αυτοοργάνωση, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Στην Αθήνα Ψηφίζουμε Καμίνη.

Ψηφίζουμε Καμίνη. Σταυρώνουμε: Μυρσίνη Λιοναράκη, Πόπη Διαμαντάκου και Κωστή Κοντογιάννη.

Στο διαμέρισμα τις φίλες μου Δάφνη Γαβρίλη και τη Μελίτα Γκουρτσογιάννη

April in Love

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο

Μια ακόμα συντεχνία του δημοσίου, οι σιδηροδρομικοί, που έζησαν καλά, πολύ καλά τα προηγούμενα χρόνια, αφού ο ΟΣΕ και τα συναφή τους ανήκαν, απεργούν μέσα στις γιορτές για να εκδικηθούν τους πολίτες και να χτυπήσουν τον εσωτερικό τουρισμό. Γιατί θέλουν προσλήψεις προκειμένου να εργάζονται λιγότερο και αντιδρούν στις ιδιωτικοποιήσεις που τους χαλάνε τη σούπα. Απλά χαιρετούν κι αυτοί την Αλεξάνδρεια που χάνουν. Μ΄ένα ταρατατζούμ. Το αντέχουμε.

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Take Five (18-4-2014)



Όποιος δε γύρεψε σωσμό, παρακαλά, «Παρατέντωσέ με κι ας σπάσω».

1.  Θα ψηφίσω ΠΟΤΑΜΙ. Θα το κάνουν και οι περισσότεροι φίλοι μου. Ακόμα και αυτοί που ανήκουν σε άλλα κόμματα. Γιατί; Γιατί χωρίς κανένα λόγο, να κλείσω μάτι αυτή τη νύχτα δεν μπορώ. Γιατί τέτοια μεταμοντέρνα πολιτικά σχήματα χωρίς επεξεργασμένες θέσεις και χωρίς ανεπάγγελτους πολιτικούς καριέρας εκφράζουν με έμπρακτο τρόπο την απέχθεια των πολιτών απέναντι στην κοινωνία των κομμάτων και των κολλητών. Και πρέπει αυτή η απέχθεια κάποτε να εκφραστεί με θετικό τρόπο. Γιατί είναι πράγματι απολιτίκ, αν με τον όρο πολιτική εννοούμε π.χ το λόγο της ΔΗΜΑΡ ή του ΠΑΣΟΚ. Γιατί οι μετανεωτερικές κοινωνίες χρειάζονται σχήματα  που επικοινωνούν με την αντιγραφειοκρατική, αντισυμβατική κουλτούρα της νέας γενιάς και την κρατούν μακριά από τα άκρα της βαρβαρότητας. Γιατί κάπως έτσι φαντάστηκα το «Colpo 58» και θεωρώ ότι το ΠΟΤΑΜΙ είναι η συνέχειά του. Γιατί με όχημα το ΠΟΤΑΜΙ μπορούμε να αλλάξουμε το βιβλίο των «φίλων της ελευθερίας και του ορθολογισμού» και να συμβάλλουμε στη διακυβέρνηση της πατρίδας. Γιατί έχουν σκυλιάσει οι κομματοκράτορες με το έντομο που τόλμησε να πέσει μέσα στη χλιαρή σούπα τους.  Και γουστάρω απέραντα.


2.  Ο  καθηγητής του Πάντειου Δημήτρης Χριστόπουλος, υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ΣΥΡΙΖΑ είναι σοβαρός άνθρωπος. Στη συνέντευξη που δίνει στο Χριστόφορο Κάσδαγλη μεταξύ άλλων λέει:  «Θέλω να διακρίνω την ευρωπαϊκή σκέψη που είναι υπέρ της πολιτικής οικοδόμησης της Ευρώπης, ρεύμα στο οποίο ανήκω, από έναν ευρωπαϊκό επαρχιωτισμό, μια ευρωλαγνεία που κυριάρχησε στην Ελλάδα τα 20 τελευταία χρόνια. Αυτή υπαγορεύει «Ευρώπη να ’ναι κι ό,τι να ’ναι». Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι... Τίποτε δεν είναι θέσφατο. Λέω πως είμαι με την Ευρώπη, και για το λόγο αυτό είμαι εναντίον αυτής της Ευρώπης».  Την άποψη αυτή την έχουμε ξανακούσει. « Όχι στην Ευρώπη των μονοπωλίων ναι στην Ευρώπη των λαών». Είναι ο αστερίσκος που έβαζε ένα μέρος της Αριστεράς, η λεγόμενη και ανανεωτική, στις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρώπη. Γιατί οι Έλληνες έβλεπαν την Ευρώπη ως μήτρα πακέτων προς κατανάλωση, ως δανεικά και αγύριστα και όχι ως κοινό σπίτι που όλοι έχουν δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις. 200 δις έσπρωξε αυτή η Ευρώπη των μονοπωλίων για τη σωτηρία της χώρας μας αλλά εμείς ακόμα βλέπουμε νεοφιλελεύθερες πολιτικές και κακούς Γερμανούς. Επειδή δεν μας χαρίζουν λεφτά για να επιστρέψουμε στις συνήθειές μας. Είναι έκδηλη η απέχθεια της Αριστεράς μας προς τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Και δεν είναι πολιτική η αιτία. Είναι βαθιά πολιτιστική. Η συμπόρευση  απαιτεί περιορισμούς που δεν ανέχεται ο λαϊκισμός της. Απαιτεί δουλειά, οργάνωση, τεχνογνωσία, έρευνα, μέτρηση, κουμάντο, αξιολόγηση. Απαιτεί «καταπίεση». Και η δική μας Αριστερά βρίσκεται ακόμα σε εφηβική ηλικία. Θέλει να καμώνεται το κοκοράκι με τα λεφτά του μπαμπά. Ποτέ δεν αρνήθηκε τα ευρωπαϊκά εμβάσματα. Ούτε γκρίνιαξε για την «επένδυσή» τους σε καταναλωτικά προϊόντα και όχι σε παραγωγικές δομές. Το αντίθετο. Ούτε και τώρα θέλει να μπει σε περιπέτειες με μια έξοδο. Αλλά κάνει ότι μπορεί για να σπείρει τον ευρωσκεπτικισμό νομίζοντας ότι έτσι δείχνει επαναστατική. Στρώνει απλά το χαλί στον εθνικισμό τον οποίο και ερωτεύεται. Ανώριμη να κυβερνήσει μια ευρωπαϊκή χώρα, ανίκανη να καταλάβει ότι ο κόσμος αλλάζει. Γιατί βλέπεις, αυτοί που τη διαφεντεύουν δεν βγήκαν ποτέ στο φως, δεν δοκιμάστηκαν στην βιοπάλη. Η πρόσφατη έξοδος στις αγορές προϋποθέτει και την αδυναμία της να καθορίσει την πολιτική ατζέντα του αύριο. Όσο ο διχαστικός της λόγος θα ακυρώνεται στην πράξη, τόσο η Ελλάδα θα έρχεται κοντύτερα στην Ευρώπη που έχει χίλια δυο προβλήματα. Αλλά και ποιο σπίτι δεν έχει;  
 
3. Ο Δήμος της Αθήνας έχει δημοτικούς παιδικούς σταθμούς. Στην προ Καμίνη εποχή κάθε παιδί κόστιζε στο Δήμο, 10.000 euro. O Καμίνης κατέβασε το κόστος στα 4500. Όσο δηλαδή κοστίζει και ένα πολύ καλός ιδιωτικός. Και μετά μιλάμε για δημόσια εκπαίδευση. Δηλαδή, για μια άθλια σπατάλη δημόσιων πόρων όχι βέβαια προς όφελος των πολιτών και των παιδιών τους. Αλλά προς όφελος πολλών άλλων που έχουν μάθει να αρμέγουν το δημόσιο χρήμα, στο όνομα της δημοκρατίας και του κράτους πρόνοιας. Γι αυτό δεξιοί και αριστεροί δεν γουστάρουν ούτε τον Καμίνη ούτε τον Μπουτάρη. Γιατί μέτρησαν και μάζεψαν, γιατί πολιτεύτηκαν με δικαιοσύνη, γιατί έκοψαν το παντεσπάνι των πονηρών. Υποψηφιότητες όπως αυτές αλλά και της καλής μου φίλης Νιόβης Παυλίδου στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας είναι μια όαση στην απίθανη εμποροπανήγυρη αυτών των εκλογών. Υπερκομματικές υποψηφιότητες  που θέλουν βοηθήσουν τον πολίτη, να κάνουν την καθημερινότητά του ανθρώπινη, να αξιοποιήσουν πόρους προς όφελος όλων και όχι των πελατών τους. Οι φίλοι αυτοί πραγματώνουν με τον καλύτερο τρόπο το αίτημα της υγιούς κεντροαριστεράς. Αίτημα αριστερό και φιλελεύθερο. Η επιτυχία τους είναι υπόθεση όλων των πολιτών της κοινής λογικής που θέλουν τους δήμους  παραγωγούς και δίκαιους διανεμητές δημόσιου πλούτου. Πολύ καλά έκανε το ΠΟΤΑΜΙ που δεν στήριξε κανένα υποψήφιο. Οι άξιοι δεν έχουν ανάγκη καμιάς κομματικής στήριξης. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον τόπο αυτό να τους στηρίξουν. Και θα το κάνουν. Το βράδυ εκείνης της Κυριακής θα πανηγυρίσουμε μαζί  τη νίκη τους.

4. Οι άνθρωποι ξεχωρίζουν από το βλέμμα και από το ψέμα. Όχι αυτό που λένε, αλλά αυτό που αντέχουν να ακούνε. Πόσα ψέματα καταναλώνουμε υπεύθυνα κατά τη διάρκεια της ζωής μας; Γεννιέται η μπέμπα. «Κουκλι, κουκλί, πόσο σου μοιάζει». Δε σου μοιάζει είναι του γείτονα. Το ξέρεις, μα πιστεύεις το ψέμα. Το άλλο, η αλήθεια, θα ανατρέψει όλα όσα πίστευες ως τώρα για τον εαυτό και τις επιλογές σου. Τι έχει μεγαλύτερο κόστος; Να πιστέψεις το ψέμα που σου επιβεβαιώνει την ορθότητα της ζωής σου ή να αφεθείς στην αλήθεια και να κατακρημνιστείς; Η οικογένεια ομοιάζει στην εκκλησία. Υπάρχει για να μαζευόμαστε και να επιβεβαιώνουμε ο ένας στον άλλο «Τι καλά που…». Ποιος αντέχει τώρα μοναξιές και ελευθερίες; Για τέτοια είμαστε; Η Δαμόκλειος Σπάθη του Φόβου καραδοκεί. Προσέρχονται οι πιστοί στην εκκλησία, όπως παλιά, οι άντρες στη γαμήλια κλίνη. Θαμπωμένοι. Με όσα φοβούνται και δεν κατανοούν, αλλά χάρη στην πρόνοια της αγαπημένης τους ποτέ δε θα ανακαλύψουν. Το βλέμμα χαμηλώνει και το ψέμα ακολουθεί. Ο θάνατος είναι φοβερός, αλλά υπάρχει Ανάσταση. Το συγχωνευτικό μαζί είναι αφανιστικό, αλλά θα μας οδηγήσει κάπου καλύτερα. Θα έρθουν παιδιά. Και έτσι, θαμπωμένοι στο φως των κεριών περιμένουν οι πιστοί… Τι; Καρτερικά, τη ζωή να περάσει. Έχει κόστος αυτή η επιλογή. Τη ζωή την ίδια. Μίσευε και μη ερεύνα.

5. Το θαύμα της Ανάστασης είναι για τους πιστούς. Οι άλλοι, αυτοί που δε διεκδικούν σωσμό, χαίρονται την υπέροχη εκκλησιαστική μουσική, ρουφάνε τις πασχαλιές, τις κουτσουπιές και τις γλυτσίνιες με μάτια και μύτη, θυμούνται τους νεκρούς τους και τιμούν το σώμα τους το ζωντανό. Συνυπάρχουν με τους Άλλους. Ξέρουν καλά πως όλα τελειώνουν. Πως Ανάσταση δεν υπάρχει. Ανάσταση είναι για αυτούς, να αλλάξει ο μισάνθρωπος γείτονας. Όλα παίζονται εδώ. Προσπαθούν να κερδίσουν κάθε λεπτό που τους χαρίστηκε σε αυτόν τον κόσμο κι ας ξέρουν πως ούτε αυτό θα κατορθώσουν. Είναι μοιραίο να χάνει ο άνθρωπος. Την ουσία, τον χρόνο, τη ζωή την ίδια.. Διεκδικούν για τον εαυτό τους την ελευθερία. Ζουν στη σιωπή και σκέφτονται όταν οι άλλοι κοιμούνται. Στις ώρες της κοινής ησυχίας το μυαλό τους τραγουδά. Η σκέψη τους προστατεύει από τη δράση. Η σκέψη τους δίνει δεύτερη ζωή. Λένε ψέματα. Λένε αλήθειες. Τους αρέσει η μοναξιά. Λαχταράνε συνοδοιπόρους και όχι οδηγούς. Δεν αρνούνται τον φόβο, ζουν μαζί του. Γι’ αυτό δεν καταναλώνουν ψέματα, μόνο λένε.  Και είναι αυτό που τους γλιτώνει από τις ερωτήσεις. Γιατί από τη μοναξιά τους δε γυρεύουν να γλιτώσουν. Προσεύχονται στο Μηδέν και στο Άπειρο και ζουν στο Τώρα. «Τριών λογιών είναι οι ψυχές, τριών λογιών και οι προσευχές». Όποιος δε γύρεψε σωσμό, παρακαλά, «Παρατέντωσέ με κι ας σπάσω».  


by me and I

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Η Θεούσα



του Σταύρου Τσακυράκη

Η διαβόητη στιχομυθία Μπαλτάκου-Κασιδιάρη σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Κανείς, όμως, μέχρι τώρα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο ο τέως γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου αναφέρθηκε στη θρησκευτική πίστη της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κ. Ευτ. Κοτζαμάνη. Κάτω από εννέα εικονίσματα στο τοίχο του, ο κ. Τ. Μπαλτάκος έκανε ειρωνικά (και μάλιστα κάπως κακότεχνα) το σταυρό του όχι τόσο για να αποκαλύψει την πίστη της Εισαγγελέως αλλά για να εξηγήσει, υποτίθεται, τη στάση της στη δίωξη της Χρυσής Αυγής. Στη συνέχεια έσπευσε να συμφωνήσει με τον χαρακτηρισμό «θεούσα» που της απέδωσε ο κ. Η. Κασιδιάρης.

Καθένας δικαιούται να ασκεί κριτική στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για το έργο της υπό τον θεσμικό της ρόλο. Για παράδειγμα, θεωρώ ότι η δημόσια τοποθέτησή της για την άσκηση αναίρεσης στην υπόθεση του χρηματιστηρίου, πριν καν δημοσιευθεί η δικαστική απόφαση, ήταν απαράδεκτη. Η επίκληση, όμως, των θρησκευτικών της πεποιθήσεων, η οποία υποτίθεται ότι από μόνη της εξηγεί την επίμεμπτη στάση της στη δίωξη της Χρυσής Αυγής, δεν είναι κριτική αλλά βαριά προσβολή όχι μόνον του προσώπου της Εισαγγελέως αλλά και όλων των πιστών. Και τούτο διότι εκλαμβάνει ως δεδομένο τον εξοργιστικό ισχυρισμό ότι η πίστη της άνευ ετέρου δείχνει «μεροληψία».

Απορώ γιατί άνθρωποι σαν τον Μπαλτάκο και τον Κασιδιάρη δεν προκαλούν τη μήνι της εκκλησίας και των πιστών. Γιατί θεωρούνται υποστηρικτές της εκκλησίας όσοι δεν διστάζουν να προσβάλουν με τόσο βάναυσο τρόπο τη θρησκευτική πίστη; Αντίθετα, αντίπαλοι της εκκλησίας θεωρούνται όσοι, όπως το Ποτάμι, υποστηρίζουν το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους.

Καταλαβαίνω τη δυσπιστία των πιστών αλλά δεν είναι δικαιολογημένη και το παράδειγμα της Αμερικής είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό. Οι πατέρες της Αμερικανικής Δημοκρατίας, βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι, αποφάσισαν το διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας κρίνοντας ότι με τον τρόπο αυτό εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα τόσο του κράτους όσο και των θρησκευτικών κοινοτήτων. Από τη μία μεριά, το κράτος αποφεύγει τη διακριτική μεταχείριση ή έστω την υποψία διάκρισης υπέρ ή κατά ορισμένων πολιτών. Από την άλλη μεριά, η εκκλησία αφήνεται απερίσπαστη στο πνευματικό της έργο και δεν περιέρχεται σε μία κατάσταση πνευματικού εφησυχασμού που δημιουργείται από τη διασύνδεσή της με το επίσημο κράτος.

Η θέση για σαφή διαχωρισμό κάθε άλλο παρά σημαίνει έλλειψη σεβασμού προς το θρησκευτικό συναίσθημα των πολιτών και το ρόλο των θρησκευτικών κοινοτήτων σε μια κοινωνία.. Ο σεβασμός απορρέει από μια βαθιά φιλοσοφική θέση που απαιτεί από το κράτος να σέβεται όχι μόνο τη πίστη των πολιτών προς μια θρησκεία αλλά και κάθε πνευματική τους επιλογή που είναι πολύτιμη για τη διαμόρφωση της ζωής τους.




Διαδήλωση, η μόνη πολιτική πράξη που ξέρουν, εκλογές, η μόνη πολιτική πρόταση που διαθέτουν.

Ψωνίστε καφρίλα όχι σώβρακα

του Φώτη Γεωργελέ από την Athens Voice
Tην άνοιξη του 2010 η χώρα μας ζήτησε από την αγορά 1 δις. Παρ’ όλο που από το 2008 τα επιτόκια συνεχώς ανέβαιναν σε ύψη που έκαναν το δανεισμό ασύμφορο, η έκδοση του ομολόγου απέτυχε. Ακόμα και με αυτά τα υψηλά επιτόκια δεν βρέθηκε κανείς να μας δανείσει, συγκεντρώθηκαν περίπου 300 εκατομμύρια. Η Ελλάδα ήταν στα πρόθυρα της στάσης πληρωμών. Το ελληνικό κράτος χρειαζόταν 25 δις το χρόνο δανεικά, μόνο για να καλύψει τα έξοδά του, κατανάλωνε δηλαδή 25 δις περισσότερα από τα έσοδά του. Τα οποία δεν μπορούσε πια να δανειστεί. Κατέφυγε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία με ένα γιγαντιαίο πακέτο διάσωσης συνέχισε να μας δανείζει μέχρι τη μέρα που τα ετήσια ελλείμματα θα μηδενίζονταν. Την άνοιξη του 2014 η Ελλάδα ζήτησε από τις αγορές 3 δις με επιτόκιο χαμηλότερο κι από την εποχή πριν την κρίση. Προσφέρθηκαν παραπάνω από 20 δις. Η Ελλάδα επέστρεψε στις κανονικές συνθήκες.
Ο κίνδυνος της πτώχευσης απομακρύνθηκε. Η χώρα το πέτυχε αυτό γιατί μέσα σε 4 χρόνια, από 25 δις έλλειμμα κατάφερε να φτάσει σε πρωτογενές πλεόνασμα. Το πέτυχε με τον πιο δύσκολο, τον πιο οδυνηρό και τον πιο άδικο τρόπο. Μόνο με μια σαρωτική λιτότητα και ελάχιστα με ανάπτυξη της παραγωγής. Λιτότητα που επιπλέον επιβάρυνε περισσότερο τα ασθενέστερα στρώματα τα οποία επιφορτίστηκαν και με το μερίδιο των πιο προνομιούχων οι οποίοι κατάφεραν να μειώσουν τις απώλειες που τους αναλογούσαν. Η λιτότητα δεν ήταν δίκαιη. Χειρότερο ακόμα κι απ’ αυτό ήταν ότι η κοινωνία μας δεν μπόρεσε να αντιδράσει στην κρίση, δεν άλλαξε, δεν ανέπτυξε τις παραγωγικές δυνάμεις που θα αντικαθιστούσαν το χαμένο πλούτο των δανεικών, με άλλον καινούργιο, πραγματικό, αποτέλεσμα μιας οικονομικής οργάνωσης σύγχρονης και βιώσιμης. Καθυστερήσαμε να επιστρέψουμε, άλλες χώρες που μπήκαν στην κρίση μετά από μας βγήκαν νωρίτερα. Και βγήκαν με λιγότερη λιτότητα και περισσότερη θετική δραστηριότητα. Στην αρχή της κρίσης οι εξαγωγές της Ελλάδας και της Πορτογαλίας ήταν περίπου ίδιες. Σήμερα, της Πορτογαλίας είναι 20 δις περισσότερες. Όταν λέμε ότι πήγαμε καλά πέρυσι στον τουρισμό, εννοούμε ότι επιστρέψαμε στα επίπεδα του 2008. Όταν λέμε ότι αυξήθηκαν οι εξαγωγές, εννοούμε ότι το ποσοστό τους δεν έχει φτάσει ακόμα στα επίπεδα του 2000.
Χάσαμε χρόνο. Καταστρέψαμε τις πόλεις μας, υπονομεύσαμε την παραγωγή, αρνηθήκαμε την πραγματικότητα. Σε καμία άλλη χώρα της Ευρώπης δεν συνέβη αυτό που έγινε εδώ. Αντί να πιέζουμε τις αναπόφευκτα συντηρητικές κυβερνήσεις να προχωρήσουν πιο γρήγορα και πιο δίκαια στις υποχρεωτικές αλλαγές, προσπαθούσαμε 4 χρόνια να αποφύγουμε την άτακτη χρεοκοπία και τους υποστηρικτές της. Να αποφύγουμε την έξοδο από το ευρώ, την έξοδο από την ευρωζώνη, τον υποβιβασμό της χώρας σε μια κατώτερη, τριτοκοσμική κατηγορία. Αυτά τα χρόνια δεν είχαμε αντιπολίτευση. Υπήρχαν οι κυβερνήσεις που προσπαθούσαν να καθυστερήσουν, να κάνουν όσο το δυνατόν λιγότερες αλλαγές, να διασώσουν το σύστημα που χρεοκόπησε και υπήρχαν οι «αντιμνημονιακές» δυνάμεις, οι ακόμα πιο αδιάλλακτες που προτιμούσαν, προκειμένου να μη θιγεί ο ελληνικός παρασιτισμός, να οδηγηθούμε στην άτακτη χρεοκοπία, στη δραχμή, στον απομονωτισμό, την καταστροφή.
Μπήκαμε στα μνημόνια με τον εμπρησμό της Μαρφίν και το θάνατο 3 συνανθρώπων μας. Βγαίνουμε με μια έκρηξη παγιδευμένου με εκρηκτικά αυτοκινήτου στο κέντρο της Αθήνας. Το λόμπι της δραχμής, ο παρασιτισμός, ο αναχρονισμός, η γοητεία αυταρχικών και τριτοκοσμικών καθεστώτων, είναι πάντα ισχυρά και με λαϊκή βάση.
Ο κίνδυνος ενός πολιτικού ατυχήματος δεν έχει ακόμα αποφευχθεί.
Ωστόσο η είσοδος ξανά στη χώρα «κανονικού» χρήματος, η ικανότητα επιβίωσης έστω σε αυτά τα χαμηλά επίπεδα αλλά χωρίς την ανάγκη της «καλοσύνης των ξένων», η έξοδος από τα μνημόνια, δείχνουν την αρχή του τέλους του παραλογισμού των «αντιμνημονιακών μετώπων». Η σύγκρουση με την πραγματικότητα αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει στην ήττα. Οι δυνάμεις της καθυστέρησης πόνταραν όλα τα λεφτά μόνο στο ένα ενδεχόμενο: Ότι η Ελλάδα δεν θα τα καταφέρει, θα καταρρεύσει. Όσο η χώρα γίνεται σιγά-σιγά μια κανονική χώρα, τόσο η ρητορική του μίσους, το εμφυλιο-πολεμικό κλίμα, η συνωμοσιολογία θα ακούγονται περισσότερο παράλογα, ακατανόητα, αποτρόπαια. Υπήρχαν δύο ενδεχόμενα. Η Ελλάδα να πτωχεύσει ή να συνέλθει έστω και ματωμένη και να προσπαθήσει να γίνει μια ευρωπαϊκή χώρα. Αν συμβεί το δεύτερο, που αυτό φαίνεται να συμβαίνει, στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες είναι αδιανόητες ως πολιτικές θέσεις οι παρακάτω φράσεις: «Όποιοι λειτουργούν ως ρουφιάνοι των δυνάμεων κατοχής των δανειστών θα διώκονται». «Είχαν στόχο να έρθουν να πλιατσικολογήσουν την Ελλάδα είτε μέσω εκποίησης του δημόσιου πλούτου είτε μέσω των εργασιακών σχέσεων. Ένα εκ προμελέτης έγκλημα, στοχευμένο σχέδιο, σε μας έλαχε να είμαστε το πειραματόζωο».
Αυτή η πρωτόγονη πολιτική των μεταμεσονύκτιων τηλεοπτικών εκπομπών είναι καταδικασμένη αργά ή γρήγορα να επιστρέψει στο περιθώριο από όπου ξεκίνησε. Ευτυχώς για εμάς, μας έτυχε να ζούμε στο «σωστό» μέρος του πλανήτη. Έστω και παραζαλισμένη, φορτισμένη με οργή και θλίψη, η κοινωνία μας το συνειδητοποίησε και δεν παρασύρθηκε σε αυτοκαταστροφικές επιλογές.
Αυτό που πετύχαμε δεν ήταν λίγο, ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Όμως δεν ήταν παρά ένα βήμα. Γιατί το πραγματικό μας πρόβλημα τώρα πρέπει να λυθεί. Αν δεν θέλουμε να μείνουμε εδώ, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, τώρα, έστω και καθυστερημένα, πρέπει να αρχίσουμε να οικοδομούμε μια οικονομία σύγχρονη και βιώσιμη. Στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης, η επιβίωση είναι σαν το ποδήλατο. Αν δεν κάνεις πετάλι, πέφτεις. Όσο πιο γρήγορα αφήσουμε πίσω μας όλες τις πρακτικές, όλες τις συνήθειες, όλα τα συνθήματα του παρελθόντος, τόσο πιο γρήγορα θα γυρίσουν τα πράγματα εκεί που τα θέλουμε. Ήταν τόσο μεγάλη η αδράνεια, είναι τόσο μπλοκαρισμένη η οικονομία μας από τις ιδεοληψίες του προηγούμενου αιώνα, που μόλις γίνουν οι πρώτες απελευθερωτικές κινήσεις η ζωή θα καλύψει γρήγορα το χαμένο έδαφος.
Προχτές στην επίσκεψη της Μέρκελ κάποιοι κάλεσαν, ξανά, σε διαδήλωση εναντίον της. Διαδήλωση, η μόνη πολιτική πράξη που ξέρουν, εκλογές, η μόνη πολιτική πρόταση που διαθέτουν. Πήγαν χίλια-δυο χιλιάδες άτομα, οι επαγγελματίες. Έχει αρχίσει πια να γίνεται πολύ κουραστικό σε όλους, να είναι η Ελλάδα αυτή η περίεργη χώρα που διαδηλώνει συνέχεια όταν κάποιος ξένος ηγέτης την επισκέπτεται. Την επόμενη Κυριακή, όμως, ο ελληνικός λαός «διαδήλωσε» με τον τρόπο του. Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά και καλά έκαναν γιατί ήδη μαθαίνουμε ότι είχαμε 32% αύξηση του τουρισμού το πρώτο τρίμηνο, εποχή που μέχρι τώρα δεν τη θεωρούσαμε τουριστική. Το κέντρο της Αθήνας πλημμύρισε και πάλι, ζωντάνεψε μια μέρα που κανονικά είναι έρημο. Δεν πιστεύω ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια τους κυριακάτικα για να αγοράσουν παπούτσια. Είναι η δική τους πολιτική δήλωση ότι θέλουν να επιστρέψουν στην κανονική ζωή, να κινήσουν την οικονομία, να ζωντανέψουν τα μαγαζιά, να ζήσουν την πόλη τους, να περπατήσουν, να πιουν καφέ, να χαζέψουν, να γελάσουν, να χαρούν. Να ξεχάσουν την αυτοκαταστροφική λατρεία του μίσους και της παράνοιας και να αγαπήσουν ξανά τη ζωή. Όχι τα χαρακώματα και τις «δυνάμεις κατοχής» των ανισόρροπων. Αυτή νομίζω, όχι η διαδήλωση για τη Μέρκελ, είναι η πραγματική πολιτική κίνηση που δείχνει τη σημερινή ατμόσφαιρα της χώρας.

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Η μεταρρυθμιστική νομοτέλεια


Κίμων Χατζημπίρος από τα ΝΕΑ

Οι ελιές (Olea europaea) μπορούν να είναι αιωνόβια δένδρα με ύψος που φθάνει τα 20 μέτρα ή χαμηλοί θάμνοι, οι γνωστές αγριελιές. Τα νερά των ποταμών είναι καθαρά και ορμητικά στα ορεινά, αλλά λασπώδη και αργοκίνητα στις εκβολές. Τα κοινωνικά φαινόμενα όμως δεν αναφέρονται ούτε σε ελιές ούτε σε ποτάμια. Τα πολιτικά κόμματα στον Δυτικό κόσμο δεν υιοθετούν ολιστικές πολιτικές και αποφεύγουν να μιλούν για ένα υποτιθέμενο γενικό συμφέρον. Αντ’ αυτού, κατά κανόνα προωθούν υπαρκτά επιμέρους συμφέροντα διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και προχωρούν, αν χρειαστεί, σε συμμαχίες και λογικούς συμβιβασμούς.

Το Ποτάμι υποστηρίζεται από σημαντικούς ανθρώπους της κοινωνίας των πολιτών, υπόσχεται να αναδείξει άφθαρτα πρόσωπα, διατυπώνει απόψεις που βρίσκονται κοντά στην κοινή λογική, αλλά οι θέσεις του δεν παύουν προς το παρόν να είναι αόριστες, αποσπασματικές και λίγο απ’ όλα. Στο ευρωψηφοδέλτιο της Ελιάς εμφανίζεται μια πλειονότητα αξιόλογων νέων ανθρώπων, αλλά μαζί με πρώην βουλευτές, συνδικαλιστές ή στελέχη των μηχανισμών. Συνθήματα όπως ιστορική δημοκρατική παράταξη και γενικόλογες θέσεις με ευχολόγια παραπέμπουν σε παλιές λογικές που ταιριάζουν στο «όλον ΠΑΣΟΚ». Μπορεί η μάχη των εκλογών να δίνεται μέσα από την Ελιά αλλά η εκλογική επιτροπή και οι τοπικές οργανώσεις είναι παλαιοκομματικές, οι δε αποφάσεις μονοπωλούνται από την ηγεσία του κόμματος. Όταν αναμειγνύονται παντός είδους λαϊκισμοί, λανθάνοντες εθνικισμοί, φιλοευρωπαϊσμοί, σοσιαλδημοκρατίες, θολές αντιλήψεις, ηθικοπλαστικές προτροπές, φθαρμένα και άφθαρτα πρόσωπα, πώς θα καθοδηγηθεί η κοινωνία για να κατανοήσει τα λογικά και υλικά αίτια των όσων συμβαίνουν;

Εν τούτοις, ένας ευρύτερος προοδευτικός χώρος είναι υπαρκτός και ζητά μεταρρυθμίσεις. Οι ηγεσίες ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ δεν εκμεταλλεύτηκαν τη μεγάλη ευκαιρία ανασυγκρότησης που δημιούργησε η Πρωτοβουλία των 58. Το μήνυμα περιείχε δύο καίρια συστατικά: ενότητα και ανανέωση. Η προσδοκία ενότητας των μετριοπαθών μεταρρυθμιστικών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, με βάση ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόταγμα, ξεσήκωσε ισχυρό ρεύμα υποστήριξης. Ωστόσο, η προοπτική μιας ευρείας ενότητας ακυρώθηκε γρήγορα, αφού οι ηγεσίες της ΔΗΜΑΡ αλλά και κάποιων μικρότερων μεταρρυθμιστικών δυνάμεων δεν ανταποκρίθηκαν. Οι μηχανισμοί προτίμησαν να ελέγχουν τον χώρο τους παρά να μοιραστούν τα προνόμια με άλλους. Αλλά και η ανανέωση, ως προαπαιτούμενο, τορπιλίστηκε για τον ίδιο λόγο. Η συναινετική διαδικασία επιλογής των προσώπων του ευρωψηφοδελτίου, με δικαίωμα βέτο, θα παρέκαμπτε τη δύναμη των μηχανισμών και τους ελιγμούς ηγεσίας και κομματικών βαρώνων. Η απόρριψη της συναινετικής διαδικασίας είχε ως αποτέλεσμα μια μικρή Ελιά, όπου η παρουσία πολλών νέων προσώπων καλλωπίζει την πραγματικότητα ενός σχήματος ΠΑΣΟΚ και λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων.

Οι 58 είχαν ένα χαρακτηριστικό που άρεσε στην κοινή γνώμη αλλά ήταν αδιανόητο για το πολιτικό σύστημα: οι περισσότεροι δεν διεκδικούσαν προσωπικά οφέλη, δεν επιθυμούσαν καν να εγκαταλείψουν τις επιστημονικές ή επαγγελματικές δραστηριότητές τους για να γίνουν πολιτικοί. Σύμφωνα με την αρχική ιδέα, η διάλυση των συμπαρατασσόμενων κομμάτων και κινήσεων δεν ήταν αναγκαία, τουλάχιστον μέχρι την δοκιμασία της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης. Βεβαίως, μια τεχνητή ενότητα, με συγκόλληση παλαιοκομματικών μηχανισμών ενός καταρρέοντος συστήματος δεν ήταν το ζητούμενο. Στην συμπαράταξη, τα πρόσωπα θα έπρεπε να προσέλθουν ως απλοί στρατιώτες. Όταν έγινε φανερό ότι τα εμπόδια από τους μηχανισμούς ήταν ανυπέρβλητα, η Πρωτοβουλία των 58 έπαψε να διαπραγματεύεται. Όσα μέλη της το επιθυμούσαν θα μετέχουν στις ευρωεκλογές ως πρόσωπα.

Η εκλογική διαδικασία θα δείξει αν οι πολίτες επικροτούν ή καταδικάζουν την πολυδιάσπαση του μεταρρυθμιστικού φιλοευρωπαϊκού χώρου. Θα φανεί επίσης πόσο θα πείσουν οι νέοι μη παλαιοκομματικοί σχηματισμοί. Αν το συνολικό ποσοστό της μετριοπαθούς Κεντροαριστεράς είναι πολύ κατώτερο από την δημοσκοπική της απήχηση τους προηγούμενους μήνες, οι υπάρχοντες μηχανισμοί και τα φθαρμένα πρόσωπα θα έχουν τελειώσει. Δυναμικά στρώματα με ρηξικέλευθες μεταρρυθμιστικές θέσεις και άνθρωποι νέοι στην ηλικία ή στη νοοτροπία θα έλθουν στο προσκήνιο. Βέβαια, η απόσυρση υπαρχόντων κομμάτων πιθανώς θα συμπαρασύρει όχι μόνο πολιτικούς που βαρύνονται με λάθη και ευθύνες για την κοινωνική και οικονομική χρεωκοπία, αλλά ακόμα και μερικούς που έκαναν θετικές προσπάθειες χωρίς να μπορέσουν να αποφύγουν την φθορά της κρίσης.

Το τέλος μιας θρησκείας


Δημήτρης Τριανταφυλλίδης από τη Μεταρρύθμιση

Μπορεί το βασικό μήνυμα των παθών του Χριστού να είναι η ελπίδα της Ανάστασης και με αυτό τον τρόπο να δικαιώνεται όλη τη κοσμοθεώρηση του χριστιανισμού, δεν ισχύει όμως το ίδιο για μια άλλη θρησκεία, το τέλος της οποίας βιώνουμε στις μέρες μας. Ο λόγος για τη θρησκεία του ανορθολογισμού, της αυθαιρεσίας έναντι στη λογική και της μιζέριας ως τρόπου προσέγγισης και ανάλυσης της πραγματικότητας.

Η θρησκεία αυτή δεν πρόλαβε να μετρήσει πολλά χρόνια. Η γέννηση της προσδιορίζεται, περίπου, στην έναρξη της πολύπλευρης κρίσης που συντάραξε και εξακολουθεί να συνταράζει την Ελλάδα, ωστόσο, προϊόντος του χρόνου εκφυλίστηκε σε μια πολιτική σέκτα, οριζόντιας διαστρωμάτωσης ως προς το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος.

Βασικές αρχές της ετοιμοθάνατης θρησκείας ήταν η αναζήτηση κάποιου Άλλου για την απόδοση ευθυνών, οι κραυγές και οι κατάρες κατά παντός που έθετε σε αμφισβήτηση τα ιερά θέσφατα του ιερατείου της, οι απειλές για κρεμάλες αντιφρονούντων, οι προπηλακισμοί των πολιτικών αντιπάλων, η καλλιέργεια ενός εμφυλιοπολεμικού κλίματος.

Ξεκίνησε η νεόκοπη πολιτική αυτή θρησκεία από τις πλατείες και τους δρόμους της πατρίδας μας, όπου οι πιστοί της, ως άλλοι φανατικοί Παραβολάνοι, - διώκτες των εθνικών και δολοφόνοι της Υπατίας της μαθηματικού και φιλοσόφου, - συγκεντρώνοντας υπό τα λάβαρα της «Αγανάκτησης» και απειλούσαν ακόμη και με θάνατο, όποιον τύγχανε να έχει διαφορετική γνώμη. Σύντομα, από αυτό το «θερμοκήπιο νέων ιδεών» γεννήθηκαν τα τέρατα του ολοκληρωτισμού με πρακτικές καταδικασμένες από την ιστορία αλλά και τα δικαστήρια.

Οι ταγοί της θρησκείας αυτής, κηρύσσοντας το «Αντιμνημονιακό Ευαγγέλιο» τους, έσπειραν τη διχόνοια και το μίσος ανάμεσα στον πληθυσμό, δημιουργώντας πληγές και χάσματα που μόνη ελπίδα για να επουλωθούν είναι, πλέον, ο πανδαμάτωρ Χρόνος και οι ιαματικές ικανότητες της ανθρώπινης λήθης. Βέβαια, πολλοί από αυτούς, ανύπαρκτοι πολιτικά το προηγούμενο διάστημα είδαν τις καριέρες τους να εκτοξεύονται, προσωρινά, με αποτέλεσμα μέσα στην έπαρσή τους, να αρχίσουν να μετράνε το μπόι τους με βάση τη σκιά τους το καταμεσήμερο μιας ηλιόλουστης ημέρας.

Οι οπαδοί – πιστοί της, αφοσιωμένοι μέχρι μανίας στο αντιμνημονιακό τους έργο, εν τέλει, βρέθηκαν μετέωροι μετά τις αλλεπάλληλες υπαναχωρήσεις και κυβιστήσεις των αρχιερέων, με αποτέλεσμα, σταδιακά το ποίμνιο να αραιώνει, να αποχωρεί και να αναζητά πιο σκληροπυρηνικές δοξασίες σε παρακείμενες μικρές σέχτες. Δεν είναι δε, σπάνιες οι περιπτώσεις όπου στρέφονται κατά των πρώην συντρόφων τους με πολύ μεγαλύτερο μίσος.

Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία, εκείνη των κατηχούμενων πιστών, οι οποίοι αν και προέρχονται από άλλη θρησκεία, εν πολλοίς υπεύθυνη για την κατάντια της χώρας, λειτουργώντας με βάση τις αρχές του εισοδισμού, κατέφεραν να υπερκεράσουν τους πρωτόκλητους και να καταλάβουν το ιερατείο, προσδίδοντας άλλο νόημα στη λέξη: καιροσκοπισμός.

Είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης υπόστασης η κούραση από το μίσος και το κακό. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει διαρκώς υπό το σκότος μιας κοσμοαντίληψης που δε δίνει ελπίδες και προοπτικές. Η αόριστη αναφορά σε ένα βασίλειο της ελευθερίας επί της Γης, αν και όποτε η εν λόγω θρησκεία αποκτήσει πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία, δεν αρκεί στο μέσο άνθρωπο που θέλει και λίγη χαρά στη ζωή του. Έτσι, απλά άρχισε να φθίνει η νεόκοπη αυτή θρησκεία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το ιερατείο της, βλέποντας την αναπόδραστη μείωση της επιρροής του να προχωρήσει σε αναθεωρήσεις των ιερών κειμένων και των λατρευτικών συνηθειών, επιβάλλοντας ένα μικτό σύστημα διοίκησης, προσπαθώντας να συνδυάσει την εξ Αποκαλύψεως αλήθεια με τον πραγματισμό. Μάταια και ανώφελα. Η φθορά δεν είχε να κάνει με τα δόγματα και τα θέσφατα, αλλά με την προσέγγιση της πραγματικής ζωής.

Όσο προχωράει η ζωή, τόσο θα φθίνει η θρησκεία αυτή. Αυτό δε σημαίνει πως θα παραδώσει αμαχητί τη θέση της σε κάποια άλλη. Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα, η προδιαγεγραμμένη αποχώρησή της από το ιστορικό προσκήνιο έχει ήδη δρομολογηθεί, όχι από κάποιον άλλον, αλλά από το ίδιο της το ιερατείο που αποδείχτηκε κατώτερο των περιστάσεων.
Ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης είναι δημοσιογράφος

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Ανθρωποι πίσω από στατιστικές

Ελίζα Παπαδάκη από τα ΝΕΑ

Παραδειγματικά το δίδαξε η νέα πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) Τζάνετ Γέλεν στην πρώτη δημόσια ομιλία της στο Σικάγο (31/3). Επέμεινε στην ανάγκη η Fed να στηρίξει την αγορά εργασίας αλλά και να βλέπει τους ανθρώπους πίσω από τις στατιστικές, παράλληλα με τη νομισματική πολιτική να συνεργάζεται με τις κοινότητες που πασχίζουν για την τοπική ανάπτυξη και τους ανέργους. Προηγουμένως είχε περάσει ώρες κουβεντιάζοντας με πρόσωπα που δυσκολεύονται να σταθούν. Στην Ντορίν Πουλ που, ύστερα από 15ετή εμπειρία σε ασφαλιστική εταιρεία, έχασε τη δουλειά της και μένοντας δύο χρόνια άνεργη δεν κρίθηκε «απασχολήσιμη» όταν ο κλάδος ξανάρχισε να προσλαμβάνει, στον ειδικευμένο οικοδόμο Ζερμέιν Μποραουνλί που βγάζει σήμερα πολύ λιγότερα κουτσοδουλεύοντας, στην τεχνίτρια Βίκι Λίρα, απολυμένη μετά μιαν 20ετία από τυπογραφείο που έκλεισε το 2006, η οποία έκτοτε δουλεύει περιστασιακά, άστεγη κατά καιρούς, παρτ-τάιμ σε μπακάλικο σήμερα, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του λόγου της η Γιέλεν για να εξηγήσει τη θέση της.

Η χθεσινή ημέρα συμβολίζει πολύ καθαρά τις δύο τωρινές Ελλάδες έλεγε το πρωί στον Τάκη Καμπύλη του 9,84 ο καθηγητής Δημήτρης Σωτηρόπουλος. Την Ελλάδα που χαιρετίζεται διεθνώς για το κατόρθωμα ύστερα από τέσσερα χρόνια αποκλεισμού (και μετά το ισοδύναμο με χρεοκοπία κούρεμα του 2012) να ξαναβγεί στις αγορές των ομολόγων. Και εκείνην που εκφράζουν όσοι εργαζόμενοι και άνεργοι ακολουθώντας το κάλεσμα της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και του ΠΑΜΕ κατέβηκαν μαχητικά σε άλλη μία απεργία με αφορμή το τελευταίο πολυνομοσχέδιο, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις δραστικές περικοπές μισθών και τις απολύσεις, ενάντια στις πολιτικές που τις επιβάλλουν.

Τη διχοτομία θα μπορούσαμε να την περιγράφουμε επί μακρόν. Στη μία πλευρά ανήκουν δημοσιογράφοι που προβάλλουν θετικά π.χ. τη νέα παγκόσμια έκθεση του ΔΝΤ η οποία προβλέπει για τη χώρα μας επιτέλους κάποια ελαφρά άνοδο του ΑΕΠ και υποχώρηση της ανεργίας∙ προφανώς η κυβέρνηση, οι τράπεζες, όμοια σκεπτόμενοι οικονομολόγοι∙ ειδικότερα το ΙΟΒΕ το οποίο, μαζί με την Ομάδα Δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρουσίασε προχθές οικονομετρικές μελέτες που δείχνουν πόσο πρόσθετο εισόδημα και πόσες θέσεις εργασίας μπορούν να δημιουργηθούν με τις προωθούμενες μεταρρυθμίσεις (για παράδειγμα, 0,9% του ΑΕΠ από τον περιορισμό της γραφειοκρατίας για τις επιχειρήσεις, άλλη μία μονάδα του ΑΕΠ από τη συντόμευση των εξαγωγών κατά μία ημέρα, μέχρι 88.000 νέες θέσεις εργασίας από τη σύγκλιση των συνθηκών ανταγωνισμού - άρση προστατευτικών εμποδίων - στον μέσο όρο της ΕΕ). Τη δεύτερη εκπροσωπούν όλες οι οργανωμένες κοινωνικές ομάδες που αντιστέκονται σε προσαρμογές που τις πλήττουν, καθιερωμένα συνδικάτα αλλά και ομάδες πρωτοσυγκροτούμενες για να εναντιωθούν σε κάθε αλλαγή που έρχεται να επιβληθεί από τα πάνω∙ φυσικά η αντιπολίτευση με προεξάρχοντα τον ΣΥΡΙΖΑ∙ επίσης πανεπιστημιακοί και διανοούμενοι που, απορρίπτοντας κριτικά το κυρίαρχο στον σημερινό κόσμο οικονομικό υπόδειγμα, απορρίπτουν και τις πολιτικές που αποβλέπουν στην προσαρμογή της χώρας σε αυτό.

Η αντιπαράθεση μεταξύ τους είνα
ι γνωστή, συνάμα εντελώς άγονη. Αν οι πρώτοι επικαλούνται μακροοικονομικά μεγέθη που έπρεπε να μεταβληθούν, οι δεύτεροι δεν έχουν παρά να μιλήσουν για την κοινωνική καταστροφή που συντελέστηκε τα χρόνια των Μνημονίων. Αλήθεια, τι τον νοιάζει τον άνεργο μια επιστροφή στις δανειακές αγορές μετά την εξάλειψη των «δίδυμων ελλειμμάτων», η διαφημιζόμενη ανάκαμψη όταν ούτε σε δέκα χρόνια δεν θα ρίξει την ανεργία κάτω από το ένα εκατομμύριο; Ή τον εργαζόμενο που επιβιώνει οριακά ή τον υπερχρεωμένο επαγγελματία; Για όλους αυτούς η «οικονομία» προβάλλει σαν εχθρική δύναμη, μαζί και οι πολιτικές που την υπηρετούν. Μια τέτοια αποξένωση των θυμάτων της κρίσης δεν είναι εντούτοις υποχρεωτική.

Παραδειγματικά το δίδαξε η νέα πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) Τζάνετ Γέλεν στην πρώτη δημόσια ομιλία της στο Σικάγο (31/3). Επέμεινε στην ανάγκη η Fed να στηρίξει την αγορά εργασίας αλλά και να βλέπει τους ανθρώπους πίσω από τις στατιστικές, παράλληλα με τη νομισματική πολιτική να συνεργάζεται με τις κοινότητες που πασχίζουν για την τοπική ανάπτυξη και τους ανέργους. Προηγουμένως είχε περάσει ώρες κουβεντιάζοντας με πρόσωπα που δυσκολεύονται να σταθούν. Στην Ντορίν Πουλ που, ύστερα από 15ετή εμπειρία σε ασφαλιστική εταιρεία, έχασε τη δουλειά της και μένοντας δύο χρόνια άνεργη δεν κρίθηκε «απασχολήσιμη» όταν ο κλάδος ξανάρχισε να προσλαμβάνει, στον ειδικευμένο οικοδόμο Ζερμέιν Μποραουνλί που βγάζει σήμερα πολύ λιγότερα κουτσοδουλεύοντας, στην τεχνίτρια Βίκι Λίρα, απολυμένη μετά μιαν 20ετία από τυπογραφείο που έκλεισε το 2006, η οποία έκτοτε δουλεύει περιστασιακά, άστεγη κατά καιρούς, παρτ-τάιμ σε μπακάλικο σήμερα, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του λόγου της η Γιέλεν για να εξηγήσει τη θέση της.

Εδώ, αν κάτι μας σώζει ακόμη ως κοινωνία, είναι οι πρωτοβουλίες αλληλεγγύης στην ίδια την κοινωνία των πολιτών: από την τοπική αυτοδιοίκηση, από πλήθος οργανώσεων και φορέων, συχνά από εργαζομένους στο Δημόσιο, σε σχολεία ιδίως, κάποτε και από επιχειρήσεις που θέλουν να είναι ενεργοί ανάμεσα στις «δύο Ελλάδες». Οσο σημαντική και αν είναι η προσφορά τους, η φωνή τους είναι χαμηλή, δεν φθάνει για να αλλάξουμε ρότα. Κάτι ανάλογο ισχύει και για καλές προσπάθειες πολιτικού διαλόγου, αξιοποίησης επιστημονικών γνώσεων και παραγωγικών εμπειριών για επιμέρους σχέδια. Σκεφθείτε όμως τι χάσματα θα μπορούσαν να γεφυρωθούν με μια προσέγγιση σαν της Γιέλεν από την επίσημη Πολιτεία, τις πολιτικές ηγεσίες.

Στην Αριστερά κυριαρχεί ένας ριζοσπαστισμός αμφιθεάτρου


Μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να παίξει κανένα θετικό ρόλο αγαπητέ κύριε Σεβαστάκη. Γιατί το λέτε εσείς σε όλη την συνέντευξη. Αυτός που θέλει να κυβερνήσει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος πρέπει να είναι σύγχρονος και Ευρωπαίος, όχι σταλινικός. (leo)

Συνέντευξη του Νικόλα Σεβαστάκη στο Βήμα 13/4/2014

Γιατί παρατείνεται το τέλμα, κύριε Σεβαστάκη;
«Επειδή δεν έχει γίνει συνείδηση ότι είναι ανέφικτη μια ενιαία και κοινά αποδεκτή αφήγηση της κρίσης και της σωτηρίας. Το γεγονός όμως ότι δεν μπορεί να υπάρξει ενιαία αφήγηση δεν σημαίνει ότι πρέπει σώνει και καλά να συνεχιστεί αυτός ο απλοϊκός μανιχαϊσμός. Στην πολιτική πρέπει να υπάρχουν επάλληλες συναινέσεις. Ανεξάρτητα από τις βαθιές διαφορές χρειάζεται να σκεφτόμαστε και την πολιτική μας κοινότητα, εκείνα τα σημεία σύγκλισης που δεν αναιρούν τις διαφορές αλλά τις εγγράφουν στον ορίζοντα αυτού που έρχεται. Αυτό για εμένα αποτελεί το μείζον κενό της περιόδου. Υπήρξε μια περιχαράκωση του "φιλομνημονιακού" λόγου στη λογική της ενοχής και του στιγματισμού κάθε κοινωνικής διαμαρτυρίας και, από την άλλη πλευρά, η έξαρση της αντιστασιακής μυθολογίας, η κατασκευή ενός λαού ως ενιαίας και πάντοτε θετικής έννοιας. Κοντολογίς, επικράτησε το δίπολο σύστημα - αντισύστημα, το σάπιο πολιτικό κατεστημένο και το Κίνημα. Αυτό το δυαδικό σχήμα μπορεί να υπήρξε, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδοτικό πολιτικά. Αλλωστε η πολιτική τείνει να απλοποιεί τα πράγματα, δεν σέβεται τις αποχρώσεις. Μπορεί όμως και να σε παγιδεύσει με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ερμηνεία των αλλαγών που συμβαίνουν γύρω σου. Αυτή η διαρκής συζήτηση στην Αριστερά, ας πούμε, για έναν λαό που κατά κάποιον τρόπο θα φτιάξει ένα νέο ΕΑΜ, τις δομές αλληλεγγύης "τύπου ΕΑΜ", γίνεται πρόβλημα πλέον. Επαναφέρει εκ του πλαγίου τη νοσταλγία για ένα πολεμικό/ θυσιαστικό πνεύμα παραδοσιακού τύπου σε μια κοινωνία που, με όλες τις στρεβλώσεις και τις ιδιομορφίες της, είναι μια αστική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία έχει προχωρήσει στο επίπεδο της εξατομίκευσης, έχουν εγκαθιδρυθεί πολλαπλές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και δεν μπορεί να ενοποιηθεί στη βάση ενός ιδεώδους μαζικής κινητοποίησης. Επιπλέον, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το σημερινό αντισύστημα δεν είναι ένα αλλά πολλά, δεν είναι μονάχα αριστερό, μπορεί να είναι ακροδεξιό και συνωμοσιολογικό, το είδαμε άλλωστε αυτούς τους τελευταίους μήνες».

Δεν διαφοροποιήθηκε επαρκώς, λέτε, η Αριστερά και ο λόγος της σε αυτό το πλαίσιο;

«Νομίζω ότι η κοινωνία μας δεν μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθεί με τα υλικά τού χύμα "αντιμερκελικού" αντισυστημισμού. Γιατί; Μα γιατί ακριβώς οι υβριδικές εκδοχές της δεξιάς αγανάκτησης είναι πολύ πιο διεισδυτικές στο κοινωνικό σώμα. Από την άλλη, υπάρχει βεβαίως στην Αριστερά και ένας αφηρημένος ταξικός λόγος ο οποίος μοιάζει με "ριζοσπαστισμό αμφιθεάτρου": εξηγεί με άνεση τα πάντα στα ειδικά του κοινά ενώ συγχρόνως δυσκολεύεται να συνομιλήσει με την πραγματικότητα. Το ερώτημα ετέθη αναπόφευκτα και για τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά την εκλογική του εκτίναξη. Τι είσαι; Πολιτική συμπύκνωση ενός μεταβατικού θυμού ή κάτι περισσότερο; Θεωρώ ότι ένα κόμμα που θέλει να βρίσκεται στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας πρέπει να διαθέτει κινηματική ταυτότητα αλλά να συνθέτει το "εκτός" με το "εντός", τις μη συμβατικές πρακτικές συμμετοχής με τη μέριμνα για την πολιτική αντιπροσώπευση. Κατά την άποψή μου δεν μπορεί να νοηθεί Αριστερά η οποία να μην περιλαμβάνει στη στρατηγική της εύλογους συμβιβασμούς. Οταν ένα κόμμα της ανανεωτικής ή ακόμη και της ριζοσπαστικής Αριστεράς θέλει να κυβερνήσει σε μια χώρα του δυτικού κόσμου κινείται εξ ορισμού μέσα σε έναν ορίζοντα σοσιαλδημοκρατικό, ακόμη και αν μισεί τη λέξη. Οι όροι φυσικά έχουν αλλάξει. Υπάρχει  μεγάλη συζήτηση για το αν η σοσιαλδημοκρατία πέθανε ή έχει αποτύχει. Θεωρώ πράγματι ότι κάποιες μορφές της δεν μπορούν να επανέλθουν, λόγου χάρη, οι κρατικές/ κοινωνικές συμμαχίες που αναπτύχθηκαν στη χρυσή τριακονταετία του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας. Και να το ήθελε κανείς δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα».

Νομίζω, κύριε Σεβαστάκη, ότι και μόνο η λέξη σοσιαλδημοκρατία προκαλεί αλλεργία στον ΣΥΡΙΖΑ...
«Υπάρχει, αναμφίβολα, μια δαιμονοποίηση κάθε σοσιαλδημοκρατίας. Αλλά νομίζω ότι υπάρχουν γενικότερα προβλήματα ταυτότητας στην ελληνική Αριστερά. Μου έκαναν εντύπωση, για παράδειγμα, οι αντιδράσεις έναντι των πρόσφατων κρίσεων στην Ουκρανία αλλά και στη Βενεζουέλα. Ο τρόπος με τον οποίο σήμερα τοποθετείται κανείς απέναντι σε αυταρχισμούς, σε βοναπαρτισμούς, είτε αυτοί έχουν τον μανδύα της προόδου και του σοσιαλισμού είτε όχι, είναι καίριο θέμα. Δεν συνιστά πολυτέλεια ή "εποικοδόμημα". Σήμερα άλλωστε κάθε αθωότητα έχει χαθεί διότι γνωρίζουμε το κόστος που είχαν πολλές επιλογές οι οποίες στον εικοστό αιώνα θεωρήθηκαν απελευθερωτικές ενώ αποδείχτηκαν βάρβαρες. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, επί παραδείγματι, υπήρξε όντως ένα πρόβλημα κακής διαχείρισης από την πλευρά Ευρωπαίων και Αμερικανών, διότι κανείς δεν έθεσε όρια στην νεοναζιστικού τύπου Ακροδεξιά η οποία και αποτέλεσε τον "μαχητικό" πυρήνα της εξέγερσης κατά του καθεστώτος Γιανουκόβιτς. Από την άλλη μεριά όμως είναι σκανδαλώδης και ανήθικη η ταύτιση - για ένα μεγάλο και σιωπηλό κομμάτι αριστερών και δεξιών Ελλήνων - με το καθεστώς Πούτιν και τις στρατηγικές του επιλογές. Αυτή η άρνηση τήρησης των αποστάσεων εμένα με ενοχλεί πολύ. Τίθενται εδώ νομίζω ζητήματα ευρύτερου πολιτισμικού προσανατολισμού, ζητήματα ταυτότητας και όχι απλώς "πολιτικής". Οταν, ας πούμε, συνδέεις την κριτική σε πλευρές του σύγχρονου καπιταλισμού με έναν βαθύ αντιδυτικισμό, εκεί υπάρχει ζήτημα. Νομίζω ότι ένα βασικό πρόβλημα στον ελληνικό αριστερό χώρο είναι ότι δεν συζητήθηκε ποτέ στα σοβαρά η σχέση της Αριστεράς με πολλές, μη μαρξιστικές, παραδόσεις της ελευθερίας και της ισότητας (πολιτικός φιλελευθερισμός, ρεπουμπλικανισμός). Κριτική σημαίνει ωστόσο να μπορείς να διακρίνεις και να φτιάχνεις διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στα διαφορετικά φαινόμενα. Ο ιμπεριαλισμός, ας πούμε, δεν είναι πλέον μόνο δυτικός. Το φιλελεύθερο δεν είναι εξ ορισμού φιλοκαπιταλιστικό».

Μπορεί να αλλάξει κάτι σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες ευρωεκλογές;


«Μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να παίξει θετικό ρόλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συμπέσει με το πέρασμα σε μιαν άλλη ευρωπαϊκή πολιτική στιγμή, μια στιγμή μετά τη λιτότητα ή τουλάχιστον μια νέα φάση όπου η οικονομική σταθεροποίηση δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά που βλέπουμε αυτά τα τελευταία χρόνια. Η συντηρητική Ευρώπη κάνει λάθος όταν φοβάται άλλες, ετερόδοξες οικονομικές πολιτικές, γιατί μια μετατόπιση θα μπορούσε ενδεχομένως να μετριάσει τα συμπτώματα απαξίωσης της ευρωπαϊκής ιδέας και των πολιτικών θεσμών. Πρέπει όμως και ο ριζοσπαστικός πόλος να συμφιλιωθεί με την ιδέα και την πρακτική των συγκρουσιακών συμβιβασμών και όχι των "μετωπικών" ρήξεων. Είναι μια διπλή κίνηση αυτή, δεν αφορά μόνο τον έναν παίκτη».