
Τις προϋποθέσεις για την κινητοποίηση των ιδιωτικών
επενδύσεων και την επιτάχυνση των διαδικασιών για τις ιδιωτικοποιήσεις
περιέγραψε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Eurobank EFG και
Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Νικόλαος Καραμούζης, στο πλαίσιο ομιλίας
του στον κύκλο Δημόσιων Συζητήσεων ΕΛΙΑΜΕΠ, ΙΟΒΕ, KANTOR, Κίνησης Πολιτών,
Διεθνούς Διαφάνειας Ελλάδος.
Στην ομιλία του ο κ. Καραμούζης υπογράμμισε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις στη
σημερινή συγκυρία μπορούν να έχουν δύο καίριας σημασίας θετικές επιδράσεις:
Πρώτον, να δώσουν ένα πρώιμο σήμα, προς τους εταίρους και τις αγορές, ότι η
προσπάθεια συνεχίζεται με συνέπεια και δέσμευση, κάτι που είναι αναγκαίο ώστε
να αρχίσει η ανάκτηση της εμπιστοσύνης προς τη χώρα
Δεύτερον, να δώσουν και προς τα μέσα, προς τους πολίτες και την ελληνική
κοινωνία, θετικό μήνυμα ότι η προσπάθεια αποδίδει, η οικονομία αρχίζει να
κινείται, το κλίμα αρχίζει να αλλάζει. Να είναι το πρώτο φως στο τούνελ.
Σημείωσε εξάλλου ότι "καθαρές, διαφανείς, ιεραρχημένες και στοχευμένες
ιδιωτικοποιήσεις μπορούν να συμβάλουν αποφασιστικά στην ανάδυση μιας νέας
επιχειρηματικής τάξης, που να κινείται μακριά από την προστασία και τη θαλπωρή
των κρατικών εργασιών, οι οποίες ούτως ή άλλως μειώνονται δραματικά, μιας
τάξης, που θα αναλαμβάνει δυναμικές πρωτοβουλίες και επιχειρηματικούς
κινδύνους, θα είναι διεθνοποιημένη και θα στέκεται με αξιώσεις και πλεονεκτήματα
απέναντι στο διεθνή ανταγωνισμό χωρίς κρατικά δεκανίκια, διατηρώντας αίσθημα
κοινωνικής και εταιρικής ευθύνης, εν τέλει αίσθημα ευθύνης απέναντι στην ίδια
τη χώρα της".
Την ίδια στιγμή τόνισε ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα πρέπει να γίνουν με καθαρούς,
διαφανείς, αποτελεσματικούς και αναπτυξιακούς τρόπους και με φερέγγυους
επενδυτές, ώστε να πείσουν την κοινωνία για την αναγκαιότητά τους και να δώσουν
ένα σήμα στις αγορές και τους εταίρους ότι η Ελλάδα αλλάζει, ότι η προσπάθεια
αποδίδει.
Αναλυτικά στην ομιλία του ο κ.
Καραμούζης ανέφερε τα εξής:
"Η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων στην Ελλάδα ξεκίνησε στις αρχές της
δεκαετίας του 1990, επί υπουργίας του Στέφανου Μάνου, όταν η Ελλάδα
προσαρμοζόταν, υπό πίεση και τότε, στις νέες πραγματικότητες που είχαν διαμορφωθεί
στην Ευρώπη τη δεκαετία του ‘80. Σήμερα, η νέα φάση τους έρχεται και πάλι
ως κεντρικό σημείο μιας προσπάθειας ριζικού μετασχηματισμού και δομικής
αναδιάρθρωσης της οικονομίας, στο πλαίσιο του ευρύτερου στόχου για την ενίσχυση
της ανταγωνιστικότητας και την ανάκτηση του ευρωπαϊκού βηματισμού της χώρας.
Η διεθνής εμπειρία και βιβλιογραφία, σε συνδυασμό με την εμπειρία, που έχει ήδη
αποκτηθεί, δείχνει και τι μπορούν να πετύχουν οι ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και
ποιες είναι οι προϋποθέσεις για τη μεγιστοποίηση του οφέλους.
Έτσι, οι ιδιωτικοποιήσεις: 1) Έχουν θετική επίπτωση στη συνολική εθνική
παραγωγή και τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας, κυρίως όταν συνοδεύονται
από ευρύτατες συμπληρωματικές μεταρρυθμίσεις, όπως η ενίσχυση του ανταγωνισμού,
ο θεσμικός εκσυγχρονισμός, η ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών και η μείωση του
παρεμβατικού ρόλου του κράτους στην οικονομία. 2) Τείνουν να βελτιώνουν
τη συνολική παραγωγικότητα της επιχείρησης. Ιδιαίτερα η βελτίωση φαίνεται
να είναι μεγαλύτερη όταν οι μέτοχοι είναι ξένοι και λίγοι, παρά όταν είναι
εγχώριοι και πολυάριθμοι. 3) Τείνουν να βελτιώνουν τα έσοδα και την
κερδοφορία της επιχείρησης, ενώ τα αποτελέσματα στην παραγωγικότητα της
εργασίας και την απασχόληση είναι μικρότερα, αλλά θετικά.
Πρέπει να ξέρουμε ποιες προσδοκίες είναι εύλογες και ποιες όχι. Έχουμε
την εμπειρία των μαζικών ιδιωτικοποιήσεων στην Ανατολική Ευρώπη, όπου το
ποσοστό του ιδιωτικού τομέα στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 10-15% το 1990 στο 70%-80% το
2006. Η εμπειρία δείχνει ότι μαζικές και υπό πίεση ιδιωτικοποιήσεις,
ιδιαίτερα όταν επιδιώκεται πολυπληθής μετοχική σύνθεση μέσω της διανομής
vouchers στο κοινό, δεν στέφονται με επιτυχία.
Στα 20 χρόνια, που μεσολάβησαν, το σύνολο των κρατικών εσόδων από
ιδιωτικοποιήσεις κάθε μορφής στην Ελλάδα προσεγγίζει τα € 24 δισεκ.. Το
κυρίαρχο, δε, στοιχείο των ιδιωτικοποιήσεων ήταν οι μετοχοποιήσεις εταιρειών
του Δημοσίου με εισπρακτικό προσανατολισμό και με διατήρηση του μετοχικού
ελέγχου και της διοίκησης.
Το Πολιτικό Σύστημα Αντίθετο στις
Ιδιωτικοποιήσεις
Είναι, επίσης, αλήθεια ότι όλα αυτά τα χρόνια, το ελληνικό πολιτικό σύστημα
αλλά και η ελληνική κοινωνία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν αντίθετοι και δεν
κατανόησαν τη διαρθρωτική και αναπτυξιακή διάσταση των ιδιωτικοποιήσεων και της
αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου.
Πρόσφατα, όμως, από τρέχουσες μετρήσεις της κοινής γνώμης διαφαίνεται ότι
υπάρχει μια ανατροπή: η δημοσιονομική κρίση, αποτέλεσμα της συσσώρευσης χρέους
και ελλειμμάτων του Δημόσιου Τομέα, καθώς και η αναποτελεσματικότητα των δημοσίων
επιχειρήσεων που κοστίζουν υπέρμετρα στον Έλληνα πολίτη, χωρίς να του
προσφέρουν υπηρεσίες ανταγωνιστικές και ποιοτικές, άρχισαν να κλονίζουν
κρατικιστικές πεποιθήσεις και στερεότυπα δεκαετιών, με αποτέλεσμα η πεποίθηση
υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων να εξελίσσεται σε πλειοψηφούσα άποψη.
Η αντίθεση της κοινωνικής πλειοψηφίας στην Ελλάδα στη διαδικασία των
ιδιωτικοποιήσεων τα προηγούμενα χρόνια συνδέεται με την αντίθεση του πολιτικού
συστήματος, που εξέφραζε την κυριαρχία ενός συγκεκριμένου ιδεολογικού σχήματος
στη χώρα μας, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως: 1) την επικράτηση, τις
τελευταίες δεκαετίες, ενός κρατικοδίαιτου και κρατικοκεντρικού αναπτυξιακού
προτύπου λειτουργίας της οικονομίας και ενός πελατειακού και συντεχνιακού
συστήματος παροχών και παρέμβασης στην οικονομία, 2) την κυριαρχία ενός
εχθρικού περιβάλλοντος για το ιδιωτικό επιχειρείν και την επιχειρηματικότητα σε
όλα τα επίπεδα της ελληνικής κοινωνικής και πολιτικής διαστρωμάτωσης, που
τροφοδοτήθηκαν από τις αποτυχίες της επιχειρηματικότητας και των αναγκαίων, τις
δεκαετίες του ’70 και ’80, κρατικοποιήσεων, 3) στη διαμόρφωση διαπλεκόμενων
σχέσεων μεταξύ του πολιτικού συστήματος και ιδιωτικών επιχειρηματικών
συμφερόντων, που απολάμβαναν προνομιακούς όρους σχέσεων με τον ευρύτερο Δημόσιο
Τομέα σε όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων, 4) την ανάπτυξη
πελατειακών σχέσεων μεταξύ του πολιτικού συστήματος και του συνδικαλιστικού
κινήματος στις ΔΕΚΟ.
Οι σχέσεις αυτές καταδυνάστευσαν επί δεκαετίες ολόκληρο το Δημόσιο Τομέα,
Οργανισμούς και Δημόσιες Επιχειρήσεις, όπου αναπτύχθηκε ο πελατειακός
μηχανισμός διορισμού υμετέρων και κομματικών στρατών, που με τη σειρά τους
διασφάλιζαν απολαβές και προνόμια μέχρι και τρεις φορές υψηλότερα των
αντίστοιχων του ιδιωτικού τομέα και, σταδιακά, εθίστηκαν στη συνδιαχείριση των
εταιριών και την άσκηση εξουσίας.
Κάθε προσπάθεια ιδιωτικοποίησης προσέκρουε στα αλληλοεξαρτώμενα συμφέροντα
πολιτικού και συνδικαλιστικού συστήματος. Άρα, το πολιτικό σύστημα ήταν,
με ελάχιστες εξαιρέσεις και ανεξαρτήτως εναλλαγών κομμάτων γενικά, αντίθετο
στις ιδιωτικοποιήσεις αποκλείοντας και ενοχοποιώντας κάθε συζήτηση για τη
διαρθρωτική και αναπτυξιακή διάσταση των ιδιωτικοποιήσεων.
Παράλληλα, ανεχόταν ή/και τροφοδοτούσε την απομάκρυνση των ΔΕΚΟ από τη βασική
τους αποστολή, που είναι η εξυπηρέτηση των πολιτών με ανταγωνιστικές τιμές,
ποιοτικές υπηρεσίες και διαφανείς όρους λειτουργίας, χωρίς ζημιές, υπερδανεισμό
και επιβάρυνση του κοινωνικού συνόλου.
Είναι εντυπωσιακό ότι σπάνια γίνεται συζήτηση ουσίας γύρω από τις ΔΕΚΟ
αναφορικά με τη βασική αποστολή τους που είναι: 1) να προσφέρουν, σήμερα,
ποιοτικές και σύγχρονες υπηρεσίες στους πολίτες, 2) να διατηρούν ανταγωνιστικές
τιμές και σε κάθε περίπτωση χαμηλότερες από τις αντίστοιχες του ιδιωτικού
τομέα, κάτω από τις ίδιες συνθήκες λειτουργίας, επιτελώντας τον κοινωνικό τους
ρόλο, 3) να εφαρμόζουν τους κανόνες οικονομικής πειθαρχίας, ορθολογικής
διαχείρισης, και σύγχρονης διοίκησης, ώστε να μην είναι ζημιογόνες
επιβαρύνοντας το κοινωνικό σύνολο με συνεχείς επιδοτήσεις και κυρίως με συσσώρευση
χρέους, και 4) να τηρούν τους κανόνες διαφάνειας, λογοδοσίας, εποπτείας,
αξιοκρατίας, εταιρικής και κοινωνικής ευθύνης, γιατί διαχειρίζονται δημόσιο
χρήμα.
Κατά τη γνώμη μου, καμία από τις παραπάνω αποστολές δεν φαίνεται ότι έχει
ικανοποιηθεί στην Ελλάδα.
Η αλλαγή στην κοινωνία και τον πολιτικό σχηματισμό της παραπάνω κυρίαρχης
αντίληψης λειτουργίας του ευρύτερου δημοσίου τομέα και η ανατροπή των
υφιστάμενων παθογενών δομών και σχέσεων, αποτελούν την πολιτική προϋπόθεση για
την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και την ένταξή τους σε μία νέα αναπτυξιακή
στρατηγική της χώρας.
Μεγάλο Πρόγραμμα Ιδιωτικοποιήσεων
Η Ελλάδα καλείται, σήμερα, να προχωρήσει ταχύτατα και υπό πίεση σε ένα μεγάλο
πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της Δημόσιας Περιουσίας.
Ενώ είχε αρχικά εκτιμηθεί ότι ένα πρόγραμμα € 50 δισεκ. εσόδων από
ιδιωτικοποιήσεις και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας είναι εφικτό, τώρα το
ποσό έχει μειωθεί στα € 19 δισεκ. μέχρι το 2015, στόχος που εξακολουθεί κατά τη
γνώμη μου να είναι ιδιαίτερο αισιόδοξος, με τις παρούσες δομές αποφάσεων,
ταχύτητα υλοποίησης και συνθήκες αγοράς.
Υπάρχουν τρείς σημαντικές κατηγορίες ιδιωτικοποιήσεων: 1) πωλήσεις εταιριών και
εκχώρηση της ευθύνης διαχείρισης σε ιδιώτες (20% του συνόλου), 2) αξιοποίηση
της ακίνητης περιουσίας και της δημόσιας γης (50% του συνόλου), και 3)
αξιοποίηση των δικαιωμάτων και παραχωρήσεων (30% του συνόλου).
Είναι ενδιαφέρον να τονίσουμε στο σημείο αυτό, ότι δομές τύπου EURECA, όπου τα
περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας θα δεσμεύονταν σε μία διεθνή νομική οντότητα,
υπέρ του EFSF, το οποίο θα μας δάνειζε, με στόχο κυρίως την εξαγορά υφιστάμενου
δημοσίου χρέους και τη χρηματοδότηση επενδύσεων, είχε μεγάλο ενδιαφέρον και
πρακτική χρησιμότητα πριν μερικούς μήνες όταν η κατάσταση δεν είχε χειροτερεύσει
τόσο δραματικά.
Τώρα που βρισκόμαστε μπροστά στην ολοκλήρωση ενός νέου μεγάλου πακέτου βοήθειας
προς την Ελλάδα, το EURECA στην αρχική μορφή φαίνεται μάλλον ξεπερασμένο από τα
γεγονότα.
Συγκεκριμένα, το ύψος της νέας επίσημης βοήθειας θα ξεπεράσει τα € 130 δισεκ.,
με ακόμα χαμηλότερο από το αρχικά συμφωνηθέν επιτόκιο και χωρίς να ζητηθούν
εμπράγματες εξασφαλίσεις, με εξαίρεση τη Φιλανδία, το ύψος της διαγραφής
δημοσίου χρέους στην κατοχή ιδιωτών μέσω του PSI εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει
τα € 107 δισεκ., ενώ το χαμηλό μεσοσταθμικό επιτόκιο των νέων ομολόγων,
μεσοσταθμικό κοντά στο 3,65% για 30 χρόνια, βελτιώνει περαιτέρω την
αποκλιμάκωση της δυναμικής του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Επιπλέον, είναι
πολύπλοκα και χρονοβόρα τα διαδικαστικά προετοιμασίας και υλοποίησης ενός
τέτοιου εγχειρήματος τύπου EURECA, ενώ η αξία των περιουσιακών στοιχείων έχει
μειωθεί δραματικά από την πρωτοεμφάνιση της πρότασης.
Μία παρεμφερής πρόταση, που μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον σήμερα είναι, η
Ελλάδα να εκχωρήσει σε εταιρεία ειδικού σκοπού στο εξωτερικό όλες τις
μελλοντικές εισπράξεις από έργα παραχωρήσεων (όπως η Αττική Οδός, η Εγνατία
Οδός, τα λιμάνια, οι μεγάλοι οδικοί άξονες) και τις συμβάσεις αξιοποίησης
περιουσίας όπως το Ελληνικό. Με την ενεχυρίαση των παραπάνω εξασφαλίσεων,
οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ένα
μεγάλο, στοχευμένο πρόγραμμα χρηματοδότησης επενδύσεων από ιδιωτικές
επιχειρήσεις και του προγράμματος ΣΔΙΤ στην Ελλάδα, με τη διαμεσολάβηση και
διαχείριση των τραπεζών, με ευνοϊκούς όρους δανεισμού, για να τονωθούν οι
ιδιωτικές επενδύσεις και η ανάπτυξη. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων θα
μπορούσε να συγχρηματοδοτεί με τις τράπεζες και το ΕΣΠΑ τις παραπάνω ιδιωτικές
επενδύσεις, σε πολλαπλάσιο ποσό των εκχωρηθέντων εξασφαλίσεων (μόχλευση), γιατί
θα έχει από κοινού με τις τράπεζες επιπρόσθετες εξασφαλίσεις τις προσημειώσεις
στα προς χρηματοδότηση ιδιωτικά έργα.
Παρά τις προσπάθειες, το κυρίαρχο στοιχείο των ιδιωτικοποιήσεων, σήμερα,
παραμένει η είσπραξη εσόδων για δημοσιονομικούς λόγους κάτω από την πίεση των
αρνητικών εξελίξεων, αλλά και η βίαιη συρρίκνωση του δημοσίου τομέα, ώστε οι
αμαρτίες του χθες να μην επαναληφθούν.
Σε μία χώρα, όμως, που οι ιδιωτικές επενδύσεις έχουν καταρρεύσει από 24% του
ΑΕΠ το 2007 σε 13,4%, περίπου, σήμερα, οι ξένες επενδύσεις απομακρύνονται από
την Ελλάδα και οι δημόσιες επενδύσεις συρρικνούνται, κυρίαρχο στοιχείο της
αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας πρέπει να είναι η αναπτυξιακή διάσταση και
η προσέλευση εγχώριων και ξένων επενδύσεων, στο πλαίσιο μιας νέας εθνικής
αναπτυξιακής στρατηγικής, που θα συμπεριλαμβάνει φιλικές για το επιχειρείν
μεταρρυθμίσεις, άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό, ριζική αναδιάρθρωση της
δημόσιας διοίκησης, έντονη ανάπτυξη της οικονομικής εξωστρέφειας και άνθιση των
ιδιωτικών και δημοσίων επενδύσεων.
Εισηγμένες Εταιρείες
Ενδεικτικά να αναφέρω ότι, η σημερινή αξία όλων των εισηγμένων υπό δημόσιο
έλεγχο εταιριών προσεγγίζει τα €3 δισεκ., όταν στις αρχές του 2007 η αντίστοιχη
αξία ήταν πάνω από €15 δισεκ. Άρα, η ταχύτατη και άμεση ρευστοποίηση των
παραπάνω συμμετοχών στο σημερινό επενδυτικό και χρηματιστηριακό κλίμα δεν
συμβάλλει παρά ελάχιστα στη μείωση του Δημόσιου Χρέους – ενώ θα τροφοδοτήσει με
επιχειρήματα και όσους είναι, είτε από συμφέρον είτε ιδεολογικά, αντίθετοι
συκοφαντώντας έτσι συνολικά τη διαδικασία.
Πώς μπορούμε να το αποτρέψουμε; Κατά τη γνώμη μου, οι πωλήσεις των παραπάνω
στρατηγικών μεριδίων του Δημοσίου, αφού δεν έχουμε χρόνο να βρούμε
προσφορότερες συνθήκες, πρέπει να συνδυαστούν εναλλακτικά ή σωρευτικά: α) με τη
δέσμευση για υλοποίηση από τον επενδυτή συγκεκριμένου επενδυτικού προγράμματος,
ώστε να διασφαλίζεται η αναπτυξιακή διάσταση, β) με ρήτρες συμμετοχής στα
μελλοντικά κέρδη της εταιρίας, ή διαφάλισης υπέρ του Δημοσίου, τμήματος της χρηματιστηριακής
υπεραξίας (upside), και γ) με την πώληση μικρότερου πακέτου μετοχών, σήμερα,
αλλά οπωσδήποτε με εκχώρηση της διοίκησης μέσω συμφωνίας μετόχων, ώστε να
διατεθεί το υπόλοιπο σε καλύτερες συνθήκες στο μέλλον, είτε στην αγορά, ή στο
στρατηγικό επενδυτή.
Μη Εισηγμένες Εταιρείες
Υπάρχουν, σήμερα, 140 περίπου μη εισηγμένες εταιρίες και Οργανισμοί υπό τον
έλεγχο του Δημοσίου με συνολικό οικονομικό έλλειμμα, πριν τις επιχορηγήσεις και
το επενδυτικό τους πρόγραμμα, κοντά στα €2,5 δισεκ. με βάση τις εκτιμήσεις του
προϋπολογισμού για το 2011. Βασικός τροφοδότης των ελλειμμάτων στις ΔΕΚΟ
είναι 11 εταιρίες, κυρίως, στις συγκοινωνίες με αρνητικό οικονομικό αποτέλεσμα
που αθροίζει κοντά στο 90% του συνολικού ελλείμματος των ΔΕΚΟ.
Το συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχουν παρά λίγες εταιρείες (κυρίως στους τομείς
της ενέργειας και των αεροδρομίων), που θα μπορούσαν να ιδιωτικοποιηθούν στον
παραπάνω κατάλογο, εκτός αν αποφασίσουμε πιο ριζοσπαστικές παρεμβάσεις, που δεν
βρίσκονται σήμερα στην ατζέντα και είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν πλήθος αντιδράσεων,
όπως: 1) ιδιωτικοποιήσεις π.χ. στον τομέα των συγκοινωνιών (οι αστικές
συγκοινωνίες στα Χανιά είναι ιδιωτικές και στη Θεσσαλονίκη είναι συνεταιρισμός
ιδιωτών και μια χαρά φαίνεται να λειτουργούν), 2) outsourcing των προσφερομένων
κοινωνικών υπηρεσιών και 3) εκχώρηση ζημιογόνων εταιρειών του Δημοσίου εκτός
των κλάδων κοινής ωφέλειας στους εργαζόμενους, έναντι € 1 και απαλλαγμένων
μάλιστα από τα υφιστάμενα χρέη (π.χ. ΕΛΒΟ, ΠΥΡΚΑΛ). Αν δεν το δεχθούν, να
προσφέρουμε το ίδιο πακέτο με πλειοδοτικό διαγωνισμό, σε ιδιώτες επενδυτές.
Πάντως, το βάρος της προσπάθειας στις μη εισηγμένες ζημιογόνες εταιρείες και
οργανισμούς του δημοσίου, που δεν μπορούν να ιδιωτικοποιηθούν και να
αξιοποιηθούν με τις παραπάνω διαδικασίες, θα πρέπει να επικεντρωθεί στον σοβαρό
εξορθολογισμό των δαπανών, στη διαμόρφωση της κατάλληλης τιμολογιακής
πολιτικής, στην αναδιάρθρωση και συγχώνευση των εταιρειών και στο κλείσιμο όλων
εκείνων, που δεν έχουν καμία παραγωγική και κοινωνική αποτελεσματικότητα.