ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

mama Africa

mama Africa

Παρατηρητήριο

Έχουμε δουλειές σύντροφοι. Η συλλογική ανάπτυξη δεν μπορεί παρά να είναι συνέπεια της ατομικής προόδου. Είμαστε ακόμα ελεύθεροι πολίτες σε μια ελεύθερη, δημοκρατική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πίσω μας η πλούσια ιστορία και γραμματεία. Δίπλα μας τα χιλιάδες δικά μας παιδιά που προοδεύουν στο εξωτερικό. Μπροστά μας η πρόκληση της απαλλαγής από το κοινωνικό άγος. Και έχουμε δύναμη, ατόφια ανθρώπινη έλλογη δύναμη. Μπορούμε να λέμε, να γράφουμε και να κάνουμε το σωστό. Είμαστε άτομα δεν είμαστε μάζα δεν είμαστε πολτός.

Και το 2018 που μπαίνει θα ξορκίζουμε το θάνατο και θα γελάμε με τους τιποτένιους. Καλή χρονιά.


ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Τουλάχιστον η μεταπολεμική μας ιστορία είναι μια αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στην αριστεία και τη μετριοκρατία. Ανάμεσα στον εκλεκτισμό και την ισοπέδωση. Ανάμεσα στη δημοκρατία και τον ολοκληρωτισμό. Χωρίς όμως διακριτά ισχυρά στρατόπεδα και ιδεολογικά ρεύματα. Γι’ αυτό και είμαστε πάντοτε έρμαια του λαϊκισμού ο οποίος πλασάρεται ως το απόγειο της δημοκρατίας αλλά οδηγεί στον εκφασισμό της κοινωνίας. Γι’ αυτό και από την αποδοχή της χούντας των συνταγματαρχών μεταπηδήσαμε ταχύτατα στον έρωτα του σοσιαλισμού με τα λεφτά των άλλων. Γι’ αυτό ακροβατούμε συνεχώς ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, στην παράδοση και τη νεωτερικότητα. Γι’ αυτό θέλουμε τα σπίτια μας και τα χωριά μας καθαρά και περιποιημένα και την πόλη, τον αστικό χώρο, βρώμικο και κατεστραμμένο.

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Η πόλη νηστεύει στη χαρά


του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη

Ο μόνος δυνατός ρεμβασμός είναι ν’ αφήνω τις αναμνήσεις μου να κοιμούνται.
Περπατάω στην πόλη. Περπατάω πολύ. Στους δρόμους, τα σοκάκια, τις λεωφόρους, τις πλατείες. Περπατάω και παρατηρώ γύρω. Βλέπω με καλειδοσκοπική όραση σχεδόν τα πάντα. Και τα όμορφα και τα άσχημα. Θέλω να βλέπω. Δεν μ’ αρέσει να αποστρέφω το βλέμμα.

Τελευταία, προσπαθώ να εντοπίσω βλέμματα. Τα χαμόγελα τα ξέχασα προ πολλού. Οι άνθρωποι δεν χαμογελούν πια στο δρόμο. Προσπαθώ να εντοπίσω βλέμματα. Και πάλι δύσκολο είναι. Οι περισσότεροι κυκλοφορούν με σκυμμένο το κεφάλι. Σαν κάτι βαρύ κι ασήκωτο να κουβαλούν στους ώμους τους.

Πότε κάνω πως κοιτάζω μια βιτρίνα, πότε περπατώ ευθεία για να διασταυρωθεί το δικό μου βλέμμα μ’ εκείνο ενός περαστικού. Δύσκολο. Οι άνθρωποι περπατούν με σκυμμένο το κεφάλι.

Το κέντρο της Αθήνας μοιάζει με εγκαταλελειμμένη πόλη. Μαγαζιά κλειστά. Ολόκληροι δρόμοι ερημώνουν. Κι από εκεί περνούν όμως άνθρωποι. Πάντα βιαστικοί. Πάντα με σκυμμένο το κεφάλι. Θαρρείς να ντρέπονται ή φοβούνται τον άλλον.

Στις πλατείες και τα πάρκα οι λιγοστοί επισκέπτες κάθονται στα παγκάκια με σκυμμένο το κεφάλι. Περνώντας δίπλα τους, ανασηκώνουν λίγο το βλέμμα κι αμέσως, αστραπιαία, το κατεβάζουν ξανά. Θαρρείς και φοβούνται μην τους ρωτήσεις ή τους ζητήσεις κάτι.

Το κρυμμένο ή το σκυφτό βλέμμα είναι ότι πιο τρομακτικό υπάρχει σήμερα στην πόλη. Μπορείς να αντέξεις την κρίση και τις επιπτώσεις της, μπορείς να αντέξεις τα χιλιάδες κλειστά καταστήματα, τους ερημωμένους δρόμους, τους κινηματογράφους που κλείνουν, τα βιβλιοπωλεία που βάζουν λουκέτο, τα γνώριμα καφέ όπου συναντούσες φίλους, μα το σκυμμένο βλέμμα των περαστικών είναι σα τη γκρίζα κουρτίνα της ομίχλης που σ’ εμποδίζει να δεις.

Το κρυμμένο βλέμμα  φράζει την είσοδο στο κλειστό τοπίο της σκέψης. Το βλέμμα είναι η επικοινωνία με τον άλλο. Είναι η δυναμική εκείνη κίνηση των ματιών όπου συναντάς τον άλλον. Η απουσία συναντήσεων των βλεμμάτων είναι μια μικρή παρένθεση ανυπαρξίας. Το άθροισμα αυτών των απουσιών αποκαλύπτει το έρεβος της καθημερινής ζωής, σα γυρνάς κατάκοπος στο σπίτι.

Η πόλη νηστεύει στη χαρά. Νηστεύει σε μια πραγματικότητα εύθραυστη, θαρρείς και την έχει καταπιεί η σιωπή.

Η πόλη μοιάζει πια με ξεθωριασμένη φωτογραφία. Έχει εκείνη την άχνα του παγωμένου χρόνου που όσο απομακρύνεσαι απ’ αυτόν τόσο πιο θολή είναι η εικόνα που συγκρατείς στη μνήμη σου. Η πόλη πια είναι μόνο για σκληροτράχηλους ανθρώπους. Για υπερβολικά απόμακρους με μισθωμένα χαμόγελα.

Η πόλη είναι αιχμάλωτη στη θλίψη. Γι’ αυτό και κρύβουν οι άνθρωποι τα βλέμματα τους. Η πόλη ανεβαίνει τον Γολγοθά της αιχμαλωσίας της με την κρυφή βεβαιότητα ότι η λύτρωση είναι κοντά και με ένταση ανεξήγητη σέρνει τα βήματα της προς την κορυφή.

Η πόλη είναι κουρασμένη. Η πόλη νηστεύει στη χαρά. Η πόλη θέλει μιαν ελπίδα. Θα την βρει; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου