ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Γεια χαρα Δημήτρη Κουμάνταρε

Γεια χαρα Δημήτρη Κουμάνταρε

Παρατηρητήριο

Όλα, όμως, κάποτε τελειώνουν. Όπως τελείωσε και η Σοβιετική Ενωση κάποτε – παρά τις μεγαλειώδεις παρελάσεις και παρά τις απανωτές νίκες επί του επάρατου καπιταλισμού. Και παρά τα υπέρλαμπρα εκείνα επιτεύγματα, μοναδικοί κληρονόμοι των οποίων έχουν μείνει σήμερα οι σύντροφοι Τσίπρας-Καμμένος της Ελλάδας, Μαδούρο της Βενεζουέλας και Kim Jong-un της Βόρειας Κορέας.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Εμείς οι δάσκαλοι θα συνεχίσουμε μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες να μαθαίνουμε στα παιδιά μας γράμματα. Ο καθένας και η καθεμιά με το δικό του τρόπο και με εφόδιο τις όποιες γνώσεις και ικανότητες διαθέτει. Δεν το κάνουμε πάντα με επιτυχία και δεν θα το κάνουμε όλοι. Δεν περιμένουμε και πολλά από την όποια εξουσία, που συνήθως δεν ξέρει ούτε πού πατά ούτε πού βρίσκεται στον τομέα της Παιδείας. Ξέρουμε ότι κάθε καλή προσπάθεια εκσυγχρονισμού θα πολεμηθεί από μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος και της συνδικαλιστικής νομενκλατούρας, που θέλουν τη νεολαία ημιμαθή άρα και διαχειρίσιμη. Αλλά θα το παλέψουμε. Θα κρατήσουμε το σχολείο ανοιχτό και, αν και λαβωμένο, ζωντανό. Εσείς φυσικά θα συνεχίσετε να περιφέρετε την πεθαμένη ολοκληρωτική σας ιδεολογία. Ευτυχώς έχει περάσει πλέον η μπογιά της. Ούτε καν μυρίζει.

Αthens Voice

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος: Δημοψηφίσματα, λαϊκισμός και περιφρόνηση του λαού


από την Καθημερινή
Σε μια σειρά κειμένων του που δημοσιεύτηκαν το φθινόπωρο του 1971, εν μέσω της χούντας (και που αργότερα συμπεριελήφθησαν στη συλλογή «Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου»), ο διπλωμάτης και συγγραφέας Ρόδης Ρούφος επισήμανε την πονηρή χρήση του δημοψηφίσματος από την πλευρά των δικτατορικών καθεστώτων. Οπως έγραφε, «Η αθέμιτη εκμετάλλευση του θεσμού αρχίζει όταν χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο κοινωνικής δημοκρατικής διαδικασίας, ζητώντας πονηρά ένα “Ναι” ή ένα “Οχι” σε θέματα που από τη φύση τους δεν επιδέχονται μονολεκτική απάντηση. Μ’ αυτή τη νοθευμένη μορφή μεταχειρίζονται συνήθως το δημοψήφισμα τα αυταρχικά καθεστώτα. Είτε για να προσδώσουν “λαϊκό χρίσμα” στην εξουσία τους (“από τον λαό”) είτε για να επικυρώσουν τετελεσμένα γεγονότα ή να επιβάλουν πλατιές και περίπλοκες μεταρρυθμίσεις με τη “συγκατάθεση” των εκλογέων (“διά του λαού”). Χαρακτηριστικό, σ’ όλες τις περιπτώσεις, είναι ότι ο ψηφοφόρος δεν έχει γνήσια εκλογή. Κι όταν ακόμα του δίνουν στ’ αλήθεια τη δυνατότητα να ψηφίσει “Οχι” –πράγμα σπάνιο, γιατί κατά κανόνα τέτοια δημοψηφίσματα διεξάγονται σε κλίμα ψυχολογικής ή και υλικής βίας– το ερώτημα είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε το “Ναι”, όσο οδυνηρό και να ‘ναι, να φαίνεται σε πολλούς προτιμότερο από ένα “Οχι” που μοιάζει να οδηγεί σ’ ένα αδιέξοδο».
Είπαμε ότι ο γενναίος εκείνος επικριτής του απριλιανού καθεστώτος στηλίτευε με αυτές τις επισημάνσεις την πονηρή χρήση των δημοψηφισμάτων από την πλευρά της δικτατορικής εξουσίας. Αλλά η αξία τους είναι πέραν εκείνης της συγκυρίας. Τι ρόλο επιτελούν άραγε τα δημοψηφίσματα στις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, ιδίως όταν αφορούν μεγάλα και σύνθετα διακυβεύματα; Πόσο επιτρέπει η στενά διλημματική τους μορφή να ληφθεί μια απόφαση για ζητήματα από τη φύση τους πολύπλοκα, που απαιτούν συχνά υψηλή τεχνογνωσία και ενίοτε την αποδοχή αντιδημοφιλών καταστάσεων; Και πάνω απ’ όλα, πώς διασφαλίζεται ότι με αφορμή την προκήρυξή τους δεν θα κάνουν πάρτι οι λογής-λογής δημοκόποι και συνωμοσιολόγοι, οι φρικτοί λαϊκιστές όλου του πολιτικού φάσματος, εκείνοι που ζουν στον κάτω κόσμο των Δημοκρατιών και τρέφονται από τους υπονόμους τους; Πρόκειται όντως για ένα στρατήγημα που ενώ υποτίθεται ότι τελείται στο όνομα του λαού, οδηγεί εντέλει στην πλήρη ποδηγέτηση του πλήθους, στη βαθιά περιφρόνησή του. Μοιάζει με τα πανηγύρια που στήνονταν τον Μεσαίωνα στις Απόκριες, στα οποία επιτρέπονταν για μια μέρα στους υπηκόους ό,τι ακόλαστο και απαγορευμένο καταπίεζε τις ψυχές τους όλη την προηγούμενη χρονιά. Μόνο για μια μέρα όμως, καθώς από την επομένη κιόλας ο υπήκοος έπρεπε να επιστρέψει στη σκληρή πραγματικότητά του.
Βγήκαν οι σκελετοί
Τα δύο μεγάλα δημοψηφίσματα που έγιναν τους 12 τελευταίους μήνες στην Ευρώπη, σε Ελλάδα και Βρετανία, ελπίζω να πείθουν για του λόγου το αληθές. Κυρίως να πείθουν για το πόσο περιφρονεί τον «λαό» αυτή η δήθεν «γιορτή της δημοκρατίας». Πόσες προσδοκίες δεν καλλιέργησαν οι εμπνευστές ή οι υποστηρικτές και των δύο αυτών δημοψηφισμάτων για την επόμενη μέρα. Στη μεν Ελλάδα, για τους εμπνευστές του το δημοψήφισμα (τέτοιες μέρες πριν από ένα χρόνο) ήταν το αποκορύφωμα της μεγάλης υπόσχεσης του «σκισίματος» του μνημονίου. Βροντοφωνάξαμε με υπερηφάνεια ότι είναι καλύτερα να είμαστε όμορφοι, πλούσιοι και υγιείς, πετώντας στα μούτρα των πιστωτών τα λεφτά τους. Και ύστερα από μια μέρα, ο νυν πρωθυπουργός μας, που είχε και την πρωτοβουλία της απόφασης, υποτάχθηκε –φευ– στην αμείλικτη πραγματικότητα που θέλει την υγεία να είναι συνάρτηση της ευμάρειας. Και υπέγραψε ένα αχρείαστο και επώδυνο τρίτο μνημόνιο, μέσα στην απόλυτη ταπείνωση και ενάντια σε όλες τις υποσχέσεις του. Στο ενδιάμεσο, είχε προλάβει να κατηγορήσει όσους είχαν αντίθετη άποψη, περίπου ως προδότες του έθνους – την άποψη των οποίων φυσικά έσπευσε να επιβεβαιώσει μένοντας στο ευρώ, αν και με όρους πολύ επαχθέστερους.
Δεν είχε λιγότερο δραματικές επιπτώσεις το πρόσφατο βρετανικό δημοψήφισμα για την παραμονή/αποχώρηση από την Ε.Ε. Προκηρύχθηκε από έναν πρωθυπουργό που βίωνε εσωκομματικά προβλήματα, τη στιγμή μάλιστα που μόλις είχε κερδίσει από την Ε.Ε. όλα όσα διεκδικούσε, κατοχυρώνοντας μια σκανδαλωδώς προνομιακή σχέση με τις Βρυξέλλες. Πλήρης σύγχυση. Τι υπέροχη ευκαιρία για τους εχθρούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του ενωσιακού εγχειρήματος, σε μια χώρα μάλιστα με ιστορική αμφιθυμία έναντι της ηπειρωτικής Ευρώπης! Ο διχασμός και η πόλωσή τους έπιασε. Οι ιδέες τους, στην πιο ακραία εκδοχή τους, έφθασαν να οπλίσουν μέχρι και το χέρι ενός δολοφόνου. Εννοείται ότι καμία υπόσχεσή τους δεν θα είναι εφικτή την επόμενη μέρα. Η Βρετανία θα γίνει φτωχότερη και πιο απομονωμένη – αν και πράγματι θα έχει η ίδια αποκλειστικά τον έλεγχο της υποβάθμισής της.
Και το πλήθος; Εκείνο βρήκε τη δική του διέξοδο: απάντησε σε άλλα από εκείνα που ρωτούσε το δημοψήφισμα, απάντησε σε όλα όσα το φοβίζουν στον σύγχρονο κόσμο, όπου η Ε.Ε. είναι απλώς ο αποδιοπομπαίος τράγος, και όχι βέβαια η αιτία των προβλημάτων. Σε έναν κόσμο ωστόσο πιο περίπλοκο και ανασφαλή από ποτέ, που οι πιο αδύναμοι δεν ξέρουν αν θα τους περιλαμβάνει και με ποιο τρόπο. Το θυμικό τους λοιπόν είπε «Οχι», και αυτό, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, ήταν αναμενόμενη απάντηση. Ενα δημοψήφισμα είχε φροντίσει να βγάλει τους σκελετούς από την ντουλάπα, και τους πιο μύχιους φόβους από το ασυνείδητο. Αν και είναι επείγον να απαντήσουμε σε αυτούς με κατανόηση και σχέδιο ως δημοκρατίες, αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο χειρότερος τρόπος για να το κάνουμε είναι τα δημοψηφίσματα.
*Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

1 σχόλιο:

  1. Πέραν του γεγονότος πως στα δημοψηφίσματα γενικώς απαντά ο καθένας στο "δικό" του δίλημμα (άκουσα μια μαύρη να λέει στην Εγγλέζικη TV - I'll vote out, I am out anyway), γενικά ενώ η απάντηση του ΝΑΙ είναι ξεκάθαρη αυτή του ΟΧΙ καλύπτει πολλές εκδοχές. Από το 100% ΕΞΩ μέχρι το ΜΕΣΑ μωρέ αλλά ας πούμε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα. Έτσι έχουμε τους λογής δικτατορίσκους να εκμεταλλεύονται την κατάσταση, έτσι έχουμε την μη χέσω ΠΦΑ.
    Μπάμπης

    ΑπάντησηΔιαγραφή