ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ta θαύματα της Ελληνικής Δημοκρατίας : 121 βουλευτές μπορούν να ρίξουν μια κυβέρνηση που έχει τη δεδηλωμένη για ένα σχεδόν διακοσμητικό πρόεδρο.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Perfect Storm


του Plamen Tonchev από Protagon
Στην ταινία Perfect Storm (Η Καταιγίδα), ο George Clooney υποδύεται τον καπετάνιο ενός αλιευτικού σκάφους που αποφασίζει να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις για μεγάλο επερχόμενο τυφώνα, προκειμένου να κυνηγήσει την καλή ψαριά σε μια απομακρυσμένη περιοχή του βόρειου Ατλαντικού. Ωστόσο, στην επιστροφή προς την ακτή το πλοίο βρίσκεται παγιδευμένο ανάμεσα σε τρία ισχυρά μέτωπα θυέλλης, ακριβώς στο σημείο όπου ο γιγαντιαίος τυφώνας Grace συναντά άλλους δύο μικρότερους. Έχω την εντύπωση ότι αυτήν την περίοδο η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί ανάμεσα σε τρία θυελλώδη μέτωπα: το δημοσιονομικό, το οικονομικό και το πολιτικό.
Στο δημοσιονομικό μέτωπο, η χώρα καλείται να διεξαγάγει πολύ δύσκολες διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές για την μακροπρόθεσμη ρύθμιση του σωρευτικού δημοσίου χρέους, που το 2014 ανέρχεται σε 174% του ΑΕΠ. Μόνον η Ιαπωνία έχει μεγαλύτερο δημόσιο χρέος, στα 242% φέτος, αλλά με δύο σημαντικές διευκρινίσεις. Αφενός, η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως είναι too big to fail και δεν νοείται να κηρύξει χρεοκοπία. Αφετέρου, το 95% του δημοσίου χρέος της Ιαπωνίας βρίσκεται στα χέρια εγχώριων πιστωτών, ενώ το αντίστοιχο χρέος της Ελλάδας είναι κατ' εξοχήν εξωτερικό. Συνεπώς, η χώρα είναι απείρως πιο ευάλωτη και εκτεθειμένη σε πιέσεις από ξένα κέντρα λήψης αποφάσεων. 
Στο μέτωπο της πραγματικής οικονομίας, από το 2009 και μετά έχει χαθεί περίπου το ¼ του εθνικού εισοδήματος, η ανεργία έχει ξεπεράσει το 27% (προσεγγίζει το ασύλληπτο 60% στην περίπτωση της νεολαίας) και την έχει επωμιστεί εξ ολοκλήρου ο ιδιωτικός τομέας. Πολύ μεγάλο μέρος των χρημάτων που εισπράττει το κράτος μέσω της ασήκωτης φορολογίας διοχετεύεται στη… διαιώνισή του παρά σε παραγωγικές επενδύσεις που θα έδιναν ώθηση στην ανάπτυξη και την απασχόληση. Παρά τη μείωση του εργατικού κόστους, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει πολύ χαμηλή και, μετά από μια πρόσκαιρη ανάκαμψη, φέτος οι εξαγωγές εκ νέου συρρικνώνονται. Οι εξαγγελίες για την καταπολέμηση των καρτέλ έχουν καταντήσει πολιτικάντικη καραμέλα χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών.
Αλλά το πιο θυελλώδες και απρόβλεπτο από τα τρία μέτωπα μοιάζει να είναι το πολιτικό - τρόπον τινά, αυτός είναι και ο τυφώνας Grace στην περίπτωση της Ελλάδας. Στο μέτωπο αυτό συναντώνται δύο ισχυρά ρεύματα - η αναξιοπιστία της χώρας στο εξωτερικό και η απαξίωση της εγχώριας πολιτικής τάξης. Στο εξωτερικό έχει εμπεδωθεί η έλλειψη αξιοπιστίας, τόσο του κυβερνητικού συνασπισμού όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι ξένοι -είτε είναι πολιτικοί ηγέτες, είτε χρηματοπιστωτικοί σύμβουλοι, είτε απλοί πολίτες- δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν ποια ακριβώς συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζει την έξοδο της χώρας από το ευρώ ή πώς ακριβώς λέγεται ο υφυπουργός (για την ιστορία, ο Γιακουμάτος) που διαολοστέλνει την τρόικα σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου καφέ. Αν ρωτήσεις 100 Ελληνες ποια φράξια της γερμανικής Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) εκφράζει ο Σόιμπλε, στις 99 περιπτώσεις η απάντηση θα είναι «Ούτε ξερω, ούτε μ' ενδιαφέρει», διανθισμένη με χριστοπαναγίες και εύγλωττες χειρονομίες. Γιατί, λοιπόν, να ενδιαφερθούν οι ξένοι αν οι δηλώσεις του Δημήτρη Βίτσα συμπίπτουν με τις απόψεις του Παναγιώτη Λαφαζάνη, του Δημήτρη Παπαδημούλη, του Γιάννη Δραγασάκη, του Αλέξη Μητρόπουλου, του Ευκλείδη Τσακαλώτου, του Νίκου Παππά, της Νάντιας Βαλαβάνη, του Γιάννη Μηλιού ή των νεοαποκτηθέντων, κατά τα φαινόμενα, Φώτη Κουβέλη και Ραχήλ Μακρή; Αυτό που μετράει και καταγράφεται στην ειδησεογραφία είναι η δήλωση του γραμματέα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι η πιθανολογούμενη αυριανή κυβέρνηση δεν αναγνωρίζει ούτε τη δίμηνη παράταση του Μνημονίου ούτε τις υποχρεώσεις που απορρέουν απ' αυτό.
Η χώρα έχει στιγματιστεί ανεπανόρθωτα τόσο από τον γαλαζοπράσινο κυβερνητικό συνασπισμό που κάνει ό,τι μπορεί να αθετήσει τα συμφωνηθέντα με τους δανειστές, όσο κι από τον ΣΥΡΙΖΑ που διεκδικεί την εξουσία με εμπρηστικές τοποθετήσεις και απειλές. Και το μωσαϊκό της εσωτερικής πολιτικής σκηνής συμπληρώνει ένα χαοτικό πλήθος κομμάτων και κινήσεων που, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, προτιμούν την πόλωση και δεν δείχνουν καμία διάθεση για συνεννόηση στα βασικά θέματα που απασχολούν τη χώρα. Όπως: Μπορούμε να αγνοήσουμε τις προειδοποιήσεις για τον επερχόμενο τυφώνα; Μπορούμε να πούμε την αλήθεια στο πλήρωμα; Μπορούμε να μετακινήσουμε το πλοίο τάχιστα προς ένα λιμάνι ασφάλειας και σταθερότητας, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και την επιβίωση της χώρας; Διότι, αν δεν το κάνουμε ΤΩΡΑ, χωρίς καμία καθυστέρηση, η καταιγίδα θα είναι αμείλικτη και το αποτέλεσμα απολύτως προδιαγεγραμμένο. Όπως ακριβώς και στην ταινία Perfect Storm.
*Ο Πλάμεν Τόντσεφ είναι διεθνολόγος και πολιτικός αναλυτής

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Είναι η τελευταία μας ελπίδα, περιμένουμε ναρθούν.


του Λεωνίδα Καστανά

Μια καυτή πατάτα. Μια χώρα πατάτα. Αδύνατον να την φορτωθείς αλλά και αδύνατον να την εγκαταλείψεις. Γιατί σε περιέχει. Και την πασάρεις και στην πασάρουνε και την πιάνεις και την ξαναπετάς και δώστου πάλι από την αρχή παιχνίδι να γίνεται. Με την πατάτα. Με τη χώρα.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας το ψευδοπρόβλημα των ημερών. Ξαφνικά ο ανύπαρκτος από πολιτική άποψη πρόεδρος γίνεται σκληρό επίδικο και απειλεί την κατάρρευση της χώρας. Γιατί ο Αλέξης θέλει εδώ και τώρα να γίνει πρωθυπουργός έστω και αν πρέπει να πάρει την καυτή πατάτα και να καταπιεί τα όσα λέει εδώ και 5 χρόνια. Να κυκλοφορεί με το βραχιολάκι του all inclusive στο χέρι μπας και έρθουν επενδυτές να δουλέψουν τα ξενοδοχεία μας και τουρίστες ν’ αφήσουν τον οβολό τους.

Ο Αντώνης, στο τσουκάλι του οποίου έβρασε η πατάτα, βιάστηκε να τη βγάλει με τα χέρια γιατί δεν προλάβαινε να πιάσει ούτε την κουτάλα και τσουρουφλίστηκε. Ποια συμφωνία και με ποιους. Ποιες αγορές, που τον κοιτούν με βλέμμα παγωμένο. Πώς να κάψει τους τελευταίους πελάτες που του απέμειναν προκειμένου να κάνει μεταρρυθμίσεις και να γίνει αποδεκτός έστω και με το ζόρι από τους δανειστές. Πετάει την πατάτα στον επερχόμενο Αλέξη, φυσάει τα χέρια του να φύγει η καυτράδα  και είναι σίγουρος πως η πατρίς θα τον ξανακαλέσει στα «όπλα». Αν υπάρχει πατρίδα, έστω και σοσιαλιστική. Γιατί με τι μούτρα θα γυρίσει αν έχει κουρέψει όλες τις συντεχνίες και τους ευγενείς εκ των δημοσίων υπαλλήλων. Αν έχει πουλήσει δημόσιες επιχειρήσεις στους λαβύρινθους των οποίων τύποι και τύπισσες ψήνουν κάθε μέρα το παντεσπάνι τους. Ενώ επί ερείπιων άνετα μπορεί να το παίξει σωτήρας τη μεθεπόμενη μέρα. Νομίζει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, τόσα χρόνια μέσα στο καμίνι των πιο αντιθετικών απόψεων, νομίζει ότι και ως εξουσία μπορεί να κυκλοφορεί την πατάτα ανάμεσα στις συνιστώσες, στο στυλ όλοι οι καλοί χωράνε και να υπόσχεται τα πάντα στους πάντες από συμφωνία με τους δανειστές μέχρι έξοδο από την ΕΕ, κρατικά εργοστάσια και ξενοδοχεία μέχρι δανεικά από τη Νότιο Αφρική που ανάθεμα και αν ξέρει που πέφτει η Ελλάδα. Δεν είναι παλαβοί οι σύντροφοι. Κάθε άλλο. Απλά μέσα στο αντιμνημονιακό τους αδιέξοδο είναι υποχρεωμένοι να θολώνουν τα νερά μπας και εξαπατήσουν τους αδαείς και τους ψηφίσουν, με τη γνωστή ατάκα « και τι έγινε, τι άλλο μπορούμε να πάθουμε». Απλά να μην έχεις βενζίνα για να πας στο εξοχικό σου στη Λούτσα να ποτίσεις τα μαρούλια που φύτεψες, ηλίθιε. Κανείς δεν είναι σίγουρος στο ΣΥΡΙΖΑ ποια φράξια θα έχει το πάνω χέρι στην κοινοβουλευτική ομάδα ώστε να επιβάλει και την πορεία. Η αστική δημοκρατία ή η σοσιαλιστική εξαδέλφη της περιμένουν το γαμπρό κάποιον - όπουλο με βάση τι θα ψηφίσουν οι απανταχού πασόκοι που διαμορφώνουν πολιτική άποψη από τον Παπαδάκη και τον Κουρή.

Και μέσα στην αναμπουμπούλα θέλει και ο Γιώργος να κάνει κόμμα και να κατέβει στις εκλογές πράγμα που σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θα μπει στη βουλή και στερεί από τον Αλέξη το μόνο αξιόπιστο σύμμαχο στον αγώνα διατήρησης του υπάρχοντος. Γιατί αν μπει αυτοί οι δύο θα μας κυβερνήσουν με ότι αυτό συνεπάγεται.

Μέσα στους πυκνούς ατμούς της αχνιστής χώρας - πατάτας δυο ομάδες, δυο μεγάλες παρέες, δύο κινήματα , πέστε τα όπως θέλετε και μερικοί φίλοι που κυκλοφορούν στα πέριξ έχουν πραγματική έγνοια για τη χώρα τους και προσπαθούν να δουν καθαρά στον ορίζοντα μπας και αποφύγουμε τη ξέρα. Γιατί; Γιατί απλά έχουν παιδιά και τα’ αγαπάνε. Το ΠΟΤΑΜΙ του Σταύρου Θεοδωράκη, οι ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΕΣ του Σπύρου Λυκούδη και όσοι απέμειναν από τους «58» στην κυκλοφορία, μαζί με μερικούς ανεξάρτητους πλέον βουλευτές  αναζητούν, βρίσκουν, διατυπώνουν και παρεμβαίνουν. Είναι η μόνη μας ελπίδα για την επόμενη μέρα. Όχι γιατί είναι σπουδαίοι, ή παντογνώστες. Όχι γιατί είναι οι πολιτικάντηδες που μπορούν να συνεγείρουν τα πλήθη και να κρύψουν τα προβλήματα. Απλά γιατί είναι καθαροί και έχουν τη διάθεση να κάνουν το σωστό. Και το σωστό είναι ν’ αλλάξει κάποτε αυτός ο τόπος, να σπάσει το πολιτικό απόστημα, να χυθεί έξω το έμπυο, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε σαν ευρωπαϊκή χώρα που μάλλον θέλουμε να είμαστε. Και αυτοί το ξέρουν.   Γιατί συσπειρώνουν γύρω τους ότι απέμεινε ζωντανό από τους «ποιητές» αυτού του τόπου, αυτούς που μάθανε μια ζωή να ποιούν και να ποιούν καλώς και όχι να παπαρολογούν. Γιατί τουλάχιστον έχουν μάτια και βλέπουν την ξέρα.


Ελπίζω να αρθούν όλοι οι φίλοι και σύντροφοι στο ύψος των περιστάσεων. Να τα βρουν και να προχωρήσουν. Να φτιάξουν τη συνισταμένη δύναμη που θα βάλει τη σφραγίδα της στις εξελίξεις. Να κρατήσουν τη χώρα όρθια  δημοκρατική και ευρωπαϊκή, να στρίψουν το τιμόνι. Γιατί όλα πια είναι στον αέρα. Είναι η τελευταία μας ελπίδα. Περιμένουμε ναρθούν.         

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Ίλιγγος


του Γιάννη Παγιασλή από το Ηypothesis

Η τηλεοπτική εικόνα του Σαμαρά όταν ανακοίνωσε την υποψηφιότητα Δήμα προερχόταν από την ταινιοθήκη «Ταινίες του Γ.Μαρή» : Μια πελιδνή φιγούρα σε αχνό ασπρόμαυρο ντεκόρ από το παρελθόν.

Στην vulgar αφήγηση ο Σαμαράς είναι ένα τυπικός αστός ηγέτης με δεσμεύσεις προς τους ξένους, ο οποίος είδε ένα σχέδιο επιβίωσης μέσω της κολακείας του ισχυρού να καταρρέει. Όπως προβλέπει η αφήγηση ο κακόβουλος ισχυρός αφού «χρησιμοποιήσει» τον εθελόδουλο αστό τον μεταχειρίζεται ως αναλώσιμο. Έτσι εξηγείται η δυσανεξία των Ευρωπαικών ελιτ να διευκολύνουν τον άνθρωπο τους.

Όμως η ανάλυση υποτιμά τις διαθέσεις και δυνατότητες αυτονομίας ενός αστικού σχηματισμού να αυτονομηθεί σχετικά από τον μηχανισμό Βερολίνου Βρυξελλών.  Η περίοδος 12-14 δεν είναι μια υποταγή αλλά μια αυτόνομη κίνηση προσαρμογής με εσωτερική δυναμική. Η προσωπική  ανεπάρκεια το αρτηριοσκληρωτικό ακροδεξιό στυλ του Σαμαρά και η βουλιμική   εικόνα του Βενιζέλου ενώ παραπέμπουν στον εθελόδουλο Μερκελισμό δεν είναι αντίστοιχα του ιστορικού τους χειρισμού.

Ήδη από την άνοιξη του 14 ( βγαίνουμε στις αγορές υποβοηθούμενοι)  ο  αυτόνομος αστικός σχηματισμός, αφού επέτυχε ορισμένα δημοσιονομικά μεγέθη προσπάθησε να τα αξιοποιήσει προς όφελος του, σε μια δυναμική απομάκρυνσης παρά γειτνίασης με την «Μέρκελ». Μια παρόμοια πρώιμη , άτσαλη  χωρίς προετοιμασία και αίσθηση του ιστορικού χρόνου, προσπάθεια έκανε ο Γαπ με το δημοψήφισμα.

Η Συριζαϊκή αριστερά επειδή προφανώς ευνοείται από την εξέλιξη ,εκλαμβάνει την προπαγανδιστική της αφήγηση ως τεχνική εξήγηση των εξελίξεων και εισέρχεται αμέριμνη στον πυκνό χρόνο. Είναι πολύ αποτελεσματικό να περιγράψεις τον Σαμαρά ως «στημένη λεμονόκουπα» και την Μέρκελ ως οξυδερκή ρεαλίστρια που προτιμά να διαπραγματευτεί με τον «πραγματικό αντίπαλο» .Αν όμως  η κίνηση Σαμαρά έχει μια εσωτερική ιστορική αυτονομία τότε η εξέλιξη έχει μια άλλη δυναμική: Στις επερχόμενες πολωτικές η Σαμαρική δεξιά θα «παίξει τα ρέστα» ως βουβός εκπρόσωπος ενός υπαρκτού ιστορικού μορφώματος επιβιωσάντων που θεωρεί την δημοσιονομική σταθερότητα ως βάθρο μιας σχετικής αυτονόμησης από τον πόλο της Τρόικας.

Μα υπάρχει τέτοιο ιστορικό μόρφωμα ; Με ποιες οικονομικές υλικές απτές δυνατότητες μπορεί να διανοηθεί μια τέτοια αυτονόμηση; Πως μπορεί να σταθεί απέναντι στην εξωτερική πίεση της Τρόικας και την εσωτερική αμφισβήτηση του νεώτερου και πιο ρωμαλέου κινήματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Την ύπαρξη των υλικών δυνατοτήτων την έχει τεκμηριώσει ο Συριζα με τον πιο ενδελεχή τρόπο. Σύμφωνα με την ανάλυση που θεμελίωσε το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και συνεχίζουν με ειρμό να προωθούν και οι πιο νουνεχείς μερίδες του Συριζα έχουμε την εξής παραδοχή:

Μια οικονομία η οποία αφού θα προέλθει από την πιο ιστορική πολωτική μάχη και αφού έχουν προεξοφληθεί ( ενσωματωθεί στο σενάριο) όλες μα όλες οι δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις ( bank run , αξιολογήσεις οίκων, πολιτικές δηλώσεις αντιπαλότητας από όλους) θα δημιουργήσει εντός ενός έτους 300,000 θέσεις εργασίας. Μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 2015 τότε περίπου τον Γενάρη του 2016 η Στατιστική θα έχει ήδη ανακοινώσει πτώση της ανεργίας από το 25% στο 17 %.

Η Ελληνική οικονομία έχει μια εσωτερική κατακτημένη δυναμική. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει καμία «Θεσσαλονίκη».

Οι φορείς αυτής της δυναμικής δεν είναι σίγουρο ότι ασμένως θα στέρξουν τη ριζική Συριζαϊκή πρόταση. Εξ’ ου οι νοήμονες Ξυδάκης, Βαρουφάκης τις προειδοποίησαν για τα αίματα τα δάκρυα τους ιδρώτες.

Αν ο ανεπαρκής ακροδεξιός ατάλαντος κοινότυπος φοβικός Σαμαράς απευθυνθεί σε αυτούς , τότε οι επερχόμενες εκλογές θα έχουν ενδιαφέρουσες εξελίξεις. Ήδη οι πρώτες δημοσκοπήσεις παρά τις προφανείς δολιότητες τους σηματοδοτούν κάτι.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Ο καιρός γαρ εγγύς (ή τα αδιέξοδα της «νέας μεταπολίτευσης»)


Του Γιώργου Καραμπελιά
Όσοι στη μακρά διάρκεια της μεταπολίτευσης υπήρξαμε μόνιμοι και σταθεροί επικριτές μιας εποχής ψεύδους, μεταμορφισμού, συλλογικών αυταπατών και ανενδοίαστης απάτης, βρισκόμαστε διχασμένοι ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη. Χαρά γιατί επιτέλους αυτό το σύστημα βαδίζει στην έξοδό του από την ιστορία και έχουμε την αίσθηση ότι δικαιώθηκε μια ανυποχώρητη και συστηματική αντίθεση σε αυτό και, ταυτόχρονα, μια βαθύτατη λύπη γιατί αυτή η έξοδος πραγματοποιείται μέσα από μεγάλες καταστροφές για τη χώρα.
Πολλοί μας καλούν να πανηγυρίσουμε γιατί, επιτέλους, η περίοδος αυτή τελειώνει και εμείς όχι μόνο σταθήκαμε όρθιοι αλλά και επιβεβαιωθήκαμε στις προβλέψεις μας. Δεν συμφωνούμε με μια τέτοια λογική, διότι αυτή («ας καταστραφούν όλα για να αποδειχθεί πόσο δίκιο είχαμε») ανήκει επίσης στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της εποχής που τελείωσε, της μεταπολίτευσης. Μια εποχή όπου το μικροκομματικό συμφέρον και η ατομική ιδιοτέλεια πρυτάνευαν συστηματικά απέναντι στο εθνικό και το κοινωνικό συμφέρον, σε μια λογική après moi le déluge.
Ριζοσπαστισμός και αίσθημα ευθύνης
Εμείς, αντίθετα, σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, παρ’ ότι υπήρξαμε διαχρονικά, αταλάντευτοι αντίπαλοι του καθεστώτος, επιδιώκαμε πάντα να συνδυάζουμε την πιο ρηξικέλευθη και ριζοσπαστική κριτική με ένα βαθύ αίσθημα ευθύνης, θέλοντας να «αποδείξουμε» πως κάτι τέτοιο είναι όντως δυνατό. Πως ριζοσπαστισμός δεν σημαίνει υποχρεωτικά γενικευμένη ανευθυνότητα και πως υπευθυνότητα δεν σημαίνει ραγιαδισμός, σύμφωνα με το γνωστό αδιέξοδο δίπολο της μεταπολίτευσης. Αντίθετα μάλιστα οι ανεύθυνες δημοκοπίες καταλήγουν πάντα σε Βατερλώ και ενδοτισμό, ενώ ο ραγιαδισμός σε περιπέτειες εθνικές και κοινωνικές. Μια αυθεντικά επαναστατική και ριζοσπαστική τοποθέτηση είναι πάντα «υπεύθυνη», γιατί επιδιώκει πραγματικές ανατροπές και όχι καφενειακές μπουρδολογίες που καταλήγουν σε άτακτες υποχωρήσεις.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, όταν παλεύαμε γι’ αυτό που αποκαλούσαμε κοινωνική μεταπολίτευση, δηλαδή την ολοκλήρωση του πολιτικού εκδημοκρατισμού στο κοινωνικό και πολιτιστικό πεδίο, με τα εργοστασιακά σωματεία, την επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων ή τα δικαιώματα των γυναικών και των νέων, αρνηθήκαμε ταυτόχρονα μια λογική εμφυλίου πολέμου και μεταβολής της λαϊκής αντίστασης και της αντιβίας των κινημάτων σε ένοπλη βία και τρομοκρατία, με τίμημα την αντίθεσή μας με ένα μεγάλο μέρος του ίδιου του χώρου με τον οποίο είχαμε βρεθεί μαζί από την περίοδο της αντίστασης στη δικτατορία.
Στη δεκαετία του 1980, ενώ αγωνιζόμαστε για την ανάπτυξη νέων κινημάτων, της οικολογίας, του κοινοτισμού, της αυτονομίας, επιμέναμε ταυτόχρονα στην ανάγκη υπεράσπισης της άμυνας της χώρας απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό και παλεύαμε για την αυτοδιάθεση της Κύπρου και την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της χώρας. Και όμως την ίδια στιγμή γενικεύονταν οι παρασιτικές συμπεριφορές και τα Εξάρχεια γέμιζαν με συνθήματα όπως «το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του». Κορύφωση αυτής της αντίθεσής μας, με μια μεταπολίτευση που εξελισσόταν προς τη γενικευμένη ανευθυνότητα, υπήρξε η σύγκρουσή μας, στο εσωτερικό των Οικολόγων-Εναλλακτικών, με μια ενσωματωμένη στο σύστημα δήθεν οικολογική λογική, των Τρεμόπουλων και των Χρυσόγελων, την προσδεδεμένη στο άρμα των Γερμανών Πρασίνων και του Φίσερ, που στρεφόταν ενάντια στον «χασάπη» Μιλόσεβιτς. Αυτή η αντίθεση κατέληξε και στην αποτυχία της πρώτης προσπάθειάς μας να διαμορφωθεί μια πολιτική πρόταση, ικανή να παρέμβει στο πολιτικό σκηνικό.
Την ίδια εποχή, η αντιπαράθεσή μας προς την ανευθυνότητα θα εκφραστεί και στο Μακεδονικό. Το ότι καταγγείλαμε την υποχωρητική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων, η οποία είχε οδηγήσει στη διαιώνιση του ζητήματος επί δεκαετίες, δεν μας εμπόδισε να αντιταχθούμε και στις δημοκοπίες των εύκολων πατριωτών και να υπερασπιστούμε την πρόταση της «Σλαβομακεδονίας» ως ονομασίας των Σκοπίων. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας λύσης, στις συνθήκες εκείνης της εποχής, θα μας προσέφερε τη δυνατότητα να αναπτύξουμε μια βαλκανική πολιτική που θα έβαζε φραγμό στην τουρκική επιθετικότητα. Αυτό διότι θεωρούσαμε ότι η Ελλάδα δεν είχε την πολυτέλεια πολλαπλών μετώπων και όφειλε να στρέψει τα βέλη της σε μια κατεύθυνση απόκρουσης της τουρκικής επιθετικότητας. Καθόλου τυχαία, ο Αντώνης Σαμαράςυπήρξε εκείνος που εκπροσώπησε αλληλοδιάδοχα τόσο την ενδοτική όσο και τη δημοκοπική γραμμή. Την πρώτη, αποδεχόμενος τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, κάτω από τις πιέσεις των Γερμανών και του Γκένσερ, ως υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, γεγονός που δημιούργησε το ζήτημα των Σκοπίων –διότι έτσι η «Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Μακεδονίας», από κρατίδιο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, μεταβλήθηκε αυτομάτως σε ανεξάρτητο κράτος. Τη δεύτερη, τη δημοκοπική γραμμή, διότι, λίγους μήνες μετά, σαμποτάρισε ο ίδιος τη λύση της Σλαβομακεδονίας. Καθόλου τυχαία, εξάλλου, όλοι εκείνοι που είναι «ανένδοτοι» στο Μακεδονικό, σπανίως είναι εξ ίσου ανένδοτοι έναντι της Τουρκίας, που παραμένει η βασική απειλή κατά της Ελλάδας και της Κύπρου.
Αυτή η πολιτική μας, να βαδίζουμε «ενάντια στο ρεύμα», εκφράστηκε ακόμα στο ζήτημα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 (υπήρξαμε από τους ελάχιστους που αντιτάχθηκαν στη διεξαγωγή τους στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Αθήνα), θεωρώντας, όπως και πράγματι έγινε, ότι αυτοί οι αγώνες θα επέτειναν τον υδροκεφαλισμό και την επικέντρωση όλων των μεγάλων δημοσίων επενδύσεων στην Αθήνα. Με όσα μέσα διαθέταμε, εξάλλου, αντιταχθήκαμε και στην ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, η οποία θα οδηγούσε –και οδήγησε– στην ολοκλήρωση της αποβιομηχάνισης και παρασιτοποίησης της χώρας. Όλα αυτά τα χρόνια, προσπαθήσαμε να έχουμε μια θέση ριζοσπαστική –αποκέντρωση (μεταφορά ακόμα και της πρωτεύουσας έξω από την Αθήνα), παραγωγική ανασυγκρότηση, προώθηση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας κ.λπ.– και ταυτόχρονα απορρίπταμε τη δημοκοπία και την αποδοχή των συρμών της μεταπολίτευσης: Επιμέναμε στην ενίσχυση της άμυνας της χώρας, στην άρνηση του εκπαιδευτικού παρασιτισμού και του λεγόμενου πολιτικού «πέντε» στα πανεπιστήμια (δηλαδή του εύκολου πτυχίου και της διάλυσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας με ψευδο-επαναστατικά προσχήματα). Αντιταχθήκαμε στις φασιστικές πρακτικές των κνιτών αρχικά και των ψευδοαντιεξουσιαστών στη συνέχεια, στα Πανεπιστήμια, που απαγόρευαν κάθε πραγματική ελευθερία έκφρασης σε αυτά.
Κορύφωση αυτής της διττής, αυθεντικά ριζοσπαστικής και ταυτόχρονα υπεύθυνης, στάσης υπήρξε η τοποθέτησή μας, κατά την περίοδο 2010-2014, πάνω στα ζητήματα που ανέδειξε η οικονομική κρίση. Υπήρξαμε σχεδόν οι μόνοι που, ενώ συμμετείχαμε ενεργά στα κινήματα των «αγανακτισμένων», αρνιόμαστε ταυτόχρονα όλες τις ανέξοδες κραυγές περί άμεσης εξόδου από το ευρώ, υπογραμμίζοντας πως η παραγωγική και η γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας θα μας επέτρεπαν να προχωρήσουμε σε τέτοιες κινήσεις μόνο αφού πρώτα θα είχαμε διασφαλίσει την παραγωγικές και αμυντικές μας δυνατότητες, διαφορετικά αυτές θα αποτελούσαν πηγή μεγαλύτερων καταστροφών για τον ίδιο τον λαό.
Δηλαδή, σε μια χώρα κυριολεκτικά δηλητηριασμένη από το πνεύμα της μεταπολίτευσης ¬–που εναργώς εξέφρασε ο ΓΑΠ με το «λεφτά υπάρχουν», το 2009–, όπου το κύριο στοιχείο της «πολιτικής» συνίσταται στις ψευδείς διακηρύξεις, με την ταυτόχρονη λογική της μικρότερης προσπάθειας, επιχειρήσαμε να προτείνουμε, με το ίδιο μας το παράδειγμα, έναν διαφορετικό δρόμο.
Και σήμερα, διανύουμε κυριολεκτικώς την τελευταία καταστροφική φάση της μεταπολίτευσης. Τα μνημονιακά κόμματα, δειλά, μοιραία και άβουλα αντάμα, σέρνονται κυριολεκτικά πίσω από την τρόικα, τους δανειστές, τους Γερμανούς, ανίκανοι να αντιταχθούν στοιχειωδώς στις απαιτήσεις τους. Και πώς άλλωστε θα μπορούσαν να το κάνουν, εκπροσωπώντας μια εξωνημένη ελίτ, και επί πλέον εκβιαζόμενοι από τους ξένους, που τους «κρατάνε» με τις ποίκιλες μίζες.
Η δυνατότητα μιας εναλλακτικής τακτικής
Από την άλλη, τα λεγόμενα αντιμνημονιακά κόμματα και δυνάμεις επιμένουν και αυτά σε μια πολιτική εξαπάτησης, υποσχόμενα λαγούς με πετραχήλια στον ελληνικό λαό, όταν μάλιστα γνωρίζουν ότι μια τέτοια εξαγγελία δεν μπορεί να έχει ζωή όχι μηνών, αλλά ούτε πλέον και εβδομάδων.
Η αντιμνημονιακή –κοινοβουλευτική και μη– αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθεί να επιβάλει μια πολιτική κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του μεταπολιτευτικού μεταμορφισμού. Για να μπορέσει να έρθει στην εξουσία, μια και δεν διαθέτει σημαντική και συνειδητή λαϊκή στήριξη, υποχρεώνεται να συναλλάσσεται με τις μεγάλες δυνάμεις και τους Αμερικανούς, καθώς και με ένα μεγάλο μέρος των εγχώριων συμφερόντων (Αγγελοπούλου, Λάτση, Δασκαλόπουλο), προκειμένου να διασφαλίσει πιθανές συμμαχίες, ενώ επανεντάσσει στο κόμμα όλο το διεφθαρμένο πασοκικό σύστημα. Έτσι αναιρεί κάθε δυνατότητα για ένα διαφορετικό μοντέλο, στηριγμένο στην εγχώρια παραγωγή και στις λαϊκές δυνάμεις, ενώ παράλληλα υπόσχεται μια γενικευμένη αποκατάσταση των αδικιών του μνημονίου, χωρίς να διαθέτει άμεσα τους χρηματικούς πόρους γι’ αυτό. Στην πραγματικότητα, το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι τόσο να χάσει τα στηρίγματα από τα «αριστερά», εξαιτίας των συμβιβασμών του, όσο και να προκαλέσει την αγανάκτηση των λαϊκών στρωμάτων που διαβουκολεί με ψευδείς προσδοκίες.
Μπροστά, λοιπόν, στο πολιτικό αδιέξοδο, προκρίνει και πάλι την πολιτική επιτάχυνση, σπρώχνοντας τη χώρα σε εκλογές, μέσα στις δυσκολότερες συνθήκες, με τον κίνδυνο να χρεωθεί πολύ γρήγορα όλες τις πιθανές καταστρεπτικές συνέπειες της διαπραγμάτευσης με την τρόικα και τα οικονομικά αδιέξοδα των αμέσως επόμενων μηνών.
Και όμως, θα είχε μια μεγάλη δυνατότητα να αναδειχθεί σε ηγεμονική, ριζοσπαστική και ταυτόχρονα υπεύθυνηπολιτική δύναμη. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να επιβάλει την εκλογή Προέδρου από την παρούσα Βουλή, προτείνοντας μια προσωπικότητα σαν τον Μανώλη Γλέζο, που συμβολίζει την ενότητα και το αντιστασιακό ήθος του ελληνισμού και είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένος με το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων, και να μην εμπλακεί άμεσα στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα. Έτσι, και θα διασφάλιζε μια μεγάλη ηθική και πολιτική νίκη, έχοντας επιβάλει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και δεν θα χρεωνόταν τις οικονομικές συνέπειες της αστάθειας και της κρίσης, που διαγράφονται ήδη με την κατάρρευση του Χρηματιστηρίου. Και προφανώς, μερικούς μήνες μετά, στις εκλογές που θα έρχονταν, θα μπορούσε να καταγάγει μια περιφανή νίκη, έχοντας καταδείξει πως μπορεί να είναι ταυτόχρονα ριζοσπαστική και υπεύθυνη. Αντ’ αυτών, ο ΣΥΡΙΖΑ μένει προσκολλημένος στο γνωστό παιχνίδι της μεταπολίτευσης, στις εύκολες φραστικές κορώνες και την επιλογή του κοντόφθαλμου οφέλους, απέναντι σε μια πολιτική που θα ωφελούσε τις λαϊκές τάξεις και την ίδια τη χώρα.
Για ποιο λόγο δείχνει τέτοια βιασύνη, παραγνωρίζοντας το ίδιο το προηγούμενο του 2009, όταν ο ΓΑΠ προκάλεσε πάλι πρόωρες εκλογές με την ευκαιρία των προεδρικών εκλογών, με τις γνωστές καταστρεπτικές συνέπειες για τη χώρα; Μα ακριβώς γιατί είναι ένα κόμμα που αποτελεί και την επιτομή και την κορωνίδα της μεταπολίτευσης. Παχιά και εύκολα λόγια, βόλεμα των ημετέρων, επιδίωξη της εξουσίας με κάθε τίμημα, όλα να «αλλάζουν» αλλά να μην αλλάζει τίποτα επί της ουσίας. Γιατί νιώθουν σαν τους νεόπλουτους που απόκτησαν ξαφνικά ψήφους και επιρροή, γνωρίζοντας πως δεν διαθέτουν πρόγραμμα, όραμα και κουράγιο, ώστε να αλλάξουν πραγματικά τη χώρα και έτσι μένουν αγκιστρωμένοι στη στιγμή και την ευκαιρία. Αφού τώρα δίνεται η ευκαιρία, ας την αρπάξουμε και, όσο για τη χώρα, έχει ο «Θεός της Ελλάδας».
Με ποιον τρόπο θα κλείσει η μεταπολίτευση;
Επειδή όμως ο θεός της Ελλάδας… δεν «έχει» άλλο, αυτή η τυχοδιωκτική πολιτική κινδυνεύει να κλείσει τον κύκλο της μεταπολίτευσης με τους χειρότερους όρους. Διότι, απέναντι σε μια αποτυχημένη αριστερά, θα ενισχυθούν οι τερατογενέσεις της ακροδεξιάς, του νεοφιλελευθερισμού, των Ελλήνων Μπερλουσκόνι, θα επιταθεί η εξάρτηση της Ελλάδας και θα πραγματοποιηθεί, σε όλη τη χώρα, μία βίαιη στροφή προς τις αξίες του συντηρητισμού, της καταστολής, του ραγιαδισμού, χωρίς να αποκλείονται και εθνικές καταστροφές, δεδομένης της αυξημένης κινητικότητας της Τουρκίας στην περιοχή. Το ίδιο δεν συνέβη, άραγε, σε όλες τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά την κατάρρευση των καθεστώτων, για είκοσι χρόνια τουλάχιστον, όταν οι αξίες του νεοφιλελευθερισμού και ατομικισμού έγιναν απόλυτα κυρίαρχες, ενώ πολλές χώρες διαμελίστηκαν ή ακρωτηριάστηκαν;
Προφανώς, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δυνάμεις όπως εμείς, που με συνέπεια όλα αυτά τα χρόνια αντιταχθήκαμε στομεταπολιτευτικό δίπολο ψευδο-επιτρεπτικότητας και παρασιτισμού, θα ενισχυθούν. Και γι’ αυτό πολλοί φίλοι, όπως αναφέραμε στην αρχή, μας καλούν να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν προς το χειρότερο, έτσι ώστε να ολοκληρωθεί ο κύκλος και να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η απαραίτητη κάθαρση. Η λογική αυτή υποστηρίζει: «Ας έρθει ο Σύριζα, ώστε να καταφανούν τα αδιέξοδα και να ανακύψει ακμαιότερη η ανάγκη μιας πατριωτικής αριστεράς». Δυστυχώς, πρόκειται για μικροκομματική και ηροστράτεια λογική. Εμείς δεν επιθυμούμε το τίμημα για την απόδειξη της ακρίβειας των απόψεών μας να είναι η συσσώρευση νέων καταστροφών και δεινών για τον λαό. Μέλημά μας ήταν και παραμένει η ανάδειξη της «αλήθειας» μας με το λιγότερο δυνατό κόστος για τον κόσμο. Ούτως ή άλλως, γνωρίζουμε πως πλέον έχει έλθει η ώρα για ένα Πατριωτικό Εναλλακτικό Κίνημα. Αυτό για το οποίο παλεύουμε εδώ και δεκαετίες με επιμονή, αταλάντευτα. Και προφανώς, επειδή δεν είμαστε τυχάρπαστοι ούτε «νεόπλουτοι», αλλά αντίθετα έχουμε περάσει από δεκαετίες «μοναξιάς», δεν έχουμε το άγχος των νεόπλουτων.
Γι’ αυτό και παλεύουμε ώστε το πέρασμα στη νέα εποχή να πραγματοποιηθεί με το μικρότερο δυνατό κόστος για τον λαό και τον ελληνισμό, στην Ελλάδα και την Κύπρο. Δεν έχουμε άγχος για κάποιους μήνες, περισσότερους ή λιγότερους – διότι περί αυτού πρόκειται.
Στην Ελλάδα, η μεταπολίτευση τελείωσε και δεν πρόκειται να την αναστήσουν εκείνοι που ζητούν μια «νέα μεταπολίτευση». Είναι καιρός για μια νέα εποχή, για ένα νέο όραμα. Και εμείς που διασχίσαμε την έρημο της μεταπολίτευσης –προφανώς όχι αλώβητοι, αλλά οπωσδήποτε σοφότεροι– είμαστε εδώ για να συμβάλουμε στη διατύπωση και την εφαρμογή του. Τώρα, άμεσα, διότι ο καιρός γαρ εγγύς…

Οι βλαβερές συνέπειες των πρόωρων εκλογών



του Τάσου Τέλλογλου από το protagon

Οι προηγούμενες εκλογές του 2012 κόστισαν 25 δισ. στη χώρα - από εκείνα που δεν είχε. Πόσο θα στοιχίσει η ιδέα του ΣΥΡΙΖΑ να συνδέσει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με εκλογές; Άγνωστο. Θα έπρεπε να έχει μάθει από τους Γιώργο Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, το 2009, όταν πήγαν κατευθείαν στα «βράχια» επειδή δεν ηθελαν να συνενοηθούν τότε με τον Καραμανλή και τη Ν.Δ. Ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλοι στην Ευρώπη μιλούν για μια άλλη πολιτική αλλά ποια μπορεί να είναι αυτή σε μία ηπειρο που δεν έχει αρκετούς εργαζόμενους πλέον επειδή γερνάει, σε μία ηπειρο που με το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ δαπανά πάνω από το 50% των κοινωνικών πόρων, σε μία Ευρώπη με ακριβό νόμισμα, ακριβή ενέργεια, μειωμένο προϋπολογισμό έρευνας και επιχειρήσεις (δεν μιλάω για τις ελληνικές) που το βάζουν στα πόδια από αυτήν;

Όμως οι κύριοι του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν συγκρούονται για αυτά. Η χώρα σέρνεται έρμαιο σε μια πολιτική σύγκρουση που, στην καλύτερη περίπτωση, θα οδηγήσει σε όσα έγιναν το 2009 με τον Γιώργο Παπανδρέου. Εδώ ο Σαμαράς έχει δίκιο: Δεν χρειάζεται να κινδυνολογήσει ο ίδιος για να φτάσει το επιτόκιο του 3τούς ομολόγου στο 9%. Όμως έχει άδικο όταν μέμφεται για όσα δεν έγιναν το τελευταίο εξάμηνο αποκλειστικά τους ξένους, που θεωρεί ότι τον άδειασαν και αδιαφορούν για την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Η κυβέρνησή του έκανε πολλά, αλλά λιγότερα από εκείνα που μπορούσε και έπρεπε να κάνει, η Ελλάδα βελτίωσε την ανταγωνιστικότητά της αλλά στο βασικό της πρόβλημα τη λειτουργία και την ποιότητα των θεσμών που οδήγησαν στην οικονομική κρίση, έκανε ελάχιστα βήματα μπροστά.

Η κυβέρνηση έχει δίκιο όταν λέει ότι η ασθενική ανάκαμψη μπορεί να καταστραφεί από μία παρατεταμένη προεκλογική περίοδο με τρεις γύρους εκλογών για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και δύο διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις που σκέφτονται κάποιοι στη Συγγρού και την Κουμουνδούρου... Τον Μάρτιο η χώρα πρέπει να πληρώσει ομόλογα από χρήματα που δεν έχει. Στις 28 Φεβρουαρίου λήγει η δίμηνη παράταση του προγράμματος. Έτσι όπως τσακώνονται αυτοί, αν δεν εκλέξουν Πρόεδρο στο τέλος της ενδοξης αυτής διαδικασίας, η χώρα θα έχει γίνει περίγελως, κανείς δεν θα θέλει να τη βοηθήσει -γιατί αλλωστε;- και το χειρότερο από όλα θα την πληρώσουν οι κοινωνικά πιο αδύνατοι, ενώ οι τελευταίες οικονομίες της μεσαίας τάξης θα «καίγονται».
Τα δύο μεγάλα μπλοκ του πολιτικού φάσματος, η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να συνενοηθούν για έναν οδικό χάρτη που -όποιος και αν κερδίσει- θα διασφαλίζει ότι θα πάμε με ασφάλεια στον Μάρτιο.



Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Μια ματιά στην γειτονιά μας-Μέση Ανατολή 1


του Παναγή Καλαντζή 

Τρεις είναι οι βασικές και δραματικές μεταβολές στην περιοχή της Μέσης & Εγγύς Ανατολής.
  1. Η ανατροπή της στρατηγικής ισορροπίας στην περιοχή εξ αιτίας της τραγικά άφρονας και ανιστόρητης πολιτικής της Δύσης και ιδιαίτερα των Η.Π.Α. επί δυναστείας Bush. Αυτό έγινε με την καταστροφή ή υπονόμευση των πυλώνων σταθερότητας που αντιπροσώπευαν τα τυραννικά, ωστόσο, ισχυρά και σταθερά καθεστώτα της περιοχής (S.Houssein, M.Gaddafi, B.al Assad) με αποτέλεσμα η απόλυτη αστάθεια και η πλήρης ρευστότητα να χαρακτηρίζουν την περιοχή με όσους κινδύνους αυτό συνεπάγεται.
  2. Οι ίδιες οι επεμβάσεις της Δύσης, η προηγούμενη πολιτική της αλλά και οι κατοπινές επιλογές της (π.χ. το άθλιο καθεστώς Al Maliki στο Iraq & η κάκιστη διαχείριση της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης) συνετέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στην έξαρση της βίας και στην αναζωπύρωση του καταπιεσμένου σουνιτικού ακραίου θρησκευτικού φανατισμού. Όσο και αν εκπλήσσει η ταχύτατη και απειλητική εξάπλωση του I.S., εν τούτοις το φαινόμενο αυτό έχει ρίζες βαθιές, παρουσιάζει σταδιακή και βαθμιαία εξέλιξη (βλέπε π.χ. Al Qaeda) και σήμερα αποτελεί κορυφαία και εξαιρετικά επικίνδυνη απειλή για την Δύση, τα συμφέροντα και τον πολιτισμό της.
  3. Ο συμμαχικός άξονας Τουρκίας-Ισραήλ αποτελεί παρελθόν. Η σουνιτική Τουρκία, μετά την καταβαράθρωση των ευρωπαϊκών προοπτικών της και σε πλήρη αντίθεση με τις βασικές παραμέτρους του λεγόμενου δόγματος Νταβούτογλου, λειτουργεί πλέον σαν περιφερειακή, ισλαμική δύναμη με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στις Οθωμανικές, αυτοκρατορικές της καταβολές. Εξ αυτού και η προσπάθεια προσεταιρισμού του Αραβικού κόσμου, η διάρρηξη των σχέσεων με το Ισραήλ και η διακριτική έως σιωπηρή, πλην όμως ουσιαστική, υποβοήθηση του I.S. αλλά και η αντίθεση της με το σιιτικό καθεστώς Assad.
Επιπλέον των παραπάνω και ειδικά όσον αφορά στις προκλήσεις που υφίστανται για την ελληνική εξωτερική πολιτική, σημειώνονται τα εξής:
  1. Μία βασική παράμετρος η οποία μπορεί να συμβάλλει θετικά στην αντιμετώπιση του ισλαμικού κινδύνου είναι, επιτέλους, η αναγνώριση του ισότιμου, κυρίαρχου και ανεξάρτητου Παλαιστινιακού Κράτους. Δεν είναι απλώς μία πράξη αρχών. Είναι και μία στρατηγική επιλογή που αποκαθιστά την έννοια και την ουσία του δικαίου σε ένα θέμα που αποτελεί σημείο τριβής, εστία ταραχών και αιτία πολέμων επί μακρόν. Το γεγονός της αναθέρμανσης του αιτήματος αυτού και των σχετικών πρωτοβουλιών σημαντικών και σοβαρών κρατών όπως η Σουηδία, η Γαλλία και η Ισπανία αποδεικνύει την σπουδαιότητα και την σημασία του θέματος στα παγκόσμια πράγματα. Βεβαίως, το Ισραήλ καθόλου ευτυχές δεν θα είναι από μία τέτοια εξέλιξη. Ενώ θα έπρεπε. Διότι η ολότελα μυωπική και ακραία πολιτική της κυβέρνησης Netaniahu, η οποία βαθμηδόν διολισθαίνει σε ακόμα πιο επικίνδυνα μονοπάτια ρήξης, σπέρνει ανέμους και, αν δεν ανακοπεί, με τον έναν ή άλλο τρόπο, είναι βέβαιον πως θα θερίσει θύελλες. Θύελλες που, δυστυχώς, δεν θα περιοριστούν αποκλειστικά στην Ισραηλινή επικράτεια.
Ένα ακόμα παράδειγμα της ολέθριας πολιτικής Netaniahu & του lobby που τον στηρίζει: Ένας από τους πιο ισχυρούς παράγοντες που μπορούν να αναχαιτίσουν το I.S. και να συμβάλλουν σε μία άλλη, ισόρροπη τάξη πραγμάτων στην περιοχή είναι το σημερινό, υπό μεταρρυθμιστική ηγεσία, Iran. Είναι βέβαιον λοιπόν πως, γεωπολιτικά, επιβάλλεται ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων της Δύσης μαζί του πράγμα που διέρχεται από την ευτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας αυτής. Παρά ταύτα, το Ισραήλ μάχεται σφοδρά την προοπτική αυτή, υπονομεύοντας κατάφορα την προσέγγιση με την μεταρρυθμιστική ηγεσία της χώρας αυτής.
  1. Η σοβαρή πιθανότητα ύπαρξης πλούσιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Κυπριακή Α.Ο.Ζ., προσφέρει την δυνατότητα δημιουργίας μίας ουσιαστικής ‘τριγωνικής συμμαχίας’ μας (Ελλάδας & Κύπρου) με τους άλλους δύο γειτονικούς συνεταίρους. Την Αίγυπτο & το Ισραήλ. Η προοπτική αυτή, σε αντιδιαστολή, με την διάλυση της στρατηγικής σχέσης Τουρκίας-Ισραήλ που προαναφέραμε, προσφέρει στην Ελλάδα σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα και δυνατότητες. Για παράδειγμα:
α. Η εμβάθυνση και ανάπτυξη της οικονομικής, προς το παρόν, αυτής συμμαχίας που θα βασίζεται σε αμοιβαία, καλώς εννοούμενα, συμφέροντα μπορεί, κατ’ επέκταση, να οδηγήσει σε ευρύτερες, πολιτικής φύσης, συμμαχίες επωφελείς για την χώρα μας.
β. Αυτή η οικονομική συνεργασία, προσφέρει στην Ελλάδα μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για ανάληψη σημαντικών πολιτικών πρωτοβουλιών που θα συμβάλλουν, στο μέτρο του εφικτού, στην περαιτέρω βελτίωση των σχέσεων του Ισραήλ με την Αίγυπτο αλλά και στην δημιουργία των βάσεων κατανόησης και σχέσεων καλής γειτονίας του με τα άλλα αραβικά κράτη της περιοχής.
γ. Η ύπαρξη και εμβάθυνση, όπως προαναφέραμε, αυτής της στρατηγικής συμφωνίας θα συμβάλλει στην απορρόφηση των κραδασμών που θα υπάρξουν αναπόφευκτα από την αναγνώριση του Παλαιστινιακού Κράτους στην οποία η Ελλάδα, όχι ως τελευταίος τροχός αλλά, αντίθετα, εκ των πρωτοπόρων, θα πρέπει σύντομα να προβεί.

Είναι σαφές πως, πέραν των εξαιρετικά αρνητικών στοιχείων που χαρακτηρίζoυν την εξωτερική πολιτική της κυβέρνηση B.Nrtaniahu, το Ισραήλ αποτελεί μία όαση αστικής δημοκρατίας όπως και παράγοντα φερεγγυότητας και αξιοπιστίας σε μία περιοχή που δεν φημίζεται για τα τρία παραπάνω στοιχεία. Και βεβαίως, υπάρχουν βαθιά, επί γενεές, εκατέρωθεν ριζωμένες προκαταλήψεις και αντιλήψεις που όμως το κοινό συμφέρον επιβάλλει να ξεπεραστούν. Και προϋπόθεση να ξεπεραστούν είναι να υπάρξει Παλαιστινιακό Κράτος με την αντίστοιχη ενίσχυση του πολιτικού Ισλάμ που μία τέτοια πράξη σημαίνει. Διότι αν δεν υπάρξει ισχυρό πολιτικό Ισλάμ, τότε θα υπάρξει ακόμα ισχυρότερο θρησκευτικό Ισλάμ. Και αυτό δεν είναι άλλο απ’ τους κτηνώδεις σφαγείς του I.S.

Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε σημαντικές προκλήσεις. Αν ανταποκριθεί σωστά, ακόμα και τώρα, παρά την δεινή θέση στην οποία βρίσκεται, μπορεί να βρεθεί σύντομα στην θέση σημαντικού και έγκυρου εξισορροπητικού παράγοντα της περιοχής. Για να γίνει αυτό απαιτούνται λεπτοί και επιδέξιοι χειρισμοί που η πολιτική και διπλωματική ηγεσίας της χώρας πρέπει να κάνουν. Είναι σε θέση;

Π.Καλαντζής
Κηφισιά, 07-12-14


Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Τσουλάμε προς τα κάτω δίχως όραμα




του Αχιλλέα Γραβάνη

Με διαρκείς εκβιασμούς, με επιθανάτια διλήμματα: πώς άραγε θέλεις να πεθάνεις; Με μαχαίρι σιγά σιγά ή με πιστόλι ακαριαία ή σχεδόν ακαριαία. Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση δίχως όραμα για το μέλλον της χώρας: η μεν με τον συνήθη μικρο-διαχειριστικό της τρόπο η δε δίχως τρόπο, με σοφιστείες του παρελθόντος και ατεκμηρίωτες φαντασιώσεις. Κανείς δεν συζητά για την επόμενη μέρα, τι άλλωστε να πεις σε συνθήκες επιθανάτειου ρόγχου. Όποιος προσπαθεί να ψελίσει κάτι διαφορετικό οι μεν τον κατηγορούν για επικίνδυνο υποστηρικτή της ανερμάτιστης φαντασίωσης οι δε ως υποστηρικτή διαιώνισης της αποδεδειγμένα προβληματικής πρακτικής. Τρία χρόνια τώρα η Κυβέρνηση τσουλάει τη χώρα με παλινωδίες, με πολιτικάντικη ανατριχίλα για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Εταίροι και σύμμαχοι μας έχουν σχεδόν σιχαθεί. Τους αποδίδουμε την επιβολή όλων των από χρόνια αναγκαίων διορθώσεων σε κράτος και οικονομία. Τους έχουμε φτάσει στα όρια τους, να συζητούν ότι πλέον έχουν χάσει τα χρήματα τους και πρέπει να αποχωρήσουν, περιορίζοντας τη ζημιά τους, η Ελλάδα δεν σώζεται. Ποια Ελλάδα, αυτή των μπαταχτζίδων;

Ακόμη και τώρα, σε ένα τόσο κρίσιμο και κορυφαίο για τη Δημοκρατία θέμα όπως αυτό της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση λειτουργεί με τον γνωστό της τρόπο. Ο κ. Δήμας είναι καθόλα άξιος άνθρωπος και πρέπει να υποστηριχθεί με όλες τις έλλογες δυνάμεις μας. Όμως, δεν παύει να είναι ένας κομματικός υποψήφιος από μια παράταξη που έχει καθοριστικές ευθύνες για την χρεοκοπία της χώρας, διαχρονικά. Πόσο πιο διεισδυτική και λυτρωτική θα ήταν μια υποψηφιότητα μη κομματική; Πόσο πιο αποτελεσματικά θα έφτανε στους πολίτες το μήνυμα ότι το πολιτικό σύστημα έχει αντιληφθεί τις απίστευτες αλλαγές στο κοινωνικό σώμα, που συντελέστηκαν επ’ ευθύνη του; Η χώρα διαθέτει σεβαστές από την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών και των πολιτικών μας, μη κομματικές προσωπικότητες: Νίκος Αλιβιζάτος, Ελένη Γλύκαντζη-Αρβελέρ, Νίκος Μουζέλης, Γιώργος Παγουλάτος, Νικηφόρος Διαμαντούρος, Σταμάτης Κριμιζής, μερικές μόνο από αυτές. Προσωπικότητες με διεθνή ακτινοβολία. Η επιλογή μιας τέτοιας υποψηφιότητας θα έστελνε ισχυρό μήνυμα στον πολιτικό κόσμο και στους πολίτες ότι κάτι αλλάζει στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Θα διευκόλυνε τους αγωνιούντες Βουλευτές στην δικαιολόγηση της υπερκομματικής επιλογής τους, προς όφελος της χώρας. Θα εξέθετε την Αντιπολίτευση στην κομματικά τυφλή, προσβλητική απόφαση καταψήφισης: μέσα της δεν λειτουργούν μόνο ανερμάτιστοι, ανισόρροποι, συντεχνιαζόμενοι λαϊκιστές αλλά και ασφυκτιούντες, πολιτικά υπεύθυνοι ορθολογιστές. 

Η παρουσία μιας εξαιρετικής, υπερκομματικής υποψηφιότητας σε εξαιρετικές (extraordinary) πολιτικές, οικονομικές κοινωνικές συνθήκες για την χώρα ίσως έκανε την διαφορά στην συνείδηση των Βουλευτών. Ίσως δεν είναι ακόμη αργά για μια τέτοια επιλογή, ένθεν κ’ εκείθεν…