ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Λούλα Αναγνωστάκη

Λούλα Αναγνωστάκη
Η φωτό είναι του Σπύρου Στάβερη για τη LIFO

Παρατηρητήριο

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα σαφές μέτωπο ΝΔ και του κυοφορούμενου νέου σχήματος της κεντροαριστεράς. Μια γενναία και ρηξικέλευθη πολιτική συνεννόηση αρχών με συγκεκριμένα σημεία επαφής και καθαρές στοχεύσεις. Κι ας έχουν διαφορές που πρέπει να γίνουν σαφέστατες. Αυτό προϋποθέτει τη διατύπωση και διακίνηση τεκμηριωμένων πολιτικών θέσεων για τα μεγάλα επίδικα και κυρίως για τα δύο πιο σημαντικά. Αυτά της παραγωγής πλούτου και της διαχείρισης του κράτους. Με τρόπο όμως που θα αποδεικνύει και στον πλέον αδαή ότι η ελευθερία στην οικονομία από τη μια και η υποχώρηση του κράτους από την άλλη θα αποδειχθούν ωφέλιμα όχι μόνο για το κεφάλαιο αλλά και για τους πολίτες και δη τους ασθενέστερους. Αυτό σημαίνει υπεύθυνη λαϊκή πολιτική και όχι ελιτίστικη ή λαϊκίστικη.

Athens Voice

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Όσο θα πολλαπλασιάζονται οι δημόσιες τοποθετήσεις των υποψηφίων τόσο θα αποκαλύπτεται ο φυσικός αρχηγός του κέντρου και το βαρύ πολιτικό του φορτίο. Αλλά είναι εποχή του diet, οπότε....

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Τέρμα τα Μνημόνια;


του Γιώργου Προκοπάκη
Στο νέο Books' Journal, No 34

Είμαστε λιγότερο από ένα χρόνο μακριά από την προγραμματισμένη τελευταία καταβολή της τρόικας στο πλαίσιο του Προγράμματος Στήριξης. Τελειώνει το Μνημόνιο, λοιπόν. Πρέπει πια να συζητάμε την επόμενη μέρα.
Στο διάστημα μέχρι τον Μάιο 2014 που τελειώνουν οι δόσεις, μεσολαβούν οι γερμανικές εκλογές και η ελληνική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρόεδρος του Eurogroup Γιερούν Νταϊσελμπλούμ έχει ανακοινώσει πως η ευρωζώνη θα ασχοληθεί με το ελληνικό ζήτημα τον Απρίλιο 2014. Το ΔΝΤ διαπιστώνει χρηματοδοτικό κενό από τον Ιούλιο 2014. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επαναβεβαιώνει την απόφαση του Νοεμβρίου 2012 (η οποία με τη σειρά της ήταν η επισημοποίηση της επιτυχίας Παπαδήμου στο Eurogroup της 21/2/2012, που απέσπασε την προφορική, επίσημη όμως, διαβεβαίωση) πως θα συνεχισθεί η στήριξη της Ελλάδας μετά το 2014, εάν βέβαια η Ελλάδα τηρήσει μέχρι τότε τα συμπεφωνημένα. Ας δούμε εν συντομία τις ανάγκες της Ελλάδας.

Το ελληνικό χρέος

Τα διαγράμματα που παρατίθενται έχουν εξαχθεί από τα επίσημα τριμηνιαία Δελτία Δημόσιου Χρέους του υπουργείου Οικονομικών (ΥΠΟΙΚ). Σ’ αυτά φαίνεται το προφίλ του ελληνικού χρέους σε δύο χρονικές στιγμές: (α) στις 31 Μαρτίου 2010, μερικές εβδομάδες πριν από την απόφαση καταφυγής στην τρόικα, (β) στις 31 Μαρτίου 2013, το τελευταίο διαθέσιμο – θεωρητικά επί τη βάσει του οποίου γίνεται ο όποιος προγραμματισμός.
Είναι αξιοσημείωτο πως το σύνολο του δημοσίου χρέους «επέστρεψε» (σε απόλυτα μεγέθη) στα επίπεδα της άνοιξης του 2010 - 310 δισ. € το 2010, 309 δισ. € το 2013. Με μια τεράστια διαφορά: ο μέσος χρόνος αναχρηματοδότησης του χρέους έγινε 15,4 χρόνια το 2013, από 5,8 χρόνια το 2010. Δεν υπάρχει το βουνό των άμεσων υποχρεώσεων αναχρηματοδότησης του 2010, οι οποίες έχουν απλωθεί σε βάθος χρόνου. Σηλαδή, όσον αφορά το χρέος, στα τρία μνημονιακά χρόνια επιτεύχθηκε, εκτός από την απομείωσή του, η μετατροπή του σε (σχεδόν) διαχειρίσιμο. Αξίζει να ρίξει κανείς μια ματιά στο προφίλ χρέους της άνοιξης 2010. Είναι εμφανές πως οι πόροι της πρώτης δανειακής σύμβασης μόλις που έφθαναν μέχρι τις αρχές του 2012. Το πρώτο Μνημόνιο θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο μόνον εάν η Ελλάδα κατόρθωνε να βγει στις αγορές ήδη από τις αρχές του 2012, και μάλιστα με δυνατότητα άντλησης ποσών άνω των 50 δισ. € ετησίως (αναχρηματοδότηση χρέους και ελλείμματα). Η προοπτική αυτή είχε πάψει να υφίσταται ήδη από το τέλος του 2010.
Μια ακόμη παρατήρηση είναι αναγκαία. Οι διακανονισμοί για το ελληνικό χρέος που έγιναν στην τριετία (PSI+, επαναγορά ομολόγων, επιμήκυνση και μείωση επιτοκίων Μαρτίου 2011 και Νοεμβρίου 2012) είχαν αποτέλεσμα τη μείωση των υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του χρέους (τόκοι) από 18 - 20 δισ. € που προέβλεπε το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2011, σε μόλις (!) 8 - 9 δισ. €. Η βελτίωση στη δυνατότητα διαχείρισης του ελληνικού χρέους οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους διακανονισμούς με τους δανειστές.

Η μέρα μετά το Μνημόνιο

Τους τελευταίους μήνες έχει αναπτυχθεί φιλολογία περί του τέλους της τρόικας και των μνημονίων. Μαζί έρχεται και η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές. Ας υποθέσουμε πως τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά μέχρι την άνοιξη του 2014. Ας δεχθούμε και το σενάριο επιστημονικής φαντασίας της εξόδου της χώρας στις αγορές. Από το σημερινό προφίλ χρέους παρατηρούμε ότι, από την άνοιξη του 2014 μέχρι το τέλος του 2016, οι ανάγκες αναχρηματοδότησης χρέους είναι συνολικά τουλάχιστον 27 δισ. €. Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν οι ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους – δεδομένου πως δεν θα έχει επιτευχθεί ακόμη ο στόχος πρωτογενούς πλεονάσματος 4,5%, περίπου όσο και οι ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους. Η «αποφοίτηση» της χώρας από τα μνημόνια και η έξοδός της στις αγορές σημαίνει «ανταλλαγή» χρέους επιτοκίου 1,8% (της τρόικας) με χρέος επιτοκίου 6% (των αγορών). Μόνο από την επιτοκιακή διαφορά, ο τερματισμός του Προγράμματος Στήριξης το 2014 σημαίνει πως, σε δύο χρόνια, μέχρι το 2016, θα έχουν προστεθεί ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους τουλάχιστον 1,4 δισ. €, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου θα αυξάνονται. Η έξοδος από το Μνημόνιο, ακόμη και με ολοκλήρωσή του με εκκωφαντική επιτυχία, σημαίνει παρατεταμένη λιτότητα – πλέον με ελληνική πρωτοβουλία και σχεδιασμό. Εκτός εάν η Ελλάδα μετατραπεί στο άμεσο μέλλον σε μεσογειακή τίγρη, με ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από 4% – πράγμα που κάθε άλλο παρά διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Η φιλοσοφία της λύσης που προδιαγράφεται στο τελευταίο Μνημόνιο είναι σχηματικά η εξής:

"Η Ελλάδα επιτυγχάνει διατηρήσιμο και αξιόπιστο πρωτογενές πλεόνασμα 4,5% του ΑΕΠ, το οποίο χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση του χρέους. Η αναχρηματοδότηση του χρέους θα γίνεται είτε από τις αγορές είτε με την αρωγή της ευρωζώνης."


Η υπόθεση διατηρήσιμου πρωτογενούς πλεονάσματος 4,5% επί μακρό χρονικό διάστημα σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί εύλογη.
Η φιλοσοφία μπορεί να γίνει πραγματικότητα, παραμένοντας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Απεμπλοκή από τους μηχανισμούς στήριξης με ταυτόχρονη μείωση του χρέους περίπου κατά 150 δισ. € και αναχρηματοδότηση από τις αγορές με επιτόκιο 4% - 5%.
Συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων, με μία ή άλλη μορφή και περιεχόμενο, με την ευρωζώνη να αναλαμβάνει μέσω διακανονισμών (επιμηκύνσεις, επιτόκια, μετακυλίσεις) την αναχρηματοδότηση του χρέους, ενώ η Ελλάδα αναλαμβάνει την εξυπηρέτησή του (τόκοι) και βραδεία μείωσή του σε βάθος χρόνου.
Η ευρωζώνη εγκαθιδρύει μηχανισμό αμοιβαιοποίησης του χρέους, πράγμα που απαιτεί ριζικές αλλαγές στις ευρωπαϊκές δομές.
Ξεφεύγοντας από τη σημειολογία του Μνημονίου ως το σύνολο των όρων που συνοδεύουν μια δανειακή σύμβαση, το οποίο έχει δαιμονοποιηθεί, είναι προφανές πως καθεμιά από τις περιπτώσεις θα συνοδεύεται από αυστηρούς πολιτικούς όρους. Τόσο αυστηρούς που καμιά από τις πολιτικές δυνάμεις οι οποίες υποτίθεται είναι ταγμένες στην έξοδο από την κρίση δεν τολμά να εντάξει στην πολιτική συλλογιστική της. Απλώς, δεν είναι εύπεπτοι στο παραπλανητικό μέτωπο μνημόνιο - αντιμνημόνιο. Η λύση παραπέμπεται στην επόμενη, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, γερμανική κυβέρνηση. Έχει επιλεγεί δε το κλείσιμο του ματιού: Μέρκελ και Σόιμπλε κάνουν τους σκληρούς εν όψει εκλογών, αλλά αμέσως μετά θα αναγκασθούν από την πραγματικότητα να δώσουν λύση, που σημαίνει μονοσήμαντα κούρεμα του επίσημου τομέα.

Η απομείωση του χρέους

Με το τέλος του τρέχοντος προγράμματος στήριξης το ελληνικό χρέος θα είναι περί τα 320 δισ. € Η διάρθρωσή του θα είναι περίπου:

Ευρωζώνη/ΕΚΤ 190 δισ. €
ΔΝΤ 50 δισ. €
Ομόλογα PSI 32 δισ. €
Ομόλογα Κεντρικών Τραπεζών 12 δισ. €
Άλλα δάνεια 18 δισ. €
Βραχυπρόθεσμος δανεισμός 18 δισ. €

Από τα χρέη αυτά, μόνον το πρώτο, τα 190 δισ. € των «Ευρωπαίων της τρόικας» θα μπορούσε να υποστεί απομείωση – κούρεμα δηλαδή. Εάν δε προστατευθεί η ΕΚΤ, οι ανάγκες της Ελλάδας μεταφράζονται πρακτικώς σε πλήρη διαγραφή του χρέους προς τις χώρες της ευρωζώνης. Μπορεί αυτό να δείχνουν τα λογιστικά φύλλα, πλην όμως είναι πολιτικώς αδιανόητο.
Στην απομείωση του χρέους ήδη προβλέπεται η ελληνική «συμμετοχή»: (α) με την επιτυχή επανιδιωτικοποίηση των τραπεζών μέχρι το 2017 και την ανάκτηση κεφαλαίου, (β) με την επιτυχή ιδιωτικοποίηση δημόσιας περιουσίας.
Εάν δεν υπάρξουν δυσάρεστες εκπλήξεις με τις τράπεζες, η ανάκτηση κεφαλαίου με την ολοκλήρωση του κύκλου της ανακεφαλαιοποίησης μπορεί να φθάσει μέχρι 32 δισ. € (το σημερινό «μαξιλάρι» των 8 δισ. € συν τα περίπου 24 δισ. € της συμμετοχής του ΤΧΣ στις συστημικές τράπεζες). Σημειώνεται πως η πρόβλεψη του ΔΝΤ για ανάκτηση μόνον 16 δισ. € παραμένει. Όσον αφορά τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις, ο Θεός κι η ψυχή μας! Κάθε ποσόν από τα 11,1 δισ. € του υποτιθέμενου στόχου μέχρι το 2016, μέχρι 30 δισ. € το 2020, είναι πιθανό. Κανείς πλέον δεν πιστεύει πως το πρόγραμμα Helios για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών θα συνεισφέρει ουσιαστικά στο χρέος.
Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα ανάληψης του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από τον ESM. Η εξέλιξη είναι πιθανή γιατί είναι «πολιτικά βολική» και μπορεί να πουληθεί στην κοινή γνώμη της Ευρώπης ως διαδικαστικού τύπου παρέμβαση, μια και δεν έχει άμεσο αντίκτυπο στους προϋπολογισμούς. Οι όροι και η έκταση της μεταφοράς αυτού του χρέους είναι άγνωστοι. Η Κομισσιόν προβλέπει πως το υπολειπόμενο χρέος, μετά τον κύκλο ανακεφαλαιοποίηση - ιδιωτικοποίηση, παραμένει Ως υποχρέωση του κράτους. Εάν μεταφερθεί στον ESM το ΤΧΣ μεταφέρονται 50 δισ. € χρέους, εάν μεταφερθούν οι συμμετοχές του ΤΧΣ μεταφέρονται 32 δισ. € χρέους – το απολήψιμο μέρος της ανακεφαλαιοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, η όποια εξέλιξη σχετικά με αυτό το ζήτημα θα δρομολογηθεί μετά την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, δηλαδή μετά το καλοκαίρι 2014. Επίσης, μέρος της σχετικής απομείωσης του χρέους έχει ήδη συνεκτιμηθεί στις προβλέψεις του ελληνικού χρέους το 2020, στην απόφαση του Νοεμβρίου 2012.
Σε περίπτωση εμπλοκής του επίσημου τομέα (κούρεμα που θα υποστούν οι χώρες-μέλη της ευρωζώνης) πρέπει να είναι σαφές πως η λύση είναι οριστική. Είναι αδύνατον να γίνει, έστω και μικρή, διαγραφή ονομαστικού χρέους και να συνεχισθεί η βοήθεια προς την Ελλάδα. Για να εξετασθεί και μόνον η προοπτική κουρέματος των δανείων των χωρών της ευρωζώνης, πρέπει πρώτα να είναι βέβαιο πως η Ελλάδα μπορεί να σταθεί στα πόδια της χωρίς περαιτέρω βοήθεια. Τα ελληνικά πλεονάσματα να είναι επαρκή και επαναλήψιμα, η πρόσβαση στις αγορές να είναι απρόσκοπτη, η ανάπτυξη να είναι σταθερή. Επιπροσθέτως, η Ελλάδα πρέπει να έχει κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να μειωθούν οι ανάγκες του πιθανού κουρέματος των εταίρων της ευρωζώνης – τράπεζες, ιδιωτικοποιήσεις.
Δεδομένου πως η ονομαστική μείωση του χρέους είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτή από την κοινή γνώμη των χωρών-μελών της ευρωζώνης, η προοπτική πρέπει να ωριμάσει πολιτικά, αλλά και να ικανοποιεί την απαίτηση της οριστικής λύσης. Κάτι τέτοιο, εάν είναι δυνατόν να γίνει, δεν μπορεί παρά να γίνει μετά το 2018 – όταν θα έχει δρομολογηθεί με επαρκή βεβαιότητα η ανάκτηση κεφαλαίων από τις τράπεζες και τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και θα έχει γίνει ορατή η προοπτική της ελληνικής οικονομίας.
Το πιθανότερο είναι πως η όποια ονομαστική απομείωση του ελληνικού χρέους θα γίνει μετά το 2015 – σε σοβαρά (σε σχέση με την αναγκαία απομείωση) μεγέθη μετά το 2018. Ως εκ τούτου, το υποτιθέμενο ορόσημο των γερμανικών εκλογών απλώς δεν οριοθετεί τίποτε σχετικό!

Οι ελληνικές προοπτικές
Η προσωπική μας εκτίμηση είναι πως δεν πρόκειται να υπάρξει εμπλοκή του επίσημου τομέα, πέραν ίσως της μεταφοράς στον ESM του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Η ονομαστική διαγραφή κρατικών δανείων είναι πολιτικά στο όριο του αδιανόητου, δεν μπορεί να σταματήσει στην Ελλάδα και θα επεκταθεί σε Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρο – ενδεχομένως και σε Ισπανία, Ιταλία, Βέλγιο. Η οριστική λύση για την Ελλάδα δεν θα μπορεί να προδιαγραφεί πριν περάσουν κάμποσα χρόνια, οπότε απαιτείται ούτως ή άλλως μια μεταβατική λύση.
Η λύση της αμοιβαιοποίησης του χρέους (π.χ., ευρωομόλογα) απαιτεί σημαντική πρόοδο στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι ουσιαστικές πρωτοβουλίες θα αναληφθούν μετά την τραπεζική ενοποίηση και την εδραίωση της πεποίθησης πως η κρίση του ευρώ έχει λήξει.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν δύο σημαντικές επιτυχίες το 2012. Την προφορική δέσμευση που απέσπασε ο Λουκάς Παπαδήμος στο Eurogroup του Φεβρουαρίου 2012 για συνέχιση της στήριξης της χώρας και μετά το Μνημόνιο (δέσμευση που επαναβεβαίωσε ο κ. Σόιμπλε κατά την πρόσφατη επίσκεψή του) και την απόφαση που κατάφερε να κατάφερε ο Γιάννης Στουρνάρας να καταγραφεί στο Eurogroup του Νοεμβρίου 2012 για περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.
Τα παραπάνω προδιαγράφουν μια πορεία μερικών χρόνων με αλλεπάλληλους διακανονισμούς του χρέους, όπως: μείωση των επιτοκίων, μετακυλίσεις λήξεων δανείων, επιμηκύνσεις αποπληρωμής. Η εξέλιξη αυτή είναι στο πλαίσιο της κοινοτικής αλληλεγγύης, δεν εγγράφει ζημίες σε προϋπολογισμούς, κυρίως όμως είναι η πιο επωφελής για την Ελλάδα. Παρέχει μια «περίοδο χάριτος» για τις δραστικές αλλαγές που απαιτούνται ώστε απρόσκοπτα και χωρίς την αβεβαιότητα των αγορών η χώρα να προσαρμοσθεί σε ένα βιώσιμο μοντέλο, να ολοκληρώσει χωρίς σοβαρούς κινδύνους για την οικονομία τον κύκλο της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος, να μεγιστοποιήσει τα οφέλη από τις αποκρατικοποιήσεις.
Για όσους παραμένουν κολλημένοι στη σημειολογία των Μνημονίων, είναι σαφές πως θα έχουν αντικείμενο πολιτικής σπέκουλας για κάμποσα χρόνια ακόμη. Μνημόνια με σκληρούς ή λιγότερο σκληρούς όρους θα έχουμε οπωσδήποτε για τα επόμενα δέκα χρόνια περίπου. Μπορεί εν τω μεταξύ να αντικατασταθούν από νέες ευρωπαϊκές συνθήκες, οι όροι όμως θα είναι αντίστοιχης σκληρότητας. Σε κάθε περίπτωση θα υπάρχει σφικτή εποπτεία της εκτέλεσης των προϋπολογισμών.

Το οξύμωρο είναι πως η παράταση των μνημονιακών σχέσεων βολεύει και τη χώρα μας. Η Ελλάδα είναι ανέτοιμη για οριστική λύση, ακόμη και εάν θα ήταν δυνατόν να προσφερθεί. Η εξυπηρέτηση χρέους 320 δισ. € με επιτόκιο 1,8% (της τρόικας) ισοδυναμεί με εξυπηρέτηση χρέους περίπου 100 δισ. € με επιτόκιο 6% (των αγορών) – αρκεί βέβαια κάποιος να φροντίζει την αναχρηματοδότηση στην πρώτη περίπτωση. Οι προοπτικές ανάπτυξης είναι ασαφείς, οι άνεργοι σε μεγάλους αριθμούς θα υπάρχουν για τουλάχιστον μια δεκαετία, βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο που θα αντικαστατήσει το παλιό, προ κρίσης, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Σε ενδεχόμενη οριστική λύση με διαγραφή του χρέους, τα μέτρα τα οποία θα είναι υποχρεωμένη η όποια ελληνική κυβέρνηση να λάβει απλώς για να επιβιώσει η χώρα θα είναι πολύ σκληρότερα από αυτά που ζούμε τώρα. Εκτός βέβαια εάν φαντάζονται κάποιοι πως, μαζί με τη διαγραφή του χρέους, κάποιοι άλλοι θα αναλάβουν και άλλες υποχρεώσεις, όπως την αναχρηματοδότηση του υπολειπόμενου χρέους, τη χρηματοδότηση ελλειμμάτων, τις αναπτυξιακές ανάγκες. Θυμίζουμε πως πρόσφατη μελέτη ξένου οίκου διαπιστώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη ενέσεων ρευστότητας 15 - 20 δισ. € κάθε χρόνο – ανεξαρτήτως του ύψους του δημόσιου χρέους. Δυστυχώς, η Ελλάδα σήμερα δεν μπορεί να αντεπεξέλθει μόνη της.
Οι προτεραιότητες της ελληνικής πολιτικής σκηνής έχουν να κάνουν με τα χιλιοειπωμένα: τις τράπεζες, τις αποκρατικοποιήσεις, τη ρευστότητα, την ανάπτυξη, την ανεργία. Οπωσδήποτε βέβαια και με την εκπόνηση μακροπρόθεσμου πλάνου ανάκαμψης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου