπώλιο έστω και δικό της. Στη περίπτωση αυτή αντιλαμβάνεται ότι κάτι στραβό έχει γίνει για το οποίο επείγει να αναζητήσει λύση. Αυτός ο «αντιμονοπωλιακός» ιδεολογικός αυτοέλεγχος πηγάζει λογικά από την αρχή του πλουραλισμού, η οποία αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του σοσιαλδημοκρατικού credo.

Με τη σειρά της, η αρχή του πλουραλισμού συνδέεται λογικά μέ την υποκείμενη αρχή της ατομικής ελευθερίας. Αφού η ελευθερία του ατόμου είναι απεριόριστη με μόνη φραγή την ελευθερία των άλλων, και επειδή αποδεδειγμένα κανένα άτομο δεν μπορεί να είναι ακριβές αντίτυπο ενός και μοναδικού ανθρωποτύπου, έπεται λογικά ότι η κοινωνία αναπόφευκτα προκύπτει πλουραλιστική σε εξαιρετικά μεγάλο αριθμό παραμέτρων. Πόρισμα της αρχής αυτής είναι ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να δεχτεί την δυνατότητα μονοταξικής ή αταξικής κοινωνίας. Διότι απλούστατα κάτι τέτοιο θα αποτελούσε παραλογισμό.  Η ελευθερία έκφρασης αυτού του εγγενούς πλουραλισμού, που στηρίζει την ίδια την ιδέα του ανθρωπισμού, περιορίζεται από μόνο το παρετιανό λογικό όριο: Ο καθένας μας μπορεί να εκφράζει την ελευθερία του απεριόριστα μέχρι του σημείου που η έκφραση του οριακού ατόμου να καταλήγει σε αναγκαστικό περιορισμό της ελευθερίας του συνόλου. Αυτή την λογική αλληλουχία δεν μπορούν με κανένα τρόπο να καταλάβουν ιδίως οι κομμουνιστογενείς σωτήρες, που έστω και στα νιάτα τους πίστεψαν  στην κατασκευή του «Σοβιετικού Ανθρώπου».

Ο φιλελευθερισμός, ο πλουραλισμός, και η αυτορυθμιζόμενη ελευθερία είναι τα ελάχιστα όρια της σοσιαλδημοκρατίας. Με όποιες ιδεολογίες αποδέχονται τα minima αυτά μπορεί να συνυπάρξει, ακόμη και εν ανάγκη να συνεργαστεί πολιτικά. Μπορεί ο κ. Δραγασάκης να μας πει αν αυτά τα όρια εννοούσε ότι ξεπερνά η παράταξή του; Κι αν ναι, προς ποια κατεύθυνση και πώς; Ας γίνει συγκεκριμένος, για να μη εκστομίζουμε λεκτικές φούσκες κοροϊδεύοντας τους αφελείς !
Έχει ανώτατα όρια η Σοσιαλδημοκρατία; Ασφαλώς και έχει για τους ίδιους ακριβώς λόγους και με τους ίδιους όρους που έχει κατώτατα ή ελάχιστα. Ας το δούμε. Για να διασφαλίσει την ευημερία της κοινωνίας, σύμφωνα με τις αρχές της, η σοσιαλδημοκρατία αναλαμβάνει πολιτική δράση με στόχο την εξουσία που θα της επιτρέψει να εφαρμόσει κατά το δυνατόν πληρέστερα το πρόγραμμά της. Η διεκδίκηση της εξουσίας σημασιοδοτείται από τρείς βασικούς στόχους: Πρώτο να διασφαλίσει όρους ζωής και ύπαρξης για όλα τα μέλη της κοινωνίας που να συμβιβάζονται με τα θεμελιώδη δικαιώματα του Ανθρώπου. Στη διαμόρφωση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων αυτών, παίρνοντας την σκυτάλη από τον Διαφωτισμό και την Αστική Επανάσταση (Γαλλική κυρίως και Αγγλοσαξονική), η σοσιαλδημοκρατία έχει παίξει πρωτεύοντα ρόλο. Το σύνολο σχεδόν των κατακτήσεων του κοινωνικού κράτους, του κράτους δικαίου και της ανοικτής κοινωνίας είναι έργα σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων στον 19ο και 20ο Αιώνα. Στην επιδίωξη της κοινωνικής ευημερίας συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των πρώτων ο στόχος της ισότητας ευκαιριών, καθώς και ισότητας πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Η ισότητα σε αυτά τα συμφραζόμενα είναι αξία καθεαυτή, είναι δηλαδή αυταξία. Οι πρωτόγονοι μαρξιστές την απολυτοποιούν και την θεωρούν απλώς προϋπόθεση της αταξικής κοινωνίας, πράγμα που τους παγιδεύει στον ολοκληρωτισμό δια μέσου της άρνησης του πλουραλισμού. Ίνδαλμά τους είναι ο προκρούστειος εξισωτισμός, και όχι η ισότητα δυνατοτήτων, όπως πολύ ωραία προσδιόρισε ο Αμάρτια Σεν.  Ο δρόμος προς την δουλεία, όπως ορθά έχει επισημάνει έγκαιρα ο Χάγιεκ, περνάει μέσα από την φαντασίωση της μονοταξικής κοινωνίας ανθρώπων που από την ίδια την βιολογική φύση τους χαρακτηρίζονται από ποικιλία. Το μεταφυσικό σύνθημα του Μαρξ «καθένας με τις δυνατότητές του και για καθένα με τις ανάγκες του» κονιορτοποιήθηκε ακόμη κι αυτό από την Λενινιστική και Σταλινική φαντασίωση του Σοβιετικού Ανθρώπου. Η σοσιαλδημοκρατία, αντίθετα, αποδέχεται την ισότητα στη σχετική, την πραγματιστική  της έννοια, δηλαδή ως κατάσταση όπου οι διαφορές στις δυνατότητες εξουσίασης (οικονομικής, πολιτικής, πνευματικής κ.α.) δεν αναιρούν τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου και δεν περιορίζουν την δυνατότητα εξουσίασης της ζωής των άλλων πέρα από το όριο της συναινετικής συμβίωσης. Η ισότητα προκύπτει δια μέσου της κοινωνικής αλληλεγγύης και όχι με την κατάργηση των διαφορών.  Λογική συνέπεια της ιδεολογίας αυτής, είναι ότι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα  επιδιώκουν την ανάπτυξη κι την καινοτομία που διευρύνουν τις δυνατότητες μιας καλής ζωής για όλους, αλλά με προοπτική διανομής των κοινωνικών κερδών με εξισωτικό και δίκαιο (equity) τρόπο, δηλαδή με τρόπο που σέβεται την διαφορά αλλά και διασφαλίζει ταυτόχρονα την κοινωνία απέναντι σε οποιοδήποτε μονοπώλιο εξουσίας.  Ο σοσιαλδημοκράτης δεν «πιστεύει» στο απλοϊκό λαϊκίστικο σύνθημα ότι «όλοι έχουμε το ίδιο στομάχι», αλλά αντιστέκεται ταυτόχρονα στην τάση δημιουργία μας κοινωνίας όπου η ανισότητα θα προσβάλει βάναυσα την ισονομία, την ισοπολιτεία και αυτή ακόμη την ανθρωπιστική ενσυναίσθηση (empathy). Δια μέσου της ενσυναίσθησης οδηγούμαστε στην αίσθηση και την πρακτική της κοινωνικής αλληλεγγύης. Το κοινωνικό κράτος για την σοσιαλδημοκρατία είναι απλούστατα η εμπραγμάτωση της κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ συγκαιρινών και μελλουσών γενεών. Δεν είναι δημιούργημα κάποιας μεταφυσικής ή υπερβατικής (λ.χ. ντετερμινιστικής) φαντασίωσης.
Εφόσον το κοινωνικό κράτος, για να διατηρήσει την ανοιχτή δυναμική του, χρειάζεται διηνεκώς διευρυνόμενους πόρους, είναι σαφές ότι η σοσιαλδημοκρατία αποδέχεται την νεωτερικότητα (ως διηνεκή νεωτερισμό) και την αγορά ως το κατ’ αρχήν αποτελεσματικότερο εργαλείο οργάνωσης της παραγωγής. Αυτές είναι οι ανοιχτές απολήξεις της σοσιαλδημοκρατίας που την κατευθύνουν στην αισιόδοξη αντίληψή της για την απεριόριστη διεύρυνση της κοινωνικής ευημερίας. Δεν είναι, επομένως, «όρια», αλλά «πύλες» προς το δυναμικό μέλλον της ανθρωπότητας.
Συνελλόντι ειπείν, τα ανώτατα όρια της σοσιαλδημοκρατίας είναι μόνο οι φραγές προς την ανελευθερία και τους ολοκληρωτικούς μονισμούς κατά την επιδίωξη του νεωτερικού και συνάμα κοινωνικού κράτους (πολιτικής εξουσίας).  Αυτά τα όρια, λοιπόν, υπερβαίνει η «Αριστερά» κατά τον κ. Δραγασάκη; Ας μας το πει ξεκάθαρα για να τον γράψουμε κατά δήλωσή του στις δυνάμεις της ανελευθερίας και του κοινωνικού καταναγκασμού. Ο νοών νοήτω!
Η μήπως ο κ. Δραγασάκης έκανε κάποια σύγχυση με τις δυναμικές «πύλες» και σε αυτές αναφέρεται ως αφετηρία για «παραπέρα». Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ μάλλον δείχνει το αντίθετο: Σφράγισμα των πυλών προς το μέλλον και παροχέτευση των κοινωνικών εξελίξεων προς ένα χαμένο παρελθόν. Έτσι δεν έχουμε το δικαίωμα να ερμηνεύσουμε την πεισματική αντίστασή του σε κάθε καινοτομία, μεταρρύθμιση καθώς και στην λειτουργία της αγοράς υπό συνθήκες σχετικής ελευθερίας (κατά την σοσιαλδημοκρατική αντίληψη);
Αυτά, λοιπόν, εν περιλήψει, είναι τα «άνω και κάτω όρια» όρια της σοσιαλδημοκρατίας. Από εκεί, λοιπόν, κατά Δραγασάκη, ξεκινάει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή??? Ας κάνουμε για λίγο τον δικηγόρο του διαβόλου, και ας φανταστούμε τι θα μπορούσε να εννοεί ο φυσίγναθος του λαϊκισμού με την πομφόλυγά του. Από ποια κατώτατα όρια ξεκινάει ο ΣΥΡΙΖΑ και προς τα πού κατευθύνεται; Από ποια ανώτατα όρια περιορίζεται και προς τα πού τα υπερβαίνει;
Θυμίζουμε ότι ο φιλελευθερισμός, ο πλουραλισμός και η αυτορυθμιζόμενη ελευθερία είναι τα κατώτατα/ελάχιστα όρια της σοσιαλδημοκρατίας. Τα ανώτατα όρια είναι η νεωτερικότητα (που οδηγεί στην συνεχή οικονομική μεγέθυνση) , η σχετική ισότητα και η κοινωνική αλληλεγγύη. Τι σημαίνει «υπερβαίνω» τα όρια αυτά; Για να μη αερολογούμε ας φανταστούμε τι μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πώς υπερβαίνω τον φιλελευθερισμό, δηλαδή την κατάσταση της ελευθερίας του ατόμου εκτός αν καταφύγω σε καταναγκασμούς των συλλογικοτήτων; Φρίκη, και να το φανταστούμε ακόμη. Τι σημαίνει υπερβαίνω τον πλουραλισμό, δηλαδή την προοπτική της πολυσήμαντης κοινωνικής δομής στο επίπεδο των ιδεών, της οργάνωσης και της ταξικής διαστρωμάτωσης; Πάλι φρίκη προκαλεί η προοπτική ενός «καθαρόαιμου Αρίου προτύπου ανθρώπου» ή ενός «σοβιετικού ανθρώπου» ή εντός «μάρτυρα του Ισλάμ». Σκέτη φρίκη! Τι σημαίνει καταναγκαστική ρύθμιση της ελευθερίας; Ρύθμιση πέραν του δημοκρατικού κανόνα, μήπως; Πάλι φρίκη με την ιδέα μας στρατευμένης κοινωνίας μοναδικού σκοπού! Θα χωρέσει ποτέ ένα σύστημα «φρουρών της επανάστασης» στην νεωτερική ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα; Τέτοια ευαγγελίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ;
Πάμε, τώρα, στα ανώτατα όρια. Είδαμε ότι τα ανώτατα όρια της σοσιαλδημοκρατίας είναι μόνο οι φραγές προς την ανελευθερία και τους ολοκληρωτικούς μονισμούς κατά την επιδίωξη του νεωτερικού και συνάμα κοινωνικού κράτους (πολιτικής εξουσίας). Προλάβαμε ήδη να διερωτηθούμε αν αυτά τα όρια εννοεί ο κ. Δραγασάκης ότι υπερβαίνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Και φρικιάσαμε προκαταβολικά. Μήπως πρέπει να περιμένουμε την εξήγηση του εκφραστή των απόψεων αυτών πριν σηκωθεί η πέτσα μας για τα καλά; Μια ένδειξη, δυστυχώς λυπηρή, του προς τα πού το πάνε ήταν και πρόσφατο άρθρου του νεοφώτιστου Συριζαίου και πρώην βαθέως Πασόκου κ. Στέφανου Μανίκα που κλαίει και οδύρεται καθότι διαπιστώνει ότι … υποχωρεί το «συλλογικό» εις όφελος  του ιδιωτικού. Μήπως εννοεί υποχώρηση του «συντεχνιασμού»; Επειδή,  τότε κλαίει για την απώλεια εξουσίας εκ μέρους ληστρικών ηγεσιών που εν ονόματι κάποιας ομάδας της οποίας ηγούνται μεγιστοποιούν τις μονοπωλιακές «προσόδους» τους σε βάρος της ορθής αναδιανομής του κοινωνικού περισσεύματος με βάση τον κανόνα της ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ (δηλαδή, της των πάντων) αλληλεγγύης. Προσοχή, κάποιος Μουσολίνι ελλοχεύει στον ορίζοντα για να μας πουλήσει το συντεχνιακό του κράτος.
Οι άνθρωποι αυτοί είναι πλέον επικίνδυνοι για την δημοκρατία. Της σοσιαλδημοκρατίας φαίνεται ότι της έλαχε η μοίρα να αντισταθεί. Θέλω να ελπίζω ότι δεν θα βρεθεί στην δεινή θέση που βρέθηκε στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Ο Κωνσταντίνος Μ. Σοφούλης είναι ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

2 σχόλια:

  1. Σχετικά καλογραμμένο, αν και κάπως φλύαρο κείμενο που στην πραγματικότητα αναμασά με πολλή θεωρητικολογία και χονδροκομμένα ειρωνική διάθεση τα της «θεωρίας των δύο άκρων». Υπό την έννοια αυτή είναι πολύ πιο διασκεδαστικό να διαβάζεις τον Κασιμάτη στην Καθημερινή.
    Επιπροσθέτως, πρέπει κάποια στιγμή να συνειδητοποιηθεί, ότι η ακραία υπερβολή δεν ενισχύει αλλά αφαιρεί ισχύ από τα επιχειρήματα: η εξομοίωση του λατινοαμερικανικού λαϊκισμού, με τον ναζισμό, τον φασισμό, τον σταλινισμό ή τον ακραίο ισλαμισμό είναι μια τέτοια ανιστόρητη υπερβολή.
    Τέλος θα συμφωνήσω ότι ...«Το σύνολο σχεδόν των κατακτήσεων του κοινωνικού κράτους, του κράτους δικαίου και της ανοικτής κοινωνίας είναι έργα σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων στον 19ο και 20ο Αιώνα.»..., αλλά η καλπάζουσα αναίρεση των κατακτήσεων αυτών στις αρχές του 21ου αιώνα, είναι βέβαιο ότι αντιμετωπίζεται (και) από την σοσιαλδημοκρατία με αμηχανία και αδυναμία διατύπωσης πειστικών εναλλακτικών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή