αυτοοργάνωση, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Στην Αθήνα Ψηφίζουμε Καμίνη.

Ψηφίζουμε Καμίνη. Σταυρώνουμε: Μυρσίνη Λιοναράκη, Πόπη Διαμαντάκου και Κωστή Κοντογιάννη.

Στο διαμέρισμα τις φίλες μου Δάφνη Γαβρίλη και τη Μελίτα Γκουρτσογιάννη

April in Love

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο

To ΠΟΤΑΜΙ είναι μια δύναμη σταθερότητας της ευαίσθητης ελληνικής πολιτικής σκηνής. Το υποστηρίζουμε και σταυρώνουμε: Βάσω Κιντή, Μίλτο Κύρκο, Χριστίνα Ταχιάου και Σταύρο Τσακυράκη

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

"Όλη η Αριστερά της Ξάνθης είναι εναντίον αυτής της υποψηφιότητας"


Μελίττα Γκουρτσογιάννη

Όλη η φασαρία γύρω από την υποψηφιότητα της Σαμπιχά Σουλειμάν έφερε πάλι στο προσκήνιο την εξαιρετικά πολύπλοκη κατάσταση που ακόμα επικρατεί στη Θράκη, φανέρωσε την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να διαχειριστεί το παραμικρό και δυστυχώς έδωσε αέρα στα πανιά των τουρκοφάγων και των κάθε λογής εθνόπληκτων ψώνιων.
Ωστόσο οι συνεντεύξεις του κ. Δ. Χριστόπουλου (στον 9.84, στο ΒΗΜΑ και αλλού) είναι πολύ διαφωτιστικές ως προς την διαχρονική νοοτροπία της αριστεράς. Αντιγράφω: "Το πρόβλημα που έχει και που πρέπει να έχει η αριστερά με αυτήν την υποψηφιότητα είναι ότι αυτή στρέφεται εναντίον ενός εθνικισμού, εν προκειμένω του τουρκικού, όχι στο όνομα ενός επιχειρήματος αλληλεγγύης αλλά στο όνομα επιχειρήματος της άλλης πλευράς...'Η είμαστε με την αριστερά, ή δεν είμαστε....Όλη η Αριστερά της Ξάνθης είναι εναντίον αυτής της υποψηφιότητας" "...Η Αριστερά στη Θράκη δεν θέλει πολιτικές και υποψηφιότητες τριχοτόμησης, αλλά ενότητας και όχι μόνο της μειονότητας, αλλά ενότητας των ανθρώπων στις δύσκολες στιγμές που βιώνουμε."
Πέρα από το ότι επιμένει να θεωρεί την μειονότητα κάτι ενιαίο που δεν πρέπει να τριχοτομηθεί, (ρίχνοντας ταυτόχρονα το φταίξιμο (σωστά) στο κράτος που τσουβάλιασε όλες τις κοινότητες κάτω από την θρησκευτική ταμπέλα), ο κ. Χριστόπουλος εκφράζει πολύ καθαρά αυτό που χαρακτηρίζει πάντα την συμπεριφορά της αριστεράς: Η αριστερά διαχρονικά υποστηρίζει μόνο αυτούς που συμφωνούν με τις ιδέες της, κάποιους ιδεατούς "αγωνιστές" και όχι πραγματικούς ανθρώπους με αδυναμίες, φθόνο, προκαταλήψεις, με "χαμηλό επίπεδο συνείδησης". Αυτή είναι η αριστερά που δεν αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, αλλά την πλάθει κατά τη φαντασία της. Δεν υποστηρίζει ποτέ ανθρώπους που δεν μπορεί να κατατάξει μέσα στα δικά της κλισέ, ούτε προσπαθεί να τους πλησιάσει. Με άλλα λόγια υποστηρίζει μόνο αυτούς που μπορεί να ελέγξει. Με αυτή τη νοοτροπία τους κατοίκους του Αγ. Παντελεήμονα, που εύλογα δυσφορούσαν για την υποβάθμιση της γειτονιάς τους, τους χαρακτήρισε ρατσιστές και τους έστειλε στην αγκαλιά της Χρυσής Αυγής. (Μην ξεχνάμε και ότι το '73 οι καταληψίες του Πολυτεχνείου ήταν προβοκάτορες).
Ωστόσο ακόμα και αν όσοι υπερασπίζονται κάποια δικαιώματα είναι ανάξιοι ή παραπλανημένοι, αυτό δεν αποκλείει τα δικαιώματα αυτά να είναι δίκαια. Και οι τσιγγάνοι, εξαθλιωμένοι και διπλά-τριπλά καταπιεσμένοι, έχουν δικαιώματα. Όπως το δικαίωμα κάθε παιδιού στο σχολείο να μιλάει τη γλώσσα που μιλάει σπίτι του.


Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Καινούργια μέρα για την ελληνική οικονομία

του Βασίλη Καραγιάννη Από την Athens Voice
Είναι ξεκάθαρο ότι η σημερινή ανακοίνωση από τη Eurostat του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,4 δις ευρώ για το 2013 σηματοδοτεί μία καινούργια περίοδο για την ελληνική οικονομία. Ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά τις 23 Απριλίου 2010, οπότε στο Καστελόριζο ανακοινώθηκε επισήμως η ένταξη της Ελλάδας στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης, ανακοινώνεται πλεόνασμα και ταυτόχρονα πληθαίνουν τα στοιχεία που παραπέμπουν στην επαναφορά της ελληνικής οικονομίας στην αναπτυξιακή τροχιά.
Αλλά, τι σημαίνει πρωτογενές πλεόνασμα? Σημαίνει με απλά λόγια ότι το Ελληνικό Δημόσιο «βγάζει» τα ετήσια έξοδα λειτουργίας του αποκλειστικά με βάση τα έσοδα του, δηλαδή λειτουργεί χωρίς να δανείζεται. Ονομάζεται πρωτογενές γιατί σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται οι τόκοι και οι αποπληρωμές προγενέστερου χρέους.
Γιατί είναι τόσο σημαντική επιτυχία η επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος?
1. γιατί το 2009, είχαμε πρωτογενές έλλειμμα περί τα 24 δις ευρώ (ή 15,4% του ΑΕΠ), το οποίο παρέπεμπε σε μη βιώσιμη κατάσταση για την ελληνική οικονομία. Άρα καλύφθηκε μία απόσταση 27,4 δις ευρώ μέσα σε 4 χρόνια.
2. γιατί ο δημόσιος τομέας πλέον δεν επιβαρύνει τον ιδιωτικό τομέα απορροφώντας τραπεζική ή επενδυτική ρευστότητα. Αυτή η εξέλιξη, διευκολύνει την επαναφορά του ελληνικού τραπεζικού συστήματος σε κανονική λειτουργία και στο δανεισμό του ιδιωτικού τομέα.
3. γιατί το δημόσιο χρέος, για πρώτη φορά μετά το 2002, αρχίζει να μειώνεται αντί να αυξάνεται.
4. γιατί αυξάνει τη γενικότερη αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας κι αυτό διευκολύνει την προσέλκυση επενδύσεων. Με αυτό τον τρόπο, μπαίνει ένας «πάτος στο βαρέλι» της μακρόχρονης ύφεσης.
5. γιατί η επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος αποτελεί το μοναδικό όρο για την περαιτέρω αύξηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, μέσω α) της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής, β) της μείωσης του κόστους εξυπηρέτησης και γ) της μετακίνησης του χρέους που απαιτήθηκε για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών εκτός του κρατικού χρέους.
Με αυτό τον τρόπο, θα μειωθούν οι ανάγκες για την εξυπηρέτηση του χρέους και έτσι θα απελευθερωθεί ρευστότητα για μειώσεις φόρων.
Είναι η επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος, η λύση για όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κυρίως για τα σημαντικότερα που είναι η δημιουργία ανταγωνιστικών θέσεων εργασίας και η ανεργία? Φυσικά και δεν είναι αλλά αποτελεί όμως το στιβαρό σημείο επανεκκίνησης της οικονομίας.
Αν τα πρωτογενή πλεονάσματα αποτελούν τη βάση, το όχημα για την επαναφορά της ελληνικής οικονομίας σε βιώσιμη ανάπτυξη είναι το «Εθνικό Αναπτυξιακό Σχέδιο» το οποίο ανακοινώνεται την Πέμπτη 24 Απριλίου. Είναι αυτό που λέγεται ως το θετικό αφήγημα που θα κινητοποιήσει τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας για να δημιουργήσει ανταγωνιστικές θέσεις εργασίες και κυρίως θέσεων εργασίας με διεθνή προσανατολισμό.
Αλλά και πάλι, η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να παραμείνει αναιμική ή το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης μπορεί να αποδειχθεί κενό περιεχομένου, εάν δεν συνεχιστούν οι διαρθρωτικές αλλαγές που θα στοχεύουν στη μείωση του κράτους, της γραφειοκρατίας και της φορολογίας.
Το γεγονός ότι κατά τους τελευταίους μήνες, έχουν καταγραφεί θετικές εξελίξεις στο επίπεδο 1) της προσέλκυσης επενδυτικών κεφαλαίων, 2) των ξένων άμεσων επενδύσεων, 3) της αύξησης της εμπορευματικής κίνησης του Πειραιά 4) της μεταποιητικής βιομηχανίας, 5) του τουρισμού και τέλος της 6) ανεργίας, δείχνει ότι υπάρχει το υπόβαθρο για ραγδαίες θετικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία.
Με βάση τα παραπάνω, δεν αποτελεί υπεραπλούστευση, εάν ειπωθεί ότι εάν το πολιτικό σύστημα αφήσει τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας να «επιχειρήσει» και αν διευκολύνει την ανάπτυξη ξένων άμεσων επενδύσεων, τότε το σύνολο της ελληνικής οικονομίας θα απογειωθεί.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Το Ποτάμι και το ρήγμα


του Ευθύμη Δημόπουλου

Η χρεωκοπία της χώρας προκάλεσε ένα βαθύ, ορατό ρήγμα (για να παραλλάξω τον τίτλο του σημαντικού βιβλίου του Α.Δοξιάδη) στη σχέση των πολιτών με το μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα. Χωρίς αναγέννηση και ανανέωση της πολιτικής ζωής η πληγή αυτή θα κακοφορμίζει διαρκώς, η πολιτική σταθερότητα θα απειλείται, οι μεταρρυθμίσεις θα νοθεύονται ή θα ενοχοποιούνται και η χώρα θα σέρνεται πίσω από τις συγκυρίες. Σε αυτό το περιβάλλον το γεγονός ότι το ΠΟΤΑΜΙ εισβάλλει στην πολιτική ζωή μόνο ελπιδοφόρο μπορεί να χαρακτηριστεί.

Πρώτα απ’ όλα γιατί για πρώτη φορά η μαζική δυσφορία πολιτών προς τον παλαιοκομματισμό μπαίνει στην κοίτη του κοινοβουλευτισμού, του ευρωπαϊσμού και της δημιουργίας. Πρόκειται για μια υγιή αντίδραση της κοινωνίας, αν σκεφτούμε πόσο υποφέρουμε ακόμη από τη βία και τον υστερικό ανορθολογισμό του πολιτικού εξτρεμισμού. Εξαιτίας όμως των υψηλών δημοσκοπικών αποτελεσμάτων που συγκεντρώνει το ΠΟΤΑΜΙ και επειδή δεν γεννήθηκε από κομματική μήτρα ή δεν έχει διαπιστευτήρια κομματικής νομιμοποίησης κατηγορείται από φορείς του πολιτικού κατεστημένου ότι εισάγει στην πολιτική σκηνή τον ερασιτεχνισμό, την ελαφρότητα, μια pop εκδοχή πολιτικής, τη στιγμή που οι καιροί απαιτούν τεχνογνωσία, επαγγελματισμό, εμπειρία τις οποίες υποτίθεται ότι κατέχουν μόνο οι «έχοντες προϋπηρεσία». Αναμφίβολα η κρατική διοίκηση και η άσκηση εξουσίας είναι υπόθεση επαγγελματιών. Όμως αφενός η πολιτική συμμετοχή και η διεκδίκηση αξιωμάτων αντιπροσώπευσης στη δημοκρατία είναι καταστατικά θεμελιωμένη για όλους αφετέρου η άσκηση πολιτικής και διοίκησης οπωσδήποτε δεν είναι προνόμιο κομματικής κληρονομιάς ή επετηρίδας, ειδικά μάλιστα όταν η επαγγελματική της ανεπάρκεια «φωνάζει». Επιπλέον καλό θα ήταν να μη μας διαφεύγει, ότι η δημοκρατία ιστορικά ενηλικιώθηκε μέσα από συγκρούσεις με αριστοκρατικές αντιλήψεις που θεωρούσαν πολιτικά ανώριμους όσους διεκδικούσαν τη διεύρυνσή της (για παράδειγμα το δικαίωμα ψήφου χωρίς περιορισμούς περιουσίας, φύλλου και ηλικίας). Είναι να απορεί λοιπόν κανείς πως ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ από τη μια προπαγανδίζει τη σταυροδοσία στο ευρωψηφοδέλτιο ως δείγμα σεβασμού στην κρίση των μαζών και την ίδια στιγμή χλευάζει την άσκηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων της ισηγορίας και του εκλέγεσθαι από το ΠΟΤΑΜΙ;

Το ΠΟΤΑΜΙ επικρίνεται ότι δεν έχει «Θέσεις». Και όμως αυτή η «αδυναμία» μπορεί να αποδειχθεί πολλαπλά ωφέλιμη για το δημόσιο διάλογο και τη διαχείριση των μεγάλων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Είναι φανερό εδώ και καιρό ότι τα προβλήματα αυτά δεν μπορούμε να τα λύσουμε αν αναπαράγουμε τον τρόπο σκέψης και δράσης που τα γέννησε ή τα διόγκωσε. Δεν μπορούμε να τα λύσουμε με κομματική προπέτεια. Η παραδοσιακή κομματική κουλτούρα το πρωί κυκλοφορεί μπροσούρες Θέσεων επί παντός επιστητού και το βράδυ ψέλνει το προσευχητάρι του πολιτικού κόστους και του ρουσφετιού. Έτσι τα κόμματα έφτασαν να έχουν άποψη και ανάμιξη στα πάντα. Από το πως πρέπει να λειτουργούν τα σχολεία και τα νοσοκομεία μας μέχρι το πως πρέπει να διαχειριζόμαστε τα σκουπίδια και να κτίζουμε τις πόλεις μας. Και καταντήσαμε μια κοινωνία κομματικών δικτύων αλλά όχι μια κοινωνία θεσμών. Ενόχλησε που ο Θεοδωράκης είπε πως «δανειζόμαστε τόσο από την αριστερή όσο και από τη φιλελεύθερη σκέψη». Και όμως χρειαζόμαστε συνθετικές λύσεις, λύσεις μικτές που δανείζονται στοιχεία από διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές κουλτούρες. Χρειαζόμαστε ένα θετικό, πρακτικό, σχεδόν μαστορικό πνεύμα για τη διαχείριση των προβλημάτων μας. Για πόσο καιρό ακόμη μπορούμε να αναζητούμε λύσεις στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην ανεργία, στο ασφαλιστικό, στην εκπαίδευση και στη μετανάστευση κρατώντας ανά χείρας το κομματικό manual; 

Πολιτική δεν είναι μόνο τα προγράμματα. Είναι και τα πρόσωπα και το ήθος τους. Το ΠΟΤΑΜΙ, καθότι δεν έχει εμπλακεί στο μοίρασμα κομματικών οφίτσιων και φέρνει άφθαρτα πρόσωπα στη δημόσια σκηνή, μπορεί να προσδώσει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Ένα πρόσφατο παράδειγμα για τη σχέση πολιτικού ήθους και μεταρρύθμισης είναι κατατοπιστικό. Η απόφαση της κυβέρνησης για αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων σε πρώτη φάση και αξιολόγηση του έργου των εκπαιδευτικών σε δεύτερη συναντά μεγάλες αντιδράσεις. Το 93% των δασκάλων υπόγραψε αποφάσεις συλλόγων διδασκόντων που απορρίπτουν τη διαδικασία. Σίγουρα ένα τμήμα από αυτούς που έχουν υπογράψει είναι φανατικοί, άλλοι θέλουν απλώς τη βολή τους κτλ. Όμως χιλιάδες από αυτούς που υπογράφουν κατά της αξιολόγησης έχουν περάσει από σκληρές εξετάσεις του ΑΣΕΠ ή μπήκαν στα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων έχοντας πολύ υψηλούς μέσους όρους βαθμολογίας. Εκατοντάδες από αυτούς γνωρίζουν καλά ξένες γλώσσες και μελετούν ή δοκιμάζουν πράγματα στη διδακτική πρακτική τους. Δεν είναι ούτε φυγόπονοι, ούτε βολεμένοι δημοσιουπαλληλίσκοι. Είναι όμως φοβισμένοι για το επαγγελματικό τους μέλλον και κυρίως δύσπιστοι απέναντι στο κομματικό οικοδόμημα της διοικητικής ιεραρχίας στην εκπαίδευση. Θεωρούν ότι Διευθυντές, Σχολικοί Σύμβουλοι, Διευθυντές Περιφερειών, σύμβουλοι υπουργών και ο ίδιος ο Υπουργός στήνουν μια διαδικασία προκάτ από την οποία θα ευνοηθούν οι ημέτεροι και θα την πληρώσουν όσοι δεν έχουν στήριξη σε κομματικές πλάτες. Βέβαια η συνολική άρνηση ελέγχου και αξιολόγησης εκ μέρους των δημόσιων λειτουργών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ωστόσο το παράδειγμα δείχνει, και δεν είναι το μόνο, ότι στη συνείδηση της πλειοψηφίας των πολιτών, το υπάρχον πολιτικό προσωπικό δεν μπορεί να εγγυηθεί τη μεταρρύθμιση του κράτους. Γι’ αυτό χρειάζονται άφθαρτες και ανανεωτικές δυνάμεις να ηγηθούν του μεταρρυθμιστικού έργου.

Το ΠΟΤΑΜΙ, αν εξασφαλίσει μεγάλο ποσοστό, μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στη σύνθεση δυνάμεων δημιουργίας και μεταρρύθμισης. Αρκεί να μην αναλωθούμε σε φατριασμούς για την αρχηγία είτε σε μαξιμαλισμούς για ριζικό μετασχηματισμό του ελληνικού πολιτισμικού ήθους. Όχι ότι είναι αβάσιμη αυτή η κριτική για πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας.. Αλλά δεν μπορούμε να περάσουμε ξαφνικά από ένα σύμπαν συνείδησης σε ένα άλλο. Άλλωστε, η πύκνωση – που θα ‘λεγε και ο Κ.Θ.Δημαράς – των φαινομένων αφύπνισης είναι ήδη ορατή και αυτό είναι αισιόδοξο.



Είδωλα Κρατών: τα έξω και τα μέσα


του Βασίλη Καπετανγιάννη  από την Athens Voice
H εικόνα μιας χώρας διαμορφώνεται πρωτίστως στο εσωτερικό της και αποτελεί δημόσιο αγαθό. Κοινότοπο μεν ου μην αλλά εξόχως αληθινό, αν μη τι άλλο διότι αντανακλά την εθνική της ταυτότητα σε όλες τις συνιστώσες –πολιτική, κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική και ιδεολογική–, καθώς την αυτοπεποίθηση, τον αυτοσεβασμό, τα επιτεύγματα, το αξιακό της σύστημα, τους στόχους και τις φιλοδοξίες ολόκληρης της χώρας. Όσο πιο δύσκολη είναι η οικοδόμηση μιας θετικής εικόνας, διότι συνεπάγεται επιτεύγματα, συνθέσεις, συστηματικότητα, συνέργειες δημοσίων και ιδιωτικών φορέων, στρατηγική, θεσμικό πλαίσιο και πόρους σε βάθος χρόνου, ήτοι μια κατ’ εξοχήν πολιτική διαδικασία, τόσο εύκολη είναι η καταβαράθρωσή της.
Παρά τη βελτίωση της παραδοσιακής εικόνας της χώρας μετά την εξαιρετική διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004, που, δυστυχώς, δεν έτυχε της δέουσας αξιοποίησης,  ολοκληρωτική ήταν η κατάρρευσή της την τελευταία τετραετία, λόγω της βαθύτατης οικονομικής κρίσης και των πιθανών επιπτώσεών της στην ευρωζώνη και γενικότερα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, καθώς και της εμφανούς αποτυχίας του πολιτικού συστήματος και του κράτους. Η χώρα βρέθηκε συχνότατα και ασυνήθιστα για την ιστορία της στο επίκεντρο μιας καταιγιστικής αρνητικής δημοσιότητας σε όλα τα ξένα ΜΜΕ, σε βαθμό που να σχηματιστεί εντός ολίγου χρονικού διαστήματος ένα άκρως αρνητικό brand το οποίο, όπως επισημάνθηκε εγκαίρως από πολλούς, ήταν αδύνατο να ανατραπεί χωρίς την παραγωγή θετικών αποτελεσμάτων στο εσωτερικό, ώστε να ανακτηθεί κάποια διεθνής αξιοπιστία και να αρχίσει να οικοδομείται μια νέα εικόνα, μιας «νέας» χώρας.
Από άποψη καταγραφής και απόδοσης των γεγονότων που συνέβησαν το διάστημα αυτό στη χώρα μας, δεν θα είχε κανείς να καταμαρτυρήσει κάποια στάση εσκεμμένης μεροληψίας από τα διεθνή ΜΜΕ, μολονότι δεν έλειψαν τα στερεότυπα, ο κιτρινισμός και η υπερβολή. Το διαπιστώνουν δημοσιευμένες μελέτες του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας της Ουάσιγκτον καθώς και άλλες μελέτες άλλων φορέων και ατόμων. Μας έμαθαν καλύτερα κυρίως τις σκοτεινές μας πλευρές και εξεπλάγησαν από την απροθυμία πραγματοποίησης των αναγκαίων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, τις σφοδρές αντιστάσεις καθώς και την άρνηση να επιδοθούμε ως σύνολο σε στοιχειώσεις ασκήσεις αυτογνωσίας και επαφής με την πραγματικότητα.
Δε συνέβη, βέβαια, το ίδιο με την έκφραση γνώμης. Το εφιαλτικό σενάριο της άτακτης χρεοκοπίας και του Grexit τροφοδοτήθηκε ενσυνείδητα και σταθερά από εσμό γνωστών καταστροφολόγων, αντι-ευρωπαϊστών ή και ορισμένων αναλυτών προσκολλημένων έμμονα σε οικονομικές θεωρίες εκ των οποίων οι απορρέουσες οικονομικές και νομισματικές πολιτικές ελάχιστη σχέση είχαν με το ελληνικό πρόβλημα. Οι ημεδαποί οπαδοί τους συμπλήρωναν τα «κενά» με τον απαραίτητα εγχώρια εδώδιμα ενώ οι «επαναστατικές» ασκήσεις του αντιμνημονιακού συνονθυλεύματος, συχνά βίαιες, συμπλήρωναν τη θλιβερή εικόνα. Ευτυχώς διαψεύστηκαν.
Ωστόσο, η καινοφανής δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, όσο κοινωνικά άνιση και άδικη κι αν ήταν, όσο κι αν η απαιτούμενη μεταρρύθμιση του κράτους, Λυδία λίθος για την ανάταξη, προχωρεί απρόθυμα με ρυθμούς χελώνας προστατεύοντας τα συντεχνιακά οχυρά, πέτυχε τη συμβολική έξοδο στις αγορές, σημείο ίσως καμπής για την πορεία της χώρας, δημιουργώντας μια θετική εικόνα, όρο εκ των ουκ άνευ τόσο για τον τουρισμό όσο και για τις επενδύσεις. Ήρθε μάλιστα να συμπέσει με την πολύ επιτυχή, κατά τα φαινόμενα, άσκηση της προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που συμβάλλει ακόμα περισσότερο στη σταδιακή βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας.
Ελάχιστοι, βέβαια, γνωρίζουν ότι η διεθνής επικοινωνιακή πολιτική για την προεδρία αποτελεί έργο ταπεινών δημοσίων υπαλλήλων. Πρόκειται για μία από εκείνες τις λιγοστές περιπτώσεις θυλάκων αριστείας και απόλυτης αφοσίωσης στην παραγωγή υψηλής ποιότητας ζηλευτού έργου στο άθλιο ελληνικό Δημόσιο, που κρατούν τη χώρα ζωντανή και αξιοπρεπή. Ομάδες από έμπειρους και διακεκριμένους υπαλλήλους Συμβούλων και Γραμματέων Επικοινωνίας αποτελούμενες από παλιότερα στελέχη αλλά και σχετικά νεότερα, στην πλειοψηφία τους αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, που υπηρετούν στην άγνωστη Γ.Γ. Ενημέρωσης και Επικοινωνίας.
Οι ομάδες αυτές συνέβαλαν αποφασιστικά στο σχεδιασμό της επικοινωνιακής πολιτικής της προεδρίας –το εντυπωσιακό έμβλημα (logo) σχεδίασε η γνωστή πλέον Beetroot–, δημιούργησαν μια εξαιρετική ιστοσελίδα σε 4 γλώσσες, σε στενή συνεργασία με το ΥΠΕΞ και με την τεχνική υποστήριξη του Πολυτεχνείου, έχουν πραγματικά επιτελέσει και επιτελούν καθημερινά έναν άθλο με ισχνότατο προϋπολογισμό. Διαχειρίζονται το στατικό και δυναμικό περιεχόμενο της ιστοσελίδας, τις ανακοινώσεις Τύπου, τις ειδήσεις και τις διάφορες δράσεις και συναντήσεις της προεδρίας όλων των υπουργείων. Διαχειρίζονται επίσης με εκπληκτική επιτυχία τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ξεπερνώντας όχι μόνο κάθε λογική προσδοκία για μια μικρή χώρα αλλά και όλες τις προηγούμενες προεδρίες. Επί παραδείγματι, το Twitter τους καταγράφει 11.500 οπαδούς, η επισκεψιμότητα της ιστοσελίδας έχει ξεπεράσει τις 250.000 ενώ των σελίδων τις 850.000, το εβδομαδιαίο ηλεκτρονικό Δελτίο της προεδρίας έχει πάνω από 3.500 συνδρομητές ενώ τα βίντεο στο YouTube ξεπέρασαν σε επισκεψιμότητα τα 22.000 λεπτά. Οι εξετάσεις στην λεγόμενη ψηφιακή διπλωματία βαθμολογούνται αντικειμενικά με άριστα, στη βάση συγκρίσιμων στοιχείων με άλλες προεδρίες. Άλλες ομάδες λειτουργούν τα Κέντρα Τύπου στο Ζάππειο για όλες τις τυπικές και άτυπες συναντήσεις με άριστες επιδόσεις και με την έξωθεν καλή μαρτυρία. Με λίγα λόγια, δεν θα είχε κανείς τίποτα να ζηλέψει, το αντίθετο μάλιστα, από μια αντίστοιχη ομάδα στον ιδιωτικό τομέα, από άποψη κόστους, ποιότητας έργου και αποτελεσματικότητας.
Θα περίμενε κανείς, με βάση και τις κυβερνητικές εξαγγελίες για τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης, οι εξ ορισμού εξωστρεφείς αυτές υπηρεσίες, στελεχωμένες με άτομα που διακρίνονται από ευρύτατη γλωσσομάθεια και υψηλή ειδίκευση και εμπειρία στον τομέα της διεθνούς επικοινωνίας, απολύτως ενήμερα των συνεχώς αναπτυσσόμενων τεχνικών επικοινωνίας και της σύγχρονης τεχνολογίας να ενισχυθούν, τόσο στον προσανατολισμό τους όσο και στο περιεχόμενο της δουλειάς τους. Να ενθαρρυνθεί δηλαδή η αφοσίωση, η εργατικότητα και η απόδοση προς παράδειγμα όλων. Πού να ελλοχεύει άραγε, το «πριμ των δουλευταράδων» κατά τον κ. Κ. Μητσοτάκη; Το ηθικό εννοώ όχι το χρηματικό. Αντ’ αυτού όξος και χολή.
Φευ! Οι πολιτικοί προϊστάμενοι της Υπηρεσίας αυτής περί άλλων τυρβάζουν. Τo σχέδιο του νέου Οργανισμού που έχει δει το φως της δημοσιότητας και που πρόκειται να λάβει τη μορφή Προεδρικού Διατάγματος, σκοπίμως συγχέει την εσωτερική πολιτική ενημέρωση με την εξωτερική προβολή της χώρας, διασκορπίζει τα εξειδικευμένα μέλη του προσωπικού σε άσχετες διευθύνσεις και άλλα υπουργεία. Δημιουργεί συνάμα οργανόγραμμα με θέσεις διευθυντών και τμηματαρχών τις οποίες μπορούν να καταλαμβάνουν ακόμη και άτομα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (άρθρα 18 και 19), προφανώς για να ικανοποιηθούν οι διάφορες κομματικές συντεχνίες που πάντα λυμαίνονταν την υπηρεσία αυτή. Προσπαθεί μάλιστα να συγκεντρώσει όλη την εσωτερική πολιτική επικοινωνίας στο πλαίσιο μιας ανύπαρκτης, επί του παρόντος, Εθνικής Επικοινωνιακής Στρατηγικής. Ενώ, η πολιτική εξωτερικής προβολής της χώρας θα έπρεπε να ανατεθεί στο ΥΠΕΞ με τη μεταφορά του προσωπικού εκεί, για λόγους μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και συντονισμού στη δημόσια διπλωματία, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα προηγμένα κράτη, με την παράλληλη δημιουργία συντονιστικού οργάνου από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Όσες χώρες κατάφεραν να ενοποιήσουν τις διαδικασίες προβολής τους στο εξωτερικό, θεσμικά και λειτουργικά, δημιουργώντας ένα πειστικό εθνικό έμβλημα-ταυτότητα (Nation Brand) που στεγάζει όλες τις επί μέρους εξωτερικές δράσεις των διάφορων φορέων, είχαν και έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα.
Περαιτέρω, ο ίδιος Οργανισμός προβλέπει 96 θέσεις δημοσιογράφων. Πάλι καλά. Στο παρελθόν ανέρχονταν σε 180 περίπου, με ένα σταθερό «πυρήνα» και με τις αυξομειώσεις στο περιθώριο, ανάλογα με τα κομματικά συμφέροντα των κυβερνώντων. Ουδείς γνώριζε δημοσίως πόσοι εξ αυτών προσέρχονταν να εργαστούν, για πόσο και με τι αμοιβές. (Παλαιός κατάλογος μισθοδοσίας στα μέσα της δεκαετίας του ’90 καταχωρεί διευθυντή γνωστής ημερήσιας οικονομικής εφημερίδας με μισθό 600.000 δραχμών το μήνα για ανύπαρκτη παρουσία). Εις εκ των πολλών. Ο πονηρός συντάκτης του Οργανισμού τηρεί αιδήμονα σιγή στο θέμα της αποκλειστικής απασχόλησης των δημοσιογράφων αυτών επιτρέποντας προφανώς την εργασία και σε άλλους φορείς, ιδιωτικούς ή μη. Άλλη μια ελληνική «ιδιαιτερότητα», διότι στα σοβαρά κράτη όσοι δημοσιογράφοι επιλέγουν να υπηρετήσουν κυβερνήσεις από διάφορες θέσεις παύουν να ασκούν το δημοσιογραφικό επάγγελμα για το διάστημα αυτό, διότι κρατικοδίαιτοι δημοσιογράφοι αποτελούν εξ ορισμού εξόφθαλμα εκτρωματική εκδοχή της δημοσιογραφικής ιδιότητας. Η νοσηρή αυτή κατάσταση φαίνεται να διαιωνίζεται.
Στα σοβαρά επίσης κράτη οι θέσεις των γενικών γραμματέων και ορισμένων υφυπουργείων σε κρίσιμους τομείς της κρατικής δραστηριότητας, που συνεπάγονται ένα μίνιμουμ συναίνεσης και συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων ώστε να υπηρετείται καλύτερα το δημόσιο συμφέρον, στελεχώνονται από μόνιμους υπαλλήλους Μ’ αυτόν τον τρόπο εμποδίζονται ή ελαττώνονται οι πελατειακές πρακτικές και διασφαλίζεται η θεσμική συνέχεια και μνήμη του κράτους, η αυτοδιοίκηση της διοίκησης στο πλαίσιο των νόμων, η προετοιμασία, μελέτη και αποτελεσματική εφαρμογή των εναλλακτικών επιλογών δημόσιας πολιτικής στον κάθε τομέα. Στα καθ’ ημάς οι θέσεις αυτές αποτελούν εφαλτήρια πολιτικής ανάδειξης, με αποτέλεσμα την κομματικοκρατία και τη συναλλαγή με ευθύνη και των ίδιων των υπαλλήλων. It takes two to tango. Πάντα. Κατά τα άλλα, οι συνδικαλιστές φροντίζουν πάντα να βρίσκονται σε «εγρήγορση» και αντιμνημονιακή «αγωνιστική ετοιμότητα» και να αναθεματίζουν την αξιολόγηση, όσο ατελής κι αν είναι αυτή.
Οι εκλογές, άλλωστε, έρχονται, με άφθονα κλαρίνα, τσιφτετέλια, νταούλια και βιολιά και μπόλικους αθλητικούς μυς, μπορεί και «τσαντίρια».
Έρμη, έρημη χώρα.
O Βασίλης  Καπετανγιάννης είναι Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Η επέτειος των γελοίων


του Πάνου Θεοδωρίδη

Μ΄ενα ούτι φτιαγμένο στη Σμύρνη
στ άλογο επάνω ,τα χωριά προσπερνώ
ανθρωποι  σκιαγμένοι προσπερνάνε και φεύγουν
σκυλιά φαρμακωμένα στο δρόμο.
Πάω στο καστέλλι του άρχοντα Βαγή
κουρελής κι ξαρμάτωτος σαν καλάμι, 
ό,τι είχα τό ΄χασα προχτές Παρασκευή
 
Εικοστή πρώτη Απριλίου, γατάκια,είναι μία επέτειος-μαϊμού, που οι περισσότεροι την λένε και «μαύρη». Ως εικός, και εν συμφωνία με όλα τα νεοελληνικά θέσμια, άλλο θυμόμαστε, άλλο μας λυπεί και άλλο εκφράζουμε.
 
Θυμάμαι την μάνα και την θεία μου με πόση περιφρόνηση λοιδωρούσαν τον θείο μου τον Στέργιο ,τουπίκλην Κάβουρα, επειδή εκ των πρώτων ζήτησε να ενταχθεί στους συνταξιούχους της Αντίστασης, επειδή αποδεδειγμένα γλύτωνε κρατουμένους από το Παύλου Μελά και μάλιστα τον είχαν τιμήσει και άλλες χώρες για την συμβολή του. Ήταν έξαλλες που τόλμησε να ζητήσει αντίδωρο ,επειδή έκανε το πατριωτικό του καθήκον.
 
Απεναντίας, η πρώτη πράξη συσπείρωσης με την πτώση της χούντας ήταν η δημιουργία ενός ΣΦΕΑ (Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974). Όπως είχαν τέτοιες συσπειρώσεις οι εγκαταλειφθέντες τραμβαγιερηδες και οι «καστρόπληκτοι» της Άνω Πόλης της Θεσσαλονίκης.
 
Η εικοστή πρώτη Απριλίου λοιπόν, τουφίτσες μου χαριτωμένες, επειδή ως αδίκημα θεωρήθηκε στιγμιαίο, άρα οι συνεργάτες, οι όμαιμοι, οι συνεταίροι ,οι εκφωνήσαντες πανηγυρικούς και οι γαλίφηδες των επαγγελματικών ευκαιριών, ήταν αθώες περιστερές, υποτίθεται ότι τιμωρήθηκε ως έμπνευση αλλά όχι ως διαστροφή και ξενέρωμα της πολιτικής ζωής.
 
Διότι οι «στιγμιαίοι» άρα απαλλαχθέντες συνεργάτες και συνομιλητές της δικτατορίας, έγιναν δεκτοί σε κόμματα, πήραν αξιώματα και συνέχισαν τον βίο τους, ακόμη κι σήμερα. Την πλήρωσαν σημειακά μόνον ελάχιστοι, όπως ο Γιώργος Οικονομίδης, ο Φώτης Δήμας και άλλοι περιφερειακοί. Όχι ,οι μύστες των εορτών της δικτατορίας έως σήμερα , την έχουνε τυλώσει μια χαρά.
 
Κώνστας Τζαγκρής, καλό παιδί του Ιπποδρόμου
αρματηλάτης Ρούσιος ,ηγέτης στο κόμμα
αποχωρεί της υπηρεσίας πικραμένος
πνιγμένος στην μυριόστομη φωνή:
 
"Κώστα είσαι γκόμενα, γκομενα, γκομενα..."
 
 Το αίτημα αλλαγής των δομών της χώρας ήταν επιτακτικό το 1974. Η χώρα χρειαζόταν νέο σύνταγμα, ευρύτατη αποκεντρωτική διοίκηση που να έφτανε στον φεντεραλισμό, άμεση ειρήνευση με όλους τους γείτονες,και κυρίως την δημιουργία ενός νέου, μη ψυχροπολεμικού και μη εθνικιστικού προσανατολισμού. Και τα αντίθετα να μου υποστηρίξετε πως ήθελε, δεν πρόκειται να διαφωνήσω, επειδή πάνω απ΄όλα ήθελε λίγους και τρανταχτούς νόμους .
 
Ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης δεν θα χρειαζόταν να εκτελεστούν από τους εσμούς και τους συνδυασμούς πρακτόρων και ειλικρινώς δρώντων αριστεριστών. Ο Μάλλιος έπρεπε να έχει ένα πράγμα από την Πολιτεία: το δικαίωμα να ζητιανεύει στην στάση «Ευαγγελισμός». Χωρις κλήρο, χωρίς σύνταξη, χωρίς περιουσία. Έτσι δρα ένα πολίτευμα που επιθυμεί να μακροημερεύσει  χωρίς τσαλίμια και διακρίσεις.
 
Στα Μικρασιατικά, εκτελέστηκαν οι Εξ. Στα πραξικοπήματα του Μεσοπολέμου, μένεις εκστατικός στην σταλαγμιαία χρήση της Δικαιοσύνης. Κανένας ιδιοκτήτης και διαχειριστής ιδιωτικού στρατού δεν έπαθε το παραμικρό, ακόμη κι αν εκτελούσε τον Ίωνα Δραγούμη ή τις «βουλγαρικές αρκούδες»(τ.ε τους απελευθερωμένους Μακεδόνες). Είτε για να σωθεί είτε για να καταστραφεί ο Θρόνος γινόταν ανυπόφορες τράμπες και εξαγνισμοί.
 
Και αυτά τα ζούμε και σήμερα, για παράδειγμα επαναλαμβάνοντας το φλερτ μιάς ειδικής δεξιάς με την ειδική ακροδεξιά, μια διαδικασία που έρχεται από τον καιρό της φοβικής αντισημιτικής Θεσσαλονίκης του  δημοκρατικού μας Βενιζέλαρου του 1928.
 
Ντρέπομαι για τις ανακοινώσεις περί Δημοκρατίας που μας περιμένουν σήμερα. Ανακοινώσεις που κρύβουν τα αρχεία της ΕΣΑ, τους διηνεκείς εκβιασμους και τις σπιλώσεις πολιτών.
 
Υπήρξα άνθρωπος νομιμόφρων, που συνέβαλε στην παγίωση του σημερινού πολιτικού συστήματος. Κι οπως όλοι οι προσκυνημένοι, ανήκω στην σέχτα των διασκεδαστών που απο ιδιοσυγκρασία ξέρουν να υμνήσουν, αλλα σπανίως σκέφτονται τι υμνούν...
 
Το μόνο που ελπίζω ,είναι να διαθέτω άφθονο χρόνο μεταμέλειας, μετάνοιας, καταλλαγής και της ρίψης ενός μπουκαλιού στη θάλασσα, δηλαδή σε αυριανούς αναγνώστες που είναι καλό να ξέρουν μέρος της αλήθειας που εφηύρα για χάρη τους.
 
Το μόνο μήνυμα που μπορώ να φωνάξω σε αυτές τις μάγκες των ψευταράδων είναι πως η αλήθεια επινοείται μόνον για να χαθεί, η δικαιοσύνη υπάρχει έως την  υλοποίηση της υπέρτατης εγκληματικής πράξης και πως ο νέος που όλοι τον θεωρουμε καραμαλάκα, είναι πολύ μεγαλυτερη ελπίδα από τον γέροντα που αποφάσισε να ξεστομίσει τις αλήθειες του  ως κατάθεση ψυχής και άλλα ανατριχιαστικά.
 
Για την κατάσταση σας λεω και για τη σκλαβιά
γιά τη σουπιά τη μαύρη λεω και τη μπαμπεσιά
στην επικράτεια δε φαίνεται αστροφεγγιά
ενέργειες άσκοπες τη φέρανε στη λησμονιά
για να ρθει πάλι καλοκαίρι και παρηγοριά
θέλει μολότοφ στό να χέρι ,στ άλλο τη γροθιά
 
(Αντί άλλης εικονογράφησης λάβετε ολιγα στιχάκια που ήγραψα στα χρόνια της δικτατορίας, που επιτείνουν την διάθεση απώλειας και άγχους αλλά διδάσκουν πως παράγονται οι ηρωισμοί και οι σάλτσες, Τσιτσάνη μου...)
 

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

Οι 5 τοξικές νόρμες του "φασισμού" μας


Οι νόρμες που περιγράφει ο αρθρογράφος είναι ορατές σε κάθε κοινωνική μας εκδήλωση. Σε καμιά όμως δεν είναι τόσο ανάγλυφες όπως στο "Ελλήνων Πάσχα". 
του Ανδρέα Ζαμπούκα από το Protagon 
Κάθε κοινωνία έχει τις νόρμες της. Είναι αυτές οι σταθερές που κρατούν τις ισορροπίες και ορίζουν τη συνοχή των μελών της. Αυτά τα σημεία αναφοράς που βοηθούν στη διαλεκτική, στην ωρίμανση των ταυτοτήτων και στη σύγκλιση προς τη συνεννόηση.
Κι εμείς έχουμε. Κι οι Γάλλοι κι οι Αμερικάνοι κι οι Ιταλοί. Στη δικιά μας περίπτωση όμως, τα πράγματα είναι κάπως άσχημα. Κι αυτό, γιατί δεν τις παραδεχόμαστε. Δεν θέλουμε βασικά, να τις γράψουμε στη συνείδησή μας ως νόρμες, μήπως και τις βελτιώσουμε. Απλά τις ακολουθούμε ως «δόγματα» και δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να τις διεκδικήσουμε ως ελεύθερες στάσεις ζωής. Κι έτσι αφήνουμε τις εξουσίες να τις καθορίζουν και να μας τις επιβάλλουν αυταρχικά.
Αυτές είναι οι πέντε τοξικές νόρμες που μολύνουν την κουλτούρα μας και καλλιεργούν τον ιδιότυπο «φασισμό» μας:
  • Πρώτη απ΄ όλες, η σχέση μας με θρησκεία και ιδεολογία. Εντελώς κάθετη. Δεν φταίει η ίδια η θρησκεία (ένας κώδικας είναι) ούτε η ιδεολογία (Δεξιά και Αριστερά) αλλά όσοι συντηρούν την κάθετη σχέση και δεν την αλλάζουν. Αφού λοιπόν δεν την κατανοούμε δημιουργικά και δεν την προσαρμόζουμε στη σύγχρονη πνευματικότητα που εξελίσσεται, εύκολα γίνεται «αυταρχισμός» και όργανο εξουσίας. Μεγαλώνουμε μ΄ αυτή τη σχέση και όποιος θέλει να αποκλίνει αντιμετωπίζει την οργή και το μίσος μας.
  • Άλλη τοξική νόρμα είναι η προγονοπληξία. Μας είπαν δυο πράγματα για τους Αρχαίους και μείναμε να κοιτάμε την Ακρόπολη. Μέχρι εκεί. Αυτό ήταν αρκετό. Ούτε τι είναι πολιτισμός δεν καταλαβαίνουμε. Μόνο κολώνες κι αγάλματα έχει στο μυαλό του ο μέσος Έλληνας.
  • Ο μεσσιανισμός είναι η τρίτη «νόσος». Ψάχνουμε πάντα έναν «σωτήρα» πρωθυπουργό, δάσκαλο, γιατρό, σύντροφο, να μας σώσει. Το λέμε παντού και γίνεται συνήθεια. Έτσι μεγαλώνουμε, χωρίς ευθύνη, αλλά με την προσμονή του «μεσσία». Όταν οι Αμερικάνοι και οι Ευρωπαίοι δεν μας κάνουν το χατίρι, είναι εχθροί μας.
  • Ο επαρχιωτισμός μας φέρνει άλλα δεινά. Ποτέ δεν αποκτήσαμε αστική συνείδηση και όλα θυμίζουν το χωριό μας. Δεν αγαπήσαμε τις πόλεις μας ούτε το μέρος που ζούμε. Κουβαλάμε μέσα μας τη νοσταλγία, τη χαμένη «πατρίδα» και ταυτόχρονα την κουτοπονηριά, την εξάρτηση και τον «μεγαλοϊδεατισμό» του χωρικού που πήγε στην πόλη, να την «αλώσει» και να πλουτίσει.
  • Τελευταία μόλυνση είναι ο «φετιχισμός» της ψυχαγωγίας. Είμαστε προσηλωμένοι σε «ποδοσφαιρικές» ψευδοϊδεολογίες και στον λαϊκισμό της υποκουλτούρας. Υπερασπιζόμαστε τα «ιδανικά» της ομάδας και το στιλ της ψυχαγωγίας μας. Τα θεωρούμε και τα δύο σχεδόν θέσφατα και δεν σηκώνουμε κουβέντα για τις επιλογές μας.
Οι τοξικές νόρμες είναι προσανατολιστικές και παίζουν αθόρυβα τον διαβρωτικό τους ρόλο, όσο περνούν οι δεκαετίες. Δεν αισθανόμαστε τις διαφορές, γιατί είμαστε απομονωμένοι στο βαλκανικό «νησί» μας. Δεν είμαστε, άλλωστε, όλοι εξαρτημένοι, δεν βιώνουμε μαζί το ίδιο το πρόβλημα και, κυρίως, δεν είμαστε σε θέση να το δεχτούμε. Ο μέσος όρος όμως, είναι μολυσμένος. Κι η μόλυνση, ανεπαίσθητα, μας διογκώνει την έπαρση, το σύμπλεγμα, το δηλητήριο μέσα μας. Γινόμαστε βίαιοι και ολοκληρωτικοί, σχεδόν βάρβαροι, αγενείς και στο τέλος επιθετικοί. Και σιγά-σιγά, αθόρυβα και χωρίς συνείδηση της «πτώσης», πλησιάζουμε στον «φασισμό».
Τι σημασία έχει αν δεν ξέρουμε τις ρίζες του «fascio» ή του εθνικοσοσιαλισμού, αν δεν ταυτιζόμαστε με ερμηνείες και σύμβολα; Περιέχουμε μέσα μας το «ζώο» όπως λέει κι ο Χατζιδάκις, και το βγάζουμε στον δρόμο, στους καυγάδες, στο γήπεδο και στον πολιτικό λόγο. Δεν θα το κάναμε αν δεν μας είχαν μολύνει οι τοξικές νόρμες που ασπαζόμαστε από μικροί. Δεν θα είχαμε την ευκαιρία να καλλιεργήσουμε μέσα μας το «απόλυτο» και το «αυθεντικό». Αν δεν ήμασταν τόσο πολύ «γαύροι», «βάζελοι», «ορθόδοξοι», «αριστεροί», «καραμανλικοί», «μανιάτες», «μακεδόνες», «γνήσιοι έλληνες», αν δεν νιώθαμε σημαντικοί σε κάποιο μπουζουκομάγαζο, δεν θα κλείναμε τόσο ερμητικά μέσα μας, την ορμή του βάρβαρου και του δεσποτικού αλαζόνα.
Ο φασισμός απλώνεται και δεν είναι απλό σύμπτωμα παθογένειας. Είναι δυστυχώς η μεγάλη καρκινική μετάσταση, που κάποιοι έτρεμαν, βλέποντας την παιδεία να χάνεται στα ψέματα και στην υποκρισία. Ο φασισμός είναι το κτήνος που έθρεψαν μέσα μας οι τοξικές νόρμες της κάλπικης «νεοελληνικής ταυτότητας».
Μεγαλώνει στα γήπεδα, στα τηλεοπτικά πάνελ, στα σχολεία και τώρα πια στη Βουλή. Οι «τρόφιμοι» εν τω μεταξύ, του ολοκληρωτισμού για να εξασφαλίσουν λίγη εξουσία, συνεχίζουν να προσκυνούν παπάδες, να υποθάλπουν «αντιεξουσιαστές», να προμοτάρουν τον παραγοντισμό και να γλείφουν καθυστερημένους παρουσιαστές για λίγη δημοσιότητα. Κι όσο το αίτιο δε μαζεύεται, τόσο η επίπτωση θα διευρύνεται.
Μόνο μια αντισυστημική επανάσταση στην παιδεία μπορεί να προλάβει την εξάπλωση. Διαφορετικά, πολύ σύντομα, ίσως κι από τις επόμενες εκλογές, οι νόρμες θα επιβάλλουν τους εκφραστές τους. Αυτούς που χρόνια προετοίμαζαν και δεν είχαν ωριμάσει ακόμα να ηγηθούν.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Δεν μου αρέσει η Ελλάδα του ομορφάντρα


Επειδή ο φίλος Π. Παναγιωτόπουλος κάνει μια έμμεση αναφορά σε ένα άρθρο της Χριστίνας Ταχιάου, είπα πως είναι καλό να το θυμηθούμε. Ο Φλεβάρης του 12 είναι τόσο μακρυά, τόσο κοντά . Γιαυτό το γραπτό, η Χριστίνα είχε δεχθεί σκληρές επιθέσεις από παντού. Λογικό, γιατί η αλήθεια πονάει. Γιατί πως να βγάλεις από πάνω σου τη γλίτσα του βρώμικου Ελλάδα; Η διαφήμιση έβγαζε γέλιο. Είναι αλήθεια. Αλλά μόνο ως αυτοσαρκασμό στην πραγματικότητα. (Leo)
της Χριστίνας Ταχιάου από το protagon
Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ.
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν νιώθω καν Ελληνίδα τέτοιας Ελλάδας. Ποια Ελλάδα να υπερασπιστώ και με ποια Ελλάδα να ταυτιστώ; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να δίνει φακελάκι; Με την Ελλάδα που κυκλοφορεί στο δρόμο λες και είναι μόνη της; Με την Ελλάδα που λατρεύει τα 100 ντεσιμπέλ; Με την Ελλάδα που φυσάει τον καπνό της στα μούτρα του απέναντι; Με την Ελλάδα που παραβιάζει όποιο νόμο γουστάρει; Με την Ελλάδα που δικαιολογεί την παρανομία; Με την Ελλάδα που νιώθει ανώτερη από τους «ξένους»; Με την Ελλάδα που καμαρώνει επειδή κατασκεύασε κάτι ελεεινής ασχήμιας χωριά; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να απλώνει ξαπλώστρες στις άλλοτε πανέμορφες παραλίες; Με την Ελλάδα που θεωρεί φυσιολογικό να πηγαίνει σε απίθανης αρπαχτής κλαμπ και καφέ και να παρακαλάει κάτι άθλιους φουσκωτούς τύπους της νύχτας να μη φάει πόρτα; Με την Ελλάδα που πιστεύει ότι δεν μπορεί να διοριστεί χωρίς μέσο; Με την Ελλάδα που φιλάει κατουρημένες ποδιές για να κάνει τη δουλειά της; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να πληρώνει ένα κάρο λεφτά σε μπουζούκια και μπαρ και μετά να οδηγεί μεθυσμένη; Με την Ελλάδα που πιστεύει «Και τι έγινε που έπιασαν τους Καραμπέρηδες; Αυτοί είναι το πρόβλημα;»; Με την Ελλάδα που απαιτεί να «φέρουν πίσω τα κλεμμένα» αλλά εξαιρεί τον εαυτό της από την επιστροφή; Με την Ελλάδα που διεκδικεί το δικαίωμά της να εξακολουθήσει να λειτουργεί κουτοπόνηρα; Με την Ελλάδα που πάσχει από έλλειψη φιλοδοξίας;
Όχι, δεν είμαι αγία. Όλα τα παραπάνω, τα απορρίπτει ο «ενήλικος» εαυτός μου. Ο «ανήλικος», έχει υπάρξει μέρος αυτού που τώρα απορρίπτω. Ίσως γι αυτό ενοχλούμαι τόσο πολύ τώρα. Το θέμα είναι ότι ο «ενήλικος» έχει περάσει στο άλλο άκρο. Θέλει τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία.
Για μένα, η κρίση υπάρχει εδώ και χρόνια. Και δεν εννοώ την οικονομική, εννοώ την αισθητική, πολιτιστική, αξιακή κρίση. Η οικονομική κρίση δεν με εξέπληξε καθόλου. Αντίθετα, με εξέπληξε το γεγονός ότι τόσοι έξυπνοι άνθρωποι εξεπλάγησαν.
Την πρώτη φορά που είδα τη διαφήμιση με τον «ομορφάντραμου» ένιωσα ένα κρύο χέρι να μου σφίγγει το κεφάλι. Το ίδιο είχα νιώσει κι όταν είδα τις διαφημίσεις με την «αγαπούλα την κουκούλα» και «τη φουκαριάρα τη μάνα μου». Είναι οι διαφημίσεις που συμβολίζουν την Ελλάδα που δε μ’ αρέσει. Την Ελλάδα του γηπέδου, του βρώμικου, της φοροδιαφυγής, του μέσου, της διαφθοράς, του ψυχοπονιάρη, του τεμπέλη, του λαθραίου, του καταφερτζή, του αναίσθητου, του Ελληνάρα. Το χειρότερο είναι ότι όλοι, μικροί – μεγάλοι, απ΄ όλα τα στρώματα της κοινωνίας, γελάνε με τις διαφημίσεις αυτές. Το χαίρονται, ρε παιδάκι μου.
Φρικάρω. Φρικάρω με τις διαφημίσεις και με τη συνεχή αναπαραγωγή τους. Νιώθω ένα τσίμπημα δυστυχίας όποτε ακούω τη λέξη «ομορφάντρα μου». Μου έρχεται στο νου και η εικόνα: ασπρόμαυρη Ελλάδα, κοντοί κι άσχημοι άντρες, τσίκνα, βρωμιά ιδρώτα στο γήπεδο, λίπη και λίγδες. Όταν ακούω τη φράση «τι βάζω μέσα; Τη μάνα μου και τον πατέρα μου βάζω μέσα!» μου έρχεται στο νου ένα φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.
«Γιατί όμως πιστεύεις ότι έχουν τόση απήχηση αυτές οι διαφημίσεις;» με ρώτησε η φίλη μου. Μα, επειδή, ο Έλληνας σε αυτήν ακριβώς την Ελλάδα νιώθει άνετα. Στην Ελλάδα της αγαπούλας, του ομορφάντρα μου και της φουκαριάρας της μάνας του. Στην Ελλάδα της δραχμής...
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών