ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

be good July

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Η σφαγή αμάχων συνεχίζεται απρόσκοπτα στη λωρίδα της Γάζας. Καμιά διεθνής κοινότητα δεν θέλει αλλά ούτε και μπορεί να τη σταματήσει. Η μόνη ελπίδα είναι να ξεσηκωθούν οι ίδιοι οι λαοί και των δύο πλευρών ενάντια στους στρατοκρατικούς μηχανισμούς του μίσους που τους καταδυναστεύουν και να επιβάλουν την ειρήνη. Φαίνεται τόσο μακρινό...

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Υπάρχει άλλος δρόμος;


του Παναγιώτη Πασπαλιάρη

Όπως ενημερωθήκαμε από την τηλεόραση, τα κόμματα, και τα χιλιάδες blog οι πολιτικοί δρόμοι για την αξιοποίηση της έκτασης του Ελληνικού είναι δύο: από τη μία να το αγοράσει (όπως και έγινε) ο μεγάλος ιδιώτης, σε συνεργασία με funds του εξωτερικού και να την κάνει κάτι ανάμεσα σε Μονακό και Ριβιέρα. Ο δεύτερος δρόμος είναι να παραμείνει κρατική η έκταση και αφού πέσει η κυβέρνηση (ο αιώνιος πόθος των Ελλήνων) να την αναλάβουν τα κομματικά στελέχη της νέας κυβέρνησης και να την κάνουν κάτι ανάμεσα σε Central Park και Κόκκινη Πλατεία.

Αναρωτιέμαι όμως, τα θαύματα του ελληνικού τουρισμού ή πιο απλά τα μέρη της Ελλάδας που όλοι αγαπάμε να επισκεπτόμαστε, ποιος μέγας ιδιώτης ή ποια κυβέρνηση ακριβώς τα έφτιαξε; Τον Μόλυβο, το Πάπιγκο, το Δίλοφο, το Μονοδένδρι, την Κέρκυρα, το Ναύπλιο, την Ύδρα, τη Ρόδο, τα Χανιά, την Καστοριά;

Στο χωριό που μεγάλωσε ο πατέρας μου, στο πιο ψηλό βουνό της Αργολίδας ο άνεμος είναι πάντα δυνατός. Εκεί επέλεξε ο ιδιώτης να στήσει μια συστάδα από ανεμογεννήτριες που αν βρεθείς στο Ναύπλιο και σηκώσεις το κεφάλι σου με κατεύθυνση βορειοανατολική δεν μπορείς παρά να τις θαυμάσεις. Όχι λέει η αντιπολίτευση. Το ρεύμα είναι δημόσιο αγαθό και ο ιδιώτης δεν μπορεί να το παράγει. Αυτό είναι δουλειά της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού.

Και μένω πάλι να αναρωτιέμαι, οι νέοι εκείνου του χωριού, γιατί εγκαταλείπουν όλοι τις εστίες τους και μεταναστεύουν στις κοντινές ή στις πιο μακρινές ακόμα πολιτείες, όπως έκαναν οι πατέρες τους, οι παππούδες και οι πριν από αυτούς; Από αυτόν τον πλούτο που έτυχε στη γη τους, τον αέρα που κινεί γεννήτριες και γίνεται ρεύμα, γιατί να είναι εντελώς αποξενωμένοι; Γιατί να ανήκει στον ιδιώτη ή στο κράτος;

Αέρας χωρίς καμία χρηστική αξία, κοινώς αέρας κοπανιστός είναι το δίλημμα που θέτουν σήμερα στον ελληνικό λαό τα παλιά κόμματα. Από τη μία μια κοινωνία φεουδαρχική, όπου 10-15 ολιγάρχες θα ελέγχουν τα πάντα. Από την άλλη ένα κράτος σοσιαλιστικό όπου 10-15 κομματικά στελέχη θα ελέγχουν επίσης τα πάντα.

Οι πολιτείες μας και τα χωριά μας, η προκοπή αυτού του λαού, στηρίχτηκε τις λίγες φωτεινές μας περιόδους σε μια μεγάλη μεσαία τάξη. Όταν οι έμποροι της Ύδρας πλούτιζαν στα λιμάνια της Μεσογείου έφτιαχναν σπίτια πέτρινα, που θαυμάζονται ακόμα και σήμερα. Το ίδιο και οι Καστοριανοί έμποροι και οι Ζαγορίσιοι χτίστες. Έτσι και το Ελληνικό έπρεπε να δοθεί ρυμοτομημένο από πριν και με χρήσεις γης στους πολίτες που ήθελαν κάτι καινούριο να δημιουργήσουν, που θα έβαζαν γι’ αυτό τις οικονομίες τους ή θα δανείζονταν για να κάνουν πράξη το όνειρό τους. Έτσι ο χώρος θα αποκτούσε ζωή, και θα γινόταν πραγματικός πόλος έλξης για όλο τον κόσμο.

Τη μεσαία αυτή τάξη πρέπει να στηρίξει το Ποτάμι. Το οικονομικό του πρόγραμμα, η καρδιά δηλαδή της πολιτικής του ύπαρξης πρέπει κατά τη γνώμη μας να είναι πώς θα αναδιανείμει στους πολίτες τον εθνικό μας πλούτο. Να δώσει τα μέσα στους χωριανούς μου να στήσουν αυτοί ανεμογεννήτριες, να τις συντηρούν και να κερδίζουν από αυτές. Να κάνει το πλεόνασμα κατοικίες για νέους οικιστές που θα δώσουν ζωή στην εγκαταλελειμμένη γη στην παραμεθόριο κι όχι χιλιάρικα που ανακουφίζουν τη θλιβερή ζωή στις τερατουπόλεις. Να αγοράσει μηχανήματα και να τα δώσει σε νέους που θέλουν να λειτουργήσουν τα παρατημένα εργοστάσια της Θράκης.

Ακόμα, να ξαναφτιάξει το δημόσιο τομέα με πρώτη προτεραιότητα τη διευκόλυνση ατόμων και συνεταιρισμών που θέλουν να φτιάχνουν πράγματα και να τα πωλούν όπου γης. Να μετατρέψει το Πανεπιστήμιο σε εργαλείο καινοτομίας και πιστοποίησης νέων ιδεών που μπορεί να δημιουργήσουν πλούτο. Μ’ άλλα λόγια, να δώσει γη, αέρα και νερό στους νέους Έλληνες, με μόνη υποχρέωση αυτοί να τα παραδίδουν στις επόμενες γενιές αμόλυντα και αξόδευτα.


Η λύση αυτή εφαρμόστηκε αμέσως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή όταν δόθηκαν στους πρόσφυγες λίγα εκτάρια γης ανά οικογένεια, παρμένα από τους τσιφλικάδες. Πώς νομίζουν οι σύγχρονοι φωστήρες ότι σώθηκε η Ελλάδα τότε; Τη λύση αυτή άλλωστε, μας την παρέδωσε μαζί με την ελευθερία μας ο πρώτος κυβερνήτης. Έγραψε κάποτε στον μαρσιάλο (συνταγματάρχη) Μαιζόν για τους στρατιώτες του έθνους που έκλεβαν ότι έπεφτε στο δρόμο τους: «Και τότε οι άνθρωποι ούτοι οι σήμερον καταναλωταί, θέλουσιν αποβή παραγωγικοί, και κτήματα έχοντες, θέλουσιν απέχει των ξένων κτημάτων. Ουδέ γνωρίζον άλλον τρόπον, παρά τούτον»

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Γιατί η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στα Πανεπιστήμια;


Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στα πανεπιστήμια μας δίνει ελπίδες ότι αυτά θα αποτελέσουν εστίες αντίστασης του ορθολογισμού στην επερχόμενη ολική καταστροφή (Leo)
του Γιάννη Καρακάση από το protagon
Ο Κώστας Γαβρόγλου (ΚΓ) σε άρθρο του στη ΑΥΓΗ αναρωτιέται πώς η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στο εκλογικό σώμα δεν αντικατοπτρίζεται στους συσχετισμούς εντός των Πανεπιστημίων. Θα επιχειρήσω μια σύντομη απάντηση.
Ο ΚΓ δεν είναι τυχαίος. Έχει παίξει σημαντικό ρόλο ως μέλος της ηγεσίας του πάλαι ποτέ ΕΔΠ (του συνδικαλιστικού οργάνου των βοηθών, επιμελητών και επιστημονικών συνεργατών πριν το 1982). Σε δικά του κείμενα σε μεγάλο βαθμό βασίστηκαν διατάξεις του πρώτου Νόμου-Πλαίσιο που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1982. Η μάχη που κέρδισε το τότε ΕΔΠ (το ένδοξο παρελθόν κατά ΚΓ) ναι μεν έφερε την κατάργηση του αρχαϊκού και, ως εκ τούτου, αναχρονιστικού θεσμού της καθηγητικής έδρας, αλλά συνοδεύτηκε από τη συλλήβδην «καθηγητοποίηση» όλου σχεδόν του τότε βοηθητικού προσωπικού, με ειδικές διαδικασίες. Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι, εφόσον λειτουργούσε το Πανεπιστήμιο, οι 5000 βοηθοί είχαν εκ των πραγμάτων αξιολογηθεί και επομένως δεν χρειαζόταν να κριθούν με ανοικτές διαδικασίες. Αυτή η νίκη σφράγισε τη μετριότητα σε πολλά τμήματα για πολλά χρόνια.
Το Πανεπιστήμιο έχει αλλάξει στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Η ένταξη στην Ε.Ε., τα μεγάλα ερευνητικά προγράμματα, η πρόσβαση στην επιστημονική βιβλιογραφία, η κινητικότητα διδασκόντων και φοιτητών, οι διεθνείς συνεργασίες και η σύνδεση με τα ερευνητικά κέντρα μετατόπισαν τον άξονα των αξιών. Η επιδίωξη της αριστείας στην έρευνα και τη διδασκαλία δεν είναι πια μονομανία μερικών ιδιόμορφων ακαδημαϊκών, αλλά βρίσκουν ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση σε νέους ερευνητές, μεταπτυχιακούς αλλά και προπτυχιακούς φοιτητές. Το «κακό», όμως, είναι ότι όσοι παίρνουν στα σοβαρά την επιστήμη και ιδιαίτερα όσοι δεν χρησιμοποιούν την ακαδημαϊκή θέση τους για χρηματισμό, ως εφαλτήριο για την πολιτική, ή ως μέσο για άλλους ιδιοτελείς σκοπούς, είναι απαιτητικοί. Δηλαδή, δεν εννοούν ότι κάποιος μπορεί να τους κλειδώνει σε μια αίθουσα για να υπογράψουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης, ή να τους επιβάλλει διακοπή της εργασίας τους επ’ αόριστον. Μπορεί να αλλάξουν άποψη αν τους πείσεις με επιχειρήματα, μπορεί να εφαρμόσουν έναν νόμο για τον οποίο προσωπικά έχουν επιφυλάξεις, αλλά δεν εννοούν να σκύψουν το κεφάλι στην οποιαδήποτε ομάδα φανατικών επιλέγει να τους αναγκάσει να υποταχθούν στις ορέξεις της. Η επιστήμη έχει τη δική της δεοντολογία που το πρώτο της άρθρο είναι η ελευθερία στην έκφραση των απόψεων και ο σεβασμός στη γνώμη του άλλου. Αν διαφωνείς με κάποιον προσπαθείς να βρεις λογικά αντεπιχειρήματα, δεν τον πλακώνεις στο ξύλο, ούτε του χτίζεις το γραφείο, ούτε τον απειλείς ότι ξέρεις που είναι το σπίτι του, ούτε βγάζεις αφίσες με το απίθανο σύνθημα «ο τρόμος άλλαξε στρατόπεδο». Αν, πάλι, έχεις μετατρέψει το εργαστήριό σου σε ιδιωτικό μελετητικό γραφείο, την πανεπιστημιακή κλινική σου σε προσωπικό ιατρείο, αν δημοσιεύεις σπάνια ή ποτέ, αν λείπεις μονίμως, αν έχεις να αποκαταστήσεις παιδιά σε καθηγητικές θέσεις, αν θέλεις ψήφους από τους φοιτητές σου κ.ο.κ., μπορεί να καταγγείλεις με άνεση όχι μόνο τον νόμο για τα πανεπιστήμια αλλά και τον νόμο της βαρύτητας.
Και ερχόμαστε στο πρόσφατο παρελθόν: σε 24 ιδρύματα έγινε απόπειρα να διεξαχθούν εκλογές για τα Συμβούλια. Όχι μία, αλλά τρεις φορές στο καθένα. Κάθε φορά η εφορευτική επιτροπή και οι πανεπιστημιακοί που πήγαν στην κάλπη, βρήκαν μπροστά τους μέλη των φοιτητικών παρατάξεων που διέλυσαν τη δημοκρατική διαδικασία. Δηλαδή, η Δημοκρατία έχασε στα Πανεπιστήμια με (3x24=) 72-0. Με τέτοιο σκορ μια ομάδα δεν ξαναμπαίνει στο γήπεδο, αλλάζει όνομα, προπονητή, παίκτες, σύμβολα και φιλάθλους. Σωστά; Δεν θα αναφερθώ στις αφίσες-προγραφές που κυκλοφόρησαν εναντίον όσων συναδέλφων έθεσαν υποψηφιότητα, ούτε τις πολυσυζητημένες επιθέσεις εναντίον άλλων που κατέληξαν στο νοσοκομείο, αλλά ας σκεφτούμε αλήθεια πόσο ασπόνδυλος πρέπει να είναι κανείς για να υποταχθεί σε μια τέτοια βαρβαρότητα; Όταν λοιπόν κάποιες κομματικές δυνάμεις, όχι απλώς δεν καταδικάζουν αλλά επαινούν αυτή τη συμπεριφορά ως αγωνιστικότητα, όταν βουλευτές (του ΣΥΡΙΖΑ) προτάσσουν τα στήθη τους για να μη λειτουργήσουν έστω και συμβολικά τα πειθαρχικά, όταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης εγκαλεί τους καθηγητές για την στάση τους, τι ακριβώς θα περίμενε ο ΚΓ, τη μαζική προσχώρηση στις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ; 
Όλοι έχουμε λίγο-πολύ τις πολιτικές μας απόψεις και τις κομματικές μας προτιμήσεις, αλλά αν ανήκα σε ένα κόμμα του οποίου η φοιτητική παράταξη κακοποιούσε συναδέλφους μου, θα τους υπερασπιζόμουν για λόγους αξιοπρέπειας ακόμη και αν διαφωνούσα απολύτως μαζί τους. Και αν η ηγεσία του κόμματος αυτού κάλυπτε μια τέτοια βίαιη συμπεριφορά θα αναρωτιόμουν σοβαρά αν έχω θέση σε ένα τέτοιο κόμμα. Ίσως, λοιπόν, η παρατήρηση του ΚΓ «η κατάσταση είναι ακόμη πιο απογοητευτική, αφού, σχεδόν σίγουρα, το 30% των πανεπιστημιακών πρέπει να έχει ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές», να πρέπει να εκληφθεί ως ελπιδοφόρο σημάδι: κάποιοι πανεπιστημιακοί-φηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι διατεθειμένοι να υποταχθούν σε πρακτικές που ακυρώνουν την έννοια του Πανεπιστημίου και που τους καθιστούν προσωπικά αφερέγγυους απέναντι στους συναδέλφους τους.
Η αυτοκριτική του ΚΓ για τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην αξιολόγηση είναι ευπρόσδεκτη αλλά ατελής. Δεν ξεκινά από την άποψη ότι η αξιολόγηση είναι μια επιθυμητή διαδικασία για τη βελτίωση του Πανεπιστημίου, η οποία μπορεί να ακυρώσει τις πελατειακές σχέσεις ανάμεσα σε πολιτικούς και πανεπιστημιακούς κύκλους, ή να επιβάλει κανόνες κοινά αποδεκτούς για το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας, αλλά τη βλέπει ως ένα ακόμη χαρτί στην κομματική αντιπαράθεση ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Γράφει χαρακτηριστικά «Εμείς, όμως, έχοντας χρεωθεί την πλήρη απόρριψη των αξιολογήσεων, δεν μπορέσαμε στη συνέχεια να καθορίσουμε μια στρατηγική γι' αυτά τα θέματα». Η ιδέα ήταν ότι η ατελής σε μεγάλο βαθμό αξιολόγηση, που δεν περιελάμβανε συγκριτική κατάταξη των ομοειδών τμημάτων, και που σε αρκετές περιπτώσεις κατέληξε σε καλά λόγια για όλους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως συλλογικό αποδεικτικό στοιχείο ότι όλοι είμαστε άριστοι και επομένως «κάτω τα χέρια από τα Πανεπιστήμια». Το έχουμε ξαναδεί το έργο την εποχή του ΕΔΠ.
Το κύριο συμπέρασμα του άρθρου του ΚΓ είναι ακόμη πιο θλιβερό: «Και εμείς συνεχίζουμε να μη θέλουμε να αποδεχτούμε μια ζοφερή πραγματικότητα: ότι οι πανεπιστημιακοί, ως κοινωνική κατηγορία, φαίνεται να έχουν γίνει ένα εξαιρετικά συντηρητικό σώμα. Ένα σώμα φοβισμένων, ένα σώμα λειτουργών που αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί το λειτούργημά του». Δηλαδή η διαφωνία με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μια νόμιμη διαφορετική άποψη, αλλά προϊόν φόβου ή τεκμήριο (αντιδραστικού) συντηρητισμού. Δηλαδή, το ιδεώδες του ΚΓ είναι ο «καθηγητής-αγωνιστής» που καταργεί τους νόμους στο πεζοδρόμιο, που κλείνει το Πανεπιστήμιο ανάλογα με τις κομματικές του επιδιώξεις, που ανέχεται το εξευτελιστικό σκουπιδαριό που ταλαιπώρησε επί μήνες το ΑΠΘ, που σιωπά μπροστά σε πρακτικές που είναι αδιανόητες σε πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο. Όποιος δεν υιοθετεί το ιδεώδες αυτό είναι φοβισμένος ή/και συντηρητικός. Νομίζω ότι εδώ οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους.
Δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω το εκτεταμένο εδάφιο για την «ακαδημαϊκή ελευθερία» που ναι μεν την κατοχυρώνουν οι υφιστάμενοι νόμοι αλλά όχι αρκετά κατά τον ΚΓ. Εκφράζει τον φόβο ότι «Από την ελευθερία διακίνησης των ιδεών φτάσαμε στην οριοθέτηση των πάντων στο πλαίσιο των επιστημονικών απόψεων και της επιστημονικής κριτικής». Αλήθεια είναι ότι σε μερικές περιπτώσεις στην επιστήμη νέες απόψεις και μέθοδοι αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία μέχρι να καθιερωθούν. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι αντικείμενο του νόμου στην Ελλάδα ούτε πουθενά αλλού. Αν διαβάζω καλά τι εννοεί, πρέπει να έχουμε ανοικτά τα αυτιά μας σε μη επιστημονικές απόψεις και πρακτικές που κάποιες από αυτές ίσως δικαιωθούν από την Ιστορία. Εντάξει, μέσα, αρκεί αυτές να μην πνίγουν τον επιστημονικό διάλογο και να μη θέτουν σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα κανενός.
Ίσως, τελικά, η απάντηση στο ερώτημα του ΚΓ είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί τη λύση αλλά μέρος του προβλήματος του πανεπιστημίου, όπως και σχεδόν όλες οι κομματικές παρατάξεις. Αυτό δεν το αντιλαμβάνονται μόνο οι καθηγητές αλλά και πολλοί, όλο και περισσότεροι φοιτητές. Η ενίσχυση του κύρους του δημόσιου πανεπιστημίου περνά μέσα από την αναβάθμιση της έρευνας και της διδασκαλίας, μέσω των ανοικτών διαδικασιών, της αξιολόγησης, της τήρησης της δεοντολογίας, της εξωστρέφειας, του διαλόγου, του σεβασμού στο δημόσιο χρήμα. Δυστυχώς αυτά τα στοιχεία δεν μοιάζει να συγκινούν κανέναν από το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Η ρητορική για το αξιοθρήνητο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι ιδιαίτερα προσφιλής στη Δεξιά που βλέπει καχύποπτα κάθε τι δημόσιο, ενώ η ρητορική για το αγωνιστικό πανεπιστήμιο-δεξαμενή νέων στελεχών είναι ενσωματωμένη στο παραδοσιακό οπλοστάσιο μιας ορισμένης Αριστεράς. Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι όσοι έμπρακτα αγωνίζονται για την αναβάθμιση του πανεπιστημίου βρίσκονται ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά της κομματικής ιδιοτέλειας.
*Ο Γιάννης Καρακάσης είναι καθηγητής  Πανεπ. Κρήτης

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Περί αξιολόγησης στο Δημόσιο: μια συζήτηση εκτός πραγματικότητας


του Γιώργου Γεωργακόπουλου, από τη Μεταρρύθμιση

Οι παρεμβαίνοντες στο δημόσιο λόγο περί αξιολόγησης στη δημόσια διοίκηση της χώρας λειτουργούν με ένα εξαιρετικά απλουστευτικό λόγο ξεπερνώντας με μεγάλη ευκολία τα βασικά ερωτήματα. Τι ακριβώς θέλουμε να αξιολογήσουμε και για πιο λόγο; Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά ενός ποιοτικού συστήματος αξιολόγησης; Οι μηχανισμοί και οι πρακτικές που χρησιμοποιούμε μπορούν να φέρουν εις πέρας το εγχείρημα;
Η συζήτηση πολύ γρήγορα καταλήγει στο συμπέρασμα: η αξιολόγηση είναι καλό πράγμα αλλά αντιτίθενται στην εφαρμογή της οι δημόσιοι υπάλληλοι. Παραβλέπουν με μεγάλη ευκολία το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν αποτελούν μια συμπαγή μάζα με την ίδια αντίληψη, στόχους, προσδοκίες. Ότι η ίδια η αξιολόγηση  δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μια ad hoc παρέμβαση. Ότι υπάρχει μια σειρά άλλων ενεργειών που πρέπει να προηγηθούν ώστε να καταστεί εφικτή.
Η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της διοίκησης
Όλες οι σχετικές μελέτες συμφωνούν στο γεγονός ότι η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού στο δημόσιο τομέα της χώρας μας είναι εξαιρετικά χαοτική (βλ. τελευταίες εκθέσεις ΟΟΣΑ, Ε. Επιτροπής, το επιχειρησιακό πρόγραμμα του ΕΣΠΑ Διοικητική Μεταρρύθμιση…)
Αναφέρω ενδεικτικά το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε πρόσφατη έκθεση της task force για το ανθρώπινο δυναμικό στο τομέα της υγείας (Assessment Mission Report: Human Resources for Health, November 2013): ‘’η Ελλάδα δεν γνωρίζει ποιος εργάζεται που, πως εργάζεται, πόσο εργάζεται, ποια είναι η ποιότητα της εργασίας του,  η αποδοτικότητα των εργαζόμενων, τα σχέδια εξέλιξης της καριέρας τους, το επίπεδο κινήτρων και ικανοποίησης. Απλώς δεν είναι εφικτό να λειτουργήσει ένα σύγχρονος τομέας υγείας με αυτά τα δεδομένα’’.
Τα αίτια αυτής της χαοτικής κατάστασης είναι γνωστά και αφορούν κυρίως τα εξής:
Κατάληψη των θέσεων ευθύνης από κομματικά στελέχη: ουσιαστικά κάθε φορά που έχουμε αλλαγή κόμματος στην εξουσία (πολλές φορές αρκεί η αλλαγή Υπουργού) γίνεται κάτι σαν ανακατάληψη της διοίκησης από την αντίστοιχη διοικητική στρατιά των κομμάτων της οποίας το πρώτο μέλημα ίσως και το μοναδικό είναι η ουδετεροποίηση των αντιπάλων. Εξ’ ου και η περίφημη έλλειψη συνέχειας της διοίκησης.
Ένα ιδιότυπο σύστημα διοικητικής ανέλιξης: η προσφορά των θέσεων με κομματικά κριτήρια δημιουργεί καριέρες κυριολεκτικά από το πουθενά, παράγει ιεραρχίες που δεν απολαμβάνουν τον σεβασμό των υφισταμένων και οδηγούν ένα μεγάλο αριθμό στελεχών στην αποεπένδυση.
Έλλειψη γνώσης: η έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών σε κρίσιμους τομείς της διοίκησης έχει λάβει δραματικά χαρακτηριστικά. Ουσιαστικά στο δημόσιο δεν υφίσταται σύστημα προγραμματισμού και ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού. Εξ’ ου και η αδυναμία αποτελεσματικής αντιμετώπισης ακόμη και απλών προβλημάτων.
Παράδοξη κινητικότητα: σωρεία ρουσφετολογικών μετακινήσεων λαμβάνουν χώρα κάθε έτος χωρίς βεβαίως να υπακούουν σε κανένα κριτήριο βελτίωσης της ποιότητας και της αποδοτικότητας της διοίκησης (π.χ. διοχέτευση ανθρωπίνων πόρων σε τομείς προτεραιότητας, ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων από τους εργαζόμενους κλπ.).
Όλα τα παραπάνω είναι γνωστά και αποτελούν την καθημερινότητα της διοίκησης.
Όλα αυτά αρνούνται να δουν και να αντιμετωπίσουν οι φιλόδοξοι μεταρρυθμιστές, ξεκινώντας κάθε φορά μια νέα προσπάθεια η οποία όμως αφήνει στο τέλος το σύστημα στην αρχική του κατάσταση αφού έχει δαπανηθεί εν τω μεταξύ τεράστια ενέργεια.
Ίδιες πρακτικές ίδια αποτελέσματα
Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η αξιόλογη προσπάθεια που ξεκίνησε το 2010 με το Ν.  3839 (γνωστός ως νόμος Ραγκούση). Ο εν λόγω Νόμος εφαρμόστηκε μόνο κατά την μεταβατική περίοδο κατά την οποία έγιναν κρίσεις προϊσταμένων βασισμένες στη μοριοδότηση των τυπικών προσόντων των υπαλλήλων. Στη συνέχεια ακολούθησε μία χιονοστιβάδα τοποθετήσεων προϊσταμένων με ανάθεση, χωρίς να περάσουμε στο δεύτερο στάδιο που προέβλεπε ο Νόμος, δηλαδή της συγκρότησης των σχετικών επιτροπών αξιολόγησης, τη γραπτή διαδικασία και την συνέντευξη. Επακολούθησε η εισαγωγή της περίφημης ποσόστωσης ζητώντας από αυτούς που δεν προήχθησαν με αξιοκρατικό τρόπο να αξιολογήσουν αξιοκρατικά τους υπολοίπους. Τέλος θεωρήσαμε ότι ο προαναφερθείς νόμος δεν είναι επαρκής, ασχέτως βεβαίως εάν δεν εφαρμόστηκε στη πράξη, και ότι πρέπει να πάμε σε ένα νέο σύστημα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η διοίκηση παραμένει στο ίδιο ακριβώς επίπεδο που βρισκόταν πριν πέντε χρόνια. Όπως λέει και το γνωστό ρητό ‘’για κάθε σύνθετο πρόβλημα, υπάρχει μια απάντηση σαφής, απλή και λανθασμένη’’.
Παράδοξη βούληση, αντιφατικές πρακτικές και η σειρά των πραγμάτων
Όμως ας σκεφτούμε. Εάν αποφασίζαμε να σταματήσουμε τους κομματικούς διορισμούς και ορισμούς σε θέσεις ευθύνης, αυτό από μόνο του δεν θα απελευθέρωνε σε μεγάλο βαθμό τις υγιείς δυνάμεις της διοίκησης οι οποίες θα μπορούσαν να διεκδικήσουν πιο δυναμικά την αλλαγή συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης;
Δεν θα δημιουργούσε ταυτοχρόνως το τόσο απαραίτητο κλίμα αξιοπιστίας που πρέπει να υπάρχει ώστε να λειτουργήσει η αξιολόγηση; Δεν θα αφαιρούσε επιχειρήματα από τις δυνάμεις που δεν θέλουν την αξιολόγηση διευκολύνοντας έτσι το εγχείρημα;
Εάν αποφασίζαμε επίσης να καθιερώσουμε ένα ποιοτικό σύστημα προσλήψεων (με εξειδικευμένους διαγωνισμούς) σε συνδυασμό με μια έξυπνη κινητικότητα και εμπλουτίζαμε κατ’ αυτό τον τρόπο τη διοίκηση με υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό δεν θα βελτιώναμε σε σημαντικό βαθμό την ποιότητα λειτουργίας του συστήματος;
Η εμμονή ότι η αξιολόγηση μπορεί να συνυπάρχει με τον κομματισμό ή ότι μπορεί να επιβληθεί χωρίς να διασφαλίζει τα κριτήρια της αντικειμενικότητας και της αξιοπιστίας είναι καταστροφική.
Αλλά ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι η αξιολόγηση μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς καμία από τις παραπάνω παρεμβάσεις ποια θα ήταν η προστιθέμενη αξία που θα επέφερε στο σύστημα και σε τι ποσοστό;
Το πρόβλημα της διοίκησης δεν είναι η αξιολόγηση καθεαυτή αλλά η διασφάλιση των προϋποθέσεων που θα την καταστήσουν εφικτή.
Ποιος φοβάται την αξιολόγηση
Για να το πούμε ξεκάθαρα. Κυρίως δύο κατηγορίες προσωπικού. Όσοι διαθέτουν χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων και όσοι χρησιμοποιούν ως βασικό και ίσως μοναδικό εργαλείο ανέλιξης τους κομματικούς μηχανισμούς διεκδικώντας θέσεις και δικαιώματα που δεν τους ανήκουν με μόνο προσόν το ότι τυγχάνουν να είναι οι ‘’εκλεκτοί’’ των εκάστοτε κρατούντων.
Οι πολέμιοι της αξιολόγησης  είναι και πολλοί και ικανοί να επιβάλλουν τη θέλησή τους, είτε με ανοικτές αμφισβητήσεις, είτε, ακόμα συχνότερα, με τη σιωπηρή αλλά συστηματική υπονόμευση κάθε σχετικής προσπάθειας στην πράξη. Χαίρονται δε ιδιαίτερα όταν βλέπουν κατακερματισμένες προσπάθειες διότι γνωρίζουν ότι δεν απειλούνται από αυτές.
Και οι υγιείς δυνάμεις της διοίκησης;
Δυστυχώς βρίσκονται εγκλωβισμένες. Από την μια πλευρά επιζητούν την αξιολόγηση διότι είναι αυτή που θα ξεκαθαρίσει το τοπίο. Από την άλλη όμως γνωρίζουν ότι οι ατελείς προσπάθειες είναι αδύνατο να επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ουσιαστικά η επιλογή τους είναι μεταξύ δύο εξίσου αρνητικών επιλογών: είτε στήριξη μιας θνησιγενούς προσπάθειας είτε άρνησή της. Το μόνο που τους απομένει είναι η προσπάθεια να θέσουν τις πραγματικές παραμέτρους της συζήτησης. Δυστυχώς όμως δεν ακούει κανείς.

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Σκέψεις για το Παλαιστινιακό και τη στάση της Αριστεράς


Μάριος Θρασυβούλου από το facebook

Μπροστά στις συνεχιζόμενες βάρβαρες και απάνθρωπες επιθέσεις του ισραηλινού στρατού που οδηγούν στον αφανισμό αθώων Παλαιστινίων, η πρόταξη του πολιτισμένου κόσμου πρέπει να είναι η καταδίκη αυτών των ενεργειών και η απαίτηση να σταματήσει η σφαγή . Το Ισραήλ είναι η κατοχική δύναμη και έχει τη βασική ευθύνη στο πρόβλημα. Μέσα από τη στρατιωτική του ισχύ, τη δυνατή οικονομία του, τη στήριξη των δυτικών συμμάχων του και σε συνδυασμό με τη διαιώνιση της εμπόλεμης κατάστασης στην περιοχή, συμπεριφέρεται διαχρονικά με αλαζονεία προς τους γείτονές του και κυρίως προς τον λαό της Παλαιστίνης. Έχει, ως κράτος, αναπτύξει μια ψυχολογία «άγριου θηρίου». Είναι ένα κράτος που έμαθε να αντιμετωπίζει το καθετί με όρους στρατιωτικούς. Και αυτό δημιουργεί και μια ανάλογη κουλτούρα στις συνειδήσεις των πολιτών του, ιδιαίτερα των πιο οπισθοδρομικών στοιχείων του. Αυτή η επιθετικότητα του κράτους του Ισραήλ ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα δεινά των Παλαιστινίων, αλλά και για την αύξηση του αντι-εβραϊκού φανατισμού. 

Όπως το Κυπριακό, έτσι και το Παλαιστινιακό, είναι ένα πολύπλευρο και ιδιόμορφο πρόβλημα και , ως εκ τούτου, χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Δεν έχουμε την κλασική περίπτωση της «κατοχής», όπως ήταν π.χ. η περίοδος 1941-1944 στην Ελλάδα όπου μια δύναμη εισβάλλει στρατιωτικά σε μια ξένη χώρα και κατέχει εδάφη της. Εδώ έχουμε το κράτος του Ισραήλ , συγκροτημένο πάνω από εξήντα χρόνια σε παλαιστινιακά εδάφη, τους Παλαιστινίους να διεκδικούν εδάφη και πόλεις που τώρα κατοικούν Ισραηλινοί και να παλεύουν για τη δική τους κρατική ύπαρξη που θα τους απαλλάξει από τη σκιά του εβραϊκού κράτους, έχουμε περιοχές όπου οι άνθρωποι των δυο εθνοτήτων ζουν και δουλεύουν δίπλα ή και μαζί. Στην ουσία, υπάρχουν δυο λαοί που, είτε μαζί είτε χωριστά, είναι τόσο κοντά , που η μοίρα τους είναι κοινή και αλληλένδετη.
Για να υπάρξει εξέλιξη , θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα πλειοψηφικό και δυναμικό ρεύμα μέσα στις κοινωνίες των δυο λαών, το οποίο θα αγωνιστεί για τον διακανονισμό του ζητήματος και την ύπαρξη δύο κρατών σε συνθήκες ειρήνης και συνεργασίας. Πώς θα γίνει όμως αυτό και πώς βοηθούμε όλοι εμείς , λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικότητες της Παλαιστίνης ; Όχι πάντως με το να ταυτίζουμε τους στρατοκράτες του Ισραήλ με όλο τον λαό του Ισραήλ και να βάζουμε στο ίδιο τσουβάλι τους μισαλλόδοξους εθνικιστές με την πλειοψηφία του ισραηλινού λαού που απλά επιζητεί να ζήσει ειρηνικά και με ασφάλεια. Ούτε, με το να καταγγέλλουμε τον εποικισμό, ενώ ξέρουμε ότι , πέραν των προθέσεων της ηγεσίας του Ισραήλ, οι οικισμοί κτίστηκαν εδώ και πολλά χρόνια, είναι ένα τετελεσμένο γεγονός, αλλά κυρίως, οι «έποικοι» είναι φτωχοί άνθρωποι που ήρθαν από όλα τα μέρη της πρώην ΕΣΣΔ με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Ούτε βεβαίως, με το να δικαιολογούμε την ανικανότητα των Παλαιστινίων να στηρίξουν μια ειρηνόφιλη και φιλολαϊκή ηγεσία , με το ότι ζουν υπό κατοχή και σε άθλιες συνθήκες. Σε πολύ μεγάλο βαθμό ισχύει αυτό. Αλλά πώς ενθαρρύνουμε τους προοδευτικούς και αντι-εθνικιστές Παλαιστινίους και πώς τους βοηθούμε να πάνε κόντρα στον φανατισμό και στον σκοταδισμό της κοινωνίας τους; Από πότε ένας καταπιεσμένος δεν μπορεί να έχει πλατιούς ορίζοντες τείνοντας χέρι φιλίας στον απλό άνθρωπο και εργαζόμενο της άλλης πλευράς και ,συγχρόνως, να αντιστέκεται στους ομοεθνείς καταπιεστές του; Η Χαμάς δεν είναι μια αντιστασιακή οργάνωση, γέννημα της ισραηλινής κατοχής, αλλά μια φασιστική οργάνωση , γέννημα ποικίλων παραγόντων, συνθηκών και προβλημάτων του παλαιστινιακού λαού. Σαφέστατα και δεν συγκρίνεται το εύρος του πόνου στους δυο λαούς αν ληφθούν υπόψη η κατοχή, οι συνθήκες διαβίωσης των Παλαιστινίων, οι πολύ μεγαλύτερες απώλειες ανθρώπινων ζωών σε αναλογία. Αλλά, στη γενική συλλογική συνείδηση δεν μετριέται ο πόνος με τη στατιστική! Το δράμα της Ισραηλινής μάνας που έχασε το παιδί της από τις ρουκέτες της Χαμάς είναι το ίδιο με αυτό της Παλαιστίνιας. Το αίσθημα της ανασφάλειας , έστω και αν είναι ασύγκριτο, λειτουργεί αντανακλαστικά με έναν αρνητικό τρόπο και στους δυο λαούς. 

Αυτό όλο το σύνθετο πλέγμα του παλαιστινιακού προβλήματος αδυνατεί να κατανοήσει η ε/κ και η ελληνική Αριστερά, με αποτέλεσμα να συντηρεί μιαν ξερή και μονότονη αντίληψη, που εν τέλει, δεν είναι παρά μια πολιτική συνήθεια και εμμονή . Βολεύεται πίσω από «δοκιμασμένες» θέσεις και συνθήματα που δεν αντικρίζουν όμως με τον σωστό τρόπο το ζήτημα. Το Παλαιστινιακό είναι ένα ζήτημα-ταμπού που απουσιάζει απ’ αυτό ο ορθός λόγος. Ο αντισημιτισμός και το αξίωμα ότι το δίκαιο είναι με τους Παλαιστινίους (γενικά και αόριστα) , είναι βασικά χαρακτηριστικά της αριστερής προσέγγισης. Πολλοί λόγοι υπάρχουν για αυτή τη στάση. Ο πιο σοβαρός λόγος είναι η διαδεδομένη αντίληψη στην Αριστερά (και γενικά στις κοινωνίες Ελλάδας και Κύπρου), ότι οι Παλαιστίνιοι είναι και αυτοί θύματα του δυτικού νατοϊκού συνασπισμού, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, και παράλληλα, το Ισραήλ ο ευνοούμενός του, όπως η Τουρκία. Η αντιμετώπιση του «δράματος του παλαιστινιακού λαού» είναι ένας συνδυασμός συμπάθειας για τα δεινά του (παρόμοια με τα «δικά μας») και αντιδυτικών αισθημάτων. Το Παλαιστινιακό είναι το ζήτημα που εκφράζεται, σύμφωνα με την καθιερωμένη αριστερή αντίληψη, ο πόνος ενός λαού και η ιμπεριαλιστική εμπλοκή στην περιοχή. Η Αριστερά όμως, με λίγες εξαιρέσεις φυσικά, δεν έδειξε για παράδειγμα καμιά συμπάθεια για τα δεινά των Μουσουλμάνων από το μένος των Σέρβων εθνικιστών τη δεκαετία του 1990, ούτε νωρίτερα αντέδρασε με τη δεκαετή κατοχή του Αφγανιστάν από τη Σοβ.Ένωση, ούτε φυσικά πρόσφατα, με τις σφαγές από τα καθεστώτα του Ιράν και της Συρίας. Τεκμαίρεται, έτσι, ότι ο αντιαμερικανισμός( και αντινατοϊσμός), ως πολιτική ιδέα και πρακτική , είναι αυτό που καθορίζει πρώτα απ’ όλα την αντιμετώπιση του Παλαιστινιακού και μετά η αριστερή και διεθνιστική του προσέγγιση. Ο αντιαμερικανισμός γεννήθηκε, εξελίκτηκε και έγινε μέρος της κουλτούρας του μέσου Έλληνα και Ε/κ, όχι λόγω ταξικής συνείδησης και της πρόσληψης των Αμερικανών ως τους κύριους εκφραστές του καπιταλισμού, αλλά βάσει μιας εθνικιστικής αντίληψης και ενός αισθήματος χαμένων προσδοκιών: ότι οι Αμερικανοί και οι Δυτικοί οι οποίοι έπαιξαν και παίζουν καταλυτικό ρόλο στον γεωπολιτικό μας χώρο, αρνήθηκαν ή δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τα «δίκαια εθνικά αιτήματα». Απόδειξη, το ότι αντιαμερικανικά αισθήματα δεν τρέφει μόνο ο αριστερός κόσμος αλλά και ο δεξιός. Αυτός ο εθνικιστικός αντιαμερικανισμός συνδυασμένος με την ιδεολογική πόλωση του Ψυχρού Πολέμου, έγινε η βασική πολιτική της σταλινικής Αριστεράς σε Ελλάδα και Κύπρο, προτάσσοντας πια την ανάγκη για αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, αλλά όχι ενάντια στην εθνική αστική τάξη. Όσο συμβιβαζόταν η παραδοσιακή Αριστερά με το ντόπιο κατεστημένο, τόσο «ασυμβίβαστη» ήταν με τον ιμπεριαλισμό, χρεώνοντάς τον υπερβολικές , μέχρι και διαβολικές, ιδιότητες. Και ενώ είναι κατανοητός ο υπέρμετρος ζήλος της παραδοσιακής Αριστεράς να αναγάγει τους ανά τον κόσμο ιμπεριαλιστές σε κύριους υπεύθυνους όλων των κακών του πλανήτη, αποφεύγοντας όμως να χρεώσει ανάλογη ευθύνη στους ντόπιους τοποτηρητές του καπιταλισμού- ιμπεριαλισμού, η υπόλοιπη Αριστερά πέφτει στο ίδιο λούκι , δυστυχώς. Ίσως ο αντιαμερικανισμός και ο αντισημιτισμός να ευνοούν έναν παντός καιρού ακτιβισμό.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Take Five (20-07-12014)



 1. Οι πρόσφατες επιστολές που αντάλλαξαν Κουβέλης και Τσίπρας  δείχνουν ότι εδώ υπάρχει ένας έρωτας μεγάλος που ξυπάνει από τη χειμέρια νάρκη που επέβαλε ο χωρισμός. Πως ένα παντρεμένο ζευγάρι χωρίζει, παίρνει διαζύγιο και μετά από χρόνια τα βρίσκει και πάλι και ξαναπαντρεύεται; Κάτι ανάλογο. Τώρα και οι δυο πλευρές ψάχνουν τον τρόπο προσέγγισης. Διστακτικά αλλά τον ψάχνουν. Τελείως λογικό. Η ανανεωτική πτέρυγα που ελέγχει τη ΔΗΜΑΡ ήταν και παραμένει ΣΥΡΙΖΑ και καλό για όλους είναι να ξαναγυρίσει εκεί. Εντάξει, μπορεί να χτυπά το κεφάλι της στον τοίχο που εγκατέλειψε χωρίς σοβαρό λόγο ένα κόμμα του 4% και τώρα θέλει να επιστρέψει στο ίδιο κόμμα του 25%, αλλά τα λάθη για τους ανθρώπους είναι. Θα συναντήσει κάποιες δυσκολίες, θα υποστεί κάποιες ταπεινώσεις αλλά όλα έχουν ένα κόστος. Θα κάνει καλό και στην ανάπτυξη του παιχνιδιού του ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιεί το Δραγασάκη ως δεξί χαφ, του οποίου όμως η μακρά θητεία στη ποδοσφαιρική σχολή του ΚΚΕ δεν του επιτρέπει να υπηρετεί  τη θέση με συνέπεια. Αντιθέτως οι μεταγραφές από τη ΔΗΜΑΡ θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Εκεί έξω υπάρχουν χιλιάδες μετριοπαθείς ψηφοφόροι που θέλουν ένα καλό άλλοθι για να εμπιστευτούν τη Συριζέϊκη Αριστερά. Ο νεφελώδης λόγος των Δημαριτών μπορεί να τους θολώσει το μυαλό και να το κάνουν.

2. ΔΕΗ και αιγιαλός έφεραν πιο κοντά τα κόμματα της κομμουνιστογενούς Αριστεράς και έδειξαν το δρόμο. Δεν είναι οι ακροδεξιοί ΑΝΕΛ αυτοί που θα λύσουν το πρόβλημα των συμμαχιών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το ΚΚΕ, η ΔΗΜΑΡ, οι ΟΠ.  Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί. Ένα. Απεχθάνονται την ελεύθερη οικονομία. Η χρόνια λατρεία  στο σοβιετικό ή μαοϊκό μοντέλο τους έκανε τη ζημιά, δεν το θέλουν οι άνθρωποι, έχει περάσει το DNA τους.  Αν κάτι διακυβεύεται στη φάση που διανύουμε είναι το άνοιγμα των αγορών. Μπορεί να γίνει γιατί δεν έχει οικονομικό κόστος, ούτε απαιτεί την κινητοποίηση μηχανισμών όπως για παράδειγμα ο εκσυγχρονισμός του κράτους που δεν θα γίνει ποτέ. Δείτε το άνοιγμα των καταστημάτων. Όποιος θέλει το ανοίγει. Ερίζουν οι εργαζόμενοι για το ποιος θα πρωτοδουλέψει Κυριακή. Φυσικά όταν πληρώνονται τα νόμιμα. Εντάξει, απεργούν οι συνδικαλιστές αλλά το θέμα σε μια δυο βδομάδες θάχει τελειώσει. Έγινε με ένα νόμο. Αντίστοιχες δράσεις θα ακολουθήσουν στο άνοιγμα όλων των κλειστών επαγγελμάτων και γενικά στην κατάργηση των στρεβλώσεων της ελληνικής οικονομίας. Φυσικά το υπ’ αριθμόν ένα είναι η κατάργηση των γραφειοκρατικών εμποδίων στο «επιχειρείν», αλλά και αυτό μπορεί να γίνει αρκεί να πιέσει η ΕΕ. Είναι απλές καταργήσεις νόμων. Ταυτόχρονα όμως αυτό είναι και το πεδίο συνάντησης των δυνάμεων της Αριστεράς. Αυτό που θα τους ενώσει, προκειμένου να διατηρηθούν οι αγκυλώσεις, η γραφειοκρατία, ο συντεχνιασμός, οι πρόσοδοι, τα προνόμια και βέβαια η διαφθορά που γεννούν όλα αυτά. Αρκεί να είναι αυτή που τα διαχειρίζεται. Είναι τα μονοπάτια προς το Σοσιαλισμό του μέλλοντός της. Φυσικά και η Αριστερά δεν δίνει δεκάρα για την παραγωγή και διαχείριση της ενέργειας. Ούτε για την καταστροφή των αιγιαλών. Η έγνοια της είναι να μην γίνουν επενδύσεις, να μην ανοίξουν δουλειές, να μην μειωθεί η ανεργία, να μη δουλέψει ο καπιταλισμός. Τελείως λογικό για τη δική της ιδεολογία. Στη βάση αυτή θα συμμαχήσουν οι αριστερές δυνάμεις και η παρούσα συγκυρία τις ευνοεί.   
 3. Σοκ προκάλεσαν τα εκκαθαριστικά σημειώματα σε εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίους ελεύθερους επαγγελματίες. Αιτία είναι η φορολόγηση από το πρώτο ευρώ με συντελεστή από 26%, το ύψος του τέλους επιτηδεύματος (650 ευρώ) και ο συντελεστής 55% για την προκαταβολή φόρου έναντι του επόμενου έτους.  Βρήκε η κυβέρνηση παπά και είπε να θάψει όλο το χωριό. Χτυπήματα στην τύχη, χωρίς μέτρο και σχέδιο αρκεί να μαζευτούν χρήματα για να συντηρηθεί το σπάταλο και πολυπλόκαμο κράτος. Βεβαίως ούτε λόγος για την συνεπή και δίκαιη φορολόγηση των μεγάλων και των φοροφυγάδων. Το πάρτυ των συμφερόντων συνεχίζεται στη Υγεία, τα πρόστιμα των λαθρεμπόρων πετρελαίου άκουσα κάπου ότι τα πέρασαν σφουγγάρι, η γραφειοκρατία ζει και βασιλεύει και δεν δυσκολεύει μόνο την ανάπτυξη αλλά απομυζά εκατομμύρια ευρώ. Βεβαίως και πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες δεν είχαν πληρώσει στο παρελθόν ούτε ευρώ. Αλλά η συλλογική ευθύνη και η αντεκδίκηση δεν είναι στοιχεία της Δημοκρατίας. Η τεχνολογία σήμερα επιτρέπει έγκυρες διασταυρώσεις και σύλληψη της φορολογητέας ύλης. Αλλά στην κυβέρνηση κάνουν πως δε βλέπουν. Και γι αυτό χτυπούν στα τυφλά. Ο φόβος και μόνο ότι ο Θεοχάρης είχε πιθανότητα να εισέλθει σε απαγορευμένες ζώνες τον οδήγησε στην έξοδο. Το ανησυχητικό είναι ότι και η επερχόμενη αντιπολίτευση δεν κάνει τον κόπο να μας εξηγήσει πειστικά το σχέδιό της για τη φορολογία. Ειδικά όταν είναι αυτή που ισχυρίζεται ότι θα αυγατίσει αυτό το κράτος και θα ενισχύσει τις συντεχνίες του. Τα μαθηματικά δεν ήταν ποτέ το ατού της Αριστεράς αλλά οφείλει να μας πει πως θα μεταφέρει όλα τα καρπούζια στην ίδια μασχάλη. Την αριστερή βεβαίως.  

4. Οι περιφερειακοί πόλεμοι αποτελούν μια ασύμμετρη απειλή για όλη την ανθρωπότητα. Το διαρκές μπάχαλο στην Αφρική παράγει στρατιές εξαθλιωμένων μεταναστών που αναζητούν σωτηρία στην Ευρώπη, οι παράλογες πολιτικές των ΗΠΑ στο Ιρακ φέρνουν το νέο Χαλιφάτο στο προσκήνιο και το δικό του παράλογο θρησκευτικό μίσος, στη Λωρίδα της Γάζας η φρίκη δεν έχει τέλος, το Ουκρανικό ζήτημα προκαλεί βροχή πτωμάτων αθώων ανθρώπων. Η διεθνής κοινότητα δεν είναι απλά ανίκανη να μαζέψει τον τρόμο αλλά δείχνει τελείως αδιάφορη στο μέτρο που δεν διακυβεύονται άμεσα τα συμφέροντα των μεγάλων. Φαίνεται ότι η κυριαρχία του φόβου διευκολύνει τα σχέδια των ισχυρών για τη νομή της παγκόσμιας κυριαρχίας. Αλήθεια, μπορούμε να φανταστούμε πόσο πιο ισχυροί θα ήταν οι λαοί της περιοχής μας μέσα σε ένα περιβάλλον σταθερότητας και ειρήνης; Μια υγιώς αναπτυσσόμενη Ελλάδα, ως ατμομηχανή των Βαλκανίων, μια σύγχρονη Τουρκία ως μέλος της ΕΕ, μια ενωμένη δυναμική Κύπρος, ένα ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος σε  ειρηνική γειτονία με το ισχυρό Ισραήλ, σταθερές και δημοκρατικές Συρία, Ιράκ και Ιράν μακρυά από θρησκευτικούς φονταμενταλισμούς και φυσικά μια άλλη, δυτικότροπη Βόρεια Αφρική; Θα μιλούσαμε για μια νέα παγκόσμια δύναμη. Τουρισμός, ενέργεια, αγροτικά και αλιευτικά προϊόντα, θαλάσσιοι δρόμοι και  λιμάνια, νέες τεχνολογίες χαμηλού μπάτζετ, πανεπιστήμια θα ήταν οι αιχμές τους δόρατος μιας ραγδαία αναπτυσσόμενης Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.  Αντ΄ αυτών  η περιοχή μας σπαράσσεται από την οικονομική κρίση, τους μουλάδες, τις στρατοκρατικές συμμορίες και τον πόλεμο.  Αλλά ούτε η Βόρεια Ευρώπη ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η Κίνα θέλουν κάτι τέτοιο. Οι λαοί της περιοχής είναι καταδικασμένοι, φυσικά και  από δική τους υπαιτιότητα, να ζουν με το φαντάσματα της χρεοκωπίας  και του πολέμου. Να τους διαφεντεύει μόνο το μίσος. Η αιώνια κατάρα της καθ ημάς Ανατολής.


5. Η αξιολόγηση καρκινοβατεί στο δημόσιο τομέα. Αν κρίνω από την εσωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, που με τόση λύσσα αντιπάλεψαν η «ριζοσπαστική» Αριστερά και οι συνδικαλιστές σύντομα θα οδηγηθούμε σε μια προσχηματική διαδικασία. Η απέχθεια των ΔΥ προς κάθε μορφή αξιολόγησης και ο φόβος του πολιτικού κόστους προμηνύει το απόλυτο φιάσκο. Γιατί η αξιολόγηση δεν μπορεί παρά να είναι εξωτερική, από ανεξάρτητη αρχή μετά από καθορισμό συγκεκριμένων στόχων. Πως θα αξιολογήσει ο σχολικός σύμβουλος έναν καθηγητή με την παρουσία του για μια ώρα στην αίθουσα διδασκαλίας; Πόσο έγκυρη μπορεί να είναι η γνώμη του διευθυντή του με τον οποίο δουλεύει μαζί για πολλά χρόνια; Τι αξία έχουν οι πολλές συμμετοχές σε παντός είδους σεμινάρια του απόλυτου τίποτα; Αλλά είναι το ίδιο το σύστημα και οι νοοτροπίες που έχουν εμπεδωθεί που δεν επιτρέπουν μια στοιχειωδώς αξιόπιστη αξιολόγηση. Ένα παράδειγμα. Ένα λύκειο γράφει 100 μαθητές στην Α λυκείου. Τους αναλαμβάνει μια ομάδα καθηγητών. Ας υποθέσουμε ότι αυτοί έρχονται με ένα πραγματικό μέσο όρο 14 από το Γυμνάσιο και με ανάλογους μέσους όρους σε βασικές ομάδες μαθημάτων, (Γλώσσα, Μαθηματικά, Φυσικά, κλπ). Φοιτούν για ένα χρόνο υποβάλλονται σε πολλαπλές και διαφορετικές εξετάσεις και βαθμολογούνται αντικειμενικά. Ο μέσος όρος τους παρουσιάζει βελτίωση, έγινε 16.  Ανάλογες βελτιώσεις παρατηρούνται και στις επιμέρους ομάδες μαθημάτων. Αν όλα αυτά είναι αληθινά και επιστημονικά τεκμηριωμένα μπορούμε να αξιολογήσουμε την ομάδα και τον κάθε καθηγητή χωριστά και να πούμε ότι πέτυχαν. Και ας πηγαίνουν οι μαθητές φροντιστήριο. Και ας είναι οικονομικά υποβαθμισμένη η περιοχή. Αυτό που πρέπει να μετράμε είναι η βελτίωση, η πρόοδος, η επίτευξη των στόχων και όχι τα απόλυτα μεγέθη. Τα παιδιά προοδεύουν όταν πρώτα και κύρια δουλεύει το σχολείο τους, όχι το φροντιστήριο. Και η δουλειά του σχολείου δεν είναι μόνο οι τεχνικές επίλυσης προβλημάτων και η παράθεση πληροφοριών αλλά η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, η αρμονία σώματος, νου και ψυχής, η ολιστική εκπαίδευση. Κι ας είναι το σύστημα χάλια. Οι δάσκαλοι μπορούν να το ανατρέψουν στην πράξη. Μπορούν να μάθουν και να μετρούν σωστά. Αρκεί να θέλουν και φυσικά να ξέρουν ότι θα μετρηθούν και αυτοί. 

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

H λωρίδα του παραλόγου


του Λεωνίδα Καστανά

Εξήντα χρόνια κρατάει αυτή η παράλογη σφαγή με επίκεντρο της Λωρίδα της Γάζας. Μια σφαγή που αναπαράγει την ισχύ των πιο φανατικών και στρατοκρατικών μηχανισμών τόσο στο Ισραήλ όσο και στην Παλαιστίνη. Μόνο που δε σφάζονται οι μαχητές των δύο πλευρών. Σφάζονται με τον πιο ειδεχθή τρόπο άμαχοι και κυρίως παιδιά. Με σκοπιμότητα. Για να αναπαράγεται το μίσος και να διαιωνίζεται η εμπόλεμη κατάσταση. Φυσικά το βαρύτερο φόρο αίματος πληρώνουν οι Παλαιστίνιοι, γιατί είναι οι πιο αδύναμοι. Μόνο που είναι αυτοί που συνήθως προκαλούν τους Ισραηλινούς οι οποίοι απαντούν με δυσανάλογη βία ακριβώς για να δώσουν το άλλοθι στη Χαμάς να συνεχίσει. Και πέφτουν αράδα τα κορμιά χωρίς κανένα λόγο.

Γιατί το «παιχνίδι» έχει στηθεί καλά και από τις δυο πλευρές. 1,8 εκατομμύριο ψυχές ζουν σε μια στενή λωρίδα άγονης γης αποκλεισμένοι από παντού. Ανεργία 80%, ανέχεια, έλλειψη νερού, ηλεκτρικού, τροφής και φαρμάκων. «Φυσιολογικά» επιλέγουν να τους κυβερνά, κατά 70%, η φανατική Χαμάς η οποία έχει κηρύξει ιερό πόλεμο κατά του Ισραήλ. Το σύνθημα; Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ αν δεν καταστραφεί το κράτος του Ισραήλ, αν δεν πεθάνει και ο τελευταίος Εβραίος. Μόνο που αυτό είναι αδύνατο στο μέτρο που το Ισραήλ είναι ο ελέφαντας και η Χάμας το μερμήγκι. Εκτοξεύουν ρουκέτες παλιάς τεχνολογίας προς το Νότιο Ισραήλ που συνήθως δεν βρίσκουν στόχο. Και όταν πάνε για το στόχο δηλαδή για κατοικημένη περιοχή, ο Σιδηρούς Θόλος, ένα υπερσύγχρονο σύστημα αντιπυραυλικής προστασίας τις εξουδετερώνει στον αέρα. Η Χαμάς κρύβει τις ρουκέτες σε σπίτια ακόμα και σε σχολεία ακριβώς για να έχουν τα αντίποινα των Ισραηλινών ως θύματα αποκλειστικά αμάχους. Για να αναπαράγεται συνεχώς η φρίκη, να φουντώνει το μίσος και να διευκολύνεται η στρατολόγηση νέων φανατικών μαχητών. Η Χαμάς μπορεί να χτίζει σπίτια και σχολεία αλλά δεν φτιάχνει καταφύγια. Αρνείται εμφατικά να προφυλάξει τους συμπατριώτες της και κυρίως τα παιδιά της. Οι άνθρωποι εκεί απλά περιμένουν να πεθάνουν.

Το Ισραήλ μπορεί να αποχώρησε από τη Λωρίδα της Γάζας, να σταμάτησε τον εποικισμό αλλά έσφιξε τον κλοιό ακριβώς για να ενισχύει το φανατισμό του αντιπάλου. Στην πρώτη εκτόξευση ρουκετών απαντά με υπερβολική βία. Μέχρι στιγμής στις πρόσφατες εχθροπραξίες υπάρχουν ένας Ισραηλινός νεκρός, 230 Παλαιστίνοι σχεδόν όλοι άμαχοι και πολλά παιδιά. Αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις στην Αίγυπτο για να βρεθεί μια λύση σπάει την εκεχειρία η Χαμάς βρίσκει ευκαιρία το Ισραήλ να ισοπεδώσει τις πόλεις. Τα προηγούμενα χρόνια υπήρχαν στο Ισραήλ ειρηνιστικά κινήματα που απαντούσαν μαχητικά στην επίδειξη της δυσανάλογης βίας. Υποχώρησαν. Το μίσος δεν επιτρέπει συμβιβασμούς. Η πολιτική του Ισραήλ βρίσκει σύμφωνο το 80% των κατοίκων του. Η λύση δεν φαίνεται από πουθενά. Το αίμα συνεχίζει να κυλάει.

Η διεθνής κοινότητα στέκει αμήχανη μπροστά στη συλλογική θηριωδία και των δύο πλευρών. Χλωμές καταδίκες της βίας, ατελέσφορες παρεμβάσεις, υποκρισία. Οι στρατοκράτες του Ισραήλ χαίρουν της υποστήριξης των Αμερικάνων και των Βρετανών. Τα πανίσχυρα λόμπυ τους σε όλον τον πλανήτη φροντίζουν γι αυτό. Κάθε φορά μετά τη σφαγή, λες και έχουν συμφωνήσει εκ των προτέρων για τον αριθμό των θυμάτων, επιτυγχάνεται κάποια ανακωχή μέχρι ένα νέο συμβάν, μια δολοφονία, μια ρουκέτα, μια επίθεση αγνώστων να δώσει το έναυσμα για την αναπαραγωγή της φρίκης.


Η λύση φαντάζει αδύνατη. Καμιά σημαντική πολιτική δύναμη στο Ισραήλ δεν είναι διατεθειμένη να κάνει πίσω. Οι φανατικοί στρατοκράτες είναι παντού. Αλλά και καμιά παλαιστινιακή δύναμη, ακόμα και η πιο μετριοπαθής δεν τολμά το αυτονόητο. Να προφυλάξει τους αμάχους δουλεύοντας μόνο για την ειρήνη. Και όμως θα ήταν απλό. Να αποδεχθεί ο ισχυρός την ίδρυση Παλαιστινιακού κράτους. Να φροντίσει η διεθνής κοινότητα την οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη του αδύναμου με ταυτόχρονο αφοπλισμό του. Να εγγυηθεί ο ΟΗΕ την ειρήνη. Μόνο έτσι οι φανατικοί θα αποδυναμωθούν πολιτικά και θα ανέβουν στην εξουσία μετριοπαθείς δυνάμεις. Αλλά κανείς δεν θέλει τη λύση. Ο πόλεμος αναπαράγει την εξουσία τους. Και όσο ο πόλεμος είναι πιο φονικός και φρικώδης τόσο η εξουσία αυτή γίνεται ισχυρότερη.          

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Το κόστος της αριστείας




Τα πρότυπα πειραματικά πέρασαν κάτω από τα ραντάρ του πολιτικού συστήματος και αναβαθμίστηκαν, μπήκαν σε μια νέα τροχιά, αυτή της αριστείας. Όπως ήταν αναμενόμενο έγιναν στόχος. Γιατί στη χώρα αυτή πολλοί θεωρούν την αριστεία ύβρι.

της Μαρίας Κατσουνάκη από την Καθημερινή

Στην Ελλάδα η αριστεία είναι αντικείμενο έλξης και άπωσης. Ολοι ομνύουν στην αναγκαιότητά της, πλέκουν το εγκώμιό της, τη θεωρούν, μεταξύ άλλων, ατμομηχανή της ανάπτυξης, της καινοτομίας, της μαθησιακής αλλά και εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οταν έρχεται η ώρα όμως να χαραχτούν πολιτικές, να επιλεγούν προτεραιότητες, να προβλεφθούν κονδύλια, να δημιουργηθούν και να λειτουργήσουν δομές για τη στήριξη και την προώθησή της, απλώνεται μια περίεργη απροθυμία που εναλλάσσεται με μεγάλη δυστοκία και συχνά με κατά μέτωπον επίθεση. Οι «άριστοι» κοσμούν πρωτοσέλιδα εφημερίδων, αλλά διακρίνει κανείς μια μικρή ανακούφιση όταν πρόκειται για Ελληνες του εξωτερικού γιατί, προφανώς, δεν διαταράσσουν την εσωτερική τάξη, γεννώντας υποχρεώσεις και εντείνοντας τον ανταγωνισμό.

Παραδείγματα υπάρχουν άφθονα: στα πανεπιστήμια, στη δημόσια διοίκηση, στη μέση εκπαίδευση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η αξιολόγηση προσκρούει διαρκώς σε εμπόδια· ότι κάθε προσπάθεια εφαρμογής της συναντά αρνητική κριτική, ποτέ υποστηρικτική ή συναινετική για να βρεθεί λύση· ότι ποτέ οι «αξιολογητές» δεν θεωρούνται επαρκείς και κατάλληλοι, γιατί οι «αξιολογούμενοι» θεωρούν εαυτούς επαρκέστερους και καταλληλότερους.

Στη μέση εκπαίδευση ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των προτύπων πειραματικών. Το... αφηρημένο ροκάνισμα ενός θεσμού που ψηφίστηκε το 2011 και λειτούργησε το 2012-13 για πρώτη φορά. Για τα 36 πρότυπα πειραματικά γυμνάσια και λύκεια της χώρας (υπάρχουν και 24 δημοτικά) υποβλήθηκαν πέρσι 8.000 αιτήσεις συμμετοχής στις εξετάσεις εισαγωγής. Φέτος, ο αριθμός αυξήθηκε σε 11.000. Η κοινωνία υποστήριξε έναν θεσμό, ο οποίος στην αρχή αντιμετωπίστηκε επιθετικά και από την ίδια την ΟΛΜΕ (ως προς το προαπαιτούμενο των εξετάσεων). Κατηγορήθηκαν από τμήμα της Αριστεράς ως σχολεία ελίτ, του ανταγωνισμού, της αγοράς. Ο τρόπος που σχεδιάστηκαν για να λειτουργήσουν αυτά τα σχολεία (στην αξιολόγηση του προσωπικού, στα ζητήματα των μεταθέσεων και στις επιλογές στελεχών δεν μετέχουν συνδικαλιστές) ενοχλεί. Ο,τι για το εκπαιδευτικό σύστημα του δυτικού κόσμου ήταν λυμένο εδώ και δεκαετίες, στην Ελλάδα είχε υποκατασταθεί (τις ίδιες δεκαετίες) από τον εξισωτισμό προς τα κάτω.

Κι ενώ στην αρχή το πολιτικό σύστημα υποδέχτηκε τον θεσμό με επαίνους, στη συνέχεια άρχισε, ανεπαισθήτως, το ξήλωμά του. Ο νυν υπουργός Παιδείας παρέτεινε την τελευταία στιγμή την προθεσμία υποβολής αιτήσεων για τη συμμετοχή στις εξετάσεις, γιατί «ορισμένοι» γονείς δεν είχαν προλάβει και «πίεζαν». Ηταν ή όχι ένα πρώτο βήμα για να πληγεί η αξιοπιστία του θεσμού; Το σοβαρότερο πρόβλημα όμως παραμένει η έλλειψη διοικητικών δομών για τη στήριξή του. Η ύπαρξη δηλαδή ενός, στοιχειώδους έστω, διοικητικού μηχανισμού που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός αναπτυσσόμενου θεσμού, βοηθώντας στην κατοχύρωση και επέκτασή του.

Η περί αριστείας ρητορεία περισσεύει. Το κόστος της εφαρμογής της όμως αποδεικνύεται επώδυνο· όχι μόνο για το πολιτικό σύστημα (ως διόλου ψηφοθηρικό), αλλά και για τον καθένα που καλείται να αξιολογηθεί. Να μετρηθεί και να ζυγιστεί, δηλαδή.