ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ

1973 Νίξον - Μπρέζνιεφ
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, Λεονίντ Μπρένζιεφ, κατά τη διάρκεια περιπάτου στην αυλή της έπαυλης του πρώτου στην Καλιφόρνια, το 1973. Στο βάθος, ο Ειρηνικός Ωκεανός. Από την Καθημερινή

Παρατηρητήριο

του Τέλη Σαμαντά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Εδώ και χρόνια επιμένω και θα συνεχίσω να επιμένω: οι μελέτες και οι αναλύσεις —πολιτικές, οικονομικές, κοινωνιολογικές, πολιτιστικές— που αφορούν την επτάχρονη Δικτατορία είναι ελάχιστες σε σχέση με τις αντίστοιχες που αφορούν την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Κι όμως, θεωρώ πως στη διάρκεια της Χούντας διαμορφώθηκαν τα κύρια κοινωνικά ρεύματα που καθόρισαν τις μεταπολιτευτικές στρεβλώσεις. Η αποκοπή από το διεθνές περιβάλλον και η λαϊκιστική εσωστρέφεια· η ανάδυση νέων κοινωνικών στρωμάτων που απέκτησαν οικονομική ισχύ χάρη στα οικονομικά μέτρα των δικτατόρων (χωρίς όμως να έχουν και την αντίστοιχη πολιτική εκπροσώπηση, την οποία απέκτησαν στη συνέχεια κατά τη Μεταπολίτευση)· η απότομη διακοπή των πνευματικών αλλά και των πολιτικών αναζητήσεων σε όλους τους ιδεολογικούς χώρους· η σαφέστατη οπισθοχώρηση των προβληματισμών για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής ζωής της χώρας· η υποχρεωτική συνύπαρξη αντιθετικών και αποκλινόντων πολιτικών και πνευματικών προβληματισμών και η εκ των πραγμάτων σύγκλιση τους —στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή— απέναντι στον «κοινό εχθρό» της Χούντας· η καθυποταγή μέσω της ανοχής της Δικτατορίας μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας· ηκυριαρχία του κιτς σε πάμπολλους τομείς της πολιτιστικής ζωής — αυτά είναι μερικά μόνο από τα αποτελέσματα του επτάχρονου «γύψου».

Η σημαντικότατη αυτή έλλειψη μελέτης της Χούντας έχει σοβαρές επιπτώσεις: η περίοδος της Δικτατορίας έχει καταγραφεί στην κοινωνική συνείδηση απλώς ως μία «σκοτεινή περίοδος», καταπίεσης και βίας από τη μία και «αντιστασιακής πράξης» από την άλλη. Το αποτέλεσμα είναι η ουσιαστική άγνοια —και όχι μόνο των νεότερων γενιών— των παραμέτρων οι οποίες συνιστούν την ιστορική τομή που αποτελεί για την νεοελληνική ιστορία η Δικτατορία 1967-1974 και, κατ’ επέκταση, η ενοχοποίηση της Μεταπολίτευσης ακόμη και για φαινόμενα που στην πραγματικότητα η ημερομηνία γέννησής τους χρονολογείται στην περίοδο της Χούντας. Με λίγα λόγια: ο καλύτερος τρόπος για να «θυμηθούμε» την αυριανή επέτειο είναι να μελετήσουμε το τι σήμαινε στην πραγματικότητα για την νεοελληνική κοινωνία εκείνη η «σκοτεινή περίοδος». Πολλές αιτίες ακόμη και των σημερινών κακοδαιμονιών υποψιάζομαι πως θα ανακαλύψουμε.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ο βασικός λόγος, ωστόσο, που επέλεξα να ασχοληθώ με την αφελή αυτή επιλογή είναι πιο σημαντικός. Την έγραψε σε δύο φράσεις ο εκπαιδευτικός Λεωνίδας Καστανάς, η αρθρογραφία και οι αιχμηρές παρεμβάσεις του οποίου έχουν πάντα ενδιαφέρον. «Εδώ και 30 χρόνια, το θέμα της έκθεσης είναι το ίδιο. Τι καλός που είναι ο ελληνοορθόδοξος κομμουνισμός και τι κακός που είναι ο προτεσταντικός καπιταλισμός», έγραψε στο fb ο Καστανάς. Και υπερθεμάτισε μνημονεύοντας θέματα εξετάσεων από το παρελθόν. «Οι στέγες κοντά, οι ψυχές μακρυά. Η αρχαία τέχνη πρωτοπόρα και ζωντανή. Ο τεχνολογικός πολιτισμός και η αλλοτρίωση του ανθρώπου. Η σύγχρονη αποξένωση». Και σχολίασε: «Κανείς δεν τολμά να βγει από το ελληνικό στερεότυπο. Τεχνοφοβία και άγιος ο Θεός. Πρέπει να αντισταθούμε στην ανήθικη τεχνολογική Δύση. Διότι μας κάνει να τρέχουμε γρήγορα και να ξεχνάμε την ανθρωπιά μας. Ενώ όταν πηγαίναμε με τον αραμπά βλέπαμε και κάνα άνθρωπο. Το ότι μιλάω με τους φίλους μου σήμερα ακόμη και όταν βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακρυά με τούτο το μηχάνημα του διαβόλου, με απομακρύνει από τους ανθρώπους. Λουδιτισμός και τα μυαλά στα κάγκελα. Η αριστερή αφήγηση της ανατολής συνεχίζεται».

Κ. Ζούλας Καθημερινή

Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Ανασυγκρότηση με επίκεντρο τη γνώση: Η στρατηγική σημασία των πανεπιστημίων και των φορέων της έρευνας


Μια ουσιώδης και ιδιαίτερα χρήσιμη παρέμβαση στο συνέδριο του ΙΣΤΑΜΕ από το Γιάννη Καλογήρου. 

του Γιάννη Καλογήρου (από τη Μεταρρύθμιση)

1. Η εκπαίδευση, η μόρφωση και η γνώση είχαν και έχουν κεντρική-στρατηγική θέση σε ένα σοσιαλδημοκρατικό/ προοδευτικό πολιτικό πρόταγμα.
    Ιστορικά, στην πολιτική κουλτούρα της σοσιαλδημοκρατίας και της προοδευτικής παράταξης - στις διάφορες παραλλαγές της- η  εκπαίδευση (όλων των βαθμίδων) θεωρείται ένα είδος «εξισωτικού  μηχανισμού»  για την καταπολέμηση των οικονομικών ανισοτήτων. Έρευνες και μελέτες και στην Ελλάδα έως την κρίση έχουν δείξει ότι τα πιο εκπαιδευμένα άτομα- ακριβέστερα οι   έχοντες πανεπιστημιακή εκπαίδευση- τείνουν να έχουν υψηλότερες αμοιβές και καλύτερη απασχόληση. Επιπροσθέτως, η εκπαίδευση  θεωρείται ένα ισχυρό μέσο για την αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης, καθώς και ένας θεσμός για τη διαμόρφωση ενημερωμένων πολιτών.
    Ευρύτερα, στην εποχή μας,  η γνώση και τα ευρήματα της έρευνας θεωρούνται απαραίτητες εισροές για τον σχεδιασμό  και την υλοποίηση τεκμηριωμένων δημόσιων πολιτικών. Ακόμη περισσότερο η επένδυση στη γνώση και την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί κινούσα δύναμη για μια ποιοτική και υψηλού δυναμικού βιώσιμη ανάπτυξη και για τη βελτίωση  της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας.
    Όμως, τα τελευταία χρόνια  αναπτύσσεται στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ένας σκεπτικισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα  ιδίως της  πανεπιστημιακής εκπαίδευσης εξαιτίας δύο διαπιστώσεων. Η πρώτη, αναφέρεται στην περίοδο της οικονομικής άνθησης που  όμως συνοδεύτηκε σε πολλές χώρες με διεύρυνση των ανισοτήτων. Η δεύτερη, αφορά την περίοδο της κρίσης, δηλαδή μετά το 2008, κατά την οποία πολλοί νέοι- ιδίως στη Νότια Ευρώπη-  και μάλιστα αρκετοί από αυτούς καλά εκπαιδευμένοι αδυνατούν να βρουν απασχόληση και παραμένουν για σημαντικό χρονικό διάστημα άνεργοι.  Στις διαπιστώσεις αυτές έρχονται να προστεθούν δύο ακόμη παράγοντες. Ο πρώτος αναφέρεται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς  που προκαλούν σημαντικές δυσκολίες στη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων. Ο δεύτερος συνδέεται με την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προσεγγίσει στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα τον στόχο που είχε θέσει στην αρχή του με τη στρατηγική της Λισαβώνας, δηλαδή  να γίνει η πιο ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης.
    Ασφαλώς, η εκπαίδευση δεν είναι πανάκεια, ούτε θεραπεύει κάθε οικονομική ή κοινωνική  νόσο, όμως συμβάλλει στη θεραπεία τους  και μπορεί να συνεισφέρει στην επίτευξη σημαντικών στόχων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Γι΄αυτό και παραμένει στο επίκεντρο μιας προοδευτικής ατζέντας στην εποχή μας.Γι΄αυτό και η επένδυση στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία και στο ανθρώπινο δυναμικό που θα τις προωθήσει μπορεί να συμβάλλει στην έξοδο από την κρίση και την ποιοτική ανάπτυξη.



    1. 2. Από την κρίση στην ανασυγκρότηση: Τέσσερα κρίσιμα ερωτήματα ζητούν απάντηση
    Στη χώρα μας, μετά από πέντε χρόνια βαθειάς ύφεσης και πολύ μεγάλης ανεργίας, τίθενται επιτακτικά τέσσερα κρίσιμα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας ερωτήματα.
    Ερώτημα πρώτον: Αρκούν η δημοσιονομική προσαρμογή και οι προωθούμενες μεταρρυθμίσεις για την αυτόματη επάνοδο της ελληνικής οικονομίας σε μια αναπτυξιακή τροχιά και τη δημιουργία θέσεων εργασίας;
    Ερώτημα δεύτερον: Πως θα μπορέσει η ελληνική οικονομία να σταθεί στον αναδυόμενο νέο Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας, στο πλαίσιο του οποίου αναδεικνύονται και αναζητούν ρόλο νέα οικονομικά και παραγωγικά υποκείμενα όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, αλλά ακόμη και το Βιετνάμ που αναδείχθηκε στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα ως η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία;
    Ερώτημα τρίτο: Τι είδους ανασυγκρότηση χρειαζόμαστε;
    Ερώτημα τέταρτο: Αποτελεί η επένδυση στην έρευνα, τη γνώση και το ανθρώπινο δυναμικό πολυτέλεια ή αναγκαιότητα σε συνθήκες οξείας δημοσιονομικής κρίσης, βαθειάς ύφεσης και πολύ μεγάλης ανεργίας ;
    Κατά τη γνώμη μου, η  δημοσιονομική προσαρμογή και οι  προωθούμενες μεταρρυθμίσεις δεν αρκούν για να μπεί η χώρα σε μια ποιοτική και υψηλότερης τεχνολογικής στάθμης και υψηλότερου δυναμικού αναπτυξιακή τροχιά και να δημιουργηθούν νέες και περισσότερες θέσεις εργασίας. Για να σταθεί η χώρα στον νέο αναδυόμενο διεθνή καταμερισμό εργασίας  χρειάζεται ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης στο πλαίσιο μιας στρατηγικής ευφυούς ανάπτυξης με επίκεντρο τη γνώση. Στο πλαίσιο αυτό οι βασικές δυνάμεις που μπορούν να προωθήσουν αυτού του τύπου την παραγωγική ανασυγκρότηση είναι α) το μορφωμένο και καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό με κατάλληλες γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες, β) οι μηχανισμοί παραγωγής, αξιοποίησης και διάχυσης της γνώσης και της τεχνολογίας, γ) η καινοτόμος και ποιοτική επιχειρηματικότητα που μπορεί να κάνει τη διαφορά, και δ) ένα αποτελεσματικό κράτος με λειτουργικές και επιχειρησιακές ικανότητες. Όμως, η  κρίση και η παρατεταμένη και εκτεταμένη  λιτότητα πλήττουν τα πανεπιστήμια και τους ερευνητικούς θεσμούς και φορείς  και μπορεί να καταστρέψουν την καινοτομία. Οι συνεχείς περικοπές και ο στόχος ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας  αποκλειστικά μέσω της μείωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας δεν μπορεί να είναι το αποκλειστικό περιεχόμενο των «μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών αλλαγών», ιδίως αν η ελληνική κοινωνία φιλοδοξεί να ανέβει στη διεθνή κλίμακα της ανταγωνιστικότητας και να στηρίξει υψηλότερα εισοδήματα, καλύτερο βιοτικό επίπεδο και περισσότερες και ποιοτικότερες θέσεις εργασίας. . Η νέα στρατηγική ευφυούς ανάπτυξης απαιτεί ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, αναβάθμιση του εθνικού συστήματος «έρευνας-καινοτομίας-τεχνολογίας-διάχυσης της γνώσης, δημιουργία του κατάλληλου οικοσυστήματος για την άνθηση της δημιουργικότητας και της καινοτόμου επιχειρηματικότητας καθώς και  τη συγκρότηση ενός ευφυούς κράτους με επιχειρησιακές και λειτουργικές ικανότητες.
    Η διαμόρφωση και η υλοποίηση ενός σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας πρέπει να συνδυασθεί με τον τερματισμό της παρατεταμένης και εκτεταμένης πολιτική λιτότητας, χωρίς όμως να παραμεληθεί μια πολιτική συστηματικού, βαθμιαίου, στοχευμένου  και λελογισμένου εξορθολογισμού των δημοσίων οικονομικών.
    Το ερώτημα που αμέσως ανακύπτει είναι: υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια τέτοια στρατηγική και ποια είναι η κατάσταση των δύο βασικών υποκειμένων: του πανεπιστημίου και των φορέων της έρευνας.


    1. 3. Το πανεπιστημιακό και ερευνητικό σύστημα της χώρας: Η εξέλιξή του από τη μεταπολίτευση έως σήμερα

    Αν επιχειρήσουμε μια συνοπτική αποτίμηση πέρα από την ισοπέδωση και την ωραιοποίηση μπορούμε να διαπιστώσουμε σημαντικές αλλαγές και απτή πρόοδο, αλλά και παραμένουσες συστημικές αδυναμίες και παθογένειες. Στην εξέλιξη αυτή το ΠΑΣΟΚ (μαζί με την Αριστερά) έπαιξαν κεντρικό ρόλο και ως εκ τούτου πιστώνεται τα καλά και χρεώνεται τις αρνητικές παρενέργειες  και την αδυναμία του να αντιμετωπίσει τις συστημικές υστερήσεις και τις χρόνιες και συν τω χρόνω επιδεινούμενες παθογένειες.
    Στη χώρα μας, μετά τη μεταπολίτευση και ιδιαίτερα μετά το 1982 προωθήθηκαν σημαντικές αλλαγές και σημειώθηκε ουσιαστική και απτή πρόοδος στη δομή, τις υποδομές, τη λειτουργία, το περιεχόμενο και το παρεχόμενο έργο του ελληνικού πανεπιστημιακού συστήματος.
    Οι εξελίξεις αυτές ήταν το αποτέλεσμα του συνδυασμού κινητηρίων δυνάμεων:
    • της διαδικασίας εκδημοκρατισμού, που δρομολογείται το 1974 με την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας,
    • της οργανικής ένταξης των ελληνικών πανεπιστημίων στο ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό και ερευνητικό γίγνεσθαι, μετά την ένταξη στην τότε ΕΟΚ,
    • της προώθησης σημαντικών θεσμικών (π.χ. νόμος πλαίσιο για τα ΑΕΙ) και άλλων πρωτοβουλιών.
    • Στο πλαίσιο αυτό αναλήφθηκαν με σημαντικές μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες (Νόμος Πλαίσιο για τα ΑΕΙ, δημιουργία αρχικά του Υπουργείου Έρευνας & Τεχνολογίας και εν συνεχεία της  Γενικής Γραμματείας ΄Ερευνας και Τεχνολογίας, Νόμος Διαμαντοπούλου για την Ανώτατη Εκπαίδευση) και πραγματοποιήθηκαν σημαντικές αλλαγές στις δομές και τη λειτουργία των πανεπιστημίων και καταγράφηκε ουσιαστική πρόοδος:
      • στην οργάνωση και στη διοίκηση των πανεπιστημίων,
      • στη διεύρυνση και τον εμπλουτισμό του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού και ευρύτερα του ερευνητικού δυναμικού με το άνοιγμα του πανεπιστημίου σε νέους επιστήμονες, πολλοί από τους οποίους επέστρεψαν μετά από μεταπτυχιακές σπουδές και εργασιακή εμπειρία σε καλά ιδρύματα του εξωτερικού.
      • στην σταθερή και αξιοσημείωτη παρουσία των ελληνικών ερευνητικών ομάδων στην ευρωπαϊκή και τη διεθνή ερευνητική δραστηριότητα που σε ορισμένους τομείς υπερβαίνει το αντίστοιχο εθνικό βάρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση οικονομικά και δημογραφικά κριτήρια [π.χ. η παρουσία στα ανταγωνιστικά ερευνητικά έργα των Προγραμμάτων (Framework Programmes) για την Έρευνα της Ε.Ε.],
    • στη δημιουργία νέων ερευνητικών κέντρων με επιτυχημένη διεθνή παρουσία (ΙΤΕ στην Κρήτη, ΕΚΕΤΑ στη Θεσσαλονίκη, ΙΤΥ στην Πάτρα κ.α..).
      • στη συγκρότηση ερευνητικών υποδομών (π.χ. Εθνικό Δίκτυο ΄Ερευνας Τεχνολογίας υπερυψηλών ταχυτήτων που διασυνδέει ηλεκτρονικά όλα τα πανεπιστήμια, τα ΤΕΙ, τα Ερευνητικά Κέντρα, το Σχολικό Δίκτυο), που διεύρυναν καθοριστικά τις διαθέσιμες δυνατότητες του ελληνικού πανεπιστημιακού δυναμικού στην πρόσβαση στην πληροφορία και το διεθνές γνωστικό απόθεμα, στην επικοινωνία με άλλες ερευνητικές ομάδες στην Ελλάδα και στον διεθνή χώρο, στην αύξηση της υπολογιστικής ικανότητας, στη βελτίωση της διδακτικής διαδικασίας.
      • Στη διεύρυνση της πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

    Όμως, η ανάπτυξη του ελληνικού πανεπιστημιακού συστήματος ήταν ιδιαίτεραάνιση ως προς την ένταση των  διαφορών που εμφανίζονται τόσο μεταξύ διαφορετικών πανεπιστημιακών μονάδων όσο και στο εσωτερικό τους. Οι διαφορές αυτές εντοπίζονται: στο επίπεδο, το έργο και την εξέλιξη του ανθρώπινου ερευνητικού και διδακτικού δυναμικού ακόμη και στο πλαίσιο του  ιδίου τμήματος, στο περιεχόμενο και τον τρόπο διδασκαλίας, στην ένταση και την ποιότητα του ερευνητικού έργου, στην αναλογία διδασκόντων και φοιτητών, στις διαφορετικές πτυχές της λειτουργίας του πανεπιστημιακού συστήματος ακόμη και στο ίδιο πανεπιστήμιο. Στην άνιση ανάπτυξη, πέραν των φυσιολογικών προσδιοριστικών παραγόντων που ισχύουν και αλλού, ρόλο έπαιξε και η ραγδαία και πολλές φορές άναρχη αύξηση του αριθμού των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και τμημάτων- σε συνδυασμό με τη διασπορά τους- και καθώς και του αριθμού των φοιτητών χωρίς αντίστοιχη αύξηση των πόρων, αλλά και τη διαμόρφωση των αναγκαίων προϋποθέσεων για την ομαλή εξέλιξή τους.
    Έτσι, μαζί με τις θετικές αλλαγές των πανεπιστημιακών πραγμάτων αναδείχθηκαν και σοβαρές παρενέργειες και συστημικές αδυναμίες, αλλά και παθογενείς καταστάσεις, όπως: η σταδιακή «θεσμική χαλάρωση» που κατέληξε  σε αναποτελεσματικό τρόπο διοίκησης και στην αδυναμία συστηματικής χάραξης στρατηγικής και αποδοτικής και αποτελεσματικής αξιοποίησης των πόρων κάθε ιδρύματος. Η ανοχή και εντέλει η αποδοχή φαινομένων βίας επέτρεψε την  βίαιη παρεμπόδιση της ακαδημαϊκής ζωής και επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το κλίμα,  εξασθένησε τη δημοκρατική λειτουργία και παρεμπόδισε την κίνηση των ιδεών μέσα στα ιδρύματα, ενώ  έφερε πολλά προσκόμματα στην ομαλή και δημοκρατική λειτουργία των οργάνων διοίκησης, αλλά και των ιδρυμάτων. Η μαζικοποίηση του πανεπιστημιακού θεσμού χωρίς τη σταθερή και ανυποχώρητη εφαρμογή κανόνων και διαδικασιών και σεβασμό της ακαδημαϊκής δεοντολογίας οδήγησε στην υποχώρηση της ποιότητας έναντι της άναρχης επέκτασης. Αρνητική εξέλιξη ήταν και η περιορισμένη σύνδεση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με την παραγωγή και την κοινωνία. Σταδιακά αναδείχθηκε η δυσκολία συγκερασμού της μαζικότητας με την αριστεία σε συνθήκες εντεινόμενων δημοσιονομικών περιορισμών, μια εξέλιξη που ασφαλώς δεν είναι αποκλειστικά ελληνική.
    Την τελευταία δεκαετία η  ανάγκη αλλαγών στο πανεπιστημιακό και ερευνητικό σύστημα είναι αναπότρεπτη λόγω της εντεινόμενης διεθνοποίησης, της τεχνολογικής αλλαγής και της μαζικοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Όμως, στην πίεση αυτή προστίθενται και οι επιπτώσεις της κρίσης, που επηρεάζουν την κυβερνητική πολιτική και τη ζωή των φοιτητών, ενώ εντείνεται ένα κλίμα αβεβαιότητας για το μέλλον. Ειδικότερα, ο  περιορισμός των διαθέσιμων πόρων προσδίδει ένα στοιχείο επείγοντος στις αλλαγές και ωθεί σε αναδιοργάνωση των πανεπιστημίων, ενώ επιβάλλει περικοπές δαπανών,  πολλές φορές χωρίς στοιχειώδη σχεδιασμό,  την ώρα που ο φοιτητικός πληθυσμός αυξάνεται. Όμως, αναφορικά με την επένδυση στην έρευνα και την εκπαίδευση  δίνονται διαφορετικές απαντήσεις στην περίοδο της κρίσης (2008-2013) στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Υπάρχουν χώρες, όπως οι σκανδιναβικές, η Γερμανία κ.α. που έχουν αυξήσει τις δαπάνες, ενώ άλλες παρά την περιοριστική πολιτική τις έχουν γενικά διατηρήσει στο προ της κρίσης επίπεδο.
    1. Παρά ταύτα υπάρχει- για πόσο ακόμη- ένα σημαντικό ερευνητικό και γενικότερα αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό.
    Καταρχάς, η κατάσταση του ελληνικού ερευνητικού συστήματος είναι καλύτερη από την εικόνα του στα μέσα ενημέρωσης και σε τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.  Αυτό πιστοποιείται από:
    α) την ένταση και την ποιότητα συμμετοχής των ελληνικών ερευνητικών φορέων στα ευρωπαϊκά ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα και την κεντρική τους θέση στα ερευνητικά που έχουν σχηματισθεί στη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών (1984-2013), σύμφωνα με δημοσιευμένες έρευνες του ΕΒΕΟ/ΕΜΠ.
    β) τη σημαντική αύξηση της ελληνικής ερευνητικής παραγωγής κατά την περίοδο 1996-2010 (με κριτήριο τον αριθμό των ελληνικών δημοσιεύσεων σε διεθνή έγκυρα περιοδικά με κριτές και των αναφορών που γίνονται σε αυτές) με βάση σχετική έρευνα σε δύο μεγάλες βάσεις καταγραφής επιστημονικών δημοσιεύσεων το Web of Science και το Scopus.
    γ) την σχετικά αξιόλογη παρουσία ερευνητικών δημοσιεύσεων στο top 1%, σύμφωνα με το περιοδικό Nature,  που πιστοποιεί την ύπαρξη επιστημονικής αριστείας.
    Ταυτόχρονα αναδεικνύεται σταδιακά- με πολύ μικρά βήματα ακόμη- μια δεξαμενή δυνητικών νέων επιχειρηματιών που αξιοποιούν τη γνώση, τα ερευνητικά αποτελέσματα που παράγουν και καινοτόμες ιδέες που μπορούν να μετατραπούν στον πυρήνα μιας καινοτόμου επιχειρηματικής δραστηριότητας.  Το ανθρώπινο δυναμικό που μπορεί να ενεργοποιηθεί από τα 24 ελληνικά πανεπιστήμια και τα 16 ΤΕΙ μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία (άμεσα ή στο μέλλον) στη δημιουργία και τη λειτουργία νέων καινοτόμων εγχειρημάτων  - τα οποία θα αξιοποιούν γνώση που, είτε προέρχεται από την έρευνα, είτε από την επαγγελματική και επιχειρηματική πρακτική.
    1. 5. Τρεις μεγάλοι κίνδυνοι και δύο μεγάλα προβλήματα
    v  Οι τρεις κίνδυνοι:
    • η χρόνια εθνική υποχρηματοδότηση της έρευνας και η απουσία ενός επιθετικού- αλλά ρεαλιστικού- δεσμευτικού στόχου (σταδιακή αύξηση έως 1.5%) για την αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη (π.χ. η επιλογή της Πορτογαλίας να αυξήσει έως την έναρξη της κρίσης και περίπου να διατηρήσει ένα υψηλό ποσοστό της τάξης του 1.5% του ΑΕΠ για την έρευνα) σε συνδυασμό και με την απουσία ενός σταθερού εθνικού προγράμματος έρευνας
    • Η μη ανανέωση του διδακτικού και ερευνητικού δυναμικού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των ερευνητικών κέντρων και η απειλή της  «διαρροής αξιόλογου επιστημονικού δυναμικού» (brain drain/ talent drain).
    • Απαξίωση των ικανοτήτων των καλά εκπαιδευμένων νέων λόγω μακροχρόνιας απομάκρυνσης από την αγορά εργασίας.
    v  Και τα δύο προβλήματα
    • Η αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας των εκπαιδευμένων νέων.
    • Ο ατροφικός κρίκος μεταξύ πανεπιστημίων, παραγωγής και αγοράς εργασίας.
    1. 6. Μερικές συγκεκριμένες προτάσεις για τη λειτουργία των πανεπιστημίων
    • Όχι στην  «ανακοπτόμενη μεταρρύθμιση» και στο  «ανακοπτόμενο άλμα» (όρος του Αλέξη Δημαρά)  της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
    • Τερματισμός του διοικητικού διχασμού και καθιέρωση της συνεργασίας  των πανεπιστημιακών αρχών με τα Συμβούλια των Ιδρυμάτων τους.
    • Ολοκλήρωση της εφαρμογής του νέου θεσμικού πλαισίου.
    • Κανονική λειτουργία των πανεπιστημιακών οργάνων.
    • Διαμόρφωση στρατηγικής για την πανεπιστήμια και την έρευνα σε εθνικό αλλά και ιδρυματικό επίπεδο (στόχοι, χρηματοδότηση, εξορθολογισμός, κρίσιμο μέγεθος , πολυτυπία, κάλυψη νέων αναγκών σε γνώση και διδασκαλία).
    • Το νομοθετικό πλαίσιο να παραμένει όσο λιτό γίνεται και να αναπτύσσονται εσωτερικοί «Μηχανισμοί  αυτοθεραπείας» από το ίδιο το πανεπιστήμιο, ενώ θα πρέπει να αποκατασταθεί μια κανονική και συνεχής  λειτουργία του «ασανσέρ ανατροφοδότησης» μεταξύ των ιδρυμάτων με το Υπουργείο Παιδείας (σύμφωνα με την εύστοχη  διατύπωση του ιστορικού  Β. Παναγιωτόπουλου) με τη διατήρηση της αυτονομίας τους.
    • Επανεξέταση του προσανατολισμού των ιδρυμάτων και των προγραμμάτων τους  - προώθηση της σύνδεσης με την παραγωγή και την κοινωνία και  ενδυνάμωση της διεθνοποίησής τους.
    • Ταχύτερος μετασχηματισμός του κυρίαρχου συμβατικού μοντέλου μεταβίβασης της γνώσης προς ένα πιο συνεργατικό, διαλογικό και συμμετοχικό πλαίσιο μάθησης.
    • Κεντρική Θέση των θεσμών της «Πρακτικής Άσκησης», της «Διασύνδεσης με την αγορά εργασίας», της «Διασύνδεσης της εκπαιδευτικής και της ερευνητικής διαδικασίας με την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα», της «Μεταφοράς Τεχνογνωσίας» και της οργάνωσης της «Δια Βίου Μάθησης και Κατάρτισης».
    1. 7. Μερικές συγκεκριμένες προτάσεις για τη διατήρηση και την αναβάθμιση της ερευνητικής δραστηριότητας
    • Η ετήσια σταδιακή αύξηση των δαπανών για την έρευνα ως ποσοστού του ΑΕΠ, κατά ένα σταθερό ποσοστό  π.χ. 0.1- 0.2%, με πρόσθετη σταθερή ροή εθνικών πόρων ούτως ώστε σε βάθος μιας πενταετίας να αποκατασταθεί η ροή μιας κρίσιμης μάζας δημόσιων πόρων στη δραστηριότητα ερευνητικής και τεχνολογικής ανάπτυξης.
    • Η  συστηματική προσέλκυση ιδιωτικών πόρων για χορηγίες, υποτροφίες που θα συνδέονται με την ερευνητική δραστηριότητα κ.α.,
    • Η  καθιέρωση ενός μόνιμου  εθνικού προγράμματος έρευνας
    • Η  μεσοπρόθεσμη στήριξη (3 έως 5 ετών) ερευνητικών ομάδων μετά από αξιολόγηση, ως μέρος ενός σχεδίου θεσμικής υποστήριξης της ερευνητικής δραστηριότητας.
    • Η λειτουργική ενοποίηση του ερευνητικού χώρου  - με διασφάλιση της κινητικότητας και της απόλυτης ισοτιμίας
    • Η  διασύνδεση της ερευνητικής και καινοτομικής δραστηριότητας  με τις λειτουργικές και αναπτυξιακές ανάγκες του δημοσίου τομέα. Ο δημόσιος χώρος πρέπει να εκληφθεί ως βασικός χρήστης αποτελεσμάτων έρευνας
    • Η υποστήριξη των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων ως φορέων μεταφοράς τεχνογνωσίας και ανάπτυξης περιφερειακών συστημάτων καινοτομίας  και όχι
    • Ένα μακροχρόνιο - και επαρκώς χρηματοδοτούμενο με απλές διαδικασίες- σχέδιο προσέλκυσης ελλήνων και ξένων επισκεπτών- ερευνητών από τον διεθνή χώρο για να συνεργασθούν για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα (από 1 μήνα έως 1 χρόνο) με ελληνικές ερευνητικές ομάδες (η συγκρότηση ενός εθνικού σχεδίου διεθνοποίησης της πανεπιστημιακής έρευνας και εκπαίδευσης).
     8. Μερικές ακόμη προτάσεις που συνδέονται με το σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης

    • Υποστήριξη της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας  πολιτών του Δικτύου  «Η εκπαίδευση αξίζει. Μην την υπολογίζεις στο έλλειμμα!» Η πρότασή αφορά την εξαίρεση των δαπανών κάθε εθνικού προϋπολογισμού για την εκπαίδευση από τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, στις περιπτώσεις που οι δαπάνες αυτές υπολείπονται του μ.ο της ευρωζώνης για τα τελευταία 5 έτη.
    • Η επαναφορά ενός εθνικού σκέλους του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων τόσο για την ανανέωση και την ανάπτυξη υποδομών (ερευνητικών, ψηφιακών και όχι μόνον συμβατικών) καθώς και στοχευμένων επενδύσεων στρατηγικού τεχνολογικού χαρακτήρα.
    • Η λειτουργική αξιοποίηση του ελλειπώς αξιοποιημένου «αναπτυξιακού κοιτάσματος» που συνδέεται με τις εφαρμογές των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών ιδίως στον δημόσιο τομέα και τις μικρές επιχειρήσεις.
    • Η ριζική απλοποίηση των διαδικασιών του ΕΣΠΑ και του τρόπου οργάνωσης και υλοποίησης των έργων.
    • Η αξιοποίηση των ανοιχτών δεδομένων και του ανοιχτού περιεχομένου που δημιουργείται στο πλαίσιο της λειτουργίας του δημοσίου τομέα.


    Εν κατακλείδι
    Χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την αναβάθμιση του ρόλου της εκπαίδευσης, της έρευνας, της γνώσης και της μάθησης στο δρόμο για μια νέα αναπτυξιακή πορεία της χώρας μας.
    Μήπως, λοιπόν, βρισκόμαστε, ως κοινωνία, μπροστά σε  ένα νέο μεγάλο απαιτητικό στόχο, αυτή τη φορά για να μπορέσουμε να σταθούμε στην Ευρώπη και τον κόσμο;
    Και κάτι τελευταίο: και μια ιστορική υπενθύμιση
    Ο Friedrich List (1789-1846) - o διακεκριμένος γερμανός οικονομολόγος και δημόσιος λειτουργός-  στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ανέπτυξε το 1841 στο μνημειώδες έργο του «Το εθνικό σύστημα πολιτικής οικονομίας»- που επανακαλύφθηκε στη δεκαετία του 1980- την προγραμματική βάση για τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η Γερμανία για να εκβιομηχανισθεί και να ξεπεράσει την προπορευόμενη Βρετανία.
    Η στρατηγική catch-up της Γερμανίας τον 19ο αιώνα
    Ο List πρότεινε το 1841 την ανάπτυξη ενός εθνικού συστήματος καινοτομίας που περιελάμβανε δύο βασικούς θεσμούς: την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση και τη δημιουργία των σύγχρονων πολυτεχνείων. Προηγουμένως, ο List ήταν ο θερμότερος υποστηριχτής της «τελωνειακής ένωσης» (Zollverein) των γερμανικών κρατιδίων , που εγκαθιδρύθηκε το 1834 υπό την ηγεσία της Πρωσίας και δημιούργησε μια «ζώνη ελευθέρου εμπορίου» που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της Γερμανίας και θεωρείται ως σημαντικό βήμα προς τη Γερμανική ενοποίηση.
    Στη συνέχεια, στο κλίμα της γερμανικής ενοποίησης δημιουργήθηκε η Deutsche Bank για τη διασφάλιση χρηματοδότησης για την εκβιομηχάνιση και την ενοποίηση μιας κατακερματισμένης αγροτικής οικονομίας στη Γερμανία.
    Οι τρεις αυτές μεγάλες πρωτοβουλίες αποτέλεσαν τον πυρήνα της στρατηγικής της εκβιομηχάνισης που μετέβαλαν τη Γερμανία σε μια μεγάλη βιομηχανική δύναμη στα τέλη του 19ου αιώνα.
    * Ομιλία στο διήμερο πολιτικό-επιστημονικό Συνέδριο για την 39η επέτειο από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ
    Ο Γιάννης Καλογήρου είναι Καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου