Η πόλη νηστεύει στη χαρά
το υ Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη Ο μόνος δυνατός ρεμβασμός είναι ν’ αφήνω τις αναμνήσεις μου να κοιμούνται. Περπατάω στην πόλη. Περπατάω πολύ. Στους δρόμους, τα σοκάκια, τις λεωφόρους, τις πλατείες. Περπατάω και παρατηρώ γύρω. Βλέπω με καλειδοσκοπική όραση σχεδόν τα πάντα. Και τα όμορφα και τα άσχημα. Θέλω να βλέπω. Δεν μ’ αρέσει να αποστρέφω το βλέμμα. Τελευταία, προσπαθώ να εντοπίσω βλέμματα. Τα χαμόγελα τα ξέχασα προ πολλού. Οι άνθρωποι δεν χαμογελούν πια στο δρόμο. Προσπαθώ να εντοπίσω βλέμματα. Και πάλι δύσκολο είναι. Οι περισσότεροι κυκλοφορούν με σκυμμένο το κεφάλι. Σαν κάτι βαρύ κι ασήκωτο να κουβαλούν στους ώμους τους. Πότε κάνω πως κοιτάζω μια βιτρίνα, πότε περπατώ ευθεία για να διασταυρωθεί το δικό μου βλέμμα μ’ εκείνο ενός περαστικού. Δύσκολο. Οι άνθρωποι περπατούν με σκυμμένο το κεφάλι. Το κέντρο της Αθήνας μοιάζει με εγκαταλελειμμένη πόλη. Μαγαζιά κλειστά. Ολόκληροι δρόμοι ερημώνουν. Κι από εκεί περνούν όμως άνθρωποι. Πάντα βιαστικοί. Πάντα με σκυμμένο το κεφάλι....