ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Τάσος Μπουλμέτης

Τάσος Μπουλμέτης

Παρατηρητήριο

Καλά θα κάνεις, πατερούλη, να μην ανακατεύεσαι στις ζωές των άλλων και δη των παιδιών. Δεν είναι τα δικά σου. Το κράτος ας φροντίζει μόνο να υπάρχουν πραγματικά σχολεία και αληθινοί δάσκαλοι. Και να καταργήσει το ένα και μοναδικό βιβλίο. Εξάλλου τα περισσότερα κρατικά είναι άστοχα. Να είναι ελεύθεροι οι άνθρωποι να μάθουν ό,τι και όπως θέλουν, ελεύθεροι να επιχειρούν. Τίποτε άλλο. Αν ο Στέλιος είχε την ευκαιρία να μάθει την τέχνη, αν τον άφηνες να ανοίξει αύριο μια δική του δουλειά, να βρει το δρόμο του, δεν θα σε είχε ανάγκη. Όπως σίγουρα δεν θα σε έχει η Ματίνα που θα ψηλώσει πολύ και δεν θα την φτάνεις. Δεν θα μπορείς να τους χειραγωγείς. Αν στέκει όμως σκυφτός πάντα θα κοιτάζει προς εσένα.

Athens Voice 3τσάντες έξω από ένα σχολείο κάπου στην Αθήνα

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Το αριστεροδέξιο και πάντα φοβικό προς τη Δύση συνεχές, παλλόμενο αδιαλείπτως, γραπώνεται τώρα από την εθνική ταυτότητα και μετατοπίζεται πολιτικά δεξιά. Τα όσα αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις δεν είναι φενάκη. Το κίνημα των αγανακτισμένων εκδικείται. Επιστρέφει ηττημένο, αβέβαιο και light. Η εξαπάτησή του παράγει το αντίθετο πολιτικό αποτέλεσμα. Ποιος πολιτικός θα τολμήσει να του πάει κόντρα όταν δεν έχει χρήμα να μοιράσει;

Μήπως ήρθε ο καιρός της δεξιάς;

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Η ‘Βαθιά Ελλάδα’ που έχουμε ανάγκη....




του Αχιλλέα Γραβάνη


Δίπλα στο πατρικό μου σπίτι στη Λάρισα στους Έξη Δρόμους έμενε μια οικογένεια Ελλήνων Εβραίων. Θαυμαστοί νοικοκυραίοι. Η μικρή τους κόρη, η Έτη, ήταν ο πρώτος έρωτας στα επτά, καθηγήτρια Ψυχολογίας σήμερα. Ο πατέρας καπελάς στην κεντρική αγορά, ο αδελφός του μανάβης, αδελφικός φίλος του μάγειρα πατέρα μου (πάντα διερωτόταν πως εγώ με τα μακρυά μαλλιά και τα αμπέχονα είναι δυνατόν να είμαι γιος αυτού του πάντα καλοντυμένου ‘πρίγκηπα’ φίλου του...). Ο ένας γιος καθηγητής παν/μιου, στη Χημική Μηχανική των Πετρελαίων, ο άλλος καθηγητής Αιματολογίας. Όλη η οικογένεια δούλευε ώρες ατελείωτες.

Η μητέρα αγόραζε ένα κοτόπουλο και το έτρωγαν για 3 μέρες: τα πλατάρια κοκκινιστά με μακαρόνια, τα πόδια με μπόλικες πατάτες στο φούρνο, τα υπόλοιπα με μπάμιες. Όταν η μητέρα έφτιαχνε γλυκό θεωρούσε υποχρέωση της να μας φέρει στο σπίτι τρία τουλάχιστον κομμάτια (για καιρό τα θεωρούσα ‘προίκα’ μου λόγω Έτης...). Τα ρούχα δεν άλλαζαν συχνά, όμως πάντα περιποιημένα, διαλεγμένα. Τα χαμόγελα πάντα παρόντα, η ανάγκη του αγγίγματος αληθινή. Στο σπίτι τους ένιωθα σαν στο σπίτι μου: με άκουγαν πάντα, στα καλά, στα κακά.

Αυτήν την Ελλάδα της αξιοπρεπούς ανέχειας αλλά της ουσιαστικής, της έντιμης δημιουργίας και αλληλεγγύης, την κοσμοπολίτικη αναπολώ, σ’ αυτήν αναζητώ πλέον την λύση μας. Αν σήμερα λιγοστεύει, εμείς που την ζήσαμε, πρέπει να την ανακτήσουμε, να την μεταγγίσουμε. Και αν δεν φτάνει η ντόπια να εισάγουμε από αυτήν της διασποράς που μένει άσβεστη, μακριά από τις διαχρονικές παθογένειες του τόπου. Και να προσθέσουμε και μία δόση από αυτήν των μεταναστών νοικοκυραίων που διψασμένοι για ζωή και δημιουργία πολύ φέρνουν προς τους παλιούς νοικοκυραίους μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου