ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Μ' αυτούς θα προχωρήσουμε

Μ' αυτούς θα προχωρήσουμε

Παρατηρητήριο

Ποια αξιολόγηση όμως; Μήπως αυτή που θα κάνει μια εξωτερική ανεξάρτητη αρχή, ένας ανάλογος ΑΣΕΠ; Ή καλύτερα, μια ιδιωτική εταιρία σε σύμβαση με το δημόσιο; Με μετρήσιμους ποσοτικούς δείκτες; Μια αξιολόγηση συνεχής της οποίας οι μετρήσεις θα επιφέρουν αποτελέσματα ανεξαρτήτως κυβέρνησης; Ή μήπως αυτή που θα λαμβάνει υπόψη και τη γνώμη των πολιτών και των επιχειρήσεων που συναλλάσσονται με το δημόσιο; Αλλά για να θεσμοθετηθούν όλα αυτά απαιτείται κοινωνική βούληση που δεν υπάρχει. Η κοινωνία δεν καίγεται για τέτοια πράγματα, δεν έχει μάθει να τα ζητά.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Χτες ήταν οι καταλήψεις, σήμερα το «άσυλο» της βίας, αύριο η διάλυση των μεταπτυχιακών. Οι θλιβεροί φαιοί ή κόκκινοι κομισάριοι μισούν τους άριστους γιατί τους φοβούνται και πασχίζουν να τους σταματήσουν. Γιατί είναι αυτοί που θα χτίσουν την επόμενη ελεύθερη, δημοκρατική και δημιουργική Ελλάδα. Είναι αυτοί που θα τους αποστρατεύσουν, θα τους στείλουν επιτέλους στη λήθη της ιστορίας. Είναι αυτοί που με την αξιοσύνη τους θα αλλάξουν το παράδειγμα στην έρμη τούτη χώρα. Μην ανησυχείτε. Δεν έρχεται κανένα άλλο κόμμα, πράσινο, κόκκινο ή γαλάζιο. Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε.

Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Joel D Hirst: The Suicide of Venezuela



Μετάφραση: Μαρία Τσάκος από το blog του συγγραφέα

Αυτό ζήλεψε ο Πρωθυπουργός μας: τα αποτελέσματα του καθεστώτος Τσάβες, μια εθνική αυτοκτονία. Και τον μιμείται -- λυπάμαι που θα το πω χρονιάρες μέρες. Φοβερός γραφιάς ο συγγραφέας και αντιφρονούντας Τζόελ Χιρστ που έγραψε αυτό το κομμάτι στο μπλογκ του.
Μετέφρασα πρόχειρα τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Δεν είχα φανταστεί ποτέ πως θα γινόμουν μάρτυρας της αργής αυτοκτονίας μιας χώρας, ενός πολιτισμού. Μάλλον κανείς δεν το φαντάζεται πριν συμβεί.
Και, πιστέψτε με, δεν υπάρχει τίποτε το ηρωικό στο θέαμα αυτό. Εμείς που έχουμε το προνόμιο να μπορούμε να ταξιδέψουμε, συχνά αγναντεύουμε με ικανοποίηση τα ερείπια της αρχαίας Ελλάδας· τον Παρθενώνα λουσμένο σε μπλε και πράσινα φώτα. Την Ακρόπολη. Το Κολοσσαίο στη Ρώμη. Περπατάμε στους χωματόδρομους της Τιμπουκτού και περιεργαζόμαστε όλο θαυμασμό τεμένη προσπαθώντας να φανταστούμε την εποχή που τα μέρη αυτά είχαν ενέργεια και λόγο ύπαρξης. Κι αυτές οι σκέψεις δεν είναι μελαγχολικές, για εμάς τους τουρίστες. Ο χρόνος έχει αφήσει την πατίνα του στην καταστροφή. Τώρα, αυτό που έχει μείνει είναι μεγαλειώδη παλιά κτήρια που διηγούνται την ιστορία μιας σπουδαίας εποχής ─ και όχι εκείνην της παρακμής τους. «Δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, στην πραγματικότητα», σχολιάζουμε καθώς ανεβαίνουμε στα κλιματιζόμενα λεωφορεία μας. «Αυτά τα πράγματα απλά συμβαίνουν. Τίποτα δεν είναι για πάντα· και δεν ευθύνεται κανένας γι’ αυτό. Έτσι γίνεται ανά τον κόσμο», με το πλαστικό ποτήρι γεμάτο κρασί στο χέρι. Η παλίρροια και η άμπωτη του χρόνου κατατρώει σιωπηλά τα θεμέλια ενός πολιτισμού μέχρι που εκείνος σωριάζεται σε συντρίμμια ─ τουλάχιστον, έτσι θέλουμε να λέμε για να παρηγοριόμαστε. Δεν μπορούσε να έχει γίνει τίποτε. Αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να τα φρενάρεις. Απλά, είναι αυτό που είναι.

Αυτό θα λένε οι άνθρωποι σε εκατό, σε χίλια χρόνια, για το Καράκας της Βενεζουέλας. Ή για το Μαρακάι, για το Μαρακαΐμπο ή τη Βαλένσια. Για αυτές τις μεγάλες, θερμές νοτιοαμερικάνικες πόλεις με τα εμπορικά τους κέντρα και τους τεράστιους αυτοκινητόδρομους, με τους ουρανοξύστες και τα κολοσσιαία γήπεδα. Όταν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος βρούνε κατάλοιπα ναυαγίων στους βυθούς της Καραϊβικής· κι όταν τα βάλουν σε μουσεία του μέλλοντος, τεκμήρια μιας εποχής όταν αυτός ο τόπος φιλοξένησε έναν πολιτισμό. Ερείπια τεράστιων εμπορικών κέντρων γεμάτα νερό και κροκόδειλους ─ και ίσως τα αρχαία ανακόντα να έχουν τότε επανακαταλάβει τα λειβάδια τους· και οι γιγάντιοι αρουραίοι των αγρών να έχουν φτιάξει το σπίτι τους στα αλλοτινά παλάτια των ολιγαρχών ─ και να έχουν σκεπάσει ψηφιδωτά και μάρμαρα με τα περιττώματά τους. «Δεν μπορούσε να έχει γίνει τίποτε», θα λέει και ο τουρίστας του μέλλοντος. «Η χώρα παρήκμασε ─και αφανίστηκε─ αυτά τα πράγματα έτσι πάνε».
Εμείς οι τουρίστες, κάνουμε λάθος.
Το ξέρω, επειδή είμαι μάρτυρας της αυτοκτονίας ενός έθνους· και τώρα ξέρω πώς μπορεί να συμβεί. Η Βενεζουέλα πεθαίνει αργά και σε κοινή θέα· μια πράξη που συντελείται εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Το να παρακολουθεί κανείς μια χώρα να αυτοχειριάζεται δεν είναι τόσο συνηθισμένο. Μην ξέροντας, πιστεύεις πως όταν συμβεί θα είναι βίαιο και σοκαριστικό ─ όπως η γενοκτονία στη Ρουάντα ή η καταστροφή της Πομπηίας απ’ τον Βεζούβιο. Περιμένεις πως θα δεις άψυχα σώματα μανάδων να σφίγγουν πάνω τους τα μικρά τους. Δεν είναι όμως αυτού του είδους τα γεγονότα που προκαλούνε τις εθνικές αυτοκτονίες. Μετά από τέτοια συμβάντα οι χώρες συνέρχονται ─ οι λαοί συνέρχονται. Ξαναχτίζουν, συμβιβάζονται. Συγχωρούν.

Όχι. Οι εθνικές αυτοκτονίες είναι πολύ πιο αργές διαδικασίες ─ όχι προϊόντα μιας στιγμής. Όχι. Είναι η μια κακή ιδέα μετά την άλλη, μετά την άλλη, και την άλλη, και την άλλη, και την άλλη, και τα γρανάζια που κινούν τη χώρα αρχίζουν να γυρνάνε όλο και πιο αργά, και πιο αργά· μέχρι που η σκουριά να καλύψει κάθε ─άλλοτε─ λεία επιφάνεια. Η επανάσταση ─ κρύα και οργισμένη. Το μίσος ως πολιτική στρατηγική. Ο νόμος, ως εργαλείο να διαιρέσεις και να βασιλεύσεις. Οι κανονισμοί να χρησιμοποιούνται για να τιμωρήσεις. Οι εκλογές για να θεμελιώσεις ολοκληρωτικό καθεστώς. Η διαφθορά να κάνει αφαίμαξη σταγόνα-σταγόνα και να γεμίζει τους κουβάδες σειράς ολόκληρης γραφειοκρατών, που θα καταστραφούν και τη θέση τους θα πάρουν άλλοι, και μετά άλλοι, ξανά και ξανά. Αυτό με εκπλήσσει με τη Βενεζουέλα. Αν και ─προς υπεράσπισή μου─ προσπάθησα να φέρω αντίσταση στην αυτοκτονία, όλο αυτό το διάστημα, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο ─ και ακόμα το κάνω, γράφοντας. Πού να εφαρμόσεις αντίρροπη δύναμη αντίστασης, όμως, σε μια άμορφη κολώδη μάζα φτιαγμένη από μνησικακία και δικαιολογίες; «Μην το κάνετε αυτό», έλεγα. Και ξανά, «αυτός ο νόμος θα αποτύχει», και «αυτές οι εκλογές δε θα φέρουν ελευθερία» ενώ «και αυτά που σχεδιάζετε δε θα φέρουν ευημερία και η μόνη ισότητα που θα βρείτε θα είναι στην ουρά για το συσσίτιο». Και δεν ήμουν μόνος· μια στρατιά ανθρώπων πιο έξυπνων από μένα επέμεναν δημόσια σε άρθρα και σε φόρα διαλόγου και στις τηλεοράσεις και σε συγκεντρώσεις και σε πολιτικές εκστρατείες, ότι το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η εθνική αυτοκτονία. Κανείς δεν άκουγε.
[...]
Απόψε δεν έχουμε ηλεκτρισμό [...] Φαγητό δεν υπάρχει· λένε στους ανθρώπους να κάνουν υπομονή και ν’ αρχίσουν να μεγαλώνουν κοτόπουλα στις βεράντες των πολυτελών ─κάποτε─ διαμερισμάτων τους. Ούτε νερό ─ και στην κρατική τηλεόραση μας δίνουν μαθήματα πώς να πλενόμαστε χαλώντας μόνο ένα φλυτζάνι. Τα χαρτονομίσματα είναι για πέταμα· ο κόσμος πληρώνει τώρα με πατάτες, εάν έχουν. Οι γιατροί χειρουργούν υπό το φως των έξυπνων κινητών τους· όποτε έχει ρεύμα και τα φορτίσουνε. Χωρίς αναισθησία, φυσικά, και χωρίς αντιβίωση, όπως την εποχή προ σύγχρονης ιατρικής. Δεν υπάρχει πλέον τηλεφωνική υπηρεσία, σύντομα δε θα υπάρχει ούτε ίντερνετ, κι ένα σκοτάδι απόλυτο θα σκεπάσει μιαν άγρια χώρα.
Ο μαραθώνιος της καταστροφής σχεδόν τελείωσε· το αίμα στις φλέβες ενός έθνους έχει σχεδόν στραγγίξει. Όχι, δεν υπάρχει τίποτα ηρωικό ή επικό σε όλο αυτό· τα ερείπια εν προόδω είναι θλιβερή υπόθεση ─ όταν ο χρόνος δεν έχει προλάβει να τους προσδώσει έναν αέρα μυστήριου και ματαιότητας. Ότι υπήρξα θεατής αυτού του μαραθώνιου ήτανε μια από τις μεγάλες τραγωδίες της ζωής μου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου