ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

των νιάτων μας την εκδικήτρα ορμή την ξεφλούδησαν οι έσχατοι

Παρατηρητήριο

Ούτε μια σοβαρή αριστερά δεν μπορούμε να ’χουμε. Τους πρότεινε ο άλλος να βγάλουν ψεύτικα λεφτά σαν τη Μonopoly να κάνουν αυτοί πως μας πληρώνουν και μεις πως τους πληρώνουμε κι αυτοί ενθουσιάστηκαν και του ζήτησαν να γίνει υπουργός των Οικονομικών. Ουάου yes, το κινηματικό χρήμα… Και συ περίμενες αυτό το νηπιαγωγείο να σε σώσει και να σε οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας. Να διαπραγματευτεί με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και να τους τουμπάρει. Πόσο αφελής μπορείς να είσαι; Αλλά και πόσο επικίνδυνος;

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κακώς αναστατώνεστε με την υπόθεση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές. Βρισκόμαστε στη μακρά και επώδυνη φάση της αποκομμουνιστικοποίησης και ο θόρυβος λογικά θα είναι ισχυρός. Φανταστείτε να εφαρμοστεί η αξιολόγηση των ΔΥ, να πωληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να γίνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων. Η Ελλάδα κοιλοπονάει την ελευθερία της.

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Τι είδε η Αλίκη στον καθρέφτη

Το κείμενο αυτό μου το είχε δώσει ο Γιώργος Προκοπάκης με τον όρο να το δημοσιεύσω όταν ως χώρα θα βαρούσαμε κανόνι. Ήρθε η ώρα και το ανεβάζω με τη συγκατάθεσή του. Αν και θέλω να πιστεύω  ότι το κανόνι θα πάθει τελικά αφλογιστία. 


του Γιώργου Προκοπάκη

Ο πατέρας μου είχε πολεμήσει στην Αλβανία ως αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Δεν έλεγε ποτέ πολλά, ιστορίες από τον πόλεμο και τέτοια. Μια φορά το 1970 φέρνει στο σπίτι ένα γλυκύτατο εβδομηντάρη, τον Αριστείδη. Τον είχε βρει τυχαία στο δρόμο, μετά από 26 χρόνια. Ο Αριστείδης, κρητικός κι αυτός όπως ο πατέρας μου, ήταν το 1941 γραμματέας της κοινότητας Ασπροβάλτας Σερρών, όπου κατέληξε ο πατέρας μου μετά την κατάρευση του μετώπου της Αλβανίας. Στην Ασπροβάλτα ο μπαρμπα-Γιάννης βρέθηκε τυχαία, περιπλανώμενος, έχοντας διανύσει εκατοντάδες χιλιόμετρα πεζή, κουρελιάρης, βρωμιάρης, πεινασμένος, άρρωστος. Ο άγνωστός του μέχρι τότε Αριστείδης τον περιέθαλψε. ‘Εμεινε στο σπίτι του σχεδόν δυόμισυ χρόνια. Περιττό να πω για τις χαρές που κάνανε με τη συνάντησή τους. Περιττό επίσης να πω ότι βαριόμουν αφάνταστα – ένας δεκαπεντάρης στις χαρές υπερηλίκων!
Όταν έφυγε ο Αριστείδης, ρώτησα το αυτονόητο: πώς διάολο βρέθηκες εκεί; Και μου είπε. Μου είπε, όχι για το σχέδιο ή τη διαδρομή. Μου είπε για τα συναίσθημα του απόλυτου κενού μετά από μια ακατανόητη ήττα, τη στιγμή του θριάμβου. Έχοντας προελάσει στο αλβανικό έδαφος, πολεμώντας πέντε μήνες, έχοντας κοιμηθεί σε παγωμένα κουφάρια συντρόφων, έχοντας γίνει ζώα σε μερικές στιγμές και άγγελλοι σε άλλες, νικούσαν. Η Ρώμη ήταν πραγματικά κοντά. Ώσπου μια μέρα, οι ανώτεροι τους είπαν απλά: αφήστε τα όπλα και γυρίστε πίσω - όπως μπορείτε. Ακατανόητο! Να έχεις κερδίσει όλες τις μάχες και να σου λένε μάζεψέ τα τώρα, αρκετά παίξαμε τους ήρωες. Και το πίσω να μην υπάρχει! Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρχε πληροφόρηση (ή ήταν πετσοκομένη από τη λογοκρισία του πολέμου) για το τι γινόταν στον πόλεμο συνολικά, για την εμπλοκή της Γερμανίας. Την αλήθεια(;) αυτή σέρβιραν οι ρεαλιστές ανώτεροι – και τους στέρησαν ακόμη και την ήττα στο πεδίο της μάχης.
Μερικές δεκάδες χιλιάδες πολεμιστές πήραν το δρόμο της επιστροφής, αφημένοι στην τύχη τους. Από τα περίχωρα της Ρώμης στην πατρίδα που δεν υπήρχε, χωρίς καμιά δυνατότητα να επηρεάσουν τα πράγματα, να πουν τη γνώμη τους ή να επιλέξουν να πολεμήσουν και να πεθάνουν. Κάπου στην Ήπειρο, ο μπάρμπα-Γιάννης (σκέτος Γιάννης τότε στα 27 του) αφου είχε κάνει ορθοπεταλιά στο κενό με τους συντρόφους του, είπε στον εαυτό του: είμαι μόνος μου και παντού ξένος – ανατολικά ή νότια, τι διαφορά κάνει; Και έφερε τον Αριστείδη τον Ιούνιο του 1970 στο σπίτι.
Καμιά δεκαπενταριά χρόνια μετά, έβλεπα στην τηλεόραση ντοκυμαντέρ για τη δεκαετία του 40. Στο κομμάτι για τη Συμφωνία της Βάρκιζας υπάρχει η εκπληκτική σκηνή με τους ΕΛΑΣίτες να προσέρχονται ένας-ένας μπροστά σε αξιωματικούς του στρατού και εγγλέζους και να αποθέτουν τα όπλα τους σε απλωμένες κουβέρτες. Το ύφος τους το είχα ξαναδεί. Καταλάβαινα τις σκέψεις τους. Δεν ήταν η ταπείνωση μπροστά στον ομόφυλο ή αλλόφυλο εχθρό ή ο αποχωρισμός του όπλου που είναι συνέχεια του χεριού. Δεν ήταν καν η πικρία της ήττας.  Ήταν το ύφος του πατέρα μου μπροστά στο ακατανόητο. Οι ρεαλιστές δεν σου αφήνουν καν την επιλογή να πολεμήσεις – και να πεθάνεις αν χρειασθεί. Πολύ περισσότερο δε. τη στιγμή που νικάς!
Από την Αλβανία και τον ΕΛΑΣ έχουν μείνει τραγούδια για τον ηρωισμό, πολεμικά ανακοινωθέντα, φωτογραφίες. Το ύφος μποστά στο ακατανόητο της νίκης που γίνεται ήττα τα σβήνει όλα, αλλά για να το πιάσεις πρέπει να μπορείς να αισθανθείς από τη μεριά του πολεμιστή. Γι αυτό και είναι καταχωνιασμένες οι φωτογραφίες και το υλικό από την υποχώρηση ή από τη Βάρκιζα. Οι ρεαλιστές κάνουν τουλάχιστον τη χάρη στους ακατανόητα ήττημένους να μη τους το θυμίζουν ή να τους κολακεύουν με τα μάταια ανδραγαθήματά τους στα πεδίο των μαχών.
Η ιστορία λέει ότι τελικά ελάχιστα πράγματα μένουν. Οι ΕΛΑΣίτες έχουν σήμερα κρεμασμένο σε κορνίζα πιστοποιητικό αντιστασιακού. Ως επιστέγασμα της σχέσης του πατέρα μου με τον Αριστείδη και για να μείνει για πάντα και μετά το θάνατό τους, πάντρεψα τον γιο του το 1973 – δεν τους έχω ξαναδεί από τότε!

Σήμερα είδα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Το ύφος το έχω ξαναδεί!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου