ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Βροχούλα

Βροχούλα

Παρατηρητήριο

Στην πρώιμη μεταπολίτευση τραγουδούσαμε αντάρτικα στις ταβέρνες και κατηγορούσαμε το ΚΚΕ ως προδοτικό για τη Βάρκιζα και την εν γένει αποτυχία του να μας κάνει Σοβιετία. Οι της ανανέωσης και του δόγματος βεβαίως. Σήμερα κάποιοι αριστεροί καλλιτέχνες δηλώνουν προδομένοι από το ΣΥΡΙΖΑ για τη δεξιά στροφή του, γιατί δεν έφυγε από την ΕΕ, γιατί δεν τίναξε τη χώρα στον αέρα. Γιατί ξέρουν ότι με τον αριστερισμό κανείς καλλιτέχνης δεν πείνασε. Ακόμα και δεξιός.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Μπορεί ο Κυριάκος να κάνει κάτι ανάλογο; Όχι το ίδιο βέβαια, απλά ανάλογο. Μπορεί να κάνει άνοιγμα στον όποιο αφρό της κεντρώας ή και ακομμάτιστης διανόησης και να την καλέσει να πάρουν μαζί την τύχη της τρύπιας βάρκας - χώρας στα χέρια τους; Να φωνάξει και τους απόδημους να βάλουν ένα χεράκι; Να βρει και να δώσει γήπεδο σε νεολαία; Αφήνοντας τα σκληρά κολάρα του γερασμένου κόμματος στον πάγκο; Μετά από την αριστεροδέξια καταιγίδα που μας κούρασε; \Leo Kastanas Athens Voice

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Της αγάπης ψέμματα



του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα (Dimart) 

Μετά τον Πάριο, τον Ρέμο και την Αλέξια, ήρθε και η σειρά του Σάκη Ρουβά να ερμηνεύσει αποσπάσματα από το «Άξιον Εστί» του Μίκη Θεοδωράκη. Η είδηση δίχασε την καλλιτεχνική κοινότητα ενώ ταυτόχρονα η συζήτηση για την «πολιτισμική νομιμοποίηση» του προϊόντος αναλύθηκε διεξοδικά, θέτοντας ως κύριο στόχο την «ποπ» διαδρομή του Ρουβά και τη σύγκρισή του με την «αρχετυπική» ερμηνεία του «λαϊκού» Γρηγόρη Μπιθικώτση. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στα επιχειρήματα της μιας και της άλλης πλευράς. Οι απόψεις άλλωστε είναι ήδη γνωστές και κατατεθειμένες. Σε τελευταία ανάλυση, το ίδιο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα θα κρίνει την επιλογή του Σάκη Ρουβά ως ανάδοχου μιας βαριάς κληρονομιάς. Πολύ φοβάμαι άλλωστε πως το πρόβλημα δεν είναι ο Σάκης αλλά ο Μίκης∙ ο τρόπος που, τα τελευταία χρόνια, έχει ο ίδιος επιλέξει να μεταμορφώνει την πληθωρική του παρουσία σε ένα πληθωριστικό νόμισμα,  με διπλή ανταλλακτική αξία: τόσο στη λαϊκή συλλογικότητα όσο και στο σοβαροφανές «σταριλίκι».

Το έργο του Μίκη Θεοδωράκη γνωρίζει, με εξαιρετική δημοφιλία, μια «δεύτερη ζωή» κατακερματισμένο πια σε εκατοντάδες επανεκτελέσεις, θεατρικά έργα, «αυτοβιογραφικές» παραστάσεις, γκλαμουράτες συναυλίες, εθνικές επετείους, τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά ακόμη και ευκαιριακές φιέστες για την τουριστική προβολή της χώρας. Ποτέ άλλοτε το κοινό δεν είχε ακούσει τόσο πολύ —και από τόσους πολλούς— το έργο του Μίκη, επενδυμένο μάλιστα από τα δικά του σχόλια∙ διαφορετικά για κάθε περίσταση και ενίοτε συνοδευμένα από τις ποικίλες ιδεολογικές μεταλλάξεις του, στο όνομα πάντα μιας ακαθόριστης «εθνοπατριωτικής αριστερής αντίστασης», που διανύει εύκολα τη διαδρομή από το ΚΚΕ ως τη ΝΔ, και από τη “Σπίθα” ως το ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια, πάντως, είναι πως ο Μίκης επέλεξε να επικαιροποιήσει το έργο του με εμπορευματικές επιλογές που περισσότερο παραπέμπουν σε μια ακραία «ιδεολογική χρήση της ιστορίας» παρά στον καλλιτεχνικό πειραματισμό. Αναμφισβήτητα, αυτό είναι δικαίωμά του. Με τη διαφορά, ότι αυτό το δικαίωμα οδήγησε σε μια παραμορφωτική και παραμορφωμένη πρόσληψη του έργου του, καλλιεργώντας το έδαφος για λογής-λογής καταχρήσεις.

Τα αποτελέσματα αυτών των καταχρήσεων καθιστούν σήμερα το «Άξιον Εστί» ένα ακόμη επίδικο πολιτισμικό αντικείμενο, που αναζητά το άλλοθι μιας νέας «λαϊκοποίησης». Οι παλιές «ρουβίτσες» έχουν ήδη εμφανίσει άλλωστε τις πρώτες ρυτίδες, και είναι πολύ πιο έτοιμες να σιγοτραγουδήσουν τους στίχους του Ελύτη: «της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν». Αλλά και οι νέοι σκηνοθέτες και συνθέτες του Σάκη Ρουβά είναι πολύ πιο εφευρετικοί στη φιλοτέχνηση ενός πορτρέτου που λανσάρει τη δήθεν πρωτοπόρα μεταμφίεση του pop idol σε ερμηνευτή «ιερών κειμένων». Το πρόβλημα είναι πως, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η τέχνη της δεκαετίας του ’60 γίνεται ένα «σουβενίρ» πασπαλισμένο με νότες και στίχους, που εμποδίζουν την επαφή με τη μουσική και την ποίηση, μέσα στην ιστορικότητά τους αλλά και στη διαχρονική τους αντοχή.
Οι Έλληνες —και όχι μόνο— αγάπησαν τα τραγούδια του Μίκη. Οι μελωδίες του, η σύνδεσή τους με τη συλλογική μνήμη, το πείραμα της μελοποιημένης ποίησης, η αυστηρότητα της φόρμας, η ηχητική και ενορχηστρωτική επένδυση μιας λαϊκής και ταυτόχρονα «υψηλής» καλλιτεχνικής έκφρασης αποτελούν σίγουρα ένα κορυφαίο σταθμό στην ιστορία του 20ού αιώνα. Η αγάπη αυτή όμως τροφοδοτήθηκε και από πολλά ψέματα. Ο Μίκης κολάκεψε τον ελληνικό «Λαό» και έμαθε να τον υπερασπίζεται ακόμη και μέσα από θεωρίες συνωμοσίας. Παραθέτω ένα μικρό μόνο δείγμα αυτού του λόγου : «Και θα προσέθετα, ότι η Ελληνική Ολιγαρχία δεν παρατηρεί απλά τον Λαό να χορεύει επάνω στη δυστυχία του αλλά τον βοηθά κιόλας. Γιατί απ’ τη μια πλευρά φιμώνει όλο και περισσότερο όλους εμάς που συμμετείχαμε σ’ αυτό το ιστορικό πείραμα, ενώ αντίθετα προβάλλει με όλα τα μέσα την άλλη πλευρά του «πολιτισμού» μας. Πώς να μη θυμηθώ εδώ τον παμπόνηρο Κίσσινγκερ που από την κορυφή της Ουάσιγκτον έστειλε από το 1974 σε όλους τους ενδιαφερόμενους την «ντιρεκτίβα»: χτυπήστε τους Έλληνες στον πολιτισμό τους». Λέτε να εννοούσε τις πίστες; Εγώ δεν το πιστεύω…»[1]

Ευτυχώς ο Σάκης άφησε τις μεγάλες πίστες για να τραγουδήσει επιτέλους κάτι αντάξιο σε αυτό τον λαό που ζει ακόμη με αυτά τα ψέματα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου