ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, Λεονίντ Μπρένζιεφ, κατά τη διάρκεια περιπάτου στην αυλή της έπαυλης του πρώτου στην Καλιφόρνια, το 1973. Στο βάθος, ο Ειρηνικός Ωκεανός. Από την Καθημερινή

Παρατηρητήριο

του Τέλη Σαμαντά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Εδώ και χρόνια επιμένω και θα συνεχίσω να επιμένω: οι μελέτες και οι αναλύσεις —πολιτικές, οικονομικές, κοινωνιολογικές, πολιτιστικές— που αφορούν την επτάχρονη Δικτατορία είναι ελάχιστες σε σχέση με τις αντίστοιχες που αφορούν την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Κι όμως, θεωρώ πως στη διάρκεια της Χούντας διαμορφώθηκαν τα κύρια κοινωνικά ρεύματα που καθόρισαν τις μεταπολιτευτικές στρεβλώσεις. Η αποκοπή από το διεθνές περιβάλλον και η λαϊκιστική εσωστρέφεια· η ανάδυση νέων κοινωνικών στρωμάτων που απέκτησαν οικονομική ισχύ χάρη στα οικονομικά μέτρα των δικτατόρων (χωρίς όμως να έχουν και την αντίστοιχη πολιτική εκπροσώπηση, την οποία απέκτησαν στη συνέχεια κατά τη Μεταπολίτευση)· η απότομη διακοπή των πνευματικών αλλά και των πολιτικών αναζητήσεων σε όλους τους ιδεολογικούς χώρους· η σαφέστατη οπισθοχώρηση των προβληματισμών για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής της χώρας· η υποχρεωτική συνύπαρξη αντιθετικών και αποκλινόντων πολιτικών και πνευματικών προβληματισμών και η εκ των πραγμάτων σύγκλιση τους —στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή— απέναντι στον «κοινό εχθρό» της Χούντας· η καθυποταγή μέσω της ανοχής της Δικτατορίας μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας· ηκυριαρχία του κιτς σε πάμπολλους τομείς της πολιτιστικής ζωής — αυτά είναι μερικά μόνο από τα αποτελέσματα του επτάχρονου «γύψου».

Η σημαντικότατη αυτή έλλειψη μελέτης της Χούντας έχει σοβαρές επιπτώσεις: η περίοδος της Δικτατορίας έχει καταγραφεί στην κοινωνική συνείδηση απλώς ως μία «σκοτεινή περίοδος», καταπίεσης και βίας από τη μία και «αντιστασιακής πράξης» από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι η ουσιαστική άγνοια —και όχι μόνο των νεότερων γενιών— των παραμέτρων οι οποίες συνιστούν την ιστορική τομή που αποτελεί για την νεοελληνική ιστορία η Δικτατορία 1967-1974 και, κατ’ επέκταση, η ενοχοποίηση της Μεταπολίτευσης ακόμη και για φαινόμενα που στην πραγματικότητα η ημερομηνία γέννησής τους χρονολογείται στην περίοδο της Χούντας. Με λίγα λόγια: ο καλύτερος τρόπος για να «θυμηθούμε» την αυριανή επέτειο είναι να μελετήσουμε το τι σήμαινε στην πραγματικότητα για την νεοελληνική κοινωνία εκείνη η «σκοτεινή περίοδος». Πολλές αιτίες ακόμη και των σημερινών κακοδαιμονιών υποψιάζομαι πως θα ανακαλύψουμε.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ο βασικός λόγος, ωστόσο, που επέλεξα να ασχοληθώ με την αφελή αυτή επιλογή είναι πιο σημαντικός. Την έγραψε σε δύο φράσεις ο εκπαιδευτικός Λεωνίδας Καστανάς, η αρθρογραφία και οι αιχμηρές παρεμβάσεις του οποίου έχουν πάντα ενδιαφέρον. «Εδώ και 30 χρόνια, το θέμα της έκθεσης είναι το ίδιο. Τι καλός που είναι ο ελληνοορθόδοξος κομμουνισμός και τι κακός που είναι ο προτεσταντικός καπιταλισμός», έγραψε στο fb ο Καστανάς. Και υπερθεμάτισε μνημονεύοντας θέματα εξετάσεων από το παρελθόν. «Οι στέγες κοντά, οι ψυχές μακρυά. Η αρχαία τέχνη πρωτοπόρα και ζωντανή. Ο τεχνολογικός πολιτισμός και η αλλοτρίωση του ανθρώπου. Η σύγχρονη αποξένωση». Και σχολίασε: «Κανείς δεν τολμά να βγει από το ελληνικό στερεότυπο. Τεχνοφοβία και άγιος ο Θεός. Πρέπει να αντισταθούμε στην ανήθικη τεχνολογική Δύση. Διότι μας κάνει να τρέχουμε γρήγορα και να ξεχνάμε την ανθρωπιά μας. Ενώ όταν πηγαίναμε με τον αραμπά βλέπαμε και κάνα άνθρωπο. Το ότι μιλάω με τους φίλους μου σήμερα ακόμη και όταν βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακρυά με τούτο το μηχάνημα του διαβόλου, με απομακρύνει από τους ανθρώπους. Λουδιτισμός και τα μυαλά στα κάγκελα. Η αριστερή αφήγηση της ανατολής συνεχίζεται».

Κ. Ζούλας Καθημερινή

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Οι επιλογές της Ρωσίας


  του Δ. Β. Τριανταφυλλίδη

Κι ενώ η Δύση συνεχίζει να επιβάλει αμφιβόλου αποτελεσματικότητας κυρώσεις στη Ρωσική Ομοσπονδία, το Κρεμλίνο έρχεται, ίσως για πρώτη φορά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, αντιμέτωπο με την υπαρξιακού χαρακτήρα ερώτηση: πού πάμε ή άλλως την πιο γνωστή φράση στην ιστορία της ρωσικής γραμματείας "Τί να κάνουμε"[1].
Είναι προφανές ακόμη και στον πιο απομακρυσμένο θεατή των γεγονότων, πως η ρωσική πολιτική, σε σχέση τόσο με τη Δύση όσο και με την Ανατολή, αυτή την περίοδο αντιμετωπίζει τα επίχειρα λανθασμένων πολιτικών και αστοχιών που πλήττουν όχι μόνο το σημερινή οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας, αλλά, κυρίως, τα σχέδια της για το μέλλον.
Τα τελευταία 25 χρόνια η Ρωσία προσπάθησε, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ειλικρίνεια να προσεγγίσει τη Δύση και, γιατί όχι, να γίνει μέλος της, τηρουμένων πάντα των ιδιορρυθμιών της ως γεωπολιτισμικός οργανισμός. Η πολιτική αυτή με ευθύνη και των δύο μερών απέτυχε και οι σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση, βρίσκονται στο χειρότερο σημείο μετά το 1980, χρονιά εισβολής των σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Σήμερα, η ρωσική ηγεσία αντιμετωπίζει μια αναπόδραστη πραγματικότητα, όπου η Ρωσία απομονώνεται ολοένα και πιο πολύ από τη Δύση, ένα τμήμα της οποίας (οι ΗΠΑ) βρίσκεται στη διαδικασία "κατασκευής εχθρών" τόσο εξ Ανατολών όσο και εκ του Νότου (αυτή όμως είναι μια άλλη, μεγάλη κουβέντα).
Πέρσι το καλοκαίρι, η ρωσική Κρατική Δούμα (Βουλή) ενέκρινε ένα μεγάλο ποσό για τη "δημιουργία του ενιαίου ρωσικού πολιτιστικού χώρου".  Είναι κατανοητό ότι με το δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα, σύμφωνα με το οποίο σε μερικές δεκαετίες και πάντως όχι αργότερα από το 2050, ο πληθυσμός της θα κυμαίνεται από 90 έως 120 εκατομμύρια (σήμερα είναι 140 εκατομμύρια), η αχανής αυτή χώρα θα παρουσιάζει εικόνα ερημωμένων περιοχών. Σήμερα, για παράδειγμα, στο γεωγραφικό χώρο από τα Ουράλια Όρη μέχρι τη ρωσική Άπω Ανατολή, κατοικούν συνολικά μόνο 14 εκατομμύρια άνθρωποι. Είναι προφανής η ανάγκη νέων πληθυσμών, πράγμα που δικαιολογεί τη μεταναστευτική πολιτική της Ρωσίας, η οποία "εισάγει" κυριολεκτικά εργατικά χέρια από τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, όπως είναι το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν, η Κιργιζία κ.α.
Αυτή την περίοδο και παρά την εμφανή υποχώρηση της σχολής σκέψης της Ευρασίας (στο πρόσωπο της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του καθηγητή Αλεξάντρ Ντούγκιν), η Ρωσία επιχείρησε να δημιουργήσει το δικό της γεωπολιτικό χώρο με την ίδρυση της Ευρασιατικής Ένωσης, η οποία όμως παραμένει και θα παραμείνει επί μακρόν στο επίπεδο των πολιτικών διακηρύξεων και όχι σε εκείνο της οικονομικής ζώνης. Για να συμβεί αυτό, κάποιος θα πρέπει να βάλει τα χρήματα. Τα οποία προς το παρόν λείπουν από όλα τα μέλη της φιλόδοξης αυτής Ένωσης (Ρωσία - Λευκορωσία - Ουζμπεκιστάν).
Η Ρωσία στο αμέσως επόμενο διάστημα θα πρέπει να δαπανήσει - επενδύσει τεράστια ποσά από τον δοκιμαζόμενο κρατικό της προϋπολογισμό για την "αναστήλωση" της Κριμαίας. Η παραλιακή ζώνη αυτής της περιοχής θα είναι το μεγάλο στοίχημα του Κρεμλίνου, αφού από την αξιοποίησή της θα φανεί η ικανότητά του να αναζωογονεί περιοχές με έντονο ρωσικό στοιχείο. Η επιτυχής έκβαση αυτής της προσπάθειας, θα συμβάλει στις προσπάθειες της Ρωσίας να κρατήσει εκτός του ΝΑΤΟ τη γειτονική Ουκρανία και να χαλαρώσει, κατʼ αυτόν τον τρόπο, την πίεση που δέχεται ως προς τη μείωση του στρατηγικού βάθους της άμυνάς της.
Η Ρωσία αυτή το διάστημα προβληματίζεται πολύ σχετικά με τις σχέσεις που πρέπει να αναπτύξει μακροχρόνια με την Ουκρανία. Η μέχρι σήμερα πολιτική της, κατάφερε να την αποξενώσει από την όμορο χώρα αλλά και το ουκρανικό έθνος, με παλιές και βαθιές ιστορικές σχέσεις με το αντίστοιχο ρωσικό. Η απροθυμία ευρωπαϊκών χωρών όπως η Μ. Βρετανία και η Γερμανία, να δεχτούν την Ουκρανία στους ευρωατλαντικούς θεσμούς και, κυρίως, στο ΝΑΤΟ, κάνουν πιο εύκολη την επιλογή πολιτικής για τη Ρωσία. Η διευθέτηση των προβλημάτων με την Ουκρανία είναι ζωτικής σημασίας για τη Ρωσία. Η δημιουργία ενός δίπολου Ρωσίας - Ουκρανίας, αλληλοεξαρτώμενου βαριά, σε σημείο όπου όταν ο ένας πόλος αποσταθεροποιείται, τότε συμβαίνει το ίδιο και στον άλλον, μπορεί μεν να ήταν ο στόχος των υπερατλαντικών εμπνευστών του, αυτό όμως δε σημαίνει πως η Ρωσία είναι υποχρεωμένη να κινηθεί με βάση αυτό το σενάριο. Πολλοί περιμένουν την "επιχείρηση γοητείας" της Ουκρανίας εκ μέρους του Κρεμλίνου, κάτι που δε φαντάζει απίθανο. Σε αυτή την περίπτωση το κέρδος για τη Ρωσία θα είναι μεγάλο, καθώς θα αυξηθεί, μεταξύ των άλλων,  και ο αριθμός των Ουκρανών που θα περάσουν τα σύνορα. Η Ρωσία έχει μεγάλη ανάγκη από "ενέσεις" σλαβικού αίματος, προκειμένου το ρωσικό έθνος να διατηρήσει τη δεσπόζουσα θέση του στην πολυεθνική κοινωνία της χώρας. Η Ουκρανία διαθέτει, επίσης, ένα σημαντικής προστιθέμενης αξίας εργατικό δυναμικό στο πρόσωπο μηχανικών, επιστημόνων κ.α. η μετεγκατάσταση των οποίων σε ρωσικά εδάφη θα δώσει ώθηση σε συγκεκριμένους τομείς υψηλής τεχνολογίας της ρωσικής οικονομίας. Την ίδια στιγμή όμως η Ρωσία, θα πρέπει να αποδεχτεί το γεγονός ότι η Ουκρανία θα αναπτύξει πιο στενές οικονομικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και θα λειτουργήσει ως προπομπός για τη Μολδαβία και Γεωργία, χωρίς όμως οι τελευταίες να αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα εντασσόμενες στο ΝΑΤΟ.
Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ξένοι αναλυτές, περιμένουν τα σημάδια της πολιτικής που θα σηματοδοτήσει την μετατροπή της Ρωσίας όχι σε αυτοκρατορία, όπως πολλοί ελπίζουν κι εύχονται στο εσωτερικό της, αλλά σε εθνικό κράτος με αναπτυγμένους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών. Αυτή τη στιγμή, οι δυνάμεις που θέλουν να κινηθεί η Ρωσία προς αυτή την κατεύθυνση βρίσκονται σε υποχώρηση, ενώ απεναντίας, δείχνει πως το "πάνω χέρι" το έχουν οι δυνάμεις εκείνες που νοσταλγούν την αίγλη του σοβιετικού - αυτοκρατορικού παρελθόντος. Από την έκβαση όμως της μάχης αυτής, θα κριθεί και η θέση της Ρωσίας στον πολυπολικό κόσμο που διαδέχτηκε τις βεβαιότητες και τις σταθερές του ψυχροπολεμικού κόσμου. Για να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει πρώτα απʼ όλα να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της Ευρασιατικής Ένωσης. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως θα πρέπει να κινηθεί στο πλαίσιο των ιδεών της Ευρωατλαντικής Ένωσης ελευθέρου εμπορίου και να αφήσει κατά μέρος τις "αυτοκρατορικές φιλοδοξίες", τις οποίες άλλωστε δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει.
Η Ρωσία, παρά τις ιστορικές της ιδιομορφίες, αν θέλει να παραμείνει σημαντικός παίκτης στο παγκόσμιο σύστημα, θα πρέπει να προσαρμόσει την πολιτική της στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα. Η νοσταλγία άλλων εποχών, μπορεί να έχει πρόσκαιρα οφέλη στο εσωτερικό της χώρας, μακροπρόθεσμα όμως θα προκαλέσει πολλά προβλήματα που δύσκολα θα επιλύονται και, κυρίως, θα έχουν προκαλέσει τέτοια ρήγματα στις σχέσεις της με το δυτικό κόσμο, η επούλωση των οποίων θα απαιτήσει πολλούς πόρους και προσπάθειες. Η Ρωσία θα πρέπει να προχωρήσει σε μια ριζική αναθεώρηση της θέσης της στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος, ξεκινώντας από πολύ επώδυνες παραδοχές ως προς τις σημερινές αλλά και άμεσα μελλοντικές της δυνατότητες αλλά και προτεραιότητες.

[1] Πρόκειται για τον τίτλο του βιβλίου του Ν. Τσερνισέφσκι (1828 - 1889), που είδε το φως της δημοσιότητας το 1862 - 1863, τον οποίο "δανείστηκε" μερικές δεκαετίες αργότερα ο Β. Ι. Λένιν, για να τιτλοφορήσει το δικό του βιβλίο, το 1901, όπου περιγράφει τους στόχους του νεαρού τότε κομμουνιστικού κινήματος της Ρωσίας. Με αυτό τον τρόπο ο Β. Ι. Λένιν θέλησε να τιμήσει το μνήμη τόσο του Τσερνισέφσκι όσο και του μυθιστορήματος του, επειδή θεωρούσε πως χάρη σε αυτό ο ίδιος αλλά και χιλιάδες άλλοι Ρώσοι έγιναν επαναστάτες (σ.σ.)
Ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης είναι δημοσιογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου