ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Βροχούλα

Βροχούλα

Παρατηρητήριο

Στην πρώιμη μεταπολίτευση τραγουδούσαμε αντάρτικα στις ταβέρνες και κατηγορούσαμε το ΚΚΕ ως προδοτικό για τη Βάρκιζα και την εν γένει αποτυχία του να μας κάνει Σοβιετία. Οι της ανανέωσης και του δόγματος βεβαίως. Σήμερα κάποιοι αριστεροί καλλιτέχνες δηλώνουν προδομένοι από το ΣΥΡΙΖΑ για τη δεξιά στροφή του, γιατί δεν έφυγε από την ΕΕ, γιατί δεν τίναξε τη χώρα στον αέρα. Γιατί ξέρουν ότι με τον αριστερισμό κανείς καλλιτέχνης δεν πείνασε. Ακόμα και δεξιός.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

«Από τότε που ο μαρξισμός καθαγίασε το κοινωνικό μίσος, οι διάφοροι σωτήρες και προστάτες των αδυνάτων το καλλιεργούν ως κοινωνική αρετή. Όσο για τη δική μου δίωξη πρόκειται για τακτική λιντσαρίσματος η οποία έχει σήμερα αντικείμενο εμένα, αύριο θα έχει κάποιον άλλο. Όποιος ενοχλεί την αριστερά και τους καλοθελητές των δήθεν ανθρώπινων δικαιωμάτων πρέπει να σωπάσει».

Σώτη Τριανταφύλλου

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Για μια μινι - πολυπολιτισμικότητα



Ποιες οι εναλλακτικές λύσεις; Μια νέα ιδέα για την Ολλανδία και, κατ’ επέκταση για την Ευρώπη

του Dick Pels σε μετάφραση Βασίλη Μπογιατζή

Ποιες εναλλακτικές λύσεις μπορούμε να κινητοποιήσουμε απέναντι στον εθνικισμό και την απολυτοποίησή του και στην «εθνικοποίηση» της ελευθερίας και της δημοκρατίας; Νομίζω ότι πρώτα από όλα χρειάζεται να απορρίψουμε ριζικά την έννοια της κυριαρχίας, τόσο στην ατομική όσο και στη συλλογική της μορφή. Πρέπει να «απο-εθνικοποιήσουμε» και να «από-απολυτοποιήσουμε» τόσο την έννοια της ατομικής ελευθερίας όσο και αυτή της εθνικής ταυτότητας. Πώς να το κάνουμε αυτό; Στο βιβλίο μου Μια αδυναμία για την Ολλανδία (A Weakness for the Netherlands) το 2005 επιχειρηματολόγησα υπέρ μιας «αδύναμης ταυτότητας» και ενός «ενεργού σχετικισμού» ως κεντρικών αξιών για μια ολλανδική [και κατ’ επέκταση Ευρωπαϊκή] δημοκρατική κουλτούρα. Τέτοιες ιδέες προκαλούν φυσικά τρόμο σε εκείνους [λαϊκιστές και νεοσυντηρητικούς] που βλέπουν τον πολιτισμικό σχετικισμό ως πηγή παρακμής, μηδενισμού και κάθε πολιτισμικού κακού, και τον ταυτίζουν με την πολιτισμική «αυτο-υπονόμευση» και το ξεπούλημα των πλέον εξυμνημένων θεμελιωδών αξιών μας.
Αλλά μια «νέα ιδέα για την Ολλανδία», υποστηρίζω, δεν πρέπει να αναπτυχτεί με όρους ισχυρής, αλλά μάλλον με όρους μιας ασθενούς ταυτότητας. Η Ολλανδία είναι ένα ταιριαστά ασαφές, πολυποίκιλο και δυναμικό σύνολο, το οποίο διαρκώς αναδομείται και τίθεται υπό αμφισβήτηση, όχι μία τελειωμένη και οριοθετημένη οντότητα ή μια περιοριστική ουσία που μπορεί να «συλληφθεί» κατά παραγγελία από τα βάθη της ιστορικής πραγματικότητας. Η Ολλανδία επαν-επινοείται και επαν-ανακαλύπτεται κάθε μέρα από όλους εκείνους που έχουν δεσμούς ή που ενδιαφέρονται για αυτή. Δεν πρέπει να επιχειρήσουμε να επιδιορθώσουμε τεχνητά αυτή την «οντολογική αδυναμία». Μπορούμε να κάνουμε χωρίς τη δυναμική, μαχητική αι περήφανη εθνική ταυτότητα, όπως αυτή υποστηρίζεται από τη λαϊκιστική δεξιά. Η δύναμη του ολλανδικού εθνικού χαρακτήρα βρίσκεται ακριβώς σε μία «αδυναμία χαρακτήρα», η οποία τροφοδοτείται από τη μετριοπάθεια και τη μετριοφροσύνη σχετικά με τις αξίες και τα επιτεύγματά μας, και κατ’ αυτό τον τρόπο δίνει τη δυνατότητα να αναδύονται διαρκώς διαφορετικές απόψεις σχετικά με το ποιες είναι αυτές οι αξίες και τα επιτεύγματα. Όχι μια αλαζονική βεβαιότητα σχετικά με ένα σκληρό κανονιστικό πυρήνα, αλλά μια αβέβαια ιδέα για την Ολλανδία προσφέρει το καλύτερο σημείο αφετηρίας, τόσο για τη συμπερίληψη των «ξένων» πολιτισμών μέσα στην «κοινωνία» μας, όσο και για την ενσωμάτωση της δικής μας κουλτούρας στην Ευρώπη και στον ευρύτερο κόσμο.
Αυτό είναι διαφορετικό και από την πολυπολιτισμικότητα και από την ίση κανονιστική μεταχείριση όλων των πολιτισμών («κακός σχετικισμός»). Αλλά είναι εξίσου διαφορετικό και από τη «μονο-πολιτισμικότητα» μιας «ηγεμονεύουσας» και υπέρτερης ολλανδικής εθνικής κουλτούρας, η οποία δικαιολογημένα κυριαρχεί όλες τις άλλες. Αντιθέτως, επιχειρηματολογώ υπέρ μιας «μίνι-πολιτισμικότητας» (miniculturalism)  η οποία καταφάσκει τις κανονιστικές και υλικές προϋποθέσεις προκειμένου μόνιμα να διατηρούνται ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας: διαρκής συζήτηση και διαμάχη, εγγυημένη πρόσβαση για τον καθένα σε αυτή, πλουραλισμός των αξιών και των ιδεών, ανεκτικότητα, και ενδυνάμωση/ενίσχυση του καθενός προκειμένου να αναπτύξει εκείνες τις δεξιότητες και αξίες που απαιτούνται για να συμμετέχει σε αυτή τη συζήτηση και αντιπαράθεση. Αυτό προϋποθέτει μια ελάχιστη βούληση να σχετικοποιεί κανείς τις δικές του αξίες και αλήθειες ως «εισιτήριο» σε μια τέτοια συζήτηση και αντιπαράθεση: η ικανότητα να «αντέχει» (σ)την κριτική, να δείχνει ανεκτικότητα στις πολιτισμικές διαφορές και να είναι ανοικτός στην αμφιβολία, την πολυπλοκότητα και την αμφιταλάντευση. 
   
Το γεγονός ότι στη γνώριμη απαρίθμηση των αποκαλούμενων αδιαπραγμάτευτων «θεμελιωδών αξιών» της Δυτικής κουλτούρας –όπως είναι ο διαχωρισμός της εκκλησίας από το κράτος, η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και ετερο- και ομοφυλοφίλων, η ελευθερία του λόγου, η ελευθερία της θρησκείας, το συνταγματικό κράτος και το κράτος δικαίου– δεν περιλαμβάνεται άλλη μια θεμελιώδης αξία προκαλεί υποψίες. Μια κρίσιμη Διαφωτιστική αξία συστηματικά εξαλείφεται και υποβαθμίζεται η σημασία της (με αυτή την έννοια, ο Διαφωτισμός απάγεται από τη δεξιά), ενώ έχει τη δυνατότητα ακριβώς να απαλύνει και να παρεμποδίσει τη δυνητική απολυτοποίηση όλων των υπολοίπων: η ικανότητα να είμαστε αυτοκριτικοί, να σχετικοποιούμε και να μετριάζουμε την κουλτούρα και την ταυτότητά μας. Κατά έναν ενδιαφέροντα τρόπο, πράγματι αποδεχόμαστε πλήρως αυτές τις αξίες, αλλά ταυτόχρονα βρισκόμαστε σε μια διαμάχη δίχως τέλος η οποία αφορά το ακριβές νόημα και τα ακριβή τους όρια (π.χ., της ελευθερίας του λόγου, του διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους). Αυτό που μας ενώνει, επομένως, δεν είναι τόσο ένα σύνολο «αδιαπραγμάτευτων αξιών», όσο η συζήτηση και διαμάχη (η δίχως τέλος διαπραγμάτευση) σχετικά με το περιεχόμενο, τα όρια και τη σημασία τους.

Ένα δημοκρατικό συνταγματικό κράτος είναι περήφανο όχι επειδή κατέχει μια σαφώς ορισμένη ταυτότητα, αλλά επειδή προσφέρει χώρο για μια πολλαπλότητα ταυτοτήτων. όχι μια κοινή εθνική κουλτούρα ή δημόσια ηθικότητα, αλλά τη διατήρηση ενός δημόσιου χώρου (forum) που επιτρέπει να εκδηλωθούν οι διαφορές και να εκφραστούν οι διαφωνίες. Αυτό που μας ενώνει, είναι ακριβώς αυτή η έλλειψη συναίνεσης και συμφωνίας σχετικά με το τι είναι αυτό που μας ενώνει: μια δίχως τέλος συζήτηση και διαμάχη όσον αφορά το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να γίνουμε. Η καλή ζωή (ευδαιμονία, ευ ζην) μπορεί επίσης να οριστεί ως ένας τρόπος ζωής σύμφωνα με τον οποίο έχουμε τη δυνατότητα διαρκώς, ελεύθερα και πολιτικά να συζητούμε για το νόημα της καλής ζωής. Πιστεύω ότι δεν έχουμε ανάγκη από μια ισχυρότερη αξιακή βάση πέρα από αυτή την από κοινού συμφωνία σχετικά με τις προϋποθέσεις μιας δημοκρατικής συζήτησης και αντιπαράθεσης (στην οποία όλοι έχουν δικαίωμα). Τίποτα περισσότερο, αλλά επίσης και τίποτα λιγότερο.

«Μια αδυναμία για την Ευρώπη»

Αυτή η οπτική μπορεί να επεκταθεί λίγο περισσότερο και να μετασχηματισθεί σε μια «αδυναμία για την Ευρώπη». Το κεντρικό ευρωπαϊκό σλόγκαν είναι «ενότητα-στη-διαφορά», αλλά ποιο πρέπει να είναι το βάρος του κάθε σκέλους σε αυτή την ισορροπία; Πόση ενότητα χρειαζόμαστε, πόση διαφορά μπορούμε να αντέξουμε; Χρειάζεται πράγματι να γίνουμε «ένα» προκειμένου να είμαστε επαρκώς συνεκτικοί; Η αναζήτηση για μια ομόφωνη, αναμφισβήτητη ευρωπαϊκή ταυτότητα, για την Ευρώπη ως μια μονοδιάστατη κοινότητα αξιών έχει μακρά ιστορία. Κάποιοι την εντοπίζουν στον Χριστιανισμό, άλλοι στον κοσμικό ουμανισμό ή στον φιλελευθερισμό της αγοράς.

Το 1998 ο Fortuyn έγραψε ένα μικρό βιβλίο με τον τίτλο Άψυχη Ευρώπη στο οποίο υποστήριζε την άποψη ότι οι εθνικές κουλτούρες, όπως λ.χ. η ολλανδική, διέθεταν «ψυχή», κάτι το οποίο είναι απόν από την Ευρώπη. Ότι η ευρωπαϊκή κουλτούρα και ταυτότητα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, τουλάχιστον όχι ανάμεσα στους καθημερινούς ανθρώπους. Ότι το έθνος-κράτος είναι το αληθινό οικογενειακό μας σπίτι. Ότι η Ευρώπη δεν αποτελεί έναν «λαό», δεν διαθέτει «λαϊκή βούληση» και δεν υπάρχουν ευρωπαίοι πολίτες. Κατά την άποψή του, η Ευρώπη ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει μια πραγματική δημοκρατία.
Πρέπει να δώσουμε τέλος σε αυτή την ουσιοκρατική αναζήτηση και αυτο-εξέταση. Μια νέα ιδέα για την Ευρώπη είναι μια ασθενής ιδέα της Ευρώπης. Δεν είναι μια μεγάλη οικογένεια με μια μοναδική κουλτούρα, γλώσσα, περιοχή ή ιστορία, αλλά ένα χαλαρό σύμπλεγμα (μια οντότητα, όχι μια ενότητα) με ασαφή σύνορα και με μια λεπτή μάλλον παρά ισχνή ταυτότητα. Αυτή η έλλειψη μιας σαφούς φυσιογνωμίας και ταυτότητας δεν αποτελεί έλλειμμα, αλλά πηγή ισχύος. Αυτό είναι το ιδεώδες της Ευρώπης ως μιας «κοινότητας ζωής» («το ευρωπαϊκό ταξιδιάρικο φως»), η οποία συνέχει μέσω των διαρκώς εξελισσόμενων ευρω-αγγλικών, των τρένων υψηλής ταχύτητας, του Ευρώ και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.
Ενδεχομένως, η νέα Ευρώπη να μπορεί να γίνει αντιληπτή με τους όρους μιας «Μεγάλης Ολλανδίας». Αυτό σημαίνει: το μοντέλο δεν είναι η ενοποιημένη μοναρχία που δημιουργήθηκε μετά το 1813, αλλά η Δημοκρατία που προηγήθηκε αυτής. Η Ολλανδική Δημοκρατία και οι Επτά (όχι και τόσο) Ενωμένες Επαρχίες της ήταν αξιοσημείωτα επιτυχημένη στην εποχή της, ακριβώς εξαιτίας της χαλαρά συγκολλημένης πολιτικής της κοινότητας, της πολυεπίπεδης δομής συνεργασίας και ανταγωνισμού και της επισφαλούς πολιτισμικής της ενότητας-στη-διαφορά. Ίσως λοιπόν, να είναι ταιριαστό αυτός ο έπαινος της αδυναμίας και η υπεράσπιση της δημοκρατικής αβεβαιότητας να πρέπει να πηγάσει από την Ολλανδία.


[Απόσπασμα από το Dick Pels, “Populism, National Identity and Europe: Populism and National Identity, the Dutch case”. 
Το πλήρες κείμενο στα αγγλικά, προσβάσιμο στο http://gef.eu/fileadmin/user_upload/GEF_GA_Pels_Populism_the_Dutch_Case_02.pdf]                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου