ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

«Δεν βλέπω καθόλου, δεν ακούω καλά, μιλάω πολύ».

«Δεν βλέπω καθόλου, δεν ακούω καλά, μιλάω πολύ».
Γ. Ριτζούλης, Μετά την κρίση

Παρατηρητήριο

Ήρθε η ώρα κάποιοι να ζητήσουμε δημόσια συγχώρεση και εξιλέωση που πιστέψαμε στην μούφα του Κουβέλη κ της παρέας του, μπήκαμε στην ιστορία της ΔΗΜΑΡ, στη δήθεν αναγέννηση της ανανεωτικής αριστεράς που ήταν τελικά απλώς ένας σταθμός του δικού του προσωπικού άθλιου πολιτικού παιχνιδιού που στο διάβα του κατέστρεφε με απίστευτη άνεση ότι καλό μπορούσε να προκύψει. Η ιστορία ίσως γράψει μία μέρα την αλήθεια για την μεγάλη χίμαιρα μίας χούφτας ανθρώπων που νόμιζαν ότι θα αναστήσουν μία ιδέα ενώ απλώς αναβάπτισαν έναν τύπο. Μέχρι τότε, ας βουλιάξουμε λίγο ακόμα στην πολιτική μας κατάθλιψη, αποδυναμωμένοι, διαψευσμένοι κ ντροπιασμένοι. Γιατί σε κάθε λάθος ήμασταν εκεί κ το βλέπαμε να συμβαίνει. Κ αυτό μας κάνει βαθιά συνυπεύθυνους. Κ τελικά βαθιά ανεύθυνους. Τώρα σιλάνς, κατάθλα κ αναστοχασμό.

ΥΓ: Η γιαγιά μου έλεγε ότι αυτό που διακρίνεις κ δεν σου αρέσει σε κάποιον από τις πρώτες στιγμές, είναι αυτό που τελικά θα σε απογοητεύσει στο τέλος. Έχω ζήσει όλες τις φάσεις από την ίδρυση της ΔΗΜΑΡ, έχω δει τη σπίθα στα μάτια ανθρώπων που είχαν δεκαετίες αποστασιοποιηθεί, τον ενθουσιασμό όσων συμμετείχαν. Από την πρώτη μέρα ξέραμε ότι αυτό όλο δεν ταίριαζε να γίνει με τον Κουβέλη. Το ψιθύριζαν όλοι μεταξύ τους σιγά όμως μην ακουστεί παραέξω κ χαλάσει η παραμύθα. Καμιά φορά η ανάγκη να ζήσεις κάτι σε κάνει να κλείνεις τα μάτια στο πιο προφανές - εκκωφαντικό σχεδόν - ντεζαβαντάζ του. Κ τελικά γίνεσαι συνεργός κ συνένοχος στο έγκλημα.

Mυρσίνη Λιοναράκη

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

"Η αριστεία είναι ρετσινιά".
Είναι η φράση που χαρακτηρίζει απόλυτα το ΣΥΡΙΖΑ, την ιδεολογία του, τα μέλη, τους ψηφοφόρους του, την Ελλάδα του. Πραγματικά to the point. Όπου και να πάει το αποτύπωμα αυτό θα μείνει για πάντα εδώ. Δυστυχώς.

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Προτίμησα να συμπαρασταθώ σε όλους αυτούς, δουλεύοντας.


Ασάφειες
Να κάνεις απεργία και διαδήλωση, Οk.
Για ποιο λόγο; Ο καθένας για το δικό του λόγο;
Συνισταμένη υπάρχει;
Ο ΣΥΡΙΖΑ καλούσε σε απεργία. Οι περισσότερου Συριζαίοι ή ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ  έκαναν απεργία Γιατί; Γιατί υπόγραψε μνημόνιο; Γιατί οι Ευρωπαίοι δεν πληρώνουν τα ελλείμματά μας; Γιατί έχει αδικίες ο νόμος Κατρούγκαλου; Γιατί δεν φύγαμε από το Ευρό να τρώμε με χρυσά κουτάλια; Γιατί δεν μπορεί το κόμμα τους να διαχειριστεί την κατάσταση; Γιατί είναι προοδευτικοί και απεργούν πάντα;

Οι αντιπολιτευόμενοι έκαναν απεργία. Γιατί; Γιατί θέλουν να πέσει απλά ο ΣΥΡΙΖΑ; Γιατί δεν θέλουν αυτό το ασφαλιστικό; Κι αν δεν το θέλουν, ποιο είναι αυτό που θέλουν; Γιατί συμπαρίστανται στους αγρότες που δεν θέλουν να πληρώνουν εισφορές; Γιατί είναι κατά των δανειστών; Γιατί θέλουν να επωμιστούν όλοι αναλογικά τα βάρη; Γιατί θίγονται ατομικά;

Μπλέξιμο.

Δεν βρήκα απάντηση και έτσι πήγα στο σχολείο και δούλεψα. Δεν θέλησα να ταυτιστώ με κανέναν. Ούτε με το ΚΚΕ που πάντοτε απεργεί, ούτε με το ΣΥΡΙΖΑ που θέλει να διαδηλώσει κατά των δανειστών ούτε με όσους θέλουν επιστροφή στην επίπλαστη ευημερία και νιώθουν ότι ο Τσίπρας τους πρόδωσε.
Δεν ανήκω σε καμιά από αυτές τις κατηγορίες.
Και αν θεωρώ ότι η κυβέρνηση αυτή είναι καταστροφή, δεν θεωρώ ότι μια άλλη μπορεί να μου δώσει πίσω ότι έχασα. Στο φινάλε είμαι δημόσιος υπάλληλος και δεν πρέπει να κλαίγομαι. Χιλιάδες συμπολίτες μου δουλεύουν περισσότερο από μένα και αμείβονται λιγότερο. Χιλιάδες δεν έχουν δουλειά και είναι ικανότεροι από μένα. Χιλιάδες ζουν με την ανασφάλεια της απόλυσης, του κλεισίματος, της ανεργίας.


Προτίμησα να συμπαρασταθώ σε όλους αυτούς, δουλεύοντας.     

Cas Mudde:Ένας χρόνος ΣΥΡΙΖΑ και Ελλάδα στην απομόνωση


Το κείμενο του Cas Mudde που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε στις 25 Ιανουαρίου 2016 στο The Huffington Post, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός χρόνου του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Κεντρική διαπίστωση του συγγραφέα είναι ότι ο απολογισμός ενός χρόνου με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ είναι ιδιαίτερα αρνητικός. Ανικανότητα διακυβέρνησης, καιροσκοπισμός, βεβαιότητα ότι «κατείχε την απόλυτη αλήθεια», κλασική λαϊκιστική φρασεολογία χαρακτηρίζοντας τους αντιπάλους ως «εχθρούς», «προδότες», ακόμα και «τρομοκράτες», είναι μερικές από τις διαπιστώσεις του συγγραφέα για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης. Συνακόλουθα, η διεθνής απομόνωση που δημιουργεί μεγάλους κινδύνους για τη χώρα.

Πριν από έναν χρόνο, το αριστερό λαϊκιστικό κόμμα του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα. Ήταν η πρώτη φορά μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, που ήρθε πρώτο ένα άλλο κόμμα εκτός από τους δύο δεινόσαυρους της Μεταπολίτευσης, το κεντροαριστερό Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ) και το κεντροδεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ). Παρόλο που η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αναμενόμενη, η επιλογή του να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων (ΑΝΕΛ) προκάλεσε έκπληξη, κυρίως στους πολλούς (ξένους) υποστηρικτές του. Ωστόσο, αυτή η επιλογή ήταν απολύτως κατανοητή εκείνη την περίοδο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κερδίσει τις εκλογές με βάση μια πρότασή του για τον Τρίτο Δρόμο στην πολιτική των Μνημονίων, που καθόριζε τη σχέση μεταξύ της Τρόικα –της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΠ), της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ)– και της Ελλάδας μετά από διάφορα πακέτα διάσωσης. Οι ΑΝΕΛ ήταν το μόνο κόμμα στο ελληνικό κοινοβούλιο που υποστήριζε την ουτοπική θέση «Όχι στο Μνημόνιο, Ναι στην Ευρωζώνη». Επομένως, ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, και Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σχηματίσει κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ σε μια προσπάθεια να επιχειρήσει να επαναδιαπραγματευθεί τους όρους διάσωσης με τον τρόπο που είχε υποσχεθεί στους ψηφοφόρους του.
Εννέα μήνες αργότερα ο ακόμα καινούργιος, αλλά φθαρμένος, Πρωθυπουργός υπέβαλε την παραίτησή του και έφερε και πάλι την Ελλάδα στις κάλπες για τέταρτη φορά σε κάτι περισσότερο από τρία χρόνια. Κανένας, ούτε και ο Τσίπρας, δεν υποστήριξε ότι η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν επιτυχημένη. Εκπροσωπούμενη από τον φανταχτερό Υπουργό Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μια μέχρις εσχάτων ηθική μάχη με την Τρόικα, υποστηρίζοντας ότι κατείχε την απόλυτη αλήθεια και ότι οι αντίπαλοί του –για τους οποίους μιλούσε με κλασική λαϊκιστική φρασεολογία χαρακτηρίζοντάς τους ως «εχθρούς», «προδότες», ακόμα και «τρομοκράτες»– θα έβλεπαν το φως το αληθινό. Αλλά καθώς ο Βαρουφάκης ξεκίνησε να κάνει διαλέξεις περί Οικονομικών στις συναντήσεις του Eurogroup, οι συνάδελφοί του περιχαρακώνονταν ολοένα και περισσότερο στις αρχικές τους θέσεις και έχαναν τη μικρή συμπάθεια που τους είχε απομείνει στη δοκιμασία της «ριζοσπαστικής αριστερής» ελληνικής κυβέρνησης.
Για να αποφύγει το αδιέξοδο, ο Τσίπρας τράβηξε το τελευταίο του χαρτί, ένα αιφνιδιαστικό δημοψήφισμα για ένα ακατανόητο ζήτημα, που είχε μόνο νόημα ιδωμένο από την κοσμοθεώρηση του ΣΥΡΙΖΑ για μια επική μάχη μεταξύ της «δημοκρατικής Ελλάδας» και της «τεχνοκρατικής Τρόικας» – λες και άλλοι υπουργοί της Ευρωζώνης, όπως ο Ολλανδός Γέρουν Ντάισελμπλουμ και ο Γερμανός Βόλφγκανγκ Σόιμπε δεν είχαν λάβει δημοκρατική εντολή εντός των χωρών τους για τις πολιτικές λιτότητας που αποφάσισαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε το δημοψήφισμα[i] με 61 τοις εκατό υπέρ του «Όχι», αλλά σύντομα ανακάλυψε ότι αυτό δεν είχε αλλάξει τίποτα έξω από την Ελλάδα. Κατά συνέπεια, ο Τσίπρας αγνόησε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, πρόδωσε τη δική του «δημοκρατική εντολή», και αποδέχτηκε ένα πακέτο διάσωσης που ήταν πολύ πιο δυσμενές για την Ελλάδα από τη συμφωνία που αυτός και οι υποστηρικτές του είχαν απορρίψει στο δημοψήφισμα.
Αμέσως μετά, ο Τσίπρας ζήτησε νέες εκλογές,[ii] αιφνιδιάζοντας τους πολλούς αντιπάλους εντός και εκτός του κόμματός του. Παρά τις παλινωδίες της Ελλάδας στο διάστημα μεταξύ του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου, τα αποτελέσματα των εκλογών σε γενικές γραμμές δεν διέφεραν σημαντικά. Οι περισσότερες διαφορές δεν ξεπερνούσαν το ένα τοις εκατό. Μόνο το φιλελεύθερο Ποτάμι έχασε δύο τοις εκατό. Αντίθετα, ο Τσίπρας αναδύθηκε από τις εκλογές ενισχυμένος, έχοντας καθαρίσει το κόμμα του από τους πιο σκληρούς αντιπάλους του, και με το κύριο αντίπαλο κόμμα (ΝΔ) χωρίς ηγεσία εκείνη τη στιγμή. Και πάλι επέλεξε τους ΑΝΕΛ ως εταίρο στην κυβέρνηση συνασπισμού, αλλά αυτή τη φορά η λογική της επιλογής του δεν ήταν πειστική.
Έχοντας αποδεχτεί, έστω και απρόθυμα, τους νέους σκληρούς όρους διάσωσης, η νέα κυβέρνηση θα ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει κοινωνικοοικονομικές πολιτικές. Λογικά, θα έπρεπε να εστιάσει στη μεταρρύθμιση του κράτος και σε κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα, που ήταν πάντα σημαντικά για το κόμμα και τους οπαδούς του. Σε αυτά τα ζητήματα οι ΑΝΕΛ ήταν μεταξύ των λιγότερο πιθανών διαθέσιμων εταίρων. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε επιλογές επειδή επί μήνες είχε πολώσει την πολιτική αντιπαράθεση. Πώς θα μπορούσε να συνεργαστεί με κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ ή το Ποτάμι, ενώ τα είχε κατηγορεί ότι ανήκαν στη «διεφθαρμένη» και «προδοτική» ελίτ; Επομένως, είναι προφανές ότι ο Τσίπρας δεν σκέφτηκε ποτέ σοβαρά κάποια εναλλακτική στη θέση των ΑΝΕΛ. Αυτός και ο αρχηγός των ΑΝΕΛ Πάνος Καμμένος φαινόταν να έχουν αναπτύξει μια ξεκάθαρη και σταθερή σχέση συνεργασίας, στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να κυβερνά σχεδόν ανενόχλητος, εφόσον δεν ανακατευόταν στο Υπουργείο Άμυνας του Καμμένου.
Ωστόσο, αυτό που φαίνεται να μην υπολόγισε σωστά ο Τσίπρας είναι ότι η παθητικότητα των ΑΝΕΛ αφορά κυρίως τα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα, που είναι δευτερεύοντα για το κόμμα. Αναφορικά με τα κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα, ιδιαίτερα τα πιο σημαντικά για τον ΣΥΡΙΖΑ, οι ΑΝΕΛ δεν έχουν απλώς διαφορετικές απόψεις, έχουν παγιωμένες απόψεις. Όπως είναι συγκεκριμένα η περίπτωση που αφορά δύο παραδοσιακές ευαισθησίες της ελληνικής Αριστεράς, την ισχυρή θέση της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και του στρατού.
Η πολιτική εξουσία της ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν συναντάται σχεδόν πουθενά στην ΕΕ και το μέγεθός της παρουσιάζεται απολύτως από το γεγονός ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις ορκίζονται με θρησκευτικό όρκο ενώπιον Ορθόδοξων επισκόπων. Οι κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αποτέλεσαν την εξαίρεση σε αυτό.
Ομοίως, ο ελληνικός στρατός παραμένει ένας από τους πιο δαπανηρούς εντός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ). Η χώρα πλήρωσε το τεράστιο ποσοστό του 2,4 τοις εκατό[iii] του ΑΕΠ σε στρατιωτικές δαπάνες το 2015. Παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία έχει καταρρεύσει κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 2008, με το ΑΕΠ[iv] να πέφτει από τα 355 δις το 2008 στα 238 δις το 2014 (μια απώλεια ενός τρίτου!), ο ελληνικός στρατός αντιμετώπισε ελάχιστες περικοπές, και αύξησε μάλιστα τον προϋπολογισμό τους κατά 0,1 τοις εκατό του ΑΕΠ το 2014.
Μετά από έναν χρόνο στην εξουσία, η Εκκλησία και ο Στρατός παραμένουν εξίσου ισχυρά. Όπως έδειξε ο Βασίλης Πετσίνης,[v] ο ΣΥΡΙΖΑ σε γενικές γραμμές εγκατέλειψε το αίτημά του να μειώσει τη σημασία τους, επειδή αντιμετώπισε έντονη αντίθεση από τους ΑΝΕΛ. Αυτό μείωσε την πολιτική ατζέντα του κόμματος ακόμη περισσότερο, ιδιαίτερα στα κοινωνικοπολιτισμικά ζητήματα. Μεταξύ των ελάχιστων επιτυχιών του ήταν η νέα νομοθεσία[vi] που ψηφίστηκε τον περασμένο μήνα, με την οποία νομιμοποιείται το σύμφωνο συμβίωσης ομοφυλόφιλων ζευγαριών. Αν και πρόκειται για κάτι σημαντικό, ιδιαίτερα για αυτά τα ζευγάρια, είναι στην καλύτερη περίπτωση μια μικρή νίκη χωρίς να φέρνει την Ελλάδα σε υψηλή θέση στα ζητήματα των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων στην ΕΕ.
Η προσφυγική κρίση θα μπορούσε να δώσει στον ΣΥΡΙΖΑ μια ευκαιρία να ξανακερδίσει τη θέση του εντός της ΕΕ καθώς και εντός της εθνικής και διεθνούς Αριστεράς. Με περισσότερο από το 80 τοις εκατό των προσφύγων[vii] να εισέρχονται στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας, η χώρα βρίσκεται στο προσκήνιο του αγώνα της ΕΕ να ελέγξει την πρωτοφανή εισροή. Όμως ενώ πολλοί απλοί Έλληνες πολίτες ξεπέρασαν το αναμενόμενο προσφέροντας υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στους πρόσφυγες, παρά τα δικά τους οικονομικά προβλήματα, η ελληνική κυβέρνηση απέτυχε κατά κύριο λόγο στο, όντως απαιτητικό, καθήκον της να τους παρέχει στέγη και να τους καταγράψει. Καθώς ο Τσίπρας κάνει (αξιέπαινες) εκκλήσεις για μια πιο ανθρωπιστική προσφυγική πολιτική από την ΕΕ, η πρακτική ανικανότητα της κυβέρνησής του υπονομεύει τις πιθανότητες να βρουν ευήκοα ώτα μεταξύ των πιο σημαντικών εταίρων του στον Βορρά. Στην πραγματικότητα, αντί να μετατρέψει την προσφυγική κρίση από κρίση σε ευκαιρία, όπως έκανε τόσο επιδέξια ο Τούρκος Πρόεδρος Ρεσίπ Ταγίπ Ερντογάν,[viii] ο Τσίπρας έκανε και πάλι την Ελλάδα τον αποδιοπομπαίο τράγο της ΕΕ γενικά, και ιδιαίτερα της Γερμανίας. Και τώρα η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πιθανό αποκλεισμό από τη ζώνη Σένγκεν.[ix]
Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δημιούργησε ούτε την οικονομική ούτε την προσφυγική κρίση, η ανικανότητά του και ο καιροσκοπισμός του επιδείνωσαν τις επιπτώσεις τους για την Ελλάδα και υπονομεύουν τη θέση της εντός της Ευρώπης. Ο Τσίπρας ακόμα πιστεύει ότι οι υπερφίαλες ομιλίες αρκούν για να αλλάξουν οι πολιτικές και η πραγματικότητα, επενδύοντας ελάχιστο χρόνο και προσπάθεια στη δημιουργία εποικοδομητικών συνασπισμών με διάρκεια εντός της Ελλάδας ή της ΕΕ. Με το να μην κάνει την επιλογή[x] μεταξύ της επιστροφής του ΣΥΡΙΖΑ στις ριζοσπαστικές αριστερές ρίζες του ή της μετατροπής του σε ένα «λογικό» κεντροαριστερό κόμμα, αλλά αντίθετα να τα κουτσοκαταφέρνει με ένα μείγμα αυτών των δύο θεμελιακά αντίθετων μοντέλων, παραμένει πολιτικά απομονωμένος και επομένως ευάλωτος, τόσο στο εσωτερικό, ακόμα και από τον ίδιο τον εταίρο του στον συνασπισμό, όσο και στο εξωτερικό.

Cas Mudde

*Ο Cas Mudde είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου της Τζόρτζια. Είναι ο συγγραφέας του Populist Radical Right Parties in Europe (Cambridge University Press, 2007, στα ελληνικά, Λαϊκιστικά Ριζοσπαστικά Δεξιά Κόμματα στην Ευρώπη, Επίκεντρο 2011) και επιμελητής του Populism in Europe and the Americas: Threat or Corrective for Democracy? (Cambridge University Press, 2012, στα ελληνικά Λαϊκισμός στην Ευρώπη και την Αμερική, Απειλή ή διόρθωση για τη Δημοκρατία; Επίκεντρο, 2013). Το καινούργιο βιβλίο του Cas Mudde «ΣΥΡΙΖΑ: Η ΔΙΑΨΕΥΣΗ ΤΗΣ ΛΑΪΚΙΣΤΙΚΗΣ ΥΠΟΣΧΕΣΗΣ» σε επιμέλεια Πέτρος Παπασαραντόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο).. )..  

 [i] Περισσότερα στο http://www.huffingtonpost.com/cas-mudde/victims-of-illusions-the-_b_7679138.html
[ii] Περισσότερα στο http://www.huffingtonpost.com/cas-mudde/why-we-have-new-greek-ele_b_8031666.html
[iii] Περισσότερα στο http://uk.businessinsider.com/why-greeces-military-budget-is-so-high-2015-6?r=US&IR=T
[iv] Περισσότερα στο http://www.tradingeconomics.com/greece/gdp
[v] Περισσότερα στο https://www.opendemocracy.net/can-europe-make-it/vassilis-petsinis/syriza-one-year-on-what-happened-to-radical-left-dream-in-greec
[vi] Περισσότερα στο http://www.huffingtonpost.com/entry/greece-gay-civil-partnerships_us_567ab87de4b06fa6887f815f
[vii] Περισσότερα στο http://www.bbc.co.uk/news/world-europe-34131911
[viii] Περισσότερα στο http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/10/turkey-syria-european-union-refugees-raise-erdogan-profile.html
[ix] Περισσότερα στο http://www.theguardian.com/world/2016/jan/25/greece-under-growing-pressure-to-stem-flow-of-refugees-and-migrants-into-eu
[x] Περισσότερα στο http://www.ekathimerini.com/202286/opinion/ekathimerini/comment/tsipras-and-the-choice-of-the-two-pasoks

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Ολλανδία: Καινοτομία και αγροτική παραγωγή


Αυτές είναι οι διαφορές μας από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Χαώδεις και ανυπέρβλητες. Και δεν θέλουμε να τις μειώσουμε. Ανατολίτικος κομμουνισμός και τα μυαλά στα μπλόκα των εθνικών οδών. Γιατί το άλλο με την καινοτομία θέλει μυαλό και δουλειά
του Νίκου Λάππα από το ypaitrhros. gr
Η Ολλανδία, μία μεσαίου μεγέθους χώρα, που διαθέτει δέκα φορές λιγότερους αγρότες και 2 ½ φορές λιγότερη αγροτική γη από ό,τι η Ελλάδα, αποτελεί τον πρώτο εξαγωγέα τροφίμων της Ε.Ε. και τον δεύτερο του πλανήτη. Αυτό το επίτευγμα οφείλεται στον ιδιαίτερα υψηλό βαθμό καινοτομίας που διαπνέει ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα αλλά και τις δημόσιες αρχές της χώρας. Η κυβέρνηση της Ολλανδίας ανέθεσε στον ΟΟΣΑ να αξιολογήσει τις επιδόσεις του αγροδιατροφικού τομέα. Η αξιολόγηση αυτή γίνεται στα πλαίσια τακτικών αξιολογήσεων του Οργανισμού για την καινοτομία, την παραγωγικότητα και τη βιωσιμότητα του αγροτικού τομέα των χωρών που είναι μέλη του.
Η Έκθεση αξιολόγησης, καταρχήν παρουσιάζει τις προοπτικές ανάπτυξης του αγροτικού τομέα. Ακολουθεί η αποτίμηση των πολιτικών που καθορίζουν τα κίνητρα καινοτομίας, δηλαδή οικονομική σταθερότητα, διακυβέρνηση και εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Ιδιαίτερη παρουσίαση γίνεται στο φιλικό και προβλέψιμο για επενδύσεις περιβάλλον και τη συμβολή της κυβέρνησης και των δημόσιων υπηρεσιών. Τέλος, αναλύονται οι ακολουθούμενες αγροτικές πολιτικές και η λειτουργία του συστήματος αγροτικής καινοτομίας.
Σε ό,τι αφορά το σύστημα καινοτομίας, προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση ότι από το έτος 2011 οι δημόσιοι πόροι για έρευνα και ανάπτυξη επικεντρώνονται αποκλειστικά στους εννέα πιο εξαγωγικούς κλάδους της οικονομίας, δύο εκ των οποίων αφορούν την αγροδιατροφή και τα κηπευτικά – πολλαπλασιαστικό υλικό. Η συγκέντρωση δημόσιων πόρων και η ένταξη όλων των πανεπιστημίων και ιδρυμάτων αγροτικής καινοτομίας σε ένα ενιαίο δίκτυο με κοινό συντονισμό, πολλαπλασιάζει τα αποτελέσματα. Τέλος, αξίζει να τονιστεί ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η ολλανδική γεωργία στηρίχθηκε στην ουσιαστική διασύνδεση έρευνας – εκπαίδευσης – παραγωγής.

Κίνητρα για την αποδοχή της καινοτομίας

Η αξία της καινοτομίας μεγιστοποιείται όταν διαδοθεί και γίνει αποδεκτή από μεγάλο αριθμό χρηστών. Τα κίνητρα και οι πολιτικές που χρησιμοποιούνται για τη διάδοση των καινοτομιών στους αγρότες και τις επιχειρήσεις του αγροδιατροφικού τομέα περιλαμβάνουν:
  • Εισαγωγή νομοθετικών ρυθμίσεων σταδιακής εφαρμογής νέων παραγωγικών πρακτικών, όπως, για παράδειγμα, νέων διαδικασιών εκτροφής ζώων ή τρόπου καλλιέργειας ενός προϊόντος.
  • Επιλεκτική δημόσια συγχρηματοδότηση δράσεων.
  • Επιδότηση εγγυήσεων σε όσους εφαρμόζουν την καινοτομία, ώστε να κατανεμηθεί ο κίνδυνος μεταξύ του ενδιαφερόμενου και της τράπεζας και να περάσει την «κοιλάδα του θανάτου». Εναλλακτικά, καλύπτεται χρηματοδοτικά το κενό μεταξύ της βασικής έρευνας του δημόσιου τομέα και της εφαρμογής και δημιουργίας ενός νέου προϊόντος από τον ιδιωτικό τομέα.
  • Χρηματοδοτική στήριξη της παρουσίασης και επίδειξης των πλεονεκτημάτων μία νέας τεχνολογίας, πρακτικής κλπ. Η στήριξη αυτή μπορεί να πάρει και τη μορφή κουπονιών που παρέχει το κράτος σε μικρομεσαίες αγροτικές και άλλες επιχειρήσεις για να απασχολήσουν ειδικούς.
  • Χρηματοδότηση εκπαίδευσης και ειδικής συμβουλευτικής, που βοηθά τους παραγωγούς να επιλέγουν και να εφαρμόζουν καινοτομίες με επιτυχή τρόπο. Η στήριξη αυτή μπορεί επίσης να πάρει τη μορφή κουπονιών αμοιβής εμπειρογνωμόνων.
  • Ενδυνάμωση ενδιαφερόμενων ώστε να εμπιστευτούν και να αναλάβουν επενδύσεις σε νέα προϊόντα ή να αλλάξουν το επιχειρηματικό μοντέλο που εφαρμόζουν.
  • Χρηματοδότηση δικτύων που φέρνουν μαζί παραγωγούς, επιχειρηματίες, ερευνητές και ενδιάμεσους, ώστε να αντιμετωπίσουν από κοινού τα προβλήματα που υφίστανται ή να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν μία καινοτομία. 

Στην πράξη 

Η εκπαίδευση, οι πολιτικές ανάπτυξης των δεξιοτήτων και το σύστημα αγροτικής καινοτομίας, αποτελούν το υπόβαθρο της διάδοσης και της αποδοχής των νέων τεχνολογιών. Πιο συγκεκριμένα, oι αγρότες της Ολλανδίας έχουν κατά κανόνα υψηλή εκπαίδευση, γεγονός που τους επιτρέπει να ενημερώνονται συνεχώς και να παραμένουν ανταγωνιστικοί. Υπάρχει μία πλειάδα θεσμών που προσφέρει συμβουλές σε μεγάλο αριθμό θεμάτων, ενώ το σύστημα παροχής συμβουλών είναι ιδιωτικοποιημένο. Επιπλέον, η πρόσβαση των αγροτών στην εκπαίδευση και την ενημέρωση ενισχύεται από τα μέτρα του δεύτερου πυλώνα της ΚΑΠ.

Οι πρωτοπόροι αγρότες

Οι «πρωτοπόροι αγρότες», αυτοί που εφαρμόζουν πρώτοι από όλους μία νέα τεχνολογία ή τεχνική, ανέρχονται στο 2% των αγροτών. Ωστόσο, ένα ποσοστό της τάξης του 14% των Ολλανδών αγροτών, κάνει μία σημαντική βελτίωση στα προϊόντα που παράγει ή στις διαδικασίες που ακολουθεί κάθε έτος.
Τα ποσοστά αυτά κρίνονται ως ιδιαίτερα υψηλά και χαρακτηρίζουν ένα δυναμικό με έφεση στην καινοτομία. Η έφεση αυτή ενισχύεται με την καταγραφή των «πρωτοπόρων καινοτομιών», των πιο καινοτόμων κλάδων, και την ανάλυση των χαρακτηριστικών τους από τις δημόσιες αρχές. Με τον τρόπο αυτό θεσπίζονται στοχευμένα μέτρα πολιτικής.

Εμπόδια 

Η Έκθεση προσδιορίζει τους παράγοντες που εμποδίζουν ή αντίθετα διευκολύνουν τη διάδοση της καινοτομίας. Ο βαθμός διάδοσης της καινοτομίας σχετίζεται με την εκπαίδευση, τις δεξιότητες, το πόσο σύνθετη, αλλά και το πόσο αποδεκτή είναι από το ευρύ κοινό. Για παράδειγμα, το κοινό δεν αποδέχεται τους Γενετικά Τροποποιημένους Οργανισμούς ή τη λειτουργία πολύ μεγάλων κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων για την παραγωγή βιο-αερίου. Επιπλέον, οι εταιρίες παροχής συμβούλων επηρεάζουν σημαντικά την τελική απόφαση του ενδιαφερόμενου.
Τέλος, σημαντικό ρόλο στην αποδοχή μίας καινοτομίας παίζουν η σταθερότητα της κυβερνητικής πολιτικής, το οικονομικό κλίμα, οι προσδοκίες για την πορεία του αγροδιατροφικού τομέα, η ρευστότητα και χρηματοδοτική επάρκεια, το στάδιο εξέλιξης της οικονομικής εκμετάλλευσης και η διαδοχή της, ο βαθμός αβεβαιότητας και το ρίσκο που πρέπει να αναληφθεί και ο βαθμός ενίσχυσης και επιχορήγησης των πρώτων καινοτόμων.

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Αλόνα Τατάροβα: Τι τρέχει με τη Δανία και τους πρόσφυγες


Η αλήθεια είναι ότι πασχίζουμε με κάθε τρόπο να κατηγορήσουμε του βόρειους συμμάχους μας για αναλγησία και ρατσισμό για να τονίσουμε τον εγχώριο πλην όμως δυσεύρετο αλτρουισμό. Επειδή αγνοώ το θέμα, αναζητώ πληροφορίες. Leo 

από το Millennials

Μετά λύπης μου παρατηρώ, πως ως επί το πλείστον το προσωπικό μου κίνητρο για τη συγγραφή ενός άρθρου στη σελίδα, αποτελεί η αποκατάσταση μιας παρεξήγησης ή μη κατανόησης της πραγματικής διάστασης ενός θέματος. 
Βρίσκω τον εαυτό μου λοιπόν αντιμέτωπο με δεκάδες ειδήσεις, δημοσιεύσεις και κυρίως αναδημοσιεύσεις μιας απόλυτης παρεξήγησης της πολιτικής της Δανίας απέναντι στους πρόσφυγες τις τελευταίες ημέρες. Και φυσικά της αντίστοιχης υπόνοιας που κρύβουν αυτές οι κριτικές – ότι ποτέ δεν κοιτάμε την καμπούρα μας, που είμαστε και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, αλλά στεκόμαστε ως οι αυστηρότεροι κριτές των άλλων. Ίσως να είναι αυτή, η προσπάθειά μας να κρύψουμε την τραγική μας ανεπάρκεια πίσω από τα όσα κάνουν ή δεν κάνουν οι Άλλοι. Κάπως έτσι άλλωστε δομούμε το ποιοί είμαστε Εμείς.
Το παρασκήνιο της ιστορίας ξεκινά, από την ψήφιση νόμων από το Κοινοβούλιο της Δανίας, νόμων οι οποίοι σχετίζονται με το μεταναστευτικό και τις παροχές του δημόσιου συστήματος υγείας και εκπαίδευσης. Οι δημοσιεύσεις κάνουν λόγο για αποφάσεις που μείωσαν τα επιδόματα κατά 10%, περιόρισαν το δικαίωμα στην οικογενειακή επανένωση και για κατάσχεση των τιμαλφών των προσφύγων. Δεν έλλειψαν και οι διεθνείς επικρίσεις μεγάλων οργανισμών, όπως της Ύπατης Αρμοστείας, με κατηγορίες προς τη Δανία για παραβίαση της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τις Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των παιδιών και των προσφύγων. Ενώ ακολούθησαν οι γνωστές υπερβολές, σύγκρισης και σύγκλισης των αποφάσεων της δανικής κυβέρνησης με το Γ’ Ράιχ και την αντιμετώπιση των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Δανία, από κοινού με τη Σουηδία, είναι οι δυο χώρες που σκλήρυναν τη στάση τους απέναντι στο προσφυγικό ζήτημα, το οποίο πήρε τις μεγαλύτερες διαστάσεις του κατά το 2015. Γνώμη μου είναι, πως ακριβώς επειδή φημίζονται ως τα πλέον δομημένα κράτη, γνωρίζουν πολύ καλά ποιες είναι οι δυνατότητες των συστημάτων τους και η ανταπόκριση απέναντι στο θέμα είναι ανάλογη. Άλλωστε, όταν μιλάμε για επίλυση ενός ζητήματος, εννοούμε την χειροπιαστή παροχή υπηρεσιών και όχι απλώς το άνοιγμα συνόρων και έπειτα αδιαφορία για το που πηγαίνουν και τι κάνουν οι άνθρωποι αυτοί. Στο σημείο αυτό, δεν θα προβώ στον αναμενόμενο παραλληλισμό με γνωστές δηλώσεις πρώην Υπουργού.
Ας βάλουμε τα πράγματα σε μια τάξη.
Οι ίδιοι οι Δανοί, δήλωσαν σύντομα πως το ψηφισμένο νομοσχέδιο, αποτέλεσε το πιο παρεξηγημένο νομοσχέδιο στην ιστορία της Δανίας. Το οποίο υποστηρίχθηκε τόσο από το αντι-μεταναστευτικό Λαϊκό Κόμμα της Δανίας, όσο και από τη Σοσιαλδημοκρατική Αντιπολίτευση.
Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα, στο CNN, της απολογίας του Jakob Ellemann Jensen, του κεντρο-δεξιού Φιλελεύθερου κόμματος όπου τόνισε και ο ίδιος το μέγεθος της παρεξήγησης.
Η δημοσιογράφος, τονίζει πως δεν είναι δυνατόν να αποσπώνται και να δημεύονται τα προσωπικά αντικείμενα αξίας, των πιο απεγνωσμένων ανθρώπων. Ενώ ο Jensen απαντά: «Η Δανία ανήκει στις χώρες που έχουν δεχτεί τους περισσότερους πρόσφυγες. Αποτελεί άλλωστε τον 8ο ευρωπαϊκό προορισμό γι’αυτούς.» Πράγματι μόνο το 2015 η Δανία δέχτηκε παραπάνω από 21 χιλιάδες πρόσφυγες, ενώ ξόδεψε το 2ο μεγαλύτερο ποσοστό επί του ΑΕΠ για ανθρωπιστική βοήθεια προσφύγων. «Διαθέτει ένα από τα πιο γενναιόδωρα συστήματα κοινωνικών παροχών, το οποίο ισχύει τόσο για Δανούς όσο και για τους πρόσφυγες».
Η πραγματικότητα είναι πως η Δανία προσφέρει στους πολίτες της ένα από τα πιο προηγμένα δημόσια συστήματα υγείας και εκπαίδευσης, από το νηπιαγωγείο ως το πανεπιστήμιο.Προβλέπονται προγράμματα ενσωμάτωσης και εκμάθησης της γλώσσας. Με ό,τι φυσικά μπορεί να συνεπάγονται αυτές οι παροχές, ξεκινώντας από τα σημαντικότατα επιδόματα ανεργίας μέχρι και προβλέψεις συνταξιοδότησης. Όλα παρεχόμενα από την πολιτεία χωρίς καμιά οικονομική συμμετοχή για τους ενδιαφερόμενους.
Είτε είσαι Δανός, είτε πρόσφυγας, εφόσον διαθέτεις τα μέσα να καλύψεις μόνος κάποια από τα έξοδά σου τότε δεν μπορείς να ενταχθείς σε όλες τις παροχές του συστήματος, όπως για παράδειγμα τα επιδόματα στέγασης και τροφής. Ο μόνος όρος για να μπορεί κανείς να απολαύσει τις παροχές αυτές είναι να μετρηθεί από το κράτος το μέγεθος των αναγκών και να διαπιστωθεί εάν διαθέτεις τα χρήματα για στέγαση και φαγητό. Διαφορετικά, για να σε καλύψει το κράτος, θα πρέπει να παραιτηθείς της προσωπικής σου περιουσίας εάν αυτή ξεπερνά τις 10.000 κορώνες (DKK), με εξαίρεση φυσικά τα αντικείμενα συναισθηματικής αξίας (βέρες κλπ).Κανένας Δανός δεν λαμβάνει παροχές εάν η περιουσία του ξεπερνά τις 10.000 DKK. Στο σημείο αυτό ακριβώς αναρωτιέται κανείς, ποιο είναι το απάνθρωπο χαρακτηριστικό του νόμου, εκείνο άραγε που εξισώνει τους πρόσφυγες με τους πολίτες της χώρας;
H συνέχεια εδώ

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Ο «ΧΩΡΟΣ» στην εξουσία



του Λεωνίδα Καστανά

Μπορεί η πλειοψηφία των πολιτών να το αγνοεί αλλά ο «ΧΩΡΟΣ» («Χ») βρίσκεται στην εξουσία. Με τον όρο «ΧΩΡΟΣ» αποκαλούσαμε στα 80s τον πολιτικό υπόχωρο της Αριστεράς που περιελάμβανε μέρος του ΚΚΕ εσ, τη Β’ Πανελλαδική, την ομάδα «ΠΟΛΙΤΗ», διαγραμμένους του ΚΚΕ, ανένταχτους τροτσκιστές και μαοϊκούς, αναρχοαυτόνομους και ακτιβιστές, τέως αριστερούς Πασόκους,  αριστερούς οικολόγους και αριστερές φεμινίστριες και γενικά ανέστιους της  Αριστεράς. Όλοι αυτοί αποτελούσαν την εναλλακτική Αριστερά. Από το χώρο αυτόν προέκυψε αργότερα ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ και ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ. Ειδικά σήμερα μετά την αποχώρηση των ΛΑΕ, των προερχομένων δηλαδή από το ΚΚΕ, και των αριστερίστικων συνιστωσών μπορούμε να πούμε ότι κυβερνά ο «Χ». Αν μάλιστα δεν είχε κάνει την κουτουράδα να αποχωρήσει από το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, η Ανανεωτική Πτέρυγα για να φτιάξει τη ΔΗΜΑΡ, ο κύκλος θα είχε κλείσει με τον καλύτερο τρόπο. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά.

Την εποχή εκείνη ο «Χ» δεχόταν την αφόρητη πίεση του ορθόδοξου ΚΚΕ. Ιδεολογική στο μέτρο που αυτό κατείχε τη σφραγίδα της Λενινιστικής παράδοσης, πολιτική στο μέτρο που ήταν πλειοψηφική δύναμη με ευρεία αποδοχή στο χώρο των παραδοσιακών αριστερών, αλλά και ιστορική στο μέτρο που είχε την εύνοια της Σοβιετικής Ένωσης. Γιατί η Αριστερά στην Ελλάδα νοούνταν  μόνο ως φιλοσοβιετική. Ο «Χ» κατήγγειλε το Σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα ως γραφειοκρατικό και ουσιαστικά «δεξιό» και δεν αποδέχονταν ότι στην ΕΣΣΔ υπήρχε πραγματικός κομμουνισμός. Παρόλες τις διαφορετικές απόψεις που κυκλοφορούσαν στα σπλάχνα του, η ουσία ήταν ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», κόσμος ελευθεριακός, ανοικτός στις διαφορετικές αριστερές απόψεις, χωρίς νομενκλατούρες και Γκούλαγκ, χωρίς εξουσιαστικές δομές και ντιρεκτίβες. Μια αριστερή ουτοπία χωρίς απαντήσεις στα μύρια τόσα ερωτηματικά.

Ο «Χ» είχε ανακαλύψει λίγο καθυστερημένα το Μάη του «68» εγκατέλειπε τα ρεμπέτικα και τα καλαματιανά και ανακάλυπτε και πάλι το ροκ του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. Στα ήθη, το κνίτικο «να κάνουμε μόνιμους και σοβαρούς δεσμούς» ήταν πλέον παρελθόν και είχε αντικατασταθεί από τις «ελεύθερες σχέσεις». Στα διαβάσματα, ο «Χ» χλεύαζε  το «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα» του Φαράκου και αγαπούσε το «όχι στην εντατικοποίηση των σπουδών» του Χρύσανθου. Η σημερινή κυρίαρχη ιδεολογία στην εκπαίδευση, αυτή της ήσσονος προσπάθειας και του «δώσε ένα πτυχίο στο παιδί να βολευτεί» έλκει την καταγωγή της από αυτόν ακριβώς το ΧΩΡΟ. Η Παιδεία ήταν ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους και καθήκον της εναλλακτικής Αριστεράς ήταν να την αποδομήσει. Περισσότερα δικαιώματα, λιγότερες υποχρεώσεις. Η μέθοδος των καταλήψεων εγκαινιάστηκε από τον «Χ» και τους συμμάχους του μαοϊκούς και αναρχίζοντες από τις αρχές του 80 για να καταλήξει μόδα και κανονικότητα σήμερα στο χώρο της εκπαίδευσης και όχι μόνο.

Ο Γάλλοι δομιστές με πρώτον τον Αλτουσέρ αποτελούσαν τους ιδεολογικούς του πατέρες. Τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα ήταν πολύ δεξιά για τα γούστα του «Χ», αντιθέτως το Μανιφέστο, ο Λούτσιο Μάγκρι και η Ροσάνα Ροσάντα λατρεύονταν ως ημίθεοι. Στην κομμουνιστική θεωρία, ένα μείγμα Γκράμσι, Μπετελέμ, Πουλατζά, Μπαλιμπάρ, αλλά και Κορνήλιου οδηγούσε τα πνεύματα των ανήσυχων τότε εναλλακτικών αριστερών. Ο «Χ» έφερνε την ευρωπαϊκή εναλλακτική Αριστερά στην Ελλάδα μαζί με τη Jazz που τότε δονούσε τη ψυχή του στο Jazz Club του Μπαράκου και στο Ηalf Note του Σαχπασίδη. Ο «Πολίτης» και ο «Σχολιαστής», διαβάζονταν με βουλιμία και η «Ελευθεροτυπία» ήταν η εφημερίδα του.

Ο «Χ» έσπαγε τα στερεότυπα και την  καθυστέρηση της παραδοσιακής Αριστεράς στις σχέσεις και τη ισότητα των δύο φύλων, στην οικογένεια και την ανατροφή των παιδιών, στη σεξουαλική διαφορετικότητα, στη χρήση των μαλακών ναρκωτικών, στο free camping, στο ροκ εν ρολ, στο δικαίωμα στην τεμπελιά, στα πάντα. Αγωνίζονταν για την προστασία του περιβάλλοντος, τα δικαιώματα της LGBT κοινότητας, των στρατευμένων αλλά και των έγκλειστων στις φυλακές. Την εποχή εκείνη ήταν ένα πραγματικά προοδευτικό κίνημα για τα ελληνικά δεδομένα. Σε μια Ελλάδα που ασφυκτιούσε ανάμεσα στους καραμανλικούς και τους πρασινοφρουρούς από τη μια και τους κνίτες από την άλλη, η εναλλακτική Αριστερά ήταν σε πολλά πράγματα όαση. Πάντα μειοψηφική αλλά επιδραστική, πάντα δραστήρια και ρηξικέλευθη στο χώρο της Αριστεράς. 

Τα εναλλακτικά κομμουνιστικά κινήματα  σε όλον τον κόσμο ήταν στην ατζέντα του «Χ». Με τη λειψή ενημέρωση που υπήρχε τότε όλα αυτά καταπίνονταν αμάσητα.  Έτσι στήριζε τους Φρουρούς της Επανάστασης στο ΙΡΑΝ, όλα τα αραβικά κινήματα στη Μέση Ανατολή και τις ένοπλες μεθόδους τους, τον Καντάφι, τους βάσκους αυτονομιστές της ΕΤΑ, τον ΙΡΑ, τη RAF, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και όλους τους αντάρτες στη Νότιο Αμερική. Ο «Χ» ήταν αντικαπιταλιστής και αντιαμερικανός και όποιοι δρούσαν εναντίον των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και των συμμάχων τους, δηλαδή εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος ήταν φίλοι του. Ακόμα και οι φανατικοί μουσουλμάνοι, σε ένα χώρο που διακρίνονταν για την αθεΐα του. Η στάση του απέναντι στην Ευρώπη ήταν στο ίδιο μοτίβο. Όχι στην Ευρώπη των μονοπωλίων, ναι στην Ευρώπη των λαών. Το όνειρο του Τσίπρα να αλλάξει την καπιταλιστική Ευρώπη, η απέχθεια απέναντι στις δομές της ΕΕ και το ευρωπαϊκό κεκτημένο έχει τις ρίζες του στην εναλλακτική και ανανεωτική Αριστερά. Στάση επαμφοτερίζουσα, αποτέλεσμα της σύγκρουσης μέσα στο διχασμένο κορμί της. Κοσμοπολιτισμός εναντίον κομμουνιστικής  ιδεοληψίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιστήμονες του «Χ» ενώ θαύμαζαν την οργάνωση των δυτικών πανεπιστημίων και προσαρμόζονταν άνετα στο περιβάλλον τους, ήταν και είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν κάθε «επαναστάτη» που θέλει να καταστρέψει την εκπαιδευτική διαδικασία στα ελληνικά ΑΕΙ.       

Στην Ελλάδα, η «17 Νοέμβρη» αντιμετωπίζονταν με ένα συγκρατημένο θαυμασμό στο μέτρο που οι περισσότεροι δεν ήξεραν ποιοι κρύβονταν από πίσω της. Οι πράξεις της ωστόσο είχαν ευρεία αποδοχή, τουλάχιστον μέχρι τον Μπακογιάννη, μέχρι τον Αξαρλιάν.   Η λογική του «ένοπλου σύντροφου» ή της «ένοπλης Αριστεράς» που όμως ακολουθεί αδιέξοδη τακτική θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν πλειοψηφική. Στο φινάλε σκότωνε αστούς και Αμερικάνους.

Ο «Χ» είχε, για την τρομοκρατία και την αριστερή πολιτική βία, μια απλοϊκή αλλά σίγουρη ερμηνεία. Θεωρούσε ότι η τρομοκρατία είχε καλές προθέσεις, μάχονταν για την ανατροπή του καπιταλισμού, ήταν στην υπηρεσία του αριστερού κινήματος, στο πλευρό των καταπιεζομένων αλλά οι μέθοδοί της ήταν λαθεμένες και αδιέξοδες. Από την άλλη, η ένοπλη δράση προκαλούσε την αντίδραση του αστικού κράτους, το οποίο με νομοθετικές παρεμβάσεις (τρομονόμος κλπ) δυσκόλευε την ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος. Το ακούσαμε και πρόσφατα με αφορμή την παράσταση του Εθνικού.  Όπου μπορούσε άφηνε να εννοηθεί ότι προβοκάτορες έκαιγαν την Αθήνα στις διάφορες διαδηλώσεις για να ενοχοποιήσουν το αντιεξουσιαστικό κίνημα.

Η συμπάθεια ή η ανοχή προς την ασύμμετρη πολιτική βία αριστερών προθέσεων είναι απότοκο ενός συμπλέγματος προς το ΚΚΕ. Η δογματική ορθόδοξη κομμουνιστική Αριστερά δεν μασούσε τα λόγια της όταν ήταν να καταδικάσει την τρομοκρατία. Δεν την έλεγχε, δεν ήταν δική της, δεν την καθοδηγούσε. Τη θεωρούσε ύποπτη και υποκινούμενη από τον ιμπεριαλισμό. Η εναλλακτική Αριστερά σύρθηκε σταδιακά σε μια ανεκτική στάση αναζητώντας αριστερά εύσημα. Μεταφράζοντας το «η βία είναι η μαμή της Ιστορίας» δεν μπορούσε παρά να αναγνωρίσει αγαθές προθέσεις στους τρομοκράτες και να σταθεί έστω και υπόρρητα στο πλάι τους. Δεν είναι τυχαίο ότι μέλη αυτού του Χώρου κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης στη δίκη της «17 Νοέμβρη». Η αγωνία τους να αποδείξουν ότι οι δολοφονίες είναι πολιτικές πράξεις και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπιστούν δικαστικά ήταν έκδηλη. Δεν υποστήριζαν τις δολοφονίες αλλά τον πολιτικό τους χαρακτήρα. Φυσικά δεν αναγνώριζαν κάτι ανάλογο στους δολοφόνους της άλλης πλευράς.  

Δεν είναι τυχαίο ότι από τα πρώτα νομοθετήματα της «Πρώτης φορά Αριστεράς» ήταν μια ρύθμιση που αποσκοπούσε στην έξοδο του Σ. Ξηρού από τη φυλακή. Ούτε «αθώα» ήταν η επιλογή του θέματος από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τους ανθρωπιστικούς λόγους ή τις καλλιτεχνικές ανησυχίες, αλλά η αγωνία της σχετικοποίησης είναι εμφανής. Δολοφονίες από τη  μια αλλά και βάρβαρη αντιμετώπιση του δολοφόνου από το κράτος, από την άλλη. Μια απόπειρα να μοιραστούν ευθύνες. Κάποιοι μιλούν και για πολιτικούς κρατούμενους. Μια επαμφοτερίζουσα στάση, μια διχοστασία ανάμεσα στην πολιτική ορθότητα και την αριστερή δράση. Ο εμφύλιος είναι ακόμα εδώ; Κάποιοι βλέπουν μια διάθεση ηθικής δικαίωσης, ενός εξαγνισμού. Δολοφόνησα αλλά έχω πληρώσει που γράφει και ο Σάββας. Η στάση δεν είναι ενιαία, τα λόγια δεν είναι καθαρά, πώς να δικαιώσεις το έγκλημα, αλλά και πώς να αρνηθείς την κομμουνιστική σου παράδοση.  


Η μάνα ενός δολοφόνου δεν αμφισβητεί το δίκαιο της καταδίκης του. Αλλά είναι παιδί της και όπως και όπως να το κάνουμε, τον αγαπά και πονά.  

Δημήτρης Σκάλκος: Η νέα κανονικότητα


από το Amagi

Η Ελλάδα ζει στιγμές ενός ιδιότυπου «εξαιρετισμού». Αποκλεισμένη για χρόνια από τις διεθνείς αγορές, σε ασταθές πολιτικό περιβάλλον και με το κοινωνικό της σώμα να πορεύεται αμήχανο και κουρασμένο, η χώρα παλεύει να επιστρέψει σε κάποιας μορφής κανονικότητα. Η ανερμάτιστη διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ επέτεινε δραματικά την οικονομική ασφυξία, ενίσχυσε την πολιτική αβεβαιότητα και έσπρωξε τη χώρα στο χείλος μιας ιστορικής καταστροφής. Σήμερα επείγει η ανάταξη των δημόσιων οικονομικών, η ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής και η επανεκκίνηση της παραγωγικής μηχανής. Το Grexit πρέπει να ενταφιαστεί οριστικά.
Ωστόσο, η ζητούμενη επιστροφή στην κανονικότητα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ανασύσταση της προ-Μνημονίου εποχής. Αν και άβολη παραδοχή, η οικονομική μας κατάρρευση είχε πρωτίστως ενδογενή χαρακτηριστικά: με απλά λόγια, μόνοι εμείς υποθηκεύσαμε το μέλλον μας. Ο δημοσιονομικός λαϊκισμός, η διαρκής υποβάθμιση των θεσμών, ο ευτελισμός του πολιτικού λόγου, μπόλιασαν το έδαφος της σημερινής κρίσης. Χωρίς τα κατάλληλα θεσμικά και πολιτικά αντίβαρα, παραδώσαμε πρόθυμα τη χώρα στα ποικιλώνυμα ειδικά συμφέροντα που την παγίδευσαν στα δίχτυα της οικονομικής αναποτελεσματικότητας, της κοινωνικής στασιμότητας και της πολιτικής αναξιοπιστίας.
Έχοντας πλέον διδαχτεί με βίαιο τρόπο ότι τίποτε στέρεο δεν οικοδομείται πάνω σε σαθρά θεμέλια, καλούμαστε σήμερα να χτίσουμε στα χαλάσματα της οικονομικής και κοινωνικής ισοπέδωσης. Να δημιουργήσουμε όμως πάνω σε νέες βάσεις και όχι ανακυκλώνοντας τα παλαιά τοξικά υλικά του πελατειακού κράτους και των κατεστημένων συμφερόντων που καταπλάκωσαν την ελληνική κοινωνία.

Τα νέα υλικά περιλαμβάνουν θεσμικές ρυθμίσεις για τη βελτίωση της ποιότητας της δημοκρατίας (χρηματοδότηση των κομμάτων, λειτουργία των μέσων ενημέρωσης), ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, την αποτελεσματική κοινωνική μέριμνα για τα ασθενέστερα μέλη της κοινωνίας, την επιλογή ενός παραγωγικού μοντέλου προσανατολισμένου στην απασχόληση, την ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας μέσα από τις ευκαιρίες που προσφέρει η ελεύθερη πρόσβαση σε ένα υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικό σύστημα.
Κοινή συνισταμένη των ζητούμενων παρεμβάσεων πρέπει να είναι η άρση των πολυάριθμων οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων που δημιουργήθηκαν και παγιώθηκαν στη μεταπολιτευτική περίοδο, συνέπεια της σχεδόν καθολικής επικράτησης της αντίληψης που αντιμετώπιζε το κράτος ως «λάφυρο» των ευνοημένων του πολιτικού συστήματος (το ασφαλιστικό αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα).

Αλλά και οι αγορές εδράζονται σε ηθικές αξίες: η κατανομή των ωφελημάτων τους και ο τρόπος της λειτουργίας τους επηρεάζουν και επηρεάζονται από την πολιτική στήριξη που απολαμβάνουν και την κοινωνική συναίνεση που οικοδομούν. Η διάχυση των ωφελημάτων των αγορών σε ευρείες ομάδες του πληθυσμού και η δίκαιη αποζημίωση των «χαμένων» των μεταρρυθμίσεων, καθώς και ένα κοινωνικό «δίχτυ ασφαλείας» που αποτρέπει την κοινωνική περιθωριοποίηση και διασφαλίζει την ενεργό συμμετοχή στην οικονομική ζωή, πρέπει να αποτελέσουν το περιεχόμενο ενός ριζοσπαστικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων.

Για τις ζητούμενες αλλαγές απαιτείται μία νέα πολιτική ισορροπία. Δεν μπορούμε να στηριχτούμε στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που ακόμη και σήμερα αντιμάχονται κάθε προσπάθεια ουσιαστικού εκσυγχρονισμού της χώρας. Οι πολιτικές δυνάμεις που καλούνται να υποστηρίξουν ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα εθνικής ανασυγκρότησης εντοπίζονται στον χώρο του προοδευτικού κέντρου: εξ ορισμού χώρος σύνθεσης και συναίνεσης (κατά ενδιαφέροντα τρόπο, ιστορικά ο όρος συναντάται για πρώτη φορά στη Βρετανία των τελών του 19ου αιώνα προκειμένου να περιγράψει την όσμωση των φιλελευθέρων με τα εργατικά στρώματα). Χώρος συνάντησης των δυνάμεων της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, των Φιλελεύθερων μεταρρυθμιστών, της δημοκρατικής Αριστεράς και της ρεαλιστικής οικολογίας, το προοδευτικό κέντρο μπορεί να λειτουργήσει σαν καταλύτης για την αναγέννηση της χώρας. Με αφετηρία την προγραμματική σύγκλιση και τη δημιουργική σύνθεση των ιδεών τους, μπορούν να μεταβάλουν καταλυτικά τις ισορροπίες. Έπειτα μπορεί να ακολουθήσει η ανάδειξη των κατάλληλων, παλαιών και νέων, προσώπων που θα υπερασπιστούν και θα προωθήσουν τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές.
Η επιστροφή σε μία νέα κανονικότητα είναι η μοναδική μας ελπίδα για να έχουμε ένα καλύτερο αύριο.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Ευθύμης Δημόπουλος: Το Άουσβιτς στο σχολείο


Το Άουσβιτς στο σχολείο. 
(αφιερωμένο στη σημερινή μέρα μνήμης των θυμάτων του ναζισμού)


Σε όλα αυτά τα χρόνια που δουλεύω σε μεγάλες τάξεις (Ε΄, ΣΤ΄) της πρωτοβάθμιας εκπαίδευση προσπαθώ πάντα (είτε ευκαιριακά είτε οργανωμένα και συστηματικά) να ανοίγω το θέμα του ολοκαυτώματος των Εβραίων, των στρατοπέδων συγκέντρωσης, της φρίκης του Άουσβιτς. Είναι ένα μεγάλο εκπαιδευτικό καθήκον. Έτσι το καταλαβαίνω.

Κανείς δεν είχε προβλέψει το Άουσβιτς. Και όμως συνέβη. Υπήρξε ένα γεγονός απροσδόκητο αλλά συνταρακτικό. Κλόνισε πολλά από τα θεμέλια του πολιτισμένου κόσμου: τη θρησκευτική αγωγή, την αξία της τέχνης, το πρότυπο του «καλλιεργημένου» ανθρώπου, την ίδια την ύπαρξη του Θεού. Κανείς δεν μπορεί να μας εγγυηθεί ότι δε θα ξανασυμβεί.
Ειδικά τα τελευταία χρόνια που στη χώρα μας βρέθηκαν αρκετοί που κρέμασαν σβάστικες στα δωμάτιά τους, έδερναν μετανάστες, χαιρετούσαν και ψήφιζαν ναζιστικά η ανάγκη αυτών των συζητήσεων έγινε πιο έντονη. Όχι μόνο για μένα, αλλά νομίζω και για τους μαθητές μου.


Η συζήτηση αυτή δεν είναι εύκολη για κανέναν. Ούτε για το δάσκαλο ούτε για τα παιδιά. Τα στερεότυπα, η χρονική απόσταση, “το χάσμα ανάμεσα στα πράγματα όπως συνέβαιναν «εκεί κάτω» και στα πράγματα όπως παρουσιάζονται από την τρέχουσα φαντασία” (Rrimo Levi), τα γέλια ή τα δάκρυα, ο θαυμασμός της δύναμης και η περιφρόνηση για τον αδύναμο, οι φαινομενικά αφελείς ή απλοϊκές αλλά πολύ δύσκολες ερωτήσεις και οι περίπλοκες απαντήσεις που απαιτούν, μεταβάλλουν τη συζήτηση σε μια πραγματική δοκιμασία. 


Όμως είναι απαραίτητη. Όπως απαραίτητη είναι και η διαρκής προετοιμασία για αυτή. Ας ελπίσουμε ότι κάτι αφήνει. Η παρακαταθήκη (υπεραισιόδοξη για πολλούς)του Bruner πάντα θα μας ενθαρρύνει: «η ηλικία δεν είναι εμπόδιο στην κατανόηση, αν διδάσκουμε με επιστημονικά έντιμο τρόπο».

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Βασίλης Μανδαράκης: Δημοκρατία: Διαμαρτυρίες- δικαιώματα και υποχρεώσεις



Πολλοί συμπολίτες, φίλοι μας και κλάδοι επαγγελματιών διαμαρτύρονται και κινητοποιούνται αυτές τις μέρες. Για μια σειρά ζητήματα από αυτά, «υπερφορολόγιση, ΦΠΑ, κόστος παραγωγής, ασφαλιστικό, στρεβλώσεις, ανισότητες κλπ», έχουν δίκιο, -βέβαια Όχι σε Όλα, και Όχι Όλοι.
***Στην ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ άλλωστε είναι αναφαίρετο ΔΙΚΑΙΩΜΑ η διαμαρτυρία των πολιτών και των Ομάδων. Είτε για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους ή για να αποτρέψουν τις αδικίες που νομίζουν ότι γίνονται εις βάρος τους.
***Στην ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ όμως είναι αναφαίρετη ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ όλων να μην διαμαρτύρονται σε Βάρος των υπόλοιπων πολιτών, ομάδων και της χώρας, δηλαδή όπως:
1)Να θέλουν να κερδίσουν διαφορετική, επιλεκτικά ευνοϊκή μεταχείριση στον τρόπο ΦΟΡΟΛΟΓΙΣΗΣ ή στο Ασφαλιστικό.
2)Να επιβάλουν κλίμα βίας και επιθετικότητας, να απειλούν με πολεμικές εκφράσεις και επιπτώσεις εμάς τους υπόλοιπους.
3)Να κλείνουν τους δρόμους και να εμποδίζουν την ελεύθερη μετακίνηση των υπόλοιπων πολιτών, επιβαρύνοντας επιπλέον την οικονομία.
4)Να παραλύουν την ζωή στις πόλεις με σοβαρές επιπτώσεις.
5)Να πολιορκούν πολίτες, ακόμη και αν είναι Υπουργοί.
6)Να κλείνουν με θράσος τα σύνορα, αποκλείοντας την χώρα, δυσφημώντας την διεθνώς, με δυσάρεστες  παρενέργειες.
***Αυτοί οι τρόποι διαμαρτυρίας έχουν καταντήσει ΓΡΑΦΙΚΟΙ, είναι και επικίνδυνοι. Έχουν βοηθήσει το πολιτικό σύστημα να οδηγηθεί σε πελατειακές συμπεριφορές. Να σας θυμίσω το «όλα τα κιλά όλα τα λεφτά» τα «500 εκατ του Χατζηγάκη» τα «αδιέξοδα με τις στρεβλώσεις στο Ασφαλιστικό», και πολλά άλλα που τα πληρώνουμε μέχρι σήμερα ακριβά.
–Είναι απαραίτητο να προκριθεί και να επιλεγεί ο διάλογος, η διαμαρτυρία με ήρεμες μορφές διεκδίκησης για να υπάρξει συνεννόηση για την επίλυση των διαφορών.
–Έστω και αν η σημερινή κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όταν ήταν αντιπολίτευση, τους παρότρυνε, «πάνω από τα τρακτέρ», για βίαιες και σκληρές κινητοποιήσεις οδηγώντας τους σε συγκρούσεις.
***Δεν έχουν το Δικαίωμα, να διαμαρτύρονται με τρόπο που προξενεί ZHMIA στο κοινωνικό σύνολο, το οποίο είναι εξαντλημένο διότι βιώνει και αυτό τις συνέπειες της κρίσης.
«Διότι πάντα υπάρχει το εύλογο ερώτημα, γιατί οι αγρότες επιλέγουν να κινητοποιούνται  τον ΧΕΙΜΩΝΑ; Με την εύλογη απάντηση, διότι τον χειμώνα δεν είναι Υψηλή Καλλιεργητική Περίοδος, δεν καλλιεργούν και δεν έχουν οι ίδιοι οικονομική επιβάρυνση».
Ας επωμιστούν λοιπόν οι ίδιοι το κόστος των διαμαρτυριών τους χωρίς να   το μετακυλύουν στους συμπολίτες τους.
–Διότι πάνω από το προσωπικό συμφέρον ή το συμφέρον κάποιας επιμέρους κοινωνικής ομάδας είναι το Δημόσιο Συμφέρον.
–Δεν έχουν δίκιο λοιπόν, για την επιλογή βίαιων και σκληρών τρόπων διαμαρτυρίας, κρατώντας τις πόλεις και την χώρα σε ΟΜΗΡΙΑ.
–Ακόμη και αν αυτοί οι βίαιοι τρόποι κινητοποιήσεων, στρέφονται ενάντια, σε μια από τις πιο ΑΝΕΥΘΥΝΕΣ και  ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΣ κυβερνήσεις της χώρας, την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Θόδωρος Σούμας: Νοτιάς



Ο Τάσος Μπουλμέτης φίλος από τα πολύ παλιά και Φυσικός. 

Από το Σινεφίλια

Ο Τάσος Μπουλμέτης, μετά την πιο ελεύθερη Βιοτεχνία ονείρων (1990) γύρισε το 2003 μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του σημερινού ελληνικού κινηματογράφου, την ατμοσφαιρική και ρεαλιστική ταυτόχρονα, πολύ καλοκουρδισμένη και μαεστρικά σκηνοθετημένηΠολίτικη κουζίνα.
Η τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του είναι ο Νοτιάς, γυρισμένη το 2015, πάνω στην ενηλικίωση κι ωρίμανση ενός εφήβου κατά τη διάρκεια της δύσκολης, πολιτικοποιημένης δεκαετίας του '70. Πρόκειται για μια αισθαντική, φιλόδοξη καλλιτεχνική ταινία (που επιδιώκει να φέρει το θεατή στο ταμείο των κινηματογράφων και συνακόλουθα να τον γοητεύσει), η οποία έχει ένα σοβαρότατο concept, να εκθέσει γλαφυρά, με λυρισμό, σφρίγος και αφηγηματική αποτελεσματικότητα, σε ισορροπία μεταξύ τους, πολλά, ουσιώδη και θεμελιώδη θέματα: Την παιδική ηλικία, την παιδική φαντασία, τάση φυγής κι ονειροπόλησης· τη μικροαστική οικογένεια (εδώ παραδοσιακή μα και λίγο τρελούτσικη ταυτόχρονα)· την πολιτική ένταξη και δράση των νέων, που ήταν κανόνας μετά την πτώση της χούντας· τον έρωτα, παιδικό, εφηβικό, νεανικό και τη διαχείριση της (ερωτικής και άλλης) απώλειας, εκ μέρους του νεαρού ήρωα· και την αισθητική επιλογή να κοιτάζεις μέσα από έναν φακό φτιάχνοντας φωτογραφίες ή ταινίες. Τελικά τη σχέση ζωής /έρωτα /ονείρου /τέχνης /πολιτικής /κοινωνίας /ζωής κ.ο.κ.

Ο Τάσος Μπουλμέτης κατορθώνει να φέρει σε πέρας με επιτυχία, μεράκι, τρυφερότητα, χιούμορ, ανθρωπιά, διασκεδαστικό και γλυκόπικρο τόνο, ένα μεστό κι ουσιαστικό, (εμπορικο)καλλιτεχνικό project, μερικές φορές ακροβατώντας σε τεντωμένο σχοινί (έχει επιλέξει να το τεντώσει ο ίδιος). Το αποτέλεσμα, το συνολικό έργο, ημιαυτοβιογραφικό, χαρακτηρίζεται από χάρη, φρεσκάδα, κέφι, φαντασία, κωμικότητα, στοχασμό και αυτογνωσία, ερωτικές επιθυμίες και ορμές. Είναι ένα μείγμα ρεαλισμού και ποιητικής εικονοπλασίας κι αναπόλησης, νοσταλγίας. Το σινεμά του Μπουλμέτη διακρίνεται για τον προσωπικό ποιητικό ρεαλισμό του. Η διαρκώς αναζητούμενη ισορροπία μερικές φορές είναι δύσκολη κι επικίνδυνη. Υπάρχει, για παράδειγμα, η επισφαλής σεναριακή ιδέα της πρότασης του νεαρού Σταύρου στην κινηματογραφική ομάδα του Πανεπιστημίου να φτιάξουν μια μικρού μήκους στην οποία ανακατεύεται η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα με τον Δούρειο Ίππο της Τροίας. Η εικονοποίηση της ιδέας από τον Μπουλμέτη είναι κάπως αβέβαιη και λίγο απέχει από την αστοχία, μάλλον φαλτσάροντας.

Κατά κανόνα, όμως, οι κοινωνικοπολιτικές αναφορές στην πολιτική κατάσταση κι ατμόσφαιρα της ρευστής εκείνης εποχής και ειδικότερα στη μάλλον γραφική κι αφελή πολιτικοποίηση των τότε νέων, είναι πολύ πετυχημένες, αναστοχαστικές και κοινωνιολογικά ενδιαφέρουσες. Χιουμοριστικές, γουστόζικες, ειρωνικές και αληθινές είναι, βέβαια, οι σκηνές που αναφέρονται στους φοιτητές του πολιτιστικού, κινηματογραφικού τμήματος του Πανεπιστήμιου Αθηνών, οι οποίοι συζητούν αενάως περί τέχνης, κινηματογράφου και ιδεολογίας με μια σχηματική, υπερπολιτικοποιημένη προσέγγιση, οι οποίοι γυρίζουν μικρού μήκους ψηφίζοντας για τις σεναριακές και σκηνοθετικές επιλογές κι εφαρμόζουν τη λύση που πλειοψηφεί... Η αριστερή καλλιτεχνική ομάδα κινείται μεταξύ ΚΝΕ, Ρήγα Φεραίου και ολίγης ΠΑΣΠ, χαρακτηρίζεται από έναν απλοϊκό, μετεφηβικό αριστερό δογματισμό, ο οποίος -σαν να μην έφθαναν αυτά- μπολιάζεται από τη φαντασιοπληξία και την τρέλα του νεαρού Σταύρου για την (αντεστραμμένη κι υπονομευμένη από τον ίδιο) αρχαία ελληνική μυθολογία και γραμματεία! Οι φοιτητές του κινηματογραφικού τμήματος του Καποδιστριακού, μετά από εισήγηση του Σταύρου, ψηφίζουν τη δημιουργία μιας μικρού μήκους που ανακατεύει άτεχνα την κοινωνικοπολιτική κατάσταση που βιώνει ένας φοιτητής που έρχεται στην Αθήνα από την επαρχία, με το έπος της Ιλιάδας και την κατάληψη της Τροίας!...

Ο Νοτιάς καταπιάνεται επίσης με τις χαρές, τις ηδονές, τις διαψεύσεις και τις πίκρες του έρωτα, καθώς και την κατάρρευση των ειδώλων και των μύθων, ερωτικών, πολιτικών και εθνικών. Ο Μπουλμέτης διαχειρίζεται ευαίσθητα, ανθρωποκεντρικά και συναισθηματικά τις ματαιώσεις των συλλογικών ή οικογενειακών ή προσωπικών μύθων... Γνωρίζει πολύ καλά πώς να αφηγείται, πώς να ανακατεύει τις δόσεις των συστατικών του και πώς να τα αναπλάθει και να τα ανασταίνει εικαστικά, πλαστικά, στην οθόνη. Εμείς σίγουρα αναγνωρίσαμε την ενθουσιώδη, αφελή κι αθώα, καλλιτεχνική νιότη μας, γι' αυτό και η ταινία μας άγγιξε σε βάθος. Αναρωτιόμαστε πόσο μπορεί να αγγίξει τις νεότερες γενιές του internet και του σύγχρονου life style, ακόμη κι αν αυτό είναι αριστερίζον.     

Τάσος Γιαννίτσης: Το Ασφαλιστικό και η Κρίση


από την Athens Voice
Το καινούργιο βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση με τίτλο «Το ασφαλιστικό και η κρίση» θα κυκλοφορήσει αυτή την εβδομάδα από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ. Σημεία αυτού του βιβλίου συμπεριλήφθησαν στη σημερινή ομιλία του για το Ασφαλιστικό που πραγματοποιήθηκε στην ανοικτή εκδήλωση του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση και του Friedrich Ebert Stiftung με θέμα: «Ασφαλιστικό, Δικαιοσύνη και Πραγματισμός» στο Ξενοδοχείο Royal Olympic.
Θα ξεκινήσω την τοποθέτησή μου θέτοντας τρία ερωτήματα:
  • Πώς μπορεί ένα θέμα, στο οποίο κόμματα, φορείς και πολλά άτομα, που συν-διαμόρφωσαν το σκηνικό στα τελευταία 15-20 χρόνια, και που κινούνταν με στόχο την διασφάλιση κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού, τελικά, να καταλήγει σε ένα μεγάλο κοινωνικό φιάσκο, και μάλιστα φιάσκο, όχι μόνο για τους συνταξιούχους, αλλά ακόμα περισσότερο για τους εργαζόμενους, τους άνεργους, την χώρα την ίδια και τις προοπτικές της;
  • Πώς μπορεί ένα ζήτημα, στο οποίο στα τελευταία 5 χρόνια έγιναν πάνω από δέκα μεταβολές, όλες στην κατεύθυνση της περικοπής συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, να αναδεικνύεται ξανά ως μείζον πρόβλημα και μάλιστα με την βεβαιότητα ότι θα ακολουθήσουν και πολλές ακόμα ανάλογες μεταβολές;
  • Τελικά πώς ορίζεται το αντιλαϊκό; Ο ορισμός του αντιλαϊκού αναφέρεται μόνο στον κόσμο των συνταξιούχων ή στον κόσμο αυτό, αλλά και στους εργαζόμενους με κάθε μορφή απασχόλησης; Καθορίζεται λαμβάνοντας υπ’ όψη τι γίνεται μόνο σε ένα στενό ορίζοντα 6 ή 15 μηνών ή και σε ένα μεγαλύτερο βάθος χρόνου; Είναι αντιλαϊκό ο,τι μπορεί μεν να θίγει ισορροπίες κάποιας δεδομένης στιγμής, αλλά αποτρέπει πολλαπλές και μακροχρόνιες αρνητικές εξελίξεις για ευρύτερα στρώματα και την χώρα; Είναι λαϊκό ο,τι φαινομενικά αφήνει ανέπαφες καταστάσεις που λίγο αργότερο καταρρέουν, συμπαρασύροντας σημαντικά κοινωνικά τμήματα;
Δεν θα δώσω απάντηση στα ερωτήματα αυτά, γιατί θεωρώ, ότι αφ’ ενός, μετά από πολλά που έχουν μεσολαβήσει, κάθε πολίτης οφείλει να δώσει, στον εαυτό του ή δημόσια, την απάντηση που ο ίδιος πιστεύει, και αφ’ ετέρου ότι ανάλογα με το αν τα κριτήρια είναι στενά εγωιστικά ή όχι, οι απαντήσεις διαφέρουν. Όπως θα αναφέρω στη συνέχεια, ο πόλεμος των γενεών είναι ήδη σε εξέλιξη, και το σε ποια πλευρά θέλει να τοποθετηθεί ο καθένας είναι προσωπική απόφαση. Μέχρι στιγμής, στον πόλεμο αυτό η ήττα είναι συντριπτική: έχουν ηττηθεί οι νεότερες γενεές, η κοινωνική προστασία, η ανάπτυξη, η απασχόληση, η χώρα η ίδια και οι προοπτικές της. Εχουν ηττηθεί, γιατί κάθε καίρια πραγματικότητα όλου αυτού του κόσμου είναι σήμερα σημαντικά χειρότερη απ’ ο,τι ήταν κάποια χρόνια πριν και γιατί η υπέρβαση αυτής της χειρότερης πραγματικότητας απαιτεί πρόσθετες θυσίες, σε σχέση με προηγούμενες φάσεις.
Στην εισαγωγική αυτή τοποθέτηση στην εκδήλωση που ακολουθεί ή που έχει ήδη ξεκινήσει θα επικεντρωθώ στις ακόλουθες θεματικές:
  1. Πρώτον, στο εξαιρετικά κρίσιμο ερώτημα, αν η κρίση οδήγησε το ασφαλιστικό σε αδιέξοδο, ή το ασφαλιστικό προκάλεσε την κρίση, ή συνέβησαν και τα δύο σε κάποιο βαθμό και μέσα από ποιες διαδικασίες προέκυψαν τα αποτελέσματα αυτά.
  2. Δεύτερον, με ποιο τρόπο η πολιτική που ακολουθήθηκε επηρέασε το πρόβλημα και προς ποια κατεύθυνση, πώς αποφάσεις υπέρ μιας βραχυπρόθεσμης κοινωνικής αλληλεγγύης μπορεί να δημιουργούν συνθήκες αρνητικής κοινωνικής αλληλεγγύης σε μέσο- ή πιο μακρό χρονικό ορίζοντα, χωρίς βεβαίως να εννοώ τόσο μακροπρόθεσμο, ώστε να ισχύει η θέση του Κέυνς, ότι σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα είμαστε όλοι νεκροί, και, τέλος, πού βρισκόμαστε σήμερα.
  3. Τρίτον, γιατί το ασφαλιστικό ζήτημα δεν πρέπει να το βλέπει κανείς αυτοτελώς, αλλά σε συνδυασμό με κάθε καίριο πρόβλημα της ανάπτυξης και των προοπτικών εξόδου από την κρίση.
  4. Τέταρτον, ποιες παράμετροι μπορούν να δώσουν μια απάντηση στο πρόβλημα, ώστε η χώρα να υπερβεί την κρίση του ασφαλιστικού, αν και ο όρος ‘υπέρβαση’ είναι με τα σημερινά δεδομένα εξωπραγματικός.
Διευκρινιστικά, θα ήθελα να σημειώσω, ότι οι επιδράσεις του ασφαλιστικού μπορούν να διακριθούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:
  • Επιδράσεις στο μακρο-οικονομικό επίπεδο (ανάπτυξη-ύφεση, δημοσιονομικές ανισορροπίες, κ.α.).
  • Επιδράσεις στα ίδια τα μεγέθη του ασφαλιστικού συστήματος (εισροές στα Ταμεία, μη πληρωμή εισφορών, αριθμός δικαιούχων) και των ασφαλισμένων (ύψος συντάξεων, περικοπές, ποσοστό αναπλήρωσης, πολυετείς καθυστερήσεις στην απονομή της σύνταξης).
  • Επιδράσεις στην κατανομή του βάρους της κρίσης και στην κατανομή του εισοδήματος μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και στην εξέλιξη των ανισοτήτων.
Επειδή είναι αδύνατο στο χρόνο που έχω, να απαντήσω αναλυτικά όλα αυτά τα ερωτήματα, θα είμαι αναγκαστικά αρκετά ελλειπτικός, αλλά αν η συζήτηση το επιτρέψει, θα μπορώ να είμαι πιο αναλυτικός στη συνέχεια. Θα ήθελα πάντως να διευκρινίσω, ότι όπως από το 2001 και μετά δεν ενδιαφέρθηκα να υπεισέλθω σε κριτική ή σχολιασμό των μέτρων που κατά καιρούς λήφθηκαν, έτσι και σήμερα, δεν πρόκειται να ασχοληθώ με τις σημερινές προτάσεις, που επιπλέον, είναι ακόμα σε φάση διαμόρφωσης.
Γύρω από τα ζητήματα που προανέφερα, θα αναφερθώ σε δώδεκα σημεία:
1. Το ασφαλιστικό ήταν σημαντικός γενεσιουργός παράγοντας της κρίσης του 2009. Η σχέση αυτή ασφαλιστικού και κρίσης είναι εξαιρετικά κρίσιμη, γιατί αναδεικνύει καλύτερα τόσο τους μηχανισμούς της κρίσης, όσο και τις συνέπειες για τον σχεδιασμό πολιτικών υπέρβασης της κρίσης. Σε ο,τι αφορά την δημιουργία της κρίσης, επισημαίνονται τα εξής:
  • Τα αθροιστικά ελλείμματα και οι συνολικές δημόσιες δαπάνες για το ασφαλιστικό αντιπροσώπευαν 71 δις. Ευρώ ή το 83% των αθροιστικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων της περιόδου 2006-2009 (γύρω στα 80 δις. Ευρώ), που οδήγησαν στην μεγάλη κρίση της χώρας. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα της περιόδου πριν την κρίση θα ήσαν πολύ χαμηλότερα, αν δεν έπρεπε να χρηματοδοτηθούν τα ελείμματα αυτά.
  • Οι ετήσιες δημόσιες δαπάνες για το ασφαλιστικό κυμαίνονταν στην τελευταία δεκαετία περίπου μεταξύ 120% και 237% των μη κρατικών πόρων του ασφαλιστικού συστήματος. Το Κράτος δηλαδή δεν χρηματοδότησε απλώς το ασφαλιστικό. Για πολλά χρόνια διέθετε πόρους, που ξεπερνούσαν σημαντικά τα ετήσια έσοδα του ασφαλιστικού συστήματος. Αθροιστικά τα ελλείμματα που καλύφθηκαν από κρατική χρηματοδότηση αντιπροσώπευαν το 83,6% της αύξησης του δημόσιου χρέους στην περίοδο 2000-2009 και το 405,2% της αύξησης το δημόσιου χρέους στην περίοδο 2010-2014. Χωρίς την επίδραση αυτή η χώρα θα βρισκόταν το 2009 με ένα δημόσιο χρέος που δεν θα της προκαλούσε τόσο σοβαρό πρόβλημα.
    Τα μεγέθη αυτά δεν πρέπει να εκληφθεί ότι σημαίνουν πως άλλοι παράγοντες δεν επηρέασαν επίσης τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το χρέος. Προφανώς και επηρέασαν. Δείχνουν όμως το μεγάλο βάρος που είχε το ασφαλιστικό και την σημαντική επίδρασή του στην μεγάλη ύφεση, την δημοσιονομική κατάρρευση, την ανεργία, την καθίζηση των επενδύσεων, τις περικοπές εισοδημάτων και κοινωνικών δαπανών και την αύξηση της φορολογίας, που ακολούθησαν.
    Αν το ασφαλιστικό ήταν γενεσιουργός παράγοντας της κρίσης, τότε η αντιμετώπισή του είναι μία από τις προϋποθέσεις για να υπερβεί η χώρα την κρίση. Οι θέσεις ότι «η ανάπτυξη θα λύσει το ασφαλιστικό» ή ότι «όταν βελτιωθεί η απασχόληση θα βελτιωθεί και το ασφαλιστικό», είναι απλουστευτικές. Η ανάπτυξη και η απασχόληση δεν μπορούν να λύσουν το ασφαλιστικό, γιατί το ίδιο το ασφαλιστικό κρατά την ανάπτυξη και την απασχόληση σε χαμηλό επίπεδο. Μόνο η παράλληλη αντιμετώπισή τους μπορεί να δημιουργήσει ένα ανοδικό κύκλο με θετικό αποτέλεσμα και για τα δύο.
2. Το ασφαλιστικό αντικατοπτρίζει μια θεμελιακή σύγκρουση στο εσωτερικό μιας κοινωνίας: την πάλη για την κατανομή του εισοδήματος (του ΑΕΠ), που παράγεται κάθε χρονιά, μεταξύ αυτών που συμμετέχουν στην παραγωγή του και εκείνων που δεν παράγουν, αλλά έχουν δικαίωμα συμμετοχής στο παραγόμενο εισόδημα μέσω των κανόνων συνταξιοδότησης, αλλά και εκείνων που ενώ είχαν ασήμαντη συμβολή στην παραγωγή, απαιτούν προνομιακά ασφαλιστικά δικαιώματα. Οι τρόποι απόσπασης πόρων από τους πρώτους και μεταφοράς τους στους δεύτερους (πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, πρόσθετη φορολογία, εισφορές σε διάφορες συναλλαγές, ‘κουμπαράδες’ ή περικοπή κοινωνικών υπηρεσιών σε είδος που παρέχει το κράτος) έχει μικρή σημασία. Όλα οδηγούν στο ίδιο. Αυτό που μετράει είναι το τελικό συνολικό εισοδηματικό αποτέλεσμα για καθεμιά από αυτές τις δύο μεγάλες ομάδες.
3. Οι παράγοντες που οδήγησαν στις προβληματικές αυτές εξελίξεις ήσαν περισσότεροι, θα επισημάνω όμως τους εξής:
  • Την ανατροπή της σχέσης εργαζόμενων προς συνταξιούχους, που από 1,77 το 2000 μειώθηκε στους 1,27 το 2013. Πρακτικά, αυτό σημαίνει, ότι για την σύνταξη ενός προσώπου με ποσοστό αναπλήρωσης γύρω στο 80% θα έπρεπε να καταβάλλονται εισφορές από εργαζόμενο και εργοδότη που θα οδηγούσαν τον ακαθάριστο μισθό του εργαζόμενου σε χαμηλότερο επίπεδο από την σύνταξη του δικαιούχου. Επειδή αυτό δεν είναι λογικό, η διαφορά καλύπτεται με κρατικές δαπάνες, δηλαδή φόρους, άλλες εισφορές ή περικοπές δημοσίων δαπανών, όπως για υγεία ή εκπαίδευση.
  • Την ανατροπή της σχέσης εισόδημα από συντάξεις προς εισοδήματα από εργασία κάθε μορφής. Η σχέση αυτή ήταν 42% το 2008, αλλά 67% το 2014. Σημαίνει, ότι η χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος επιβαρύνει σταδιακά σημαντικά περισσότερο την υπόλοιπη κοινωνία.
  • Τη μαζική απονομή συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε ομάδες που είχαν ελάχιστη συνεισφορά στο ασφαλιστικό σύστημα. Κατηγορίες πληθυσμού δεν επιβαρύνονταν καν, κατηγορίες πληθυσμού αν και επιβαρύνονται, δεν πληρώνουν, οι θεσμικές ρυθμίσεις για την φοροδιαφυγή είναι αλυσιτελείς, με αποτέλεσμα οι εισροές στα ασφαλιστικά ταμεία να υστερούν.
  • Την μεγάλη αύξηση του αριθμού όσων αξιοποιούσαν τις διατάξεις για πρόωρες συντάξεις, αναγνώριση πλασματικών ετών ασφάλισης και άλλα προνόμια. Ηδη πριν την κρίση, αλλά οπωσδήποτε στην καρδιά της κρίσης, ακολουθήθηκε μια πολιτική, που επέτρεψε σε εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένους να περάσουν σε συνθήκες, πρόωρης κυρίως, συνταξιοδότησης, προκαλώντας σημαντική επιβάρυνση στα δημοσιονομικά και στην οικονομία. Μεταξύ 2008 και 2012 προστέθηκαν σε καθαρή βάση 400 χιλ. συνταξιούχοι, μεταξύ 2013 και 2015 πρέπει να προστέθηκαν περίπου 150 χιλ. νέοι συνταξιούχοι (ακριβή στοιχεία δεν έχω εδώ), ενώ βάσει δημοσιευμάτων εκκρεμούν περίπου 300 χιλ.αιτήσεις συνταξιοδότησης, που καθυστερούν, εν πολλοίς και για δημοσιονομικούς λόγους.
  • Το μεγάλο βαθμό αναπλήρωσης των συντάξεων, που πριν την κρίση ήσαν γύρω στο 100% ή και 110% για πολλές κατηγορίες ασφαλισμένων, και που σήμερα έχει περιοριστεί γύρω στο 65% με 80%. Η σχέση αυτή για πολλά χρόνια σήμαινε διασφάλιση δυσανάλογα μεγάλων παροχών σε μεγάλο αριθμό συνταξιούχων, σε βάρος των επόμενων δικαιούχων. Οι συντάξεις συνολικά στην οικονομία είναι ως ποσοστό του ΑΕΠ πολύ υψηλότερες από αυτές σε κάθε άλλη χώρα της Ε.Ε.. Κάθε εργαζόμενος, μέσω των ασφαλιστικών εισφορών που τον αφορούν και μέσω των φόρων που πληρώνει, στερείται ένα όλο και πιο σημαντικό τμήμα του εισοδήματός του για τις δαπάνες σε συντάξεις. Η εισφοροδιαφυγή, η μαύρη εργασία ή, ακόμα, και η μετανάστευση στο εξωτερικό γίνονται δικλείδες παράκαμψης ενός συστήματος που έχει ήδη ξεπεράσει τις συνθήκες ομαλής λειτουργίας και ευστάθειας.
4. Παρά τις μειώσεις των συντάξεων μετά το 2010, που έπληξαν ιδιαίτερα τις υψηλότερες συντάξεις, η μείωση των εισοδημάτων από συντάξεις (ως συνολικό μέγεθος) ήταν μικρότερη από τις απώλειες που σημείωσαν άλλες πηγές εισοδήματος (εργασία, ελεύθερο επάγγελμα, εμπορικές δραστηριότητες, κλπ).
5. Ως αποτέλεσμα των μεγαλύτερων περικοπών στις υψηλότερες συντάξεις στα χρόνια της κρίσης, μειώθηκε σημαντικά ο βαθμός ανισότητας στο εσωτερικό των συνταξιούχων. Η ανισότητα στο εισόδημα από συντάξεις είναι η χαμηλότερη από κάθε άλλη μεταξύ των μεγάλων εισοδηματικών πηγών (μισθοί, αμοιβές ελεύθερων επαγγελματιών, εισόδημα από εμπορικές ή αγροτικές δραστηριότητες, ενοίκια, κ.λπ.).
6. Το ασφαλιστικό έχει φτάσει σε ένα σημείο, όπου κάθε απόπειρα για βελτίωση μόνο με τα εργαλεία του ίδιου του ασφαλιστικού είναι αδιέξοδη και οδηγεί σε νέες περικοπές. Πολλές αλλαγές είναι αναγκαίες, όμως αυτές από μόνες τους δεν θα αποκαταστήσουν την ισορροπία. Σήμερα, καταλυτική επίδραση έχουν ορισμένα δομικά στοιχεία του ασφαλιστικού, όπως: η γήρανση του πληθυσμού, η σημαντική ανατροπή στη σχέση εργαζόμενων-συνταξιούχων, η αδυναμία σύλληψης τμήματος της εισφοροδιαφυγής, η απουσία εμπιστοσύνης προς το Κράτος για τη διαχείριση του ασφαλιστικού συστήματοςκαι η προαναφερθείσα αρνητική επίδραση του ασφαλιστικού στην αναπτυξιακή διαδικασία.
7. Το είδος της παραγωγικής βάσης της χώρας είναι κρίσιμο στοιχείο. Δεν μπορεί να προσβλέπει κανείς σε ένα ανθεκτικό σύστημα είτε κοινωνικής ασφάλισης, είτε μακροοικονομικών επιδόσεων, είτε δημοσιονομικής ισορροπίας, είτε απασχόλησης, παραβλέποντας την μορφή της παραγωγικής βάσης. Το τι γίνεται στην παραγωγική βάση καθορίζει τι γίνεται στο πεδίο της μεγέθυνσης και ανάπτυξης. Υπάρχει μια αλυσίδα αλληλεξαρτήσεων μεταξύ όλων αυτών των μεγεθών, που τα οδηγεί όλα, είτε προς τα επάνω, είτε προς τα κάτω. Σημασία δεν έχει μόνο η επιλογή μιας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, αλλά και μιας συνολικής πολιτικής, που δεν ακυρώνει ή δεν υπονομεύει καίρια στοιχεία της οικονομικής και κοινωνικής ισορροπίας και, φυσικά, της ίδιας της μεταρρύθμισης.
8. Ο πόλεμος των γενεών είναι ήδη ορατός, καθώς ξεπεράσαμε το σημείο, όπου μπορούσαμε μέσα από βαθμιαίες παρεμβάσεις να βελτιώσουμε τις προοπτικές του ασφαλιστικού. Σήμερα, πλέον, όσο στόχος είνααι η αποτραπή κάθε νέας περικοπής, όσοι εργάζονται καλούνται να θυσιάσουν πολύ περισσότερα από όσα θυσίασαν οι παλαιότεροι, είτε μέσω μεγαλύτερων ασφαλιστικών εισφορών, είτε μέσω νέων φόρων, άλλων εισφορών ή τελών, είτε μέσω περικοπών δημοσίων δαπανών (για υγεία, εκπαίδευση κ.α.), ενώ έχουν και το βάρος της αποπληρωμής στο μέλλον των δυσβάστακτων χρεών του παρελθόντος. Επιπλέον, στερούνται κάθε βεβαιότητας για το μέλλον των δικών τους συντάξεων. Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι βιώσιμη.
9. Το ασφαλιστικό ξεπερνά τα στενά αριθμητικά δεδομένα που το αφορούν. Είναι συνάρτηση της γενικότερης αναπτυξιακής πολιτικής, των αντιλήψεων για βασικές λειτουργίες της οικονομίας και των κοινωνικών σχέσεων, των προσδοκιών που καλλιεργούνται, και του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι μόνο η επιλογή μιας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, αλλά η επιλογή και μιας συνολικής πολιτικής, που δεν θα ακυρώνει ή υπονομεύει καίρια στοιχεία της οικονομικής και κοινωνικής ισορροπίας μιας χώρας και, φυσικά, της ίδιας της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης και κάθε μεταρρύθμισης.
10. Λόγω του κεντρικού ρόλου που έπαιξε το ασφαλιστικό στην κρίση, η πολιτική του διαχείριση παραπέμπει στο σύνολο των πολιτικών πο επηρεάζουν την πορεία της οικονομίας. Τα περιθώρια αντιμετώπισης του ασφαλιστικού με εργαλεία πολιτικής που επικεντρώνονται αποκλειστικά στο ασφαλιστικό σύστημα, εννοώ εισφορές, ύψος συντάξεων, ηλικίες, τρόποι υπολογισμού της σύνταξης, έχουν γίνει ασφυκτικά. Η επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης αποτελεί το πιο θεμελιακό στοιχείο για την αντιμετώπιση τοπροβλήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα δημιουργήσει συνθήκες επιστροφής σε πρακτικές που δημιούργησαν την κρίση. Επιπλέον, όπως ανέφερα στην αρχή, το ασφαλιστικό όπως είναι σήμερα, μπλοκάρει την μεγέθυνση και αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί επίσης. Το ζητούμενο είναι να μην επιτυγχάνεται η αριθμητική ισορροπία το ασφαλιστικού σε ένα όλο και χαμηλότερο εισοδηματικό επίπεδο. Διαφορετικά, παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σε συνθήκες αρνητικών ή στάσιμων ρυθμών μεγέθυνσης σημαίνουν πρόσθετη κάθοδο στη φτωχοποίηση, για τους συνταξιούχους, τους εργαζόμενους, όλους.
Με ποιον τρόπο η πολιτική θα καταφέρει να επαναφέρει την οικονομία σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης είναι ένα μεγάλο ερώτημα, η απάντηση του οποίου δεν μπορεί να δοθεί εδώ. Επιπλέον, δεν υπάρχει ένας δρόμος και μία πολιτική που να οδηγούν στο αποτέλεσμα αυτό. Ομως, πριν φτάσει κανείς στον «τρόπο» και τα εργαλεία μιας αναπτυξιακής πολιτικής, πρέπει να έχει προηγηθεί η μεγάλη πολιτική παραδοχή ότι ο στόχος της μεγέθυνσης θα είναι απόλυτη προτεραιότητα. Ωστόσο, ακόμα και η ανάδειξη της μεγέθυνσης ως μείζονος πολιτικής προτεραιότητας δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν αξιοποιηθούν στην πράξη τα εργαλεία πολιτικής που με απτό τρόπο μπορούν πράγματι να οδηγήσουν σε αυτήν. Ο στόχος της μεγέθυνσης αποκτά περιεχόμενο, μόνο αν συνδυαστεί με πολιτικές που πράγματι μπορούν να τον υλοποιήσουν. Διαφορετικά, ο στόχος παραμένει ένα νεφέλωμα, και δεν μετατρέπεται σε πραγματικότητα. Δεν έχει νόημα να λέει κανείς ότι θέλει μεγέθυνση, αλλά ταυτόχρονα να αρνείται να αλλάξει καταστάσεις που μπλοκάρουν την μεγέθυνση, να αρνείται να επιλέξει πολιτικές που θα οδηγήσουν σε αυτήν, πόσο μάλλον να επιλέγει πολιτικές που την αντιστρατεύονται.
11. Σίγουρα, εκτός από τα όσα ανέφερα, υπάρχουν περιθώρια για άλλες, εφικτές και αναγκαίες, μεταβολές στη δομή του ασφαλιστικού συστήματος, που θα το κάνουν πιο αξιόπιστο και ανθεκτικό. Η υπέρβαση του προβλήματος αναγκαστικά πρέπει να λάβει υπ΄όψη παράγοντες, όπως: «δημογραφική γήρανση», «εισφοροδιαφυγή και άρνηση καταβολής εισφορών», «απονομή ασφαλιστικών δικαιωμάτων χωρίς βασικές προϋποθέσεις», «αδύναμη παραγωγική βάση» και «αποτελεσματική διαχείριση των πόρων του ασφαλιστικού συστήματος». Επίσης, σήμερα, η πολιτική διαχείριση του ασφαλιστικού έχει κάνει την θεσμοθέτηση μιας κεφαλαιοποιητικής διάστασης αναπότρεπτη. Το Δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης πλεονεκτεί έναντι άλλων, όσο το Δημόσιο σέβεται τους ασφαλισμένους, τις εισφορές τους και τους κανόνες που το ίδιο έχει θεσπίσει. Όταν η εμπιστοσύνη συρρικώνεται, πλήττεται και η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
12. Τέλος, στο ασφαλιστικό εμπεδώνεται η αίσθηση, ότι οι δυνατότητες να ξεπεραστεί το πρόβλημα με αποδεκτό τρόπο λιγοστεύουν διαρκώς. Για να υπάρξει μια σταθερή λύση χρειάζεται μια νέα Κοινωνική Συμφωνία, που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς συλλογική αναγνώριση λαθών, συλλογική αντίληψη για τις νέες επιλογές και, πάντως, με ορίζοντα όχι τα δύο ή τρία χρόνια, αλλά ένα σημαντικά μεγαλύτερο βάθος χρόνου.