ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Εκδήλωση του ΠΟΤΑΜΙΟΥ για την Παιδεία

Εκδήλωση του ΠΟΤΑΜΙΟΥ για την Παιδεία

Παρατηρητήριο

Με εκείνο το ταληράκι των εχόντων τα νοσοκομεία αγόραζαν αντιδραστήρια, αναλώσιμα κλπ και βόλευαν και τους μη έχοντες. Τώρα που κόπηκε οι φτωχοί θα την πληρώσουν πάλι. Γιατί δεν είναι θέμα ιδεοληψίας, αλλά κοινού νου.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κατάφεραν να πισωγυρίσουν την οικονομία κατά ένα χρόνο μέσα σε τρεις μήνες. Τώρα ετοιμάζονται να υπογράψουν σκληρότερα μέτρα και νέους φόρους για να σώσουν προσχηματικά τους μισθούς και τις συντάξεις. Αυτό που ήρθε είναι χειρότερο από αυτό που έφυγε. Δεν υπάρχει γιατρειά στη χώρα των αρρώστων.

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Η λιτότητα δεν είναι επιλογή


Της Μιράντας Ξαφά από την Καθημερινή
Για τις χώρες που έχουν χάσει την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές, η λιτότητα δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαία συνθήκη για την επιστροφή στη φερεγγυότητα. Η δημοσιονομική πολιτική αποτελεί εργαλείο για να επιτευχθεί η βιωσιμότητα του χρέους, όχι για να αυξηθεί η ζήτηση με δανεικά. Η κυβέρνηση έχει θέσει αντικρουόμενους στόχους: να τερματιστεί η λιτότητα και να διατηρηθεί το πρωτογενές πλεόνασμα που είναι απαραίτητο για να πληρώνεται έστω ένα μέρος των τόκων χωρίς δανεικά. Ελπίζει σε πολιτική συμφωνία χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι χωρίς συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο δεν πρόκειται να συναινέσουν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης σε εκταμίευση της δόσης. Εχοντας φτάσει σε αδιέξοδο, η κυβέρνηση προσπαθεί να κερδίσει χρόνο υποχρεώνοντας τα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και άλλους δημόσιους φορείς να μεταφέρουν τα ρευστά τους διαθέσιμα στον λογαριασμό του Δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδος. Να κερδίσει όμως χρόνο προς τι; Οι πιστωτές δεν πρόκειται να ρίξουν λεφτά σε μία μαύρη τρύπα.
Η κυβέρνηση λέει ότι δέχεται ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1%-1,5% του ΑΕΠ, χαμηλότερο του 3% που προέβλεπε το πρόγραμμα, αλλά δεν μοιάζει διατεθειμένη να πάρει τα μέτρα που απαιτούνται για να το πετύχει. Οσο διαρκεί η διαπραγμάτευση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρέχει ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες με το σταγονόμετρο. Σε κάθε αίτημα της κυβέρνησης για στήριξη ρευστότητας, οι Ευρωπαίοι απαντούν ότι πρέπει πρώτα να υπάρξει πρόοδος στην εξειδίκευση των μέτρων που θα καταστήσουν την Ελλάδα ανταγωνιστική και αξιόχρεη. Με τα ταμειακά διαθέσιμα να εξαντλούνται, ο χρόνος τρέχει εναντίον μας. Η κυβέρνηση λέει ότι δεν θα πάρει υφεσιακά μέτρα, αλλά η αναβολή των αποφάσεων και η πλήρης σύγχυση που επικρατεί στο κυβερνητικό επιτελείο έχουν στεγνώσει την οικονομία από ρευστό και έχουν παγώσει τις επενδύσεις. Οσο αναβάλλεται η λήψη μέτρων, τόσο μεγαλώνει το δημοσιονομικό κενό. Οποιο πακέτο τελικά συμφωνηθεί θα είναι πολύ χειρότερο από το e-mail Χαρδούβελη του περασμένου Δεκεμβρίου, ακόμη και αν το πρωτογενές πλεόνασμα είναι χαμηλότερο. Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα της «σκληρής διαπραγμάτευσης».

Οι κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης καθιστούν το πρόβλημα δυσεπίλυτο. Η κυβέρνηση προκάλεσε εκλογές στο όνομα μιας νέας συμφωνίας που ήταν ανέφικτη και ελλιπώς προετοιμασμένη, όπως έδειξε το πρόσφατο φιάσκο με τους συντελεστές ΦΠΑ. Στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές η κυβέρνηση αναλώθηκε στο «newspeak», βαφτίζοντας την τρόικα «θεσμούς» και το Μνημόνιο «Συμβόλαιο». Τέσσερις μήνες μετά την εκλογή της, η κυβέρνηση επιμένει στις κόκκινες γραμμές της: όχι περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, όχι μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά, όχι ιδιωτικοποιήσεις εκτός από ελάχιστες που έχουν δρομολογηθεί και θα εφαρμοστούν κάποτε με κάποιες τροποποιήσεις. Η δημιουργική ασάφεια θολώνει το περίγραμμα της «έντιμης συμφωνίας». Εχοντας καταναλώσει όλο το απόθεμα καλής θέλησης των εταίρων μέσα σε ελάχιστο χρόνο λόγω αμετροέπειας, ιδεοληψίας και ασχετοσύνης, η κυβέρνηση ανασκαλίζει το παρελθόν με γερμανικές αποζημιώσεις και εξεταστικές επιτροπές, διότι μοιάζει ανίκανη να διαχειριστεί το μέλλον. Με σύνθημα την απαλλαγή από ξένη κηδεμονία, ρίχνει τη χώρα στο έλεος των δανειστών προσβλέποντας σε τρίτο Μνημόνιο.
Σε αναμονή της συμφωνίας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κατεδαφίζει, ως νέοι τζιχαντιστές, ό,τι θετικό κτίστηκε τα τελευταία χρόνια: τη μεταρρύθμιση Διαμαντοπούλου στην ανώτατη παιδεία, την αριστεία στα σχολεία, το πρωτογενές πλεόνασμα, την αξιολόγηση στο Δημόσιο. Επαναπροσλαμβάνει τους απολυμένους του Δημοσίου αντί να χρησιμοποιήσει τα κονδύλια αυτά για προσλήψεις εξειδικευμένου προσωπικού εκεί που πραγματικά χρειάζονται, στα νοσοκομεία και στις εφορίες. Οι πρωτοβουλίες της κυβέρνησης δεν πείθουν ότι έχουν σαν στόχο να μετατρέψουν την Ελλάδα σε μία σύγχρονη, ανταγωνιστική οικονομία, κάθε άλλο. Δεν έχει κάνει ούτε μία πρόταση για τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και την προσέλκυση επενδύσεων. Στη γενική συνέλευση του ΣΕΒ τη Δευτέρα ο κ. Τσίπρας τόνισε ότι πέρα από τις εξαγωγές χρειάζεται και τόνωση της εγχώριας ζήτησης, αποφεύγοντας να διευκρινίσει ότι δεν υπάρχει κανείς πρόθυμος να την χρηματοδοτήσει. Επανέλαβε ότι η κυβέρνηση θέλει να εκμεταλλευτεί τον ορυκτό πλούτο της χώρας, ενώ ταυτόχρονα ανακαλεί την άδεια από το χρυσωρυχείο στις Σκουριές. Πώς θα εκμεταλλευτεί τον ορυκτό πλούτο χωρίς ορυχεία; Πώς αφαιρεί μια άδεια που το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει αποφανθεί ότι είναι σύννομη; Αυτό είναι κράτος δικαίου;

Η επαναπρόσληψη των απολυμένων του Δημοσίου, η επαναλειτουργία της ΕΡΤ, η επάνοδος των αιωνίων φοιτητών, η εκλογή των διευθυντών των σχολείων από τους δασκάλους, στοχεύουν στην ικανοποίηση συνδικαλιστικών αιτημάτων και στη διαιώνιση του πελατειακού κράτους που η κυβέρνηση λέει ότι θέλει να καταλύσει. Αυτά είναι πολύ, πάρα πολύ κακά δείγματα για το πού πάμε. Κάθε μέρα που περνάει μας φέρνει πιο κοντά στην έξοδο από την Ευρωζώνη. Χωρίς εξωτερική χρηματοδότηση πάμε σε άτακτη χρεοκοπία και συναλλαγματικούς ελέγχους. Η Ελλάδα διολισθαίνει σταδιακά στο περιθώριο της Ευρώπης. Η εθνική κυριαρχία δεν θα ανακτηθεί μετονομάζοντας το Μνημόνιο και την τρόικα. Θα ανακτηθεί όταν αποκατασταθεί η δημοσιονομική ισορροπία και η ανταγωνιστικότητα.

Η μόνη λύση που διαφαίνεται για να αποφύγουμε τη χρεοκοπία είναι μία κρίση που θα αποτελούσε καταλύτη για πολιτικές εξελίξεις. Τέτοιες εξελίξεις θα ήταν ένα δημοψήφισμα, εκλογές, ένας νέος συνασπισμός με κεντρώα κόμματα, ή ένας ανασχηματισμός με έξοδο των ακροαριστερών υπουργών από την κυβέρνηση. Ο καταλύτης θα μπορούσε να είναι μία συμφωνία που θα καταψηφιστεί από τουλάχιστον 12 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, θέτοντας τέρμα στην κυβερνητική πλειοψηφία. Θα το ρισκάρει ο κ. Τσίπρας ή θα μείνει στην ιστορία σαν ο πρωθυπουργός που οδήγησε την Ελλάδα σε άτακτη χρεοκοπία;
*Ερευνήτρια του Center for International Governance Innovation (CIGI) και αντιπρόεδρος της ΔΡΑΣΗΣ.

Οι καλφαγιάννηδες ζητούν όσα ακριβώς τους υποσχέθηκαν


του Γιάννη Παντελάκη από το protagon
Στο μικρό επεισόδιο με τον πρόεδρο της ΠΟΣΠΕΡΤ Καλφαγιάννη, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Τσίπρα στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά συμπυκνώνεται και το μεγάλο «κόλπο» του κόμματος για να ξεφύγει από το μίζερο 3% και να φτάσει στην εξουσία. Και, κυρίως, περιγράφεται αυτό που εν μέρει συμβαίνει τώρα και σε μεγαλύτερο βαθμό θα επεκταθεί όσο κυλάει ο χρόνος.
Ο συγκεκριμένος συνδικαλιστής, μετά το πρωτοφανές και αυταρχικό κλείσιμο της ΕΡΤ, έγινε δεκτός στην ανοικτή αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ, παρότι ούτε το κόμμα αυτό στο παρελθόν είχε την καλύτερη αποψη γι' αυτόν ούτε ο ίδιος είχε ιδιαίτερη σχέση με το κόμμα. Στην απορία πολλών γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ τότε δέχτηκε να συγχρωτίζεται μ' ένα πρόσωπο ταυτισμένο και με άλλες κομματικές επιλογές, αλλά και με αρνητικό συμβολισμό από την πορεία του στη δημόσια ραδιοτηλεόραση, οι απαντήσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πως τώρα προέχει να φύγει η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου και στην προσπάθεια αυτή όλοι είναι χρήσιμοι. Και πράγματι ήταν. Ο συνδικαλιστής είχε επιρροή, είχε την πανίσχυρη ΠΟΣΠΕΡΤ, είχε πολλά να δώσει στον ΣΥΡΙΖΑ. Όπως και τα έδωσε από τον Ιούνιο του 2013 και μέχρι τις εκλογές.
Αυτά που έδωσε ο Καλφαγιάννης, τα θέλει τώρα πίσω. Τόσο απλά. Και το φαινομενικά οξύμωρο, είναι πως σε αυτά που λέει έχει δίκιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, είχε υποσχεθεί την άμεση επαναλειτουργία της ΕΡΤ, έτσι όπως ακριβώς ήταν. Η ΕΡΤ ακόμα δεν λειτούργησε και σίγουρα δεν θα είναι αυτή του παρελθόντος. Βασίστηκε στο μοντέλο της σημερινής ΝΕΡΙΤ και σίγουρα δεν θα μοιάζει ιδιαίτερα με την παλιά ΕΡΤ. Δεν ισχυρίζομαι ότι εκείνη η ΕΡΤ ήταν η όαση, απλά σημειώνω πως οι ανθρωποι που τώρα διαμαρτύρονται γιατί η κυβέρνηση αθετεί όσα είχε υποσχεθεί, έχουν κατά βάση δίκιο. Αυτά τους είχε υποσχεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτά πίστεψαν, αυτά θέλουν.
Η περίπτωση Καλφαγιάννη αποτελεί μια μικρογραφία. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν τα πάντα, σε όλους, αν και γνώριζε πως δεν είχε ούτε τη δυνατότητα να τα κάνει ούτε τη διάθεση. Αυτοί όλοι ωστόσο που τον στήριξαν για να κερδίσει την εξουσία, δεν ζητάνε τώρα τίποτα περισσότερο από αυτά που τους είχε υποσχεθεί για να πάρει τις ψήφους. Αυτό το 3% που έγινε πολλαπλάσιο και κέρδισε την εξουσία.
Και δυστυχώς για την κυβέρνηση, δεν δείχνουν διατεθειμένοι να το ξεχάσουν. Οι Καλφαγιάννηδες, είναι πολλοί και θα τους βρίσκει κάθε μέρα μπροστά της...

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Η θεωρία των παιγνίων & το 18-1


Του Σάκη Μουμτζή 
Ο υπουργός εθνικής οικονομίας είναι λάτρης της θεωρίας των παιγνίων, μιάς θεωρίας που αποβλέπει στην χρήση του ορθολογισμού των μαθηματικών στην διαχείριση και επίλυση μη μαθηματικών προβλημάτων. Η ίδια η θεωρία υποθέτει πως ο ορθολογισμός έχει διαφορετικό νόημα σε κάθε παίκτη –ατομικό ή συλλογικό– που εξαρτάται από πλήθος εσωτερικών παραγόντων (προσωπικότητα, παιδεία, ιστορικές καταβολές, κλπ). Πάντως υπάρχουν σταθερές, που η απουσία τους καθιστά μίαν συμπεριφορά ανορθολογική. Στην περίπτωσή μας, σε πλειάδα κυβερνητικών στελεχών, όσο και να διαστείλουμε την έννοια του ορθολογισμού, δεν βρίσκουμε ψήγματά του ούτε στην σκέψη τους ούτε στην συμπεριφορά τους. Ο υπουργός εθνικής οικονομίας διακρίνεται για έναν ιδιόμορφο ορθολογισμό που χαρακτηρίζει και όλες τις κινήσεις της διαπραγματευτικής ομάδας στην οποία τυπικά προΐσταται. Θα προσπαθήσω λοιπόν να υπαγάγω τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, στην τελική φάση των διαπραγματεύσεων, στην θεωρία των παιγνίων στην βαρουφάκειο εκδοχή τους. 
Η διαφαινόμενη τακτική του Σύριζα είναι τα προς ψήφιση μέτρα να βρίσκονται μπροστά από τις κόκκινες γραμμές του και πίσω από τις προγραμματικές του θέσεις. Σκοπός του να αποδείξει την διάθεση για υποχωρήσεις με τελικό στόχο την επίτευξη της συμφωνίας με τους δανειστές, καθώς προς το εξωτερικό θα προβάλλει ως μείζον αυτές τις υποχωρήσεις, στο δε εσωτερικό ως μείζον την σταθερότητα στις αρχικές κόκκινες γραμμές. Όλα αυτά εντάσσονται στην θεωρία των παιγνίων εμπλουτισμένη με την υπο-θεωρία του τρίτου παίκτη. 
Σύμφωνα με αυτήν την υπο-θεωρία εκτός από τους δύο βασικούς παίκτες υπάρχει και ένας τρίτος, που είναι το ακροατήριο, δηλαδή οι άλλες κυβερνήσεις, τα διεθνή ΜΜΕ, οι μη εμπλεκόμενες στο παίγνιο προσωπικότητες, η κοινή γνώμη που παρακολουθεί. Ακολουθώντας αυτήν την υπο-θεωρία, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να καταδείξει σε όλους αυτούς που αποτελούν τον τρίτο παίκτη, τις καλές της προθέσεις και την ευελιξία της στις διαπραγματεύσεις. Από την άλλη μεριά κύριος στόχος της είναι να φανεί πως οι δανειστές μας, με αιχμή τη Γερμανία, κρατούν μίαν άκαμπτη στάση όχι γιατί οι προτάσεις τους αποτελούν την μοναδική λύση που υπάρχει, αλλά γιατί αυτή είναι μία επιλογή. Δηλαδή, φωνάζει η ελληνική κυβέρνηση προς τον τρίτο παίκτη, υπάρχουν εναλλακτικές αλλά τις αγνοούν οι δανειστές. Ο σχεδιασμός ξεκάθαρος. Σε περίπτωση ναυαγίου των διαπραγματεύσεων η χρέωση να γίνει σε αυτούς, τόσο στο διεθνές ακροατήριο όσο και στο εσωτερικό, όπου βέβαια μαζί με τους δανειστές θα "τσουβαλιαστούν" και οι εγχώριοι συνεργάτες τους.
Το blamegame από την φύση του κινείται εντός της υπο-θεωρίας του τρίτου παίκτη. Οι προσπάθειες που καταβάλλουν οι δύο πλευρές να χρεώσουν η μία στην άλλη την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, γίνονται για την εύνοια του, γιατί μία πιθανή παρέμβαση του υπέρ του νικητή του blamegame, θα αλλάξει τις ισορροπίες. Στην περίπτωση μας όμως ο συσχετισμός είναι τόσο συντριπτικός (18-1, 27-1), που καμιά επέμβαση δεν μπορεί να τον ανατρέψει. Πολύ δε περισσότερο που ορισμένες κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής κυρίως, έκαναν τους διεθνείς παράγοντες να εγκαταλείψουν την αρχική ευμενή τους θέση προς τα ελληνικά αιτήματα, ακυρώνοντας έτσι την προσπάθεια της κυβέρνησης να αλλάξει τον εις βάρος της συσχετισμό δυνάμεων στον ευρωπαϊκό χώρο, με την παρέμβαση του τρίτου παίκτη. 
Απομονωμένη λοιπόν και ουσιαστικά χρεοκοπημένη, η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί με την κατάθεση των νομοσχεδίων με τα μέτρα που αυτή έκρινε ως πρόσφορα για την συμφωνία, να κάνει την τελευταία της κίνηση προς τον διεθνή παράγοντα. Όμως στο βαθμό που αυτά τα μέτρα απέχουν πολύ από όσα απαιτούν οι δανειστές, ρισκάρει να βρεθεί τάχιστα μπροστά στην δική τους πρόταση που θα είναι αυτήν την φορά της μορφής take it or leave it.
Εκεί κάπου τελειώνει το παίγνιον.
* Ο κ. Σάκης Μουμτζής είναι συγγραφέας 

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Είναι η Παιδεία, ηλίθιε…


του Γιάννη Λάσκαρη από τη Μεταρρύθμιση
Αν με ρωτούσε κάποιος που ψάχνει στα μνημόνια την αιτία της κακοδαιμονία μας,  ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, θα του απαντούσα παραφράζοντας την φράση τον Μπίλ Κλίντον :  «Είναι η Παιδεία,  ηλίθιε»…
Η  άποψή μου αυτή ενισχύθηκε παρακολουθώντας την εμμονή της Κυβέρνησης να κατεδαφίσει και τα τελευταία υπολείμματα του νόμου Διαμαντοπούλου, που με συντριπτική πλειοψηφία ψήφισε η Βουλή πριν τέσσερα χρόνια.  Αλήθεια , αναλογίστηκε κάποιος από τους εκπαιδευτικούς φωστήρες της «αριστερής»  μας κυβέρνησης , ποιος είναι ο απώτερος σκοπός της μόρφωσης των παιδιών μας;  Μήπως είναι η καλλιέργεια του Μαρξισμού- Λενινισμού  και η καταδίκη του καπιταλισμού; Μήπως η αγωνιστικότητα των φοιτητών  στις πλατείες και στα καταληφθέντα πανεπιστήμια και σχολεία ; Μήπως η αποστροφή προς την επιχειρηματικότητα , την οικονομική πρόοδο και την έρευνα; Μήπως η καταγγελία της αριστείας και ο εθισμός  των αυριανών πολιτών στην μετριότητα και  στην ελάσσονα προσπάθεια ;
Με εντυπωσίασε  η ανακοίνωση των εκπαιδευτικών της  ΟΙΕΛΕ, με την οποία  καταγγέλλουν τους συναδέλφους τους που ανησυχούν για την κατεδάφιση του νόμου Διαμαντοπούλου, ως «ομάδα του  νεοφιλελεύθερου μπλοκ με στόχο τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης» και ότι «πίσω από τη συγκεκριμένη ομάδα κρύβονται επιχειρηματικές δυνάμεις που δρουν στο χώρο της εκπαίδευσης   και η ακραία νεοφιλελεύθερη πτέρυγα του πολιτικού συστήματος με βασικό αίτημα  την εφαρμογή του μνημονιακού εκπαιδευτικού προγράμματος». Μας «προειδοποιούν δε για  «τον κίνδυνο της μετατροπής της εκπαίδευσης από δημόσιο αγαθό σε εμπορεύσιμο είδος» και για την  « άλωση της παιδείας από τις δυνάμεις της αγοράς»  .  Το περίεργο στην ανακοίνωση αυτή είναι πως η ΟΙΕΛΕ εκφράζει τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται στον τομέα της ιδιωτικής εκπαίδευσης,  που αποκαλούν  «εμπορεύσιμο είδος». Στην ουσία δηλαδή καταγγέλλουν και ζητούν να καταργηθεί ο ιδιωτικός τομέας της εκπαίδευσης στον οποίο εργάζονται, με την ελπίδα να γίνουν όλοι δημόσιοι υπάλληλοι.
Αυτή είναι δυστυχώς η επικρατούσα άποψη στον χώρο της ελληνικής «αριστεράς της προόδου» που διακατέχει και την πλειοψηφία των  κυβερνητικών στελεχών, δηλαδή η απέχθεια  προς την ιδέα της σύνδεσης της εκπαίδευσης  με την παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα. Και όμως  στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας  οικονομίας,  ο διεθνής καταμερισμός  εργασίας που καθορίζει την κατανομή των εισοδημάτων,  εξαρτάται από το επίπεδο της ανταγωνιστικότητας των παραγόμενων προϊόντων .  Και όπως γράφει ο Αρίστος Δοξιάδης «Το πανεπιστήμιο  διδάσκει δημιουργία και παραγωγή… οι δε  απόφοιτοι είναι έτοιμοι να ενταχθούν σε μια οικονομία που δίνει ευκαιρίες σε πολλούς γιατί παράγει πολλά και διαφορετικά αγαθά, με ορίζοντα ολόκληρο τον πλανήτη» (Καθημερινή 17/5/15)
Η Παιδεία έχει  και μια  άλλη σημαντική αποστολή που αφορά την καλλιέργεια της συνείδησης του ευρωπαίου  πολίτη των ανοικτών οριζόντων , που γνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του απέναντι στο κράτος και που  τηρεί  τις φορολογικές του υποχρεώσεις. Του πολίτη που γνωρίζει την ιστορία του , τον πολιτισμό και τις αρετές των προγόνων  του, αλλά δεν είναι προσκολλημένος σε εθνοκεντρικές υπερβολές περί του «σημαντικότερου και εξυπνότερου  Έθνους της γης», που δεν αρκείται  στις δάφνες του παρελθόντος, για χάρη των οποίων όλοι μας οφείλουν τα πάντα  και ότι  ο ίδιος δεν χρειάζεται να κοπιάσει για να επιβιώσει σε μια ανταγωνιστική παγκόσμια οικονομία.
Ο εθνολαϊκισμός ως χαρακτηριστικό εκφοράς πολιτικού λόγου είναι ζήτημα παιδείας, που έχει καθοριστικές επιπτώσεις στην συμπεριφορά ψηφοφόρων και πολιτικών , με συνέπεια να αποκλείονται από την πολιτική ζωή οι ορθολογιστές και οι μεταρρυθμιστές, αλλά και να επιλέγονται πολιτικές που προσιδιάζουν και είναι αποδεκτές από ένα εκλογικό σώμα με  έλλειψη αναλυτικής σκέψης και κρίσης.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι   είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη που κυβερνιέται από ένα μίγμα λαϊκιστών και εθνικιστών και όπου οι εκπρόσωποι του εθνολαϊκισμού απολαμβάνουν υψηλά ποσοστά δημοτικότητας  , σε αντίθεση με τους ορθολογιστές .
Δεν είναι τυχαίο  ότι  δεχόμαστε πως  για όλα φταίνε οι ξένοι, ότι το χρέος είναι απεχθές και παράνομο, ότι οι Ευρωπαίοι θέλουν να μας «σκάσουν» , ότι οφείλουν να σεβαστούν την «νωπή ετυμηγορία» του λαού για λεφτά χωρίς όρους, ότι όλα μπορούν να επιστρέψουν στην προ του 2009 εποχή ακόπως,  με ένα νόμο και ένα άρθρο.
Δεν είναι τυχαίο ότι περιφέρουμε επισήμως στα νοσοκομεία ως θεραπευτικό  μέσο,   με τις ευλογίες  υπουργού και γιατρών βουλευτών ,  το λείψανο της Αγίας Βαρβάρας,  που   το  έχουμε προηγουμένως υποδεχθεί με τιμές αρχηγού κράτους…
Το απογοητευτικό είναι ότι θα αναμέναμε από μια Κυβέρνηση που αυτοαποκαλείται αριστερή, να προσανατολίσει την παιδεία μας προς την κατεύθυνση τους εκσυγχρονισμού της κοινωνίας και της απαλλαγής της από τα αναχρονιστικά στερεότυπα  . Δυστυχώς συμβαίνει το αντίθετο. Και έτσι η Παιδεία θα συνεχίσει να παράγει   πολίτες ανίκανους να αντιληφθούν τις σύγχρονες απαιτήσεις και να ψηφίζουν πολιτικούς που τους μοιάζουν, επειδή στερούνται παιδείας  και άλλους που  αναρτούν στο γραφείο τους στην Βουλή το πορτραίτο του Λένιν…

Ο Τσίπρας, η πραγματικότητα και οι ενοχές του


Plamen Tonchev από το The books' journal

Εικάζω ότι, ύστερα από τέσσερις μήνες στο Μαξίμου, ο Αλέξης Τσίπρας αντιλαμβάνεται πλέον τις θέσεις και τα επιχειρήματα των πιστωτών και των ευρωπαίων εταίρων της Ελλάδας. Και θέλω να πιστεύω ότι έχει αντιληφθεί ποια είναι η θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Θα ήταν ανεπίδεκτος μαθήσεως αν δεν είχε πάρει είδηση πώς έχουν τα πράγματα. Ωστόσο, δυσκολεύεται ακόμη να αποδεχθεί την πραγματικότητα και υποσυνείδητα προσπαθεί να τη διαστρεβλώσει, για να την προσαρμόσει στις δικές του φαντασιώσεις. Σε μια παρόμοια περίπτωση, στην ταινία του Σκορσέζε Shutter Island (Το νησί των καταραμένων), ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο έπλαθε στο μυαλό του διάφορα απίθανα σενάρια προκειμένου να καθυστερήσει την επώδυνη αποδοχή της ενοχής του.
 Στην τελική ευθεία προς τη σύναψη μιας επώδυνης συμφωνίας με τους πιστωτές, διατυπώνεται από πολλούς η άποψη ότι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας είναι έτοιμος να κάνει μια στροφή προς το ρεαλισμό, αλλά δεν τον αφήνουν οι σύντροφοί του στον ΣΥΡΙΖΑ. Προσωπικά, βρίσκω την εκτίμηση αυτή υπερβολικά αισιόδοξη. Αν πράγματι γίνει αυτή η στροφή προς το ρεαλισμό, είναι δεδομένο ότι ο Τσίπρας θα την κάνει με πολύ βαριά καρδιά. Και είμαι σίγουρος ότι κανείς δεν θα ήθελε να είναι στη θέση του.
Εικάζω ότι, ύστερα από τέσσερις μήνες στο Μαξίμου, ο Αλέξης Τσίπρας αντιλαμβάνεται πλέον τις θέσεις και τα επιχειρήματα των πιστωτών και των ευρωπαίων εταίρων της Ελλάδας. Και θέλω να πιστεύω ότι έχει αντιληφθεί ποια είναι η θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Θα ήταν ανεπίδεκτος μαθήσεως αν δεν είχε πάρει είδηση πώς έχουν τα πράγματα. Ωστόσο, δυσκολεύεται ακόμη να αποδεχθεί την πραγματικότητα και υποσυνείδητα προσπαθεί να τη διαστρεβλώσει, για να την προσαρμόσει στις δικές του φαντασιώσεις. Σε μια παρόμοια περίπτωση, στην ταινία του Σκορσέζε Shutter Island (Το νησί των καταραμένων), ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο έπλαθε στο μυαλό του διάφορα απίθανα σενάρια προκειμένου να καθυστερήσει την επώδυνη αποδοχή της ενοχής του. Μα πρόκειται αλήθεια για αίσθημα ενοχής; Νομίζω πως ναι. Και μάλιστα, σε τρία επίπεδα – κάτι που θυμίζει άλλη μια ταινία με τον Ντι Κάπριο, την Inception.
Έχει σημασία να δει κανείς την εξέλιξη του Τσίπρα, για να καταλάβει την ψυχοσύνθεσή του. Ξεκίνησε από την ΚΝΕ λίγο πριν την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989, μεγάλωσε στις μαθητικές κινητοποιήσεις και φοίτησε στο Πολυτεχνείο που επίσης έχει τη δική του ξεχωριστή επαναστατική παράδοση. Πολιτικός, όμως, έγινε στους δρόμους της Αθήνας – εξ ου και η συγκρουσιακή νοοτροπία του, στα όρια του πεζοδρομιακού χουλιγκανισμού. Το 2001 πήρε μέρος στις κινητοποιήσεις κατά της παγκοσμιοποίησης (Γένοβα) κι αυτό το γεγονός επίσης διαδραμάτισε το ρόλο του, καθώς διάκειται εχθρικά απέναντι στον παγκόσμιο καπιταλισμό και βλέπει ως μοναδικούς πιθανούς συμμάχους διάφορα περιθωριακά κόμματα και αποσυνάγωγα καθεστώτα. Το 2006 μπήκε στα σαλόνια της εγχώριας πολιτικής ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων. Στη συνέχεια εκπαραθύρωσε τον πολιτικό του μέντορα Αλέκο Αλαβάνο, εδραιώθηκε στην προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, έγινε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2012 και κατέκτησε την εξουσία στις αρχές του 2015. Ώς εδώ, όλα τού πήγαν κατ' ευχήν. Και σ' αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα – όπως και οι λόγοι, για τους οποίους υποψιάζομαι πως θα αισθάνεται ενοχές.
Στο πρώτο επίπεδο, το πιο επιφανειακό, έκανε σφάλματα τακτικής. Π.χ. σχημάτισε κυβέρνηση με τους Ανεξάρτητους Ελληνες, οι οποίοι με την παρουσία τους και μόνο ακύρωσαν το σύνθημα «πρώτη φορά Αριστερά», ο δε Καμμένος είναι ο μεγάλος κερδισμένος σε επιρροή και δημοτικότητα. Επιπλέον, κλήθηκε να διαχειριστεί τους συντρόφους του και να τους κατανείμει σε διάφορα κυβερνητικά και πολιτειακά πόστα. Φαντάζομαι ότι έπειτα από χρόνια ο Τσίπρας θα αποκαλύψει –είτε σε συνεντεύξεις του είτε στα απομνημονεύματά του– πολλές πτυχές της σημερινής περιόδου. Λόγου χάρη, θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε αν θα ξεστομίσει κάποιο mea culpa ως προς την επιλογή προσώπων για νευραλγικές θέσεις, όπως του Βαρουφάκη στο υπουργείο Οικονομικών ή της Ζωής Κωνσταντοπούλου στην προεδρία της Βουλή. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι η θεωρία παιγνίων του ΥΠΟΙΚ δεν βοήθησε στις διαπραγματεύσεις και η αυταρχική συμπεριφορά της ΠτΒ, σε συνδυασμό με αμφιλεγόμενες πολιτικές αποφάσεις της, πολλές φορές έφεραν τον πρωθυπουργό σε δύσκολη θέση.
Στο δεύτερο επίπεδο, τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα. Κι αυτό γιατί το βασικό πρόβλημα του Τσίπρα πρέπει να είναι συνειδησιακό. Για πολλά χρόνια πίστευε ότι πετυχαίνεις τους στόχους σου με φωνασκίες και εκβιασμούς, μπαρδόν, αγωνιστικές διεκδικήσεις – τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Του είναι δύσκολο, λοιπόν, σε λίγες εβδομάδες να αναθεωρήσει ριζικά αυτά που πίστευε μέχρι τα 40 του, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας. Υποψιάζομαι πως η ίδια η σκέψη ότι καλείται να απαρνηθεί βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του και να δεχθεί επώδυνους συμβιβασμούς ήδη του δημιουργεί δυνατά αισθήματα ενοχής.
Αλλά το πιο σκοτεινό και επικίνδυνο επίπεδο είναι το τρίτο, της ιστορικής ευθύνης. Σε αυτό το επίπεδο ο Τσίπρας έρχεται αντιμέτωπος με την ενοχή του για τον τρόπο με τον οποίο παρέσυρε μια παραζαλισμένη κοινωνία σε παραδοξολογίες και «σχήματα λόγου» που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν ήταν ο μόνος που έταξε λαγούς με πετραχήλια. Ο λαϊκισμός στην Ελλάδα εξετράφη διαχρονικά, τόσο από από τον ΣΥΡΙΖΑ όσο –και πρωτίστως– από το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία, ενώ έχει βάλει και το ΚΚΕ το χεράκι του. Αλλά τα τελευταία χρόνια, θα έλεγα από το Δεκέμβριο του 2008 και μετά, ο Τσίπρας φέρει τεράστια ευθύνη για τη γιγάντωση του λαϊκισμού και της οχλοκρατίας στην πολιτική ζωή της χώρας. Ως ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ στήριξε, άμεσα ή συγκεκαλυμμένα, κάθε λογής κινήματα, διαμαρτυρίες, απονομιμοποίηση της εξουσίας και αμφισβήτηση των θεσμικών λειτουργιών του συγκροτημένου κράτους. Προκάλεσε τις πρόωρες εκλογές στις 25 Ιανουαρίου 2015 και τις κέρδισε, δημιουργώντας σε πολλούς πολίτες υπέρμετρες ελπίδες για πράγματα που δεν μπορεί να υλοποιήσει ούτε κατ' ελάχιστον. Η ιστορία θα τον κρίνει αυστηρά για την οικονομική κατάρρευση που σημειώθηκε τις πρώτες 100 μέρες της πρωθυπουργίας του, παρά τη σημαντική κοινωνική υποστήριξη που απολάμβανε στην αρχή. Και το χειρότερο, ίσως, είναι ότι εντός μόλις τεσσάρων μηνών «κατόρθωσε» να χαντακώσει τη διεθνή εικόνα της Ελλάδας και να τη βυθίσει στην απόλυτη ανυποληψία.
Στην ταινία Το νησί των καταραμένων, ο Ντι Κάπριο αναγκάζεται στο τέλος να αποδεχθεί την επώδυνη αλήθεια και να αναγνωρίσει την πραγματικότητα. Κι επειδή δεν μπορεί να ζήσει με τις ενοχές του, κάνει την επιλογή να δραπετεύσει απ' αυτήν. Για το πώς θα εξελιχθεί το δράμα του Αλέξη Τσίπρα, η συνέχεια στις οθόνες σας. 

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Η οικονομία χρειάζεται τώρα μια νέα προσαρμογή


του Παναγιώτη Γκλαβίνη από το Capital
Αν υπήρχε τρόπος να μεταφερθούμε δέκα χρόνια μπροστά και να κοιτάξουμε πίσω στις μέρες που ζούμε σήμερα, το πιο σίγουρο είναι πως θα βλέπαμε τελικά ότι δεν τη γλυτώσαμε αυτή τη φορά.. Και θα μας φαινόταν τόσο φυσιολογικό κάτι τέτοιο, που θ’ αναρωτιόμασταν πόσο αφελείς μπορούσαμε να ήμαστε τις μέρες αυτές, ώστε να πιστεύουμε ακόμη σ’ ένα θαύμα, αντί να παραδοθούμε στο μοιραίο ή και να προετοιμαστούμε γι’ αυτό.
Κι όμως! Ακόμη και σήμερα, το βασικό σενάριο όσων αποφασίζουν για μας δεν είναι το Grexit, αλλά η διάσωσή μας εντός του Ευρώ. Πέντε χρόνια μετά το Καστελόριζο, η κυρίαρχη σχολή σκέψης στην Ευρώπη, που πάντα πίστευε πως, χάριν του Ευρώ, η Ελλάδα έπρεπε να σωθεί με όποιο κόστος, δεν έχει ακόμη ηττηθεί από την αντίπαλη σχολή, που πρεσβεύει πως, χάριν του Ευρώ και πάλι, η χώρα θα πρέπει να αφεθεί να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη. 
Η πρώτη φοβάται τις απρόβλεπτες συνέπειες που θα είχε ένα Grexit για τη Ζώνη του Ευρώ, ενώ η δεύτερη, την τρωθείσα αξιοπιστία της Ευρωζώνης επειδή κάποιο μέλος της δεν ακολουθεί τους κανόνες της, είτε γιατί δεν θέλει ή γιατί δεν μπορεί. Είναι αυτή ακριβώς η σχολή που, αντίθετα με την άλλη, πιστεύει πως το Ευρώ, όχι μόνο δεν θα καταρρεύσει αν η Ελλάδα εγκαταλείψει την Ευρωζώνη, αλλά θα ενισχυθεί κιόλας!
Βέβαια, οι κυβερνώντες δεν κάνουν την ίδια ανάλυση. Βλέπουν παντού συνωμοσίες που εξυφαίνουν ύποπτα κέντρα ενάντια στην αριστερά πρώτη φορά (;) στην εξουσία. Δεν μας εκπλήσσει η ανάλυσή τους, διότι ποτέ τους δεν υπήρξαν ευρωπαϊστές, το αντίθετο μάλιστα. Πρόσφατα δε, πολιτειακοί παράγοντες επέλεξαν, στα γενέθλια της Ευρώπης, να γιορτάσουν την 9η Μαΐου παρέα με τον Πούτιν, επενδύοντας έτσι σε μνήμες διχασμού που σκόρπισε στη Γηραιά Ήπειρο η αντιπαλότητα των εθνών της, παρά σε μνήμες συμφιλίωσης των λαών που φτιάξανε την Ευρώπη, αφήνοντας πίσω τούς ποταμούς αίματος που τους χώριζαν. 
Το ίδιο, όμως, δεν κάνουν και στη χώρα τους; Αντί να διαπραγματευτούν τις πολεμικές αποζημιώσεις στο διπλωματικό επίπεδο, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, όπως μας το υπέδειξε το Δικαστήριο της Χάγης, διαπαιδαγωγούν το λαό με τον πόνο της γενιάς που βίωσε τον Πόλεμο, προετοιμάζοντάς τον για τη σύγκρουση που έρχεται...
Στο λαό, λοιπόν, περνάει τώρα ο λόγος. Μόνον αυτός μπορεί ν’ αλλάξει τον ρου της ιστορίας που μας οδηγεί σε μια νέα εθνική καταστροφή. Κανείς άλλος. Μόνον ο λαός που στήριξε τυφλά την Κυβέρνηση αυτές τις 100 μέρες που κατέστρεψαν τη χώρα. Διότι, αν η λαϊκή στήριξη δεν ήταν τυφλή, δεν θα είχαμε φτάσει ως εδώ. Αυτήν επικαλούνται οι κυβερνώντες για να δικαιολογήσουν την αδράνειά τους, εφησυχάζοντας οι ίδιοι. 
Αν η κοινή γνώμη στεκόταν πιο κριτικά απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς, η συμφωνία θα είχε κλείσει ήδη από τις 11 Φεβρουαρίου, όταν ο κ. Δραγασάκης υπέγραψε στο Eurogroup, αλλά λίγες ώρες μετά, όταν το ρολόι γύρισε 12 και το ημερολόγιο έδειξε 70 χρόνια μετά τη Βάρκιζα, υποχρεώθηκε ν’ ανακαλέσει. Τότε, λοιπόν, ο λαός δεν αντέδρασε. Δεν αντέδρασε ούτε στις 20 Φλεβάρη, όταν η συμφωνία που και πάλι επετεύχθη στο Eurogroup, δεν ήρθε στη Βουλή για κύρωση από το φόβο των διαρροών στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Και δεν αντέδρασε ούτε ένα μήνα αργότερα με τον άνθρακα που έφερε ο Πρωθυπουργός πίσω στη χώρα από την μίνι Σύνοδο Κορυφής που προκάλεσε στις Βρυξέλλες και την επίσημη επίσκεψη που πραγματοποίησε αμέσως μετά στη Γερμανία. 
Το πιο τραγικό απ’ όλα στη νέα εθνική τραγωδία που ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε, είναι η υπερχειλίζουσα λαϊκή στήριξη απέναντι σε όλα όσα μας ωθούν νομοτελειακά στην καταστροφή. Μια στήριξη που επέτρεψε στους κυβερνώντες να διατηρήσουν και στην κυβέρνηση την πολυτέλεια της αριστερής ανευθυνότητας που είχαν στην αντιπολίτευση.
Η στήριξη αυτή, όμως, δίνει άλλοθι και σε όσους επηρεάζουν τη λήψη δυσάρεστων για τη χώρα μας αποφάσεων στα κρίσιμα διεθνή fora. Θα ήταν διαφορετικά αν όλοι αυτοί είχαν να κάνουν με μια περιστασιακή κυβέρνηση ιδεοληπτικών, που προέκυψε από κάποιο εκλογικό ατύχημα και οδηγεί έναν ολόκληρο λαό στην καταστροφή. Προς ευχάριστη έκπληξή τους διαπιστώνουν πως έχουν να κάνουν με τον ίδιο το λαό, που εμφανίζεται σχεδόν σύσσωμος να το στηρίζει όλο αυτό! Έτσι, δεν θα δυσκολευτούν και πολύ να δικαιολογήσουν τις αποφάσεις τους. Ο Ελληνικός λαός θα το έχει επιλέξει...
Αφήνοντας πίσω την απίστευτη ελαφρότητα με την οποία διαχειρίστηκε η Κυβέρνηση την κρίση όλο το προηγούμενο διάστημα, τρέχει τώρα να προλάβει το δικό της Μπρεστ-Λιτόφσκ, καθώς εισήλθαμε στη ζώνη του ατυχήματος. Πλην όμως οι εταίροι μας φαίνεται να μην ικανοποιούνται πλέον ούτε μ’ αυτό. Και τούτο για δύο λόγους:
1. Διότι δεν εμπιστεύονται την Κυβέρνηση, επειδή είναι πεπεισμένοι ότι –και να υπογράψει τη συμφωνία– δεν πρόκειται να την τηρήσει. Η εμπειρία τους στο σημείο αυτό ήταν ήδη κακή από προηγούμενες Κυβερνήσεις, που αν και μνημονιακές, δεν εφήρμοζαν πάντα όσα υπέγραφαν. Το διάστημα αυτό έγινε χειρότερη με μια εκ πεποιθήσεως αντιμνημονιακή Κυβέρνηση. Πώς είναι δυνατό να την εμπιστευθούν πως θα τηρήσει ό,τι υπογράψει;
2. Διότι, και να κλείσουμε την αξιολόγηση, δεν μας καθιστά βιώσιμους η δόση που θα εισπράξουμε, αφού, μόλις την πάρουμε, θα πρέπει χέρι-χέρι σχεδόν να εξοφλήσουμε με αυτήν την ΕΚΤ. Ούτε είναι ρεαλιστικό για να την πάρουμε, να λάβουμε μέτρα που δεν μπορούν να υλοποιηθούν και ν’ αποδώσουν σ’ ένα χρόνο. Το πρόγραμμα δεν βγαίνει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Χρειαζόμαστε μια μεγαλύτερη περίοδο προσαρμογής.
Τώρα πια, μετά από μήνες καταστροφικής αδράνειας, χρειαζόμαστε ένα νέο Πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας που στο μεταξύ αποσταθεροποιήσαμε. Ένα νέο Μνημόνιο που θα μας δίνει περισσότερο χρόνο για να προσαρμοστούμε και περισσότερα χρήματα ν’ αντεπεξέλθουμε. Με άλλα λόγια, μια νέα χειρουργική επέμβαση! Διότι, πριν να γίνουμε τελείως καλά, εμείς ξεθαρρέψαμε. Όχι μόνο σταματήσαμε τη θεραπεία, αλλά ξαναρχίσαμε και τις παλιές συνήθειες που μας προκάλεσαν το έμφραγμα, με αποτέλεσμα να υποτροπιάσουμε και να θέλουμε τώρα ξανά χειρουργείο…
* Ο κ. Γκλαβίνης είναι αν. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Η πρώτη γενιά του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου




του Θόδωρου Σούμα

 Την τελευταία εικοσαετία, εμφανίστηκε στην Ελλάδα ένα κινηματογραφικό ρεύμα νέων σκηνοθετών. Θα ασχοληθούμε εδώ με την πρώτη γενιά του ρεύματος. Οι νέοι σκηνοθέτες, στην πλειονότητά τους, υιοθετούν μια αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος. Οι δυναμικότεροι νέοι κινηματογραφιστές προσπαθούν να διηγηθούν με επάρκεια και στιβαρότητα τις ιστορίες τους, να ενστερνιστούν την αφηγηματική μυθοπλασία και τη βατή αφήγηση μιας ιστορίας.  Ο κινηματογράφος των νεότερων είναι, δηλαδή, συνήθως μυθοπλαστικός κι αφηγηματικός, και ακολουθεί, στις περισσότερες των περιπτώσεων, τους αφηγηματικούς κανόνες. Μάλλον είναι περισσότερο επηρεασμένος από τον αφηγηματικό αμερικάνικο {κλασικό ή ανεξάρτητο} και το μυθοπλαστικό ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Πρόκειται κυρίως για ταινίες καταστάσεων και χαρακτήρων.
Φυσικά υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις, π.χ. ο Φραντζής. (Μα και ένας από τους πιο αναγνωρισμένους και αναγνωρίσιμους σκηνοθέτες της δεύτερης γενιάς, ο Γ. Λάνθιμος, που φέτος έφθασε με το φιλμ Lobster μέχρι το Φεστιβάλ των Καννών, ουσιαστικά φτιάχνει  «εναλλακτικές», διαφορετικές μυθοπλασίες). Οι νέοι σκηνοθέτες, πάντως, διαφοροποιήθηκαν από το σκηνοθετικό, σεναριακό και τηλεοπτικό ακαδημαϊσμό, και ενστερνίστηκαν τις εξελίξεις της κινηματογραφικής γλώσσας, ιδίως του διεθνούς ανεξάρτητου σινεμά, ευρωπαϊκού και αμερικάνικου.
Το σημερινό σινεμά έχει νεύρο, αρκετά συχνά μαύρο χιούμορ, κυνικότητα και κυνική βία, ένα παγκοσμιοποιημένο και μη αυστηρά ελληνικό ύφος και χρώμα. Ακόμη, τη διάθεση να πει ιστορίες, να αφηγηθεί και να πλάσει καταστάσεις και κινηματογραφικούς χαρακτήρες.
Οι σημαντικότεροι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες ταινιών με υπόθεση είναι πιθανά οι Κωνσταντίνος Γιάνναρης, Γιώργος Λάνθιμος, Γιάννης Οικονομίδης, Νίκος Γραμματικός, Περικλής Χούρσογλου, Σωτήρης Γκορίτσας, Πάνος Κούτρας, Δημήτρης Αθανίτης, Φίλιππος Τσίτος, Αλέξανδρος Αβρανάς, Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, Κατερίνα Ευαγγελάκου, Αγγελική Αντωνίου, Αντώνης Κόκκινος, Κώστας Καπάκας, Τάσος Μπουλμέτης, Όλγα Μαλέα, Ρένος Χαραλαμπίδης, Θάνος Αναστόπουλος, Πέννυ Παναγιωτοπούλου, Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, Άγγελος Φραντζής, Δημήτρης Ινδαρές, Στράτος Τζίτζης, κ.α..

Αναφορικά με την πρώτη γενιά των νέων σκηνοθετών, μπορούμε να σημειώσουμε τους εξής αξιόλογους κινηματογραφιστές:
Τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη. Γύρισε τις ταινίες Από την άκρη της πόλης, 1995, Δεκαπενταύγουστος,2001, Όμηρος,2005, Man in the sea, 2010, και την πρώτη του μεγάλου μήκους, αγγλική, Κοντά στον παράδεισο, 1995. Ο Γιάνναρης κυριαρχεί στα κινηματογραφικά μέσα του όσο λίγοι Έλληνες σκηνοθέτες. Έχει σκηνοθετική, μονταζική, μα και ιδεολογικοπολιτική άποψη για την κατασκευή των ταινιών του, την οποία πραγματώνει με ιδιαίτερα δεξιοτεχνικό τρόπο. Υιοθετεί ένα βλέμμα κριτικό και ανυπόταχτο, μια ανένταχτη οπτική, την ευαισθησία απέναντι στα κοινωνικά και ρατσιστικά προβλήματα αποκλεισμού, τα οποία υπηρετεί με σφρίγος, σκηνοθετική άποψη και αισθητική επάρκεια. Ο Γιάνναρης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα του «άλλου», του διαφορετικού, του ομοφυλόφιλου (Από την άκρη της πόλης), του αλλόφυλου και μετανάστη (Όμηρος, Man at sea), του ναρκομανούς και της πόρνης… Πολλές ταινίες του μοιάζουν με ταξίδι μύησης. Τα Από την άκρη της πόλης και Δεκαπενταύγουστος είναι από τα καλύτερα, δυνατότερα, αποτελεσματικότερα ως προς τις προθέσεις τους και πιο λειτουργικά από σκηνοθετική άποψη, φιλμ του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, που ζωγραφίζουν με γλαφυρές, αδρές πινελιές τον κοινωνικό χώρο τους, φτιαγμένα από έναν σκηνοθέτη με αφομοιωμένη διεθνή κινηματογραφική παιδεία, που ελέγχει τα εκφραστικά όπλα του.
Το Man at sea περιγράφει, με κοινωνικοπολιτικές προθέσεις, τις εθνοτικές και κοινωνικές συγκρούσεις σε ένα δεξαμενόπλοιο υπό την διεύθυνση ενός Έλληνα ιδεαλιστή πλοιάρχου. Ο πλοίαρχος δέχθηκε στο πλοίο του, λόγω συμπόνοιας και αλληλεγγύης, μια ομάδα μωαμεθανών, λαθρομεταναστών ναυαγών. Στο πλοίο αναπτύσσονται λογιών-λογιών συγκρούσεις και σχέσεις εξουσίας. Ο Γιάνναρης φτιάχνει ένα δραματικό κοινωνικό φιλμ στον περίκλειστο χώρο του δεξαμενόπλοιου.
Ο Περικλής Χούρσογλου σκηνοθέτησε τα φιλμ Λευτέρης Δημακόπουλος,1993, Ο κύριος με τα γκρι,1997, Μάτια από νύχτα,2002, Ο διαχειριστής, 2009. Βασίζεται στο πλάσιμο χαρακτήρων και μυθοπλαστικών και δραματικών καταστάσεων, στηριγμένος στα βιώματα και τα συναισθήματα. Το πιο ενδιαφέρον ήταν το πρώτο φιλμ του Λευτέρης Δημακόπουλος, με το οποίο μας παρουσιάζει την ανατομία μιας κατηγορίας νέων ανθρώπων, της γενιάς του Πολυτεχνείου, που πρώτα επαναστάτησαν και κατόπιν συμβιβάστηκαν με τις απαιτήσεις και τα οικονομικά δεδομένα της νεοελληνικής κοινωνίας… Με το τρίτο φιλμ του Μάτια από νύχτα, ο Περικλής Χούρσογλου φτιάχνει άλλη μια χαμηλότονη κι ευαίσθητη ταινία, γύρω από συνηθισμένους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους. Ο Χούρσογλου σκύβει με ενδιαφέρον, στοργή και ζεστασιά πάνω από τα ταπεινά προβλήματα των καθημερινών προσώπων του. Η ιστορία είναι απλή, πρόκειται για τη συνάντηση των διαδρομών τριών ανθρώπων, ενός νταλικέρη, της αρραβωνιαστικιάς του και της νεαρής, ευκαιριακής ερωμένης του. Πρόσωπα που επιζητούν να βγουν από τη μοναξιά τους, που προδίδουν και προδίδονται, που αγαπούν. Η εμμονή του σκηνοθέτη στην ενασχόληση με συνηθισμένους, μικροαστικούς χαρακτήρες, μερικές φορές δίνει στις ταινίες του μια χροιά πολύ χαμηλότονη και χαμηλόφωνη.
Ο Νίκος Γραμματικός (Κλειστή στροφή, 1991, Η εποχή των δολοφόνων,1993, Απόντες,1996, Ο βασιλιάς,2002, Αγρύπνια,2005, Μήδεια… Κρείσσων των εμών βουλευμάτων, 2013) έχει δουλέψει πολύ πάνω στο κοινωνικό και το αστυνομικό είδος (συχνά συνδυάζοντας και τα δύο), με πολύ μεράκι, κινηματογραφοφιλική διάθεση, σκηνοθετική επιδεξιότητα και γνώση των κοινωνικών μηχανισμών και λειτουργιών. Oι δύο πρώτες ταινίες του είναι πετυχημένα και πρωτότυπα, ελληνικά νεονουάρ. Η τρίτη του, Απόντες, ένα ευαίσθητο, ρεαλιστικό και νοσταλγικό χρονικό της γενιάς του… Ο Βασιλιάς, η τέταρτη φιξιόν ταινία του ταλαντούχου Νίκου Γραμματικού, είναι, ταυτοχρόνως, μια κοινωνική ταινία και μια παραβολή. Δείχνει το φόβο που γεννά στην ελληνική κοινωνία ο διαφορετικός άνθρωπος, ο ξένος, ο «άλλος». Σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό έρχεται να κατοικήσει και να εργαστεί ένας παράξενος, αντικομφορμιστής νέος, που γίνεται το μαύρο πρόβατο της κλειστής κοινωνίας. Ο ιδιότυπος νεαρός μετατρέπεται σε χριστιανό μάρτυρα και κατασπαράζεται από μια κοινωνία που αμύνεται επιτιθέμενη, για να προστατεύσει τους κανόνες της…
Ο Σωτήρης Γκορίτσας (Δέσποινα, 1990, Απ’το χιόνι,1993, Βαλκανιζατέρ,1998, Μπραζιλέρο,2001, Παρέες, 2006, Απ΄ τα κόκαλα βγαλμένα, 2010) έχει γνήσια κωμική φλέβα και ευαισθησίες για τα νεοελληνικά κοινωνικά ζητήματα, και γι’ αυτό καταφέρνει να δημιουργεί προβληματιζόμενα φιλμ που κεντρίζουν τα κοινωνικά ενδιαφέροντα του θεατή και ταυτόχρονα τον διασκεδάζουν. Το Βαλκανιζατέρ και το Μπραζιλέρο σημάδευσαν την εξέλιξη του σινεμά των νέων Ελλήνων σκηνοθετών, με τη σάτιρα, τη ζωντάνια, το χλευασμό, το μπρίο και την επαφή που έπιασαν με τους θεατές και το ταμείο. Το τελευταίο του φιλμ Απ΄ τα κόκαλα βγαλμένα είναι μια κοινωνική σάτιρα για το ΕΣΥ, με συγκρατημένο, «δαγκωμένο» χιούμορ. Οι Παρέες κινούνται σε έναν σοβαρό τόνο. Η κωμική, σατιρική διάθεση και το κέφι είναι το ύφος που σίγουρα ταιριάζει περισσότερο στον Σ. Γκορίτσα.
Ο Δημήτρης Αθανίτης: Το κινηματογραφικό έργο του, οι έξη μεγάλου μήκους ταινίες του, μπορούν να διακριθούν σε δύο περιόδους εξέλιξής τους. Στην πρώτη περίοδο, τα δύο πρώτα φιλμ του, Αντίο Βερολίνο (1994) και Καμιά συμπάθεια για τον διάβολο (1997), είναι ασπρόμαυρα, σκληρά, λιτά φιλμ. Από αφηγηματική οπτική, πρόκειται για απλές μυθοπλασίες, που εξιστορούν μια μοναδική ιστορία που αναπτύσσεται εξελισσόμενη προς το τέλος της. Με το Όνειρα καλοκαιρινής νύχτας (1999) περνά σε μια μυθοπλασία πολυπρόσωπη, με πολλούς χαρακτήρες, που όμως διέπεται από  ενότητα χώρου και δράσης. Στην δεύτερη περίοδο του έργου του, στα φιλμ 2000+1 στιγμές (2000), Η πόλη των θαυμάτων (2005) και τις Τρεις μέρες ευτυχίας (2011), η μυθοπλασία διασπάται σε παράλληλες αφηγήσεις που ακολουθούν τις πορείες των διαφορετικών χαρακτήρων. Η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη και ακολουθεί τις πολλαπλές τροχιές και ιστορίες των διαφόρων προσώπων της μυθοπλασίας, οι οποίες κάπου, συνήθως προς το τέλος, συναντιούνται. Το 2015 γυρίζει το τελευταίο του φιλμ Invisible.
Ο Φίλιππος Τσίτος γύρισε το 2001, στη Γερμανία, το My sweet home, με θέμα τους μετανάστες. Η θεματική της μετανάστευσης διατρέχει και τις τρεις ταινίες του. Το 2008 σκηνοθέτησε, στην Ελλάδα, την κεφάτη, εύθυμη κοινωνική σάτιρα, Ακαδημία Πλάτωνος. Το 2011 γύρισε το γλυκόπικρο, χαμηλότονο, «καουρισμακικό» τρόπον τινά φιλμ Άδικος κόσμος. Ο Άδικος κόσμος είναι ένας κλαυσίγελος, μια ειρωνική ντραμεντί πάνω σε έναν αστυνομικό που θέλει να κάνει πάντα το ηθικά σωστό μα καταφέρνει να τα θαλασσώσει (κάνει ακούσιο φόνο εκ παραδρομής). Μετά θα ξαναβγεί από αυτήν την αδιεξοδική κατάσταση χάρη στον έρωτα, δηλαδή συναντούμενος στα μισά του δρόμου με μια ωραία καθαρίστρια που υπήρξε μάρτυρας του φόνου του! Το τελευταίο φιλμ του Τσίτου, που περιστρέφεται γύρω από χαρακτήρες losers, έχει αισθητικό ήθος κι ευγένεια, δηλαδή σκηνοθετικό στυλ. Και είναι τρυφερό, μελαγχολικό, αστείο και μινιμαλιστικό, κοινωνικό και συνάμα σουρεαλιστικό σε ένα πετυχημένο κράμα.
Η Κατερίνα Ευαγγελάκου (Θα το μετανιώσεις,2001, Ώρες κοινής ησυχίας,2006, και, 1994, το πρώτο της φιλμ, το πρωτόλειο Ιαγουάρος) φτιάχνει εύστοχες, ζωντανές και δημιουργικές ταινίες όταν τις μπολιάζει με το χιούμορ της. Έχει έντονη αίσθηση των κοινωνικών δεδομένων και δρώμενων. Το πολυβραβευμένο, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Θα το μετανιώσεις, δεύτερο φιλμ της Ευαγγελάκου, μια εύθυμη και έξυπνη κοινωνική κομεντί, κέρδισε κοινό και κριτικούς. Το Θα το μετανιώσεις αναφέρεται στη ζωή μιας σαραντάρας γυναίκας που έχει παραιτηθεί από τα όνειρά της και έχει περιοριστεί στους κλειστούς ορίζοντες της επαρχίας, συμπιέζοντας την ενέργειά της. Η Ευαγγελάκου φτιάχνει, με χάρη και κέφι, ένα ομαδικό πορτρέτο ανθρώπων που έχουν αναγκαστεί να θυσιάσουν τις κρυφές επιθυμίες τους και να προσαρμοστούν στη μίζερη καθημερινότητα. Η αφήγησή της διακλαδώνεται, ακολουθώντας τους διαφορετικούς χαρακτήρες της και ταξιδεύοντας από το παρόν στο παρελθόν, όπως και το αντίστροφο.
Ο Κώστας Καπάκας (Peppermint,1999, Uranya, 2006, Magic hour, 2011) περιγράφει με τρυφερότητα, νοσταλγία και χιούμορ τον κόσμο της ανεμελιάς, της φιλίας και των χαμένων παιδικών μας χρόνων. Το τελευταίο του φιλμ Magic hour είναι ένα φευγάτο buddy και road movie, που αρκετές φορές αναφέρεται -με σατιρικό τρόπο- στον ελληνικό κινηματογράφο και τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα, και άλλοτε λειτουργεί καλά, άλλοτε λιγότερο λόγω στερεοτύπων.
Η σχετικά εμπορικότερη σκηνοθέτις Όλγα Μαλέα (και κάπως υποτιμημένη λόγω εμπορικότητας) κατάφερε, όπως κι ο Περράκης, με τις κοινωνικές κωμωδίες της, να συνδυάσει τις απαιτήσεις για ποιότητα με την εμπορικότητα, με πρώτη ύλη το χιούμορ, τη σεξουαλικότητα και τη γυναικεία ματιά. Οι διασκεδαστικές, εύθυμες και δροσερές ταινίες της Μαλέα εντάσσονται συχνά στο είδος της ερωτικής κωμωδίας, δηλαδή, κυρίαρχα θεματικά μοτίβα τους είναι το σεξ και οι κωμικές καταστάσεις, βλέπε τα φιλμ της Λουκουμάδες με μέλι, Ριζότο, Ο οργασμός της αγελάδας και Διακριτική γοητεία των αρσενικών.  Αρχικά γύρισε τρεις αστείες ταινίες, αισθαντικά και ιδιαίτερα γυναικείες: Ο oργασμός της αγελάδας (1996) αναφέρεται στο ξύπνημα της σεξουαλικότητας των έφηβων κοριτσιών στην ελληνική επαρχία. Η αξιοπρόσεκτη και σκηνοθετικά πρωτότυπη Διακριτική γοητεία των αρσενικών (1998) αναφέρεται στις ερωτικές αναζητήσεις τριών γυναικών που είναι αδελφές. Το Ριζότο (2000) έχει σαν ηρωίδες δύο παντρεμένες φίλες, εργαζόμενες και μοντέρνες, που απογοητευμένες από το ζυγό και τη ρουτίνα του γάμου ψάχνονται στα πεδία της χειραφέτησης, του λεσβιασμού και του έρωτα. Στους Λουκουμάδες με μέλι (2005) την απασχολεί ο έρωτας και η παιδεραστία. Κατόπιν η Μαλέα αλλάζει θεματική. Φτιάχνει την πολιτική σάτιρα Πρώτη φορά νονός (2007). Το 2012 γύρισε ψηφιακά, με γνώση των ιδιαιτεροτήτων του ψηφιακού μέσου, το αξιόλογο ψυχολογικο-κοινωνικό φιλμ Ματζουράνα, περί της κακοποίησης ενός κοριτσιού από το τηλεοπτικό σύστημα και κυρίως από τη μητέρα της, η οποία θέλει να την κάνει σταρ της TV.
Ο Αντώνης Κόκκινος γύρισε τα φιλμ Τέλος εποχής,1994, Ο αδελφός μου και εγώ,1997, Πάμπτωχοι Α.Ε.,2000, Μαραθώνιος, 2004. Αν εξαιρέσουμε την κωμωδία Πάμπτωχοι Α.Ε., ο Κόκκινος διακρίνεται ως ένας νοσταλγικός, διακριτικός κι ευαίσθητος σκηνοθέτης συναισθημάτων. Οι δύο πρώτες ταινίες του ξεχωρίζουν για την αισθαντική αναπόληση και την διακριτική ποιότητά τους…
Ο χιουμορίστας, χαρακτηριστικός τύπος και ηθοποιός Ρένος Χαραλαμπίδης  σκηνοθέτησε τα εύθυμα, διασκεδαστικά, ατμοσφαιρικά και προσωπικά, χαμηλού προϋπολογισμού κωμικά φιλμ No budget story,1997, Φτηνά τσιγάρα,2000, Η καρδιά του κτήνους, 2005, και 4 μαύρα κοστούμια, 2010.
Ο Θάνος Αναστόπουλος γύρισε ταινίες καθαρά καλλιτεχνικές, με προσωπική αισθητική σφραγίδα και δικό του ύφος, που εξελίχθηκε από ένα στυλ πιο ποιητικό σε μια αισθητική περισσότερο λιτή και ρεαλιστική: Όλο το βάρος του κόσμου,2003, Διόρθωση, 2007 και Η κόρη (2012), ταινία με πιο απλό και αδρό κοινωνικό ρεαλισμό από τις προηγούμενές του.
Ο Τάσος Μπουλμέτης, μετά την ποιητική Βιοτεχνία ονείρων (1990), γύρισε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του σημερινού ελληνικού κινηματογράφου, την ατμοσφαιρική και ρεαλιστική ταυτόχρονα, πολύ καλοκουρδισμένη και μαεστρικά σκηνοθετημένη Πολίτικη κουζίνα. Το ελληνικό σινεμά, το 2003, σημαδεύτηκε από τη μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία της Πολίτικης κουζίνας, ταινία πολύ μεγάλου κόστους για τα ελληνικά δεδομένα. Η επιτυχία αυτή είχε καθοριστική σημασία γιατί έκοψε τον, εξαιρετικό για τα ελληνικά δεδομένα, αριθμό των 1.600.000 εισιτηρίων. Η Πολίτικη κουζίνα συνδυάζει τη θεαματική και φαντασμαγορική πλευρά, που βασίζεται στην ποιότητα της παραγωγής, με το συναίσθημα, την αισθαντικότητα και το γραφικό ευδαιμονισμό που αποπνέει, μα και με τη γλαφυρή, ρεαλιστική απεικόνιση και την έντονη αφηγηματικότητά της. Αυτό τον καιρό φτιάχνει την τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του, Νοτιάς.

………………………………………………..

Ο Θόδωρος Σούμας είναι κριτικός κινηματογράφου και συγγραφέας κινηματογραφικών βιβλίων