ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Η Οχτωβριανή επανάσταση

Τι κι αν χειμώνιασε. Χιλιάδες καλοκαίρια στις καρδιές μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Εθνικό σήμερα είναι να δημιουργείς δουλειές. Όχι αυτές τις παλιές, που έπρεπε να χρεώνονται τα εγγόνια μας για να τις πληρώνουμε, αλλά αυτές που τις πληρώνει ένας ξένος αγοραστής, επειδή του παρέχουν κάτι που θέλει. Που φέρνουν εισόδημα στη χώρα, για να μπορούμε με αυτό να αγοράσουμε όσα δεν μπορούν να παραχθούν εδώ: φάρμακα, πετρέλαιο, μηχανήματα. Εθνικό είναι να καλύπτουμε τις ανάγκες με δικές μας δυνάμεις, και όχι ζητιανεύοντας στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο. Αντεθνικό είναι να εμποδίζεις τέτοιες δουλειές. Να καταδικάζεις τους Έλληνες σε μια κατάσταση μεταξύ ζήτουλα και αγανακτισμένου. Να φωνάζεις, να εκβιάζεις και στο τέλος να τα ρίχνεις στους άλλους. Εθνικό είναι η παραγωγή.

Αρίστος Δοξιάδης

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Το μήνυμα των αγορών για την Ελλάδα και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ



Την τιμητική της είχε η Ελλάδα στην πρόσφατη έκρηξη χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Το επιτόκιο του δεκαετούς ομολόγου πήρε ανοδική πορεία στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν ήταν περίπου 5,5%. Η άνοδος έγινε εκρηκτική την προηγούμενη εβδομάδα, καθώς ο σπασμός της αστάθειας διέτρεξε τις παγκόσμιες αγορές, φτάνοντας το 9%. Ταυτόχρονα κατέρρευσε και το Χρηματιστήριο Αθηνών. Όπως περίμεναν οι ψυχραιμότεροι - ακριβώς επειδή επρόκειτο για σπασμό και όχι για την ίδια την κρίση - η κατάσταση εξομαλύνθηκε παγκοσμίως την εβδομάδα αυτή και το ελληνικό επιτόκιο έπεσε ταχέως γύρω στο 7%. Αλλά το μήνυμα για την Ελλάδα ήταν αμείλικτο, ιδίως για το πολιτικό της προσωπικό, κυβέρνηση και αντιπολίτευση.

Η ελληνική αναπτυξιακή καχεξία

Η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της αναταραχής γιατί η πορεία της οικονομίας της κατέδειξε για μια ακόμη φορά την αποτυχία της Ευρωζώνης και τους μεγάλους κινδύνους που ενέχει για την παγκόσμια οικονομία. Το 2014 η εξάχρονη ύφεση βαίνει προς το τέλος της και είναι πιθανό να σημειωθεί  ακόμη και μια ανεπαίσθητη αύξηση του ΑΕΠ. Η κύρια αιτία είναι φυσικά ο τουρισμός που συνέβαλε στην ελαφριά υποχώρηση της ανεργίας - λίγο πάνω από το 26% - και στην τόνωση των ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η κατανάλωση, η οποία υποχώρησε ραγδαία καθώς συντρίφτηκαν οι μισθοί το 2010-14, φαίνεται πια να σταθεροποιείται, σταματώντας έτσι και την πτώση των λιανικών πωλήσεων. Ακόμη και οι επενδύσεις, που κατέρρευσαν μετά το 2007, κάνουν κάποια διστακτικά βήματα σταθεροποίησης.

Που όμως θα βρεθούν οι πηγές της ανάπτυξης από δω κι εμπρός; Το πρόσφατο σενάριο του ΔΝΤ που προβλέπει ανάπτυξη με μέσο ρυθμό 3,4% ετησίως για το 2015-19 φαντάζει εξωπραγματικό. Πως θα παρουσιάσει ανοδικό δυναμισμό η κατανάλωση δεδομένου ότι οι μισθοί θα συνεχίσουν να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα; Γιατί να ανακάμψουν συστηματικά οι ιδιωτικές επενδύσεις, όταν οι δημόσιες επενδύσεις συρρικνώνονται και η βιομηχανική παραγωγή συνεχίζει να πέφτει, όπως έκανε κατά 5,7% τον Αύγουστο; Πόση μπορεί να είναι η τόνωση που θα έρθει από τις διεθνείς συναλλαγές, όταν οι εξαγωγές αγαθών δεν παρουσιάζουν απολύτως κανένα δυναμισμό και μάλιστα το ισοζύγιο στην εμπορία αγαθών παρουσιάζει και πάλι αυξανόμενα ελλείμματα; Πως θα στηρίξει την ιδιωτική οικονομία το τραπεζικό σύστημα το οποίο είναι ο ορισμός του ‘ζόμπι’ δεδομένου ότι κατέχει περίπου 80δις προβληματικών δανείων – για τα μισά εκ των οποίων δεν υπάρχει πρόβλεψη κάλυψης – και θα χρειαστεί το ίδιο στήριξη;

Η Ελλάδα χρειάζεται γρήγορη και σταθερή ανάκαμψη του παραγωγικού ιστού, αν πρόκειται να σταθεί ξανά στα πόδια της και να απορροφήσει τη γιγαντιαία ανεργία. Αλλά ο ιδιωτικός τομέας της ελληνικής οικονομίας έχει πληγεί βαρύτατα, το πλήγμα είναι δομικό και όχι απλώς κυκλικό και δεν διαφαίνονται για την ώρα οι μηχανισμοί συστηματικής ανάκαμψης. Τα όσα λέγονται περί ‘μεταρρυθμίσεων’ - δηλαδή η άσκηση επιπλέον πίεσης στους εργαζομένους – που θα οδηγήσουν σε ταχύρρυθμη ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, απλώς φέρνουν χαμόγελο. Στην καλύτερη περίπτωση δείχνουν βαθύτατη άγνοια του πως δημιουργείται πραγματικά η ανάπτυξη, ενώ στη χειρότερη είναι εκ του πονηρού.

Τον ρόλο του αναπτυξιακού καταλύτη στις σημερινές συνθήκες μπορεί να τον παίξει μόνο το Δημόσιο. Όσο όμως η δημοσιονομική πολιτική θα διαμορφώνεται μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια που θέτει η ΕΕ, με κύριο στόχο να εξυπηρετείται το τεράστιο χρέος και άρα να επιτυγχάνονται πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 4% για τα επόμενα χρόνια, τόσο το Δημόσιο δεν θα μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του. Αν μάλιστα προστεθεί και η διαλυτική επίδραση των επικείμενων ιδιωτικοποιήσεων, αλλά κυρίως η απώλεια της ικανότητας δημόσιας παρέμβασης λόγω του άκρατου νεοφιλελευθερισμού της Τρόικα, τόσο χειρότερα γίνονται τα πράγματα.

Το μη βιώσιμο χρέος και τα πολιτικά παιχνίδια της κυβέρνησης

Η μεγάλη δυσκολία της χώρας να επιστρέψει σε σταθερή ανάπτυξη γεννά βάσιμες αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μπορεί εύκολα να εξυπηρετεί το τεράστιο χρέος της μακροπρόθεσμα. Αυτό είναι το νόημα του μη βιώσιμου χρέους, ότι κι αν λέει ο κ. Χαρδούβελης για τα υγιή ‘θεμελιώδη’ μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, όσες επιθετικές δηλώσεις κι αν κάνει ο κ. Βενιζέλος που εσχάτως μετεξελίχθηκε σε δεινό γνώστη της οικονομικής ορολογίας. Αυτή είναι και η βαθύτερη αιτία της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής αναταραχής, η οποία παράλληλα κατέδειξε τον παράλογο χαρακτήρα των διεθνών αγορών και την παθολογική φύση του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού.

Η έλλειψη μακροχρόνιας βιωσιμότητας για το ελληνικό χρέος, βλέπετε, δεν αποτελεί πρόβλημα καίριας σημασίας για τις διεθνείς αγορές - εδώ και τώρα. Πάνω από 250δις από το συνολικό όγκο των 320δις του ελληνικού χρέους βρίσκονται στα χέρια της ΕΚΤ, της ΕΕ και του ΔΝΤ, δηλαδή της Τρόικα, άρα δεν διατίθενται ελεύθερα προς εμπορία. Το επιτόκιο δε στα ποσά που κατέχει η ΕΕ είναι πολύ χαμηλό, περίπου 1% κατά μέσο όρο. Από την άλλη, οι αγορές ενδιαφέρονται εντονότατα για την απρόσκοπτη εξυπηρέτηση του υπόλοιπου χρέους - εδώ και τώρα. Ένα μεγάλο μέρος του βρίσκεται στην κατοχή χετζ φαντ και άλλων ‘σκιωδών επενδυτών’ που αγόρασαν ελληνικά ομόλογα (και μετοχές) τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς οι κεντρικές τράπεζες πλημμύρισαν τις αγορές με πάμφθηνη ρευστότητα. Οι ελληνικές αποδόσεις φαντάζουν ελκυστικές, με την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει κάποια εγγύηση αποπληρωμής. Η μόνη εγγύηση είναι φυσικά η συνέχιση των πολιτικών λιτότητας υπό την εποπτεία της τρόικα. Αν αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη συνέχιση της αναπτυξιακής καχεξίας, λίγο ενδιαφέρει τις αγορές.

Ενδιαφέρει όμως άμεσα το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Όσο οι φόροι στην ακίνητη περιουσία θα παραμένουν βαρύτατοι και η φτώχεια θα μεγαλώνει, τόσο πιο απίθανη θα γίνεται η επανεκλογή της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου. Το επιτελείο του Μαξίμου είχε λοιπόν τη φαεινή ιδέα να εμφανιστεί ως επικεφαλής του αντι-μνημονιακού αγώνα, με την προοπτική να απεμπλακεί αμέσως από το ΔΝΤ – και όχι το 2016, όπως προβλέπει το Μνημόνιο – καλύπτοντας τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας τα επόμενα δύο χρόνια (που θα κυμανθούν στα 20-30δις ευρώ) από τις ανοιχτές αγορές. Κυνικότερος, ερασιτεχνικότερος και ατυχέστερος χειρισμός δεν θα μπορούσε να γίνει, δεδομένου μάλιστα ότι η προσπάθεια της Ελλάδας να δανειστεί 3δις από τις ανοιχτές αγορές τον Ιούλιο ουσιαστικά απέτυχε.

Στις εξαιρετικά τεταμένες συνθήκες των διεθνών αγορών η ελληνική πρωτοβουλία έγινε αντιληπτή ως προσπάθεια να ξεγλιστρήσει η χώρα από την πολιτική λιτότητας, άρα έθεσε εν αμφιβόλω την σταθερή εξυπηρέτηση του χρέους της. Η φανερή διαφωνία του ΔΝΤ και της ΕΕ με τους πολιτικάντικους ερασιτεχνισμούς της κυβέρνησης έφερε βίαιη αντίδραση. Οι ‘σκιώδεις’ κερδοσκόποι  πούλησαν ομόλογα και μετοχές ταχύτατα και, σε μια τόσο ρηχή αγορά όσο η ελληνική, οδήγησαν το χρηματιστήριο σε κατάρρευση κι εκτόξευσαν το επιτόκιο των ομολόγων στο 9%. Ο κυβερνητικός χειρισμός κατέρρευσε και μαζί του και η τελευταία ελπίδα της τραγικής κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου να διασωθεί.

Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ

Το πιο αμείλικτο μήνυμα των αγορών στάλθηκε όμως προς την αντιπολίτευση. Παρά το ότι δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, οι διακηρύξεις του είναι ξεκάθαρες: θα επιδιώξει βαθιά διαγραφή του χρέους, άρση της λιτότητας, παρέμβαση ανακούφισης για τα λαϊκά στρώματα και παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Οι επιδιώξεις του είναι απολύτως λογικές και απαραίτητες για μια χώρα που βρίσκεται στην κατάσταση της Ελλάδας. Αλλά αυτού του είδους η λογική μικρή σχέση έχει με τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η πανωλεθρία που υπέστη η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου έδειξε ότι μια κυβέρνηση με το διακηρυγμένο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ θα αντιμετωπίσει εντονότατη επίθεση των αγορών, με μεγάλη άνοδο των επιτοκίων και πτώση του χρηματιστηρίου. Η αστάθεια και η ανησυχία θα είναι μεγάλη και για τις τράπεζες και για τις επιχειρήσεις. Αλλά για μια κυβέρνηση που δεν θα έχει ως στόχο της την επιστροφή στις αγορές - όπως θα πρέπει να είναι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - η επίθεση των αγορών δεν θα έχει καθοριστική σημασία, δεδομένου μάλιστα ότι οι δανειακές ανάγκες της Ελλάδας είναι πια πολύ περιορισμένες, αν εξαιρέσει κανείς την εξυπηρέτηση του χρέους. Ψυχραιμία, λοιπόν, θα χρειαστεί, άμεσα μέτρα στήριξης τραπεζών και επιχειρήσεων, καθώς και μεθοδική προετοιμασία του ελληνικού λαού ώστε να μην φοβηθεί.

Καταλυτική όμως θα είναι η στάση που θα κρατήσει η ΕΕ και ειδικότερα η ΕΚΤ. Στις παρούσες συνθήκες των αγορών το τελευταίο πράγμα που χρειάζονται όσοι καθορίζουν την πορεία της ΕΕ είναι μια κυβέρνηση περιφερειακής χώρας που θα προκαλεί αναταραχή επιδιώκοντας διαγραφή χρέους και αποκηρύσσοντας τη λιτότητα. Ο κίνδυνος γενικευμένης ανάφλεξης θα είναι πολύ μεγάλος. Αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα ότι θα ασκηθούν τεράστιες πιέσεις στη νέα κυβέρνηση για να τηρήσει τα συμφωνημένα από τις προηγούμενες, να παραμείνει στο γενικό πλαίσιο του ελληνικού προγράμματος και να ξεχάσει τα περί βαθιάς διαγραφής χρέους. Στην ουσία να εγκαταλείψει το διακηρυγμένο πρόγραμμά της. Κανείς δε βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τον κ. Ντράγκι για να ασκήσει τέτοια πίεση, εκβιάζοντας ευθέως με την απειλή διακοπής της παροχής ρευστότητας στις τράπεζες, όπως ήδη έκανε στην περίπτωση της Κύπρου το 2013.

Ο ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα έχει επιδοθεί σε εκστρατεία ενημέρωσης των ισχυρών της Ευρώπης προσπαθώντας να τους πείσει για τη λογική που διέπει τις θέσεις του και για την απόφασή του να βρει ‘ευρωπαϊκή’ λύση. Καλό είναι φυσικά να ενημερώνει τα διεθνή φόρα για τις θέσεις του, αλλά ακόμη καλύτερο είναι να έχει αντίληψη των συμφερόντων του αντιπάλου. Καλό είναι επίσης να θυμούνται οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ ότι οι μηχανισμοί της ευρωπαϊκής μπουρζουαζίας χαρακτηρίζονται από καλούς τρόπους, ευγένεια προς τον συνομιλητή τους και τη συνήθεια να ακούνε τον άλλο, αλλά παραμένουν άτεγκτοι υπερασπιστές των συμφερόντων τους, σκληροί και βαθιά υπεροπτικοί.

Δεν υπάρχουν ‘λογικοί’ διαπραγματευτές με τους οποίους θα συνδιαλλαγεί μια ριζοσπαστική ελληνική κυβέρνηση. Η μόνη πραγματική ισχύς της απέναντι στους εκβιασμούς που αναπόφευκτα θα ασκηθούν θα είναι η λαϊκή στήριξη και αποφασιστικότητα. Για να υπάρξει τέτοια στήριξη απαιτείται καθαρότητα οικονομικής και πολιτικής ανάλυσης, απόρριψη των εκβιασμών, ετοιμότητα για ρήξεις και προετοιμασία των λαϊκών στρωμάτων για σκληρή δοκιμασία. Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων είναι ίσως το τελευταίο καμπανάκι για τον ΣΥΡΙΖΑ και η τελευταία ευκαιρία για τη χώρα να επιδιώξει την αλλαγή που χρειάζεται με ρεαλιστικό τρόπο.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Οι οικονομικές προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ


των Παγουλάτου - Τσακλόγλου από την Καθημερινή

Π​​οιες θα ήταν οι επιπτώσεις του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ; Καθώς αρκετές δηλώσεις στελεχών του διαφοροποιούνται, επικεντρωθήκαμε στις προτάσεις που διατύπωσε ο πρόεδρός του.

Με δύο παραδοχές ξεκινά ο ΣΥΡΙΖΑ.

1. Το Μνημόνιο ευθύνεται για την κρίση, και όχι το αντίστροφο.

2. Το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η έλλειψη επαρκούς ζήτησης και όχι επαρκούς προσφοράς. Και οι δύο παραδοχές, παρότι δημοφιλείς, είναι εσφαλμένες.

Ο κ. Τσίπρας λέει ότι αν καταργηθούν οι μνημονιακοί νόμοι, επανέλθουν μισθοί και συντάξεις (κυρίως κατώτατοι) στα προ κρίσης επίπεδα και αναιρεθούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, μαζί με γενναία αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, η οικονομία θα ανακάμψει με ταχείς ρυθμούς.

Ισως αυτά να ήταν βάσιμα εάν ζούσαμε σε κλειστή οικονομία με δικό της νόμισμα. Αυτό δεν συμβαίνει. Τυχόν υιοθέτηση των παραπάνω θα επέφερε επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας που με τόσο κόπο βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια, αύξηση των εισαγωγών και επανεμφάνιση μεγάλων εξωτερικών ελλειμμάτων. Η Ευρώπη έχει πράγματι ανεπαρκή ζήτηση, αλλά αυτό αφορά την Ευρωζώνη συνολικά, ιδίως τη Γερμανία, και όχι μια οικονομία όπως η ελληνική, με υψηλότατη συμμετοχή της κατανάλωσης στο ΑΕΠ και χρονίως αδύναμο εξαγωγικό τομέα. Ολη η Ευρωζώνη χρειάζεται επείγουσα αύξηση επενδύσεων. Αλλά η ελληνική οικονομία πρέπει να προσελκύσει ιδιωτικές επενδύσεις και να διευρύνει την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών.

Η έμφαση ΣΥΡΙΖΑ στην πλευρά της ζήτησης υποτιμά την ανάγκη να παράγουμε αποδοτικότερα και με εξωστρέφεια. Κοινή βάση της χαμηλής παραγωγικότητας και της φοροδιαφυγής/εισφοροδιαφυγής είναι η πληθώρα των πολύ μικρών μονάδων. Οι μεταρρυθμίσεις επιδιώκουν ορθολογικότερα και παραγωγικότερα επιχειρηματικά μεγέθη. Οι πολιτικές ΣΥΡΙΖΑ, η ανατροπή μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντος και εργασίας, η ακύρωση ιδιωτικοποιήσεων, θα αύξαναν τα κόστη παραγωγής για τις σοβαρές επιχειρήσεις. Θα δημιουργούσαν αντίξοο περιβάλλον, που θα ωθούσε εγχώριες και ξένες εταιρείες προς έξοδο και μαζική φυγή κεφαλαίων. Τότε θα απέμεναν μόνο τα μικρομάγαζα, που επιβιώνουν με φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή. Θα γυρίζαμε στον φαύλο κύκλο της εσωστρεφούς οικονομίας, που αδυνατεί να παραγάγει ανάπτυξη και να αυξήσει τα δημόσια έσοδα.

Ο κ. Τσίπρας παρουσίασε και κοστολόγηση των προτάσεών του (πράγμα θετικό), η οποία αμφισβητήθηκε από την κυβέρνηση, αλλά και οικονομολόγους προσκείμενους στον ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρούμε την κοστολόγηση του υπουργείου Οικονομικών πολύ ρεαλιστικότερη από του ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως εάν η προτεινόμενη «σεισάχθεια» (κάτω από 3% των «κόκκινων» δανείων) πρόκειται να έχει κάποιο νόημα. Ακόμα όμως και με την κοστολόγηση ΣΥΡΙΖΑ, προκύπτει κενό ίσο με 5% του ΑΕΠ, με προφανείς συνέπειες για το δημοσιονομικό ισοζύγιο. Από πού θα καλυφθεί αυτό το κενό; Η πάταξη φοροδιαφυγής και λαθραίας διακίνησης καυσίμων, παρότι σφόδρα επιθυμητή, δεν αρκεί. Αντικατάσταση του ΕΝΦΙΑ με Φόρο Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας ισοδύναμου αποτελέσματος θα προϋπέθετε δημευτικούς όρους.

Ετσι, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ αφήνει ένα τεράστιο κενό χρηματοδότησης. Πώς θα καλυπτόταν αυτό το κενό; Η πρόσφατη εκτίναξη των spreads, παρά το πρωτογενές πλεόνασμα, δείχνει ξεκάθαρα ότι η προσφυγή στις αγορές ομολόγων θα ήταν αδύνατη. Οι εταίροι κάθε άλλο παρά πρόθυμοι θα ήταν να μας δανείσουν με ευνοϊκούς όρους χωρίς αυστηρό οικονομικό πρόγραμμα. Θα υπέγραφε ο κ. Τσίπρας ένα νέο δανειακό πρόγραμμα; Θα ήταν μια ενδιαφέρουσα εκδίκηση της ιστορίας. Οι αριθμοί απλώς δεν βγαίνουν, και τα λογικά κενά είναι πολύ μεγάλα για να αγνοηθούν.

Στο πρόβλημα του χρέους, ο ΣΥΡΙΖΑ επαναλαμβάνει ότι πρέπει να γίνει μεγάλο «κούρεμα» ονομαστικής αξίας – ευτυχώς, διευκρινίζεται εσχάτως, όχι μονομερώς. Μακάρι τα επιχειρήματα του ΣΥΡΙΖΑ να πείσουν το βελγικό Κοινοβούλιο ότι απαιτείται «κούρεμα», διότι η Ελλάδα δεν μπορεί να παράγει πρωτογενή πλεονάσματα 4% όταν αυτό έγινε στο Βέλγιο για πάνω από 20 χρόνια, το σλοβακικό και το εσθονικό Κοινοβούλιο ότι το «κούρεμα» χρειάζεται για να αποκατασταθεί η αγοραστική δύναμη των ελληνικών συντάξεων, όταν οι εκεί συντάξεις είναι πολύ χαμηλότερες, ή το ιταλικό Κοινοβούλιο ότι το ελληνικό χρέος πρέπει να «κουρευτεί» για να γίνει βιώσιμο όταν το ιταλικό χρέος πλησιάζει το 140% του ΑΕΠ. Αν αυτά αποδειχθούν ανέφικτα, η μόνη λύση είναι η μείωση της πραγματικής αξίας του χρέους με επιμήκυνση, μείωση επιτοκίων και επέκταση περιόδου χάριτος. Η Ευρώπη πρέπει να τολμήσει να προχωρήσει σε πιο ριζοσπαστικές λύσεις για το πρόβλημα του χρέους, όπως το σχέδιο PADRE των Paris & Wyplosz, η μετατροπή σε διηνεκές (perpetual) ή λύσεις αμοιβαιοποίησης, ευρωομολόγου ή συμμετοχής της ΕΚΤ στη χρηματοδότηση του χρέους. Αλλά αυτές θα ήταν λύσεις για το ευρωπαϊκό πρόβλημα χρέους συνολικά, και όχι ειδικά για την Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δίκιο να μιλάει για ευρωπαϊκή λύση. Ομως, αυτή προϋποθέτει εθνικές δεσμεύσεις για σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και μεταρρυθμίσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτάσσεται και τα δύο.

Σε άλλα, οι προτάσεις ΣΥΡΙΖΑ καλύπτουν κενά κυβερνητικής πολιτικής ή υποδεικνύουν μέτρα που έχουν ήδη δρομολογηθεί. Παράδειγμα: η ορθή έμφαση στο πρόβλημα των μακροπρόθεσμα ανέργων χωρίς καμία εισοδηματική στήριξη – κενό που μπορεί να καλύψει η εισαγωγή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Συμπερασματικά, οι προτάσεις ΣΥΡΙΖΑ είναι και βάσιμες και πρωτότυπες. Αλλά εκείνες που είναι πρωτότυπες δεν είναι βάσιμες και οι βάσιμες δεν είναι πρωτότυπες.
* Oι κ. Γιώργος Παγουλάτος και Πάνος Τσακλόγλου είναι καθηγητές στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Το fiasco της ομοιοπαθητικής στο λαϊκισμό


του Παναγιώτη Γκλαβίνη από το Capital 

Το καλοκαίρι του 2011, ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε μόλις αναλάβει υπουργός Οικονομικών και επέστρεφε από τη Σύνοδο Κορυφής που είχε αποφασίσει το αρχικό PSI. Είχα τολμήσει τότε, σ’ ένα άρθρο μου εδώ στο Capital.gr, να του δώσω μια συμβουλή: «να μη διανοηθεί να πει “βγαίνουμε στις αγορές”. Η Ελλάδα δε χρειάζεται να βγει στις αγορές. Έχει διασφαλισμένη τη χρηματοδότηση των δανειακών της αναγκών. Έχει ένα homework να επιτελέσει κι αυτό πρέπει να κάνει. Και αυτό περιμένουν και οι εταίροι μας και η διεθνής κοινότητα που μας χρηματοδοτούν στη θέση των αγορών να κάνουμε. Τα επιτεύγματά μας θα μας βγάλουν στις αγορές. Όχι τα λόγια!»

Είμαι σε θέση να γνωρίζω πως ο κ. Βενιζέλος, ως υπουργός Οικονομικών στην Κυβέρνηση Παπαδήμου, διαχειρίστηκε με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα το PSI+, το δεύτερο Μνημόνιο και τις νέες Συμβάσεις με το EFSF. Το δε επιτελείο του κ. Παπαδήμου, που διαχειριζόταν την πιο καυτή agenda που αντιμετώπισε ποτέ κυβέρνηση μεταπολιτευτικά, είχε στους κόλπους του ένα έμπειρο και καταρτισμένο στέλεχος από τα λίγα που διαθέτει η χώρα στον τομέα του: τον Γκίκα Χαρδούβελη, οικονομικό σύμβουλο του τότε Πρωθυπουργού.

Τόσο ο κ. Βενιζέλος, όσο και ο κ. Χαρδούβελης έζησαν από κοντά το θρίλερ της περίφημης συνυπογραφής Σαμαρά από τις πρώτες κιόλας μέρες της Κυβέρνησης Παπαδήμου, όπως βεβαίως και τη μετάλλαξη του ιδίου και του κόμματός του στη συνέχεια, μέχρι το «ουδείς αναμάρτητος» του Βερολίνου, όταν έγινε πλέον Πρωθυπουργός.

Η Ιστορία μάς διδάσκει ότι ο λαϊκισμός έχει πρόσκαιρα κέρδη, αλλά στο τέλος μετράει πάντα ζημίες. Η αλήθεια στην πολιτική είναι το ακριβώς αντίθετο. Ο καθένας, αργά ή γρήγορα, θα πληρώσει το λαϊκισμό του στον τρόπο που αντιμετώπισε την ελληνική κρίση. Τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσει τον δικό του λαϊκισμό ο κ. Σαμαράς.

Ο σημερινός Πρωθυπουργός έχει ιδεολογικούς σκελετούς στη ντουλάπα: τα περίφημα Ζάππεια. Δεν ξέχασε ποτέ την πρώιμη αντιμνημονιακή του στάση και σ’ αυτήν επεδίωξε να επανέλθει εσχάτως για ν’ αντιμετωπίσει τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό του κ. Τσίπρα. Η σκέψη του ήταν απλή, πλην όμως λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο (τους εταίρους μας και τις αγορές, εν προκειμένω). Θα ήταν εκείνος που θα έβγαζε τη χώρα από το Μνημόνιο, διώχνοντας την Τρόικα και επαναφέροντάς μας στις αγορές, αποστερώντας έτσι την αντιπολίτευση από το λόγο ύπαρξής της.

Αφού δεν μπόρεσε να διαπαιδαγωγήσει την κοινή γνώμη, ύψιστο καθήκον ενός ηγέτη που κυβερνά το καράβι μιας χώρας σε τρικυμία, αφού απέτυχε να πείσει ακόμη και τους ομοϊδεάτες που του απέμειναν μετά την έξοδο πολλών εξ αυτών προς τον κ. Καμμένο και την άκρα δεξιά (και πώς να τους πείσει, όταν άλλα τους έλεγε πριν), αποφάσισε ν’ αντιμετωπίσει το λαϊκισμό του κ. Τσίπρα με... ομοιοπαθητική!

Έτσι, εδώ κι ένα χρόνο, ο κ. Σαμαράς στριμώχνεται με τον κ. Τσίπρα στην πόρτα εξόδου της χώρας από το Μνημόνιο. (Στην πραγματικότητα, ο ένας για να βγει από το Μνημόνιο κι ο άλλος για να μπει!) Ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα πει το μεγαλύτερο ψέμα στο λαό. Αφού απέτυχαν και οι δυο να διαπαιδαγωγήσουν το ακροατήριό τους, επιχειρούν τώρα να το κοροϊδέψουν με εικονικές πραγματικότητες. 

Αυτό το πολιτικό παιγνίδι δέχτηκαν να παίξουν -σε βάρος των πραγματικών δυνατοτήτων της οικονομίας- τόσο ο κ. Στουρνάρας στο τέλος της θητείας του, όσο και ο διάδοχός του, o κ. Χαρδούβελης, αμέσως μόλις ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών. Με την πολιτική αυτή δέχθηκε να συμπλεύσει πλήρως και ο κ. Βενιζέλος.

Όλοι αυτοί, όμως, δεν έφεραν τα ιδεολογικά βαρίδια του κ. Σαμαρά. Τι φοβόντουσαν, λοιπόν; Μη δεν τους ξαναψηφίσει ο κόσμος; Ή μήπως τους ρίξει η κοινοβουλευτική τους πλειοψηφία; Ας μην τους ψηφίζανε κι ας τους ρίχνανε. Αυτοί θα πράττανε το καθήκον τους απέναντι στο έθνος. Αυτό που κάνανε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα χρόνια της κατάρρευσης, σώζοντας τη χώρα από μια εθνική ήττα, που θα την μετέτρεπε σε αναπτυσσόμενο κράτος, ευάλωτο στον φλεγόμενο περίγυρο που ζούμε τώρα. Θα φεύγανε με ψηλά το κεφάλι απέναντι στην Ιστορία, ότι κάνανε το σωστό μέχρι τέλους.

Κι ας ερχόταν μετά ο ΣΥΡΙΖΑ να βλέπαμε αν θα σκιζε τα Μνημόνια ή τις απατηλές υποσχέσεις που εδώ και χρόνια μοιράζει στο λαό. Εγώ στοιχηματίζω για το δεύτερο, διότι γνωρίζω πως ένα πράγμα ξέρουν καλά εκεί στο ΣΥΡΙΖΑ. Πως ούτε ο Καραμανλής, ούτε ο Παπανδρέου, ούτε ο Παπαδήμος, ούτε ο Σαμαράς με τον Βενιζέλο φύγανε με ελικόπτερο. Αυτός που θα κινδυνέψει, αντιθέτως, να φύγει με ελικόπτερο, θα είναι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας αν κάνει πράξη αυτά που απειλεί. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, δεν απειλεί πλέον κανέναν. Αυτός τουλάχιστον, το πήρε το μήνυμα των αγορών…

Οι κκ Βενιζέλος και Χαρδούβελης, όμως, με την πολιτική της ομοιοπαθητικής στο λαϊκισμό που εφήρμοσε η Κυβέρνηση εδώ κι ένα χρόνο, έχυσαν μέσα σε τρεις μέρες την καρδάρα με το γάλα, που και με δική τους συμβολή γέμισε όλα αυτά τα χρόνια. Διότι κατάφεραν να βάλουν βαθιά μέσα στο μυαλό των επενδυτών απανταχού γης την άποψη «Greece is not over». Όφειλαν, ωστόσο, να γνωρίζουν. Οι αγορές δεν έχουν ψυχή. Έχουν, όμως, κρίση. 
Δεν διανύουμε, λοιπόν, τα τελευταία χιλιόμετρα του μαραθωνίου, αγαπητέ κύριε Βενιζέλο. Μάλλον κάναμε restart! Μας πήγατε ξανά πίσω στην αφετηρία. Και καλά ο κ. Σαμαράς. Αυτός δεν είχε και πολλές επιλογές, δεδομένης της αρχικής του στάσης απέναντι στο Πρόγραμμα Στήριξης της Οικονομίας μας. Εσείς, όμως, και ο κ. Χαρδούβελης, απορώ, πώς ήταν δυνατόν να συμπλεύσετε στην υλοποίηση μιας λαϊκιστικής πολιτικής επιστροφής στην «κανονικότητα» πριν την ώρα μας. Βγαίνει ποτέ ο ασθενής από την εντατική στο δρόμο κατ’ ευθείαν να τρέχει μέσα στη βροχή; Το πατε μια, το πατε δυο, όταν οι αγορές κατάλαβαν πως το εννοούσατε, καταρρεύσαμε.

Και δε φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ πέρα, που τώρα εμφανίζεται (το καταφέρατε και αυτό!) ως εγγύηση σταθερότητας για τη χώρα!!! Κάποιοι ισχυρίζονται, όπως ο κ. Άδωνις Γεωργιάδης, πως έφταιξε ο κ. Τσίπρας για το κραχ, όταν είπε στη Βουλή πως δεν θ’ αναγνωρίσει καμιά σύμβαση που θα υπογραφεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του. Τρόμαξαν, λέει, οι αγορές μόλις τον άκουσαν. Όμως, τώρα πια κανείς δεν τρομάζει με τον κ. Τσίπρα, ό,τι κι αν λέει. Διότι, αυτό είναι στο job description που έχει γράψει η Ιστορία για τον κ. Τσίπρα. Πες τους το μεγαλύτερο ψέμα που μπορείς για να σε εκλέξουν, ώστε η απογοήτευσή τους μετά νάναι τόσο μεγάλη, για να πάψουν να πιστεύουν πλέον σε λαοπλάνους και να κάνουν αυτό που πρέπει με τις δικές τους δυνάμεις.

Δεν ξέρω αν θα υπάρξει μετά, όμως είναι κι αυτό μια μορφή διαπαιδαγώγησης ενός λαού εκπαιδευμένου να μαθαίνει με τον κακό τρόπο εξ αιτίας των ηγετών του, που δεν εννοούν να διδαχθούν από την Ιστορία: «Την κοινήν γνώμην αν δεν την έχω σύμφωνον, εννοώ να την διαπαιδαγωγήσω και όχι να παρασύρομαι από αυτήν», είχε πει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1930 στη Βουλή κατά τη συζήτηση για την επικύρωση των ελληνοτουρκικών συμφωνιών.

Οι κ.κ. Σαμαράς, Βενιζέλος και Χαρδούβελης ξέρουν την αλήθεια. Να βγουν να την πουν στο λαό κοιτώντας τον στα μάτια. Να μην υποτιμήσουν τη δυνατότητά του να την ακούσει. Ο λαός κράτησε μέχρι τώρα τη χώρα στο Ευρώ. Ποιος την κράτησε, το κράτος; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Μην υποτιμάτε, λοιπόν, το λαό. Κι αν θέλει, ας φέρει μετά τον κ. Τσίπρα να κυβερνήσει. Ο λαός θα τ’ αποφασίσει. 

*Ο κ. Παναγιώτης Γκλαβίνης είναι αν. καθηγητής Διεθνούς Οικονομικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Διετέλεσε νομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού Λ. Παπαδήμου.



Πηγή:www.capital.gr

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Το δίδυμο που απειλεί τη χώρα



του Σταύρου Θεοδωράκη από τη Real News

Τι συνέβη λοιπόν αυτόν τον μήνα; Και γιατί η οικονομία δε συμμερίζεται τη χαρά που νιώθουν οι κυβερνητικοί τώρα που βγαίνουμε από την κρίση; Γιατί οι οικονομικοί δείκτες συνεχίζουν να υποχωρούν; Γιατί δεν υπάρχει κανείς στην οικονομία που να ενθουσιάζεται με την ιδέα ότι την εξουσία πλησιάζει ένας νέος πολιτικός που θα διαγράψει τα προσωπικά, εταιρικά και εθνικά χρέη και αν βρει χρόνο θα διαγράψει και τα χρέη όλου του Νότου;

Κανένας επιτέλους στον έξω κόσμο δεν αντιλαμβάνεται ότι εδώ έχουμε κόμματα εξουσίας που έχουν εύκολες και γρήγορες λύσεις για όλα αυτά που απασχολούν την παγκόσμια οικονομία;

Το ένα θα σκίσει το μνημόνιο (στην αυλή της Βουλής!) την πρώτη κιόλας μέρα της νέας διακυβέρνησης. Και την επόμενη μέρα θα καταργήσει (με έναν νόμο και ένα άρθρο!) όλες τις «μνημονιακές υποχρεώσεις». Και από την τρίτη μέρα θα μπορούμε να καθόμαστε. Αλλά επειδή οι Έλληνες είναι ανυπόμονοι και δεν μπορούν να περιμένουν, αυτοί που σήμερα κυβερνούν βρήκαν κάτι ακόμη πιο δραστικό να προτείνουν. Να διώξουμε τους ελεγκτές, να πάρουν μαζί και τα λεφτά τους, και εμείς ρευστό θα βρούμε από αλλού. Με 7%; Με 7! Με 8%; Με 8!

Άλλωστε στα σαλόνια των παλιών κομμάτων πιστεύουν ότι είναι καλύτερο να αρνηθείς μια χρηματοδότηση με 4,5% και να βγεις στις αγορές να δανειστείς με 6,5% έως 8% ενώ ταυτόχρονα θα διεκδικείς από τους φορολογούμενους των άλλων χωρών της Ε.Ε. να σου ρυθμίζουν χρέη με μέσο επιτόκιο 2,5%!

Εδώ κάπου αρχίζει η πλήξη (όχι η ελβετική – επειδή τα έχουν λύσει όλα- αλλά η ελληνική – επειδή δεν θέλουν να λύσουν τίποτα) και αρχίζουν οι κοκορομαχίες και η πολιτική κλωτσοπατινάδα. Τα ΑΤΜ που θα αδειάσουν, οι κουμπαράδες που θα γεμίσουν… Οι φύλακες στα πανεπιστήμια που θα πρέπει να είναι έξω από την εσωτερική πόρτα ή μέσα από την εξωτερική; Τα τηλεοπτικά πάνελ αδειάζουν και γεμίζουν με τους μονομάχους να καταγράφουν νίκες ή ήττες σε θέματα που σε τίποτα δεν επηρεάζουν την κανονική ζωή.
Θα μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό;

Προφανώς και θα μπορούσε. Η χώρα περισσότερο από ποτέ έχει ανάγκη ένα πατριωτικό σχέδιο με τις μικρές και μεγάλες αλλαγές που θα μας βγάλουν από τη μιζέρια και την ομφαλοσκόπηση. Τοπικές και περιφερειακές συμφωνίες, κλαδικοί σχεδιασμοί, εξαγωγικός προσανατολισμός. Ένα σχέδιο με όλους τους προοδευτικούς της χώρας στο ίδιο τραπέζι. Όχι τους ψεκασμένους και τους λαϊκιστές αλλά αυτούς που πιστεύουν ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει δυνατή. Να επουλώσει τις πληγές της και να φύγει μπροστά. Με μεγάλες αλλαγές παντού. Αλλαγές που θα μπορούσαν να αρχίσουν σήμερα κιόλας. Ένα νέο Σύνταγμα (χωρίς ασυλία στους πολιτικούς) που θα μπορεί να αλλάζει κάθε φορά που η κοινωνία πρέπει να το αλλάξει (σήμερα το 86, αύριο το 101 – στη Γαλλία έχουν κάνουν 30 τροποποιήσεις, στη Γερμανία 50).

Και ένας νέος εκλογικός νόμος – ο μόνος τρόπος να ανανεωθεί πραγματικά το πολιτικό σύστημα και να πριμοδοτηθούν οι συνεργασίες. Κι αν δεν συμφωνούμε για κοσμογονικές αλλαγές, όπως το γερμανικό σύστημα που το Ποτάμι έχει προτείνει, ας σπάσουμε τώρα τις μεγάλες περιφέρειες που ευνοούν τους πλούσιους, τους διάσημους και τους κληρονόμους. Ας καταργήσουμε το μπόνους των 50 εδρών που παίρνει το πρώτο κόμμα είτε πάρει 22% είτε 42%. Κι αν φοβόμαστε ότι θα υπάρξει κατακερματισμός και δεν θα βγαίνει ποτέ κυβέρνηση ας γίνει αναλογικό το μπόνους – το πρώτο κόμμα να παίρνει μια έδρα για κάθε 1%. Είκοσι δύο πρόσθετες έδρες αν πάρεις 22%, 42 αν πάρεις 42%.

Γιατί δε γίνονται όλα αυτά; Διότι απέναντί μας (και όχι δίπλα μας) είναι δυο γερασμένα κομματικά μπλοκ. Που ορμούν να εξαφανίσουν ό,τι ενδιαφέρον εμφανίζεται και αναπαράγουν ό,τι παλιό τους συντηρεί. Το δίδυμο που απειλεί τη χώρα.

26 Οκτωβρίου 2014, Real News


Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Μπορούμε αλλά δεν θέλουμε!




της Εύης Χατζηανδρέου από την Καθημερινή

Μ​​α αλήθεια, δεν έχουμε μάθει τίποτα! Σε έναν τομέα, αυτόν της έρευνα και καινοτομίας, που όλοι ανεξαιρέτως ομνύουν ότι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της εξόδου από την κρίση και καταλύτης για την πολυπόθητη ανάπτυξη, πειραματιζόμαστε και ικανοποιούμε πρόσκαιρα συμφέροντα. Μάλλον εσπευσμένα ήρθε στη Βουλή προς ψήφιση ένα σχέδιο νόμου για την έρευνα και την καινοτομία, που συζητείται αυτές τις ημέρες, ύστερα από απραξία ετών. Τι είναι όμως αυτό το σχέδιο νόμου και προς τι η αντίδραση;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Κατά τη διάρκεια της θητείας του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας και Τεχνολογίας (ΕΣΕΤ) υπό την προεδρία του καθηγητή και ακαδημαϊκού Σταμάτη Κριμιζή, 2010-2013, η έρευνα και η καινοτομία προσεγγίστηκαν ολιστικά ως στοιχεία του τριγώνου της γνώσης με αλληλοσυμπληρώσεις και συνέργειες. Η διαδικασία, γνωστή σε όλες τις προηγμένες χώρες: άνοιγμα στους ειδικούς εντός και εκτός συνόρων και σύνθεση για τη δημιουργία του ελληνικού μοντέλου αξιοποιώντας όλη την υπάρχουσα εμπειρία. Απτό αποτέλεσμα ήταν α) ένα ολοκληρωμένο νέο θεσμικό πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία, και β) το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΣΠΕΚ), «οδικός χάρτης» για το μέλλον, κάτι πρωτόγνωρο για την ελληνική πραγματικότητα. Το σχέδιο νόμου αυτό είναι έτοιμο, διαμορφωμένο (ύστερα και από ανοιχτή διαβούλευση με συμμετοχή από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, ερευνητές και βιομηχανία) από τον Μάρτιο του 2012! Οι εκλογές του Μαΐου του 2012 «πάγωσαν» τα πάντα. Επί δυόμισι χρόνια δεν προωθήθηκε η νομοθετική πρωτοβουλία. Το θεσμικό πλαίσιο αυτό α) συνδυάζει και δυναμώνει τον νόμο για τα πανεπιστήμια, β) δίνει τη δυνατότητα και τα κίνητρα για συνεργασίες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και απελευθερώνει τον Ελληνα ερευνητή όπου και αν βρίσκεται, γ) βάζει τις βάσεις για τη δυνατότητα αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας από τον παραγωγικό τομέα. Ενας νόμος λιτός και στοχευμένος.

Παράλληλα, σε ευθεία σύνδεση και συνέργεια με το θεσμικό πλαίσιο, το ΕΣΕΤ, υπό την προεδρία του Σ. Κριμιζή, προχώρησε στη διαμόρφωση του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Ερευνας και Καινοτομίας, την πυξίδα και τον χάρτη της Ε&Κ για τα επόμενα χρόνια. Είναι μια δουλειά που αναδεικνύει το σύνολο των στρατηγικών τομέων αξίας που κατά προτεραιότητα πρέπει να επενδύσουμε, συνοδευόμενο από «οδικό χάρτη» και τρόπο υλοποίησης. Εχει 7ετή ορίζοντα, προβλέπει αύξηση του ποσοστού του ΑΕΠ για την έρευνα από 0,5% σε 1,5% μέχρι το 2020. Είναι ένα σχέδιο τεκμηριωμένο, κοστολογημένο, ρεαλιστικό, μακροπρόθεσμο και κυρίως εξειδικευμένο, με αναφορά σε συγκεκριμένες δράσεις. To ΕΣΠΕΚ σχεδιάστηκε για να θέσει τέρμα στις αδυναμίες που ενυπάρχουν στο ισχύον σύστημα έρευνας και ανάπτυξης. Για την ολοκλήρωσή του απαιτήθηκε πλήρης στήριξη από την τότε πολιτική ηγεσία και ευρεία διαβούλευση με την ερευνητική, ακαδημαϊκή και επιχειρηματική κοινότητα. Είναι ένα πολύτιμο εργαλείο ανάπτυξης για την πατρίδα μας. Προς το παρόν «κοσμεί» την ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Ερευνας. Ενα τέτοιο έργο, αν το παρέδιδε ο ΟΟΣΑ ή η Παγκόσμια Τράπεζα ή μια εταιρεία συμβούλων, θα κόστιζε τουλάχιστον 500.000 ευρώ.

Τι θα περίμενε λοιπόν κάποιος από μια ευνομούμενη χώρα; Μια νέα διακυβέρνηση να προχωρήσει και να καταθέσει το δικό της τόσο αναγκαίο νομοθέτημα αφού λάβει υπόψη και κυρίως ακούσει τους επιστήμονες που δούλεψαν για αυτή την προσπάθεια, να ακούσει μερικούς από τους σημαντικότερους Ελληνες στον χώρο της έρευνας παγκοσμίως. Αντ’ αυτού, υπεβλήθη ένα σχέδιο νόμου που αφαιρεί τον έλεγχο του Κοινοβουλίου και συνεπώς τη μέριμνα του νομοθετικού σώματος της Ελλάδας στο κρίσιμο για την ανασύνταξη της χώρας μας τομέα της έρευνας, που υποβαθμίζει το ΕΣΕΤ, που τοποθετεί τη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας σε ρόλο ρυθμιστή και ελεγκτή των πάντων και δίνει στον εκάστοτε ΓΓΕΤ ή υπουργό αυτοκρατορικές εξουσίες. Δηλαδή, τη δυνατότητα να συστήνει/ συγχωνεύει/ διασπά/καταργεί, καθώς και να ορίζει και να τροποποιεί τον σκοπό και τη νομική φύση των ερευνητικών οργανισμών κατά το δοκούν, με προεδρικό διάταγμα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και πολλά άλλα, που μας επιστρέφουν στο παρελθόν. Οπως η διατήρηση παλαιότερων πρακτικών αμφίβολης αποτελεσματικότητας και διαφάνειας.

Πράγματι στη χώρα μας δεν υπάρχει συνέχεια της διοίκησης. Οταν όμως υπάρχει έργο και συμβολή από καταξιωμένους ειδικούς και αυτό αγνοείται, πόσο αισιόδοξοι μπορούμε να είμαστε; Είναι θλιβερό και απαισιόδοξο. Η ακύρωση δομικών μεταρρυθμιστικών αλλαγών καραδοκεί σε όλα τα στάδια. Ακόμα και αν ένα σχέδιο νομοθετηθεί, είτε ανατρέπεται είτε δεν εφαρμόζεται. Η, όπως στην έρευνα και την καινοτομία, αραχνιάζει σε υπουργικά συρτάρια (τέσσερα στη σειρά!) και επανέρχεται μεταλλαγμένο σε προπομπό του παρελθόντος.

*Η κ. Εύη Χατζηανδρέου είναι ιατρός, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Harvard. Και μέλος της Επιτροπής Διαλόγου του Ποταμιού.



Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Αντιδραστική, ζντανοβική και δεξιά κουρελού


της Έλενας Πατρικίου από την Εφημερίδα των Συντακτών
Το κείμενο που αναρτήθηκε διαδικτυακά ως πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό ξεσήκωσε την μήνιν και την κατηγορηματική απόρριψη ανθρώπων, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων δεν είναι απλώς εξέχοντες στην τέχνη τους, είναι αποδεδειγμένα Αριστεροί και στην συνείδηση και στην πολύχρονη πολιτιστική πρακτική τους (Νίκος Ξυδάκης, Μισέλ Δημόπουλος, Γιώργος Κουρουπός, Φίλιππος Δρακονταειδής…).

Υπό την πίεση της απόρριψης, προσπάθησαν αρχικά να πείσουν ότι το πρόγραμμα συντάχθηκε από έναν άνθρωπο και αναρτήθηκε ως σημείο εκκίνησης για συζήτηση. Εν συνεχεία, υποστηρίχθηκε ότι αποτελεί συνοπτική παρουσίαση της εργώδους προσπάθειας « ομάδων και υπο-ομάδων », όπως αφελώς αποκάλυψε ο Μίλτος Λογιάδης στην Εφημερίδα των Συντακτών και εν συνεχεία με καμάρι υπογράμμισε ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος. Στο μυαλό του μηχανισμού, ο ένας συντάκτης σημαίνει υποβάθμιση του κύρους του κειμένου, ενώ οι πολυάριθμοι συντάκτες των πολυάριθμων ομάδων και ανθυπο-ομάδων φέρουν το κύρος της συλλογικής αυθεντίας και της δημοκρατίας. Αλλά το ασαφές ευάριθμον και το ανώνυμο πολυπρόσωπον είναι χαρακτηριστικά της γραφειοκρατίας, σύντροφοι του μηχανισμού, όχι της δημοκρατίας. Εν πάση περιπτώσει, είτε από έναν είτε από πολλούςπατέρες (και μητέρες), το κείμενο δεν έχει σπονδυλική στήλη, δεν έχει κεντρική άποψη, έχει πλήρη άγνοια των θεμάτων, έχει στενά συνδικαλιστικοκρατούμενη κατεύθυνση, δεν έχει καμία θεωρητική γνώση και καμία πρακτική έμπνευση. Εν ολίγοις, είναι ντροπή.

Δεν έχω τον χρόνο να εκθέσω εδώ την απόλυτη κενότητα κάθε του πρότασηςανεξαιρέτως (μπορώ ευκολότατα να το κάνω όποτε και σε όποιον μου το ζητήσει). Ως τυχαία παραδείγματα της άγνοιας που το διαπερνά, τρία μονον :

α. Η εξαγγελία ίδρυσης« πανεπιστημιακής έδρας χορού » – δεν γνωρίζουν οι συντάκτες ότι δεν υπάρχουν εδώ και δεκαετίες πανεπιστημιακές έδρες, άρα δεν μπορούν να τις ιδρύσουν, εκτός αν μας επιφυλάσσουν και τέτοιες μείζονες αλλαγές στην Παιδεία• αλλά δεν γνωρίζουν καν ότι ο χορός και η χορογραφία διδάσκονται τριτοβαθμίως (δυστυχώς) και ότι το ελληνικό Πανεπιστήμιο [η Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου] προσφέρει πτυχιούχους χορογράφους στην χειμαζόμενη ελληνική κοινωνία εδώ και επτά περίπου χρόνια.

β. Η ιδέα ότι η Εθνική Βιβλιοθήκη και η Βιβλιοθήκη της Βουλής θα « λειτουργούν καθοδηγητικά » για τις υπόλοιπες βιβλιοθήκες της χώρας δηλώνει αναφανδόν ότι οι συντάκτες δεν έχουν ιδέα ούτε για το ποιές είναι οι « υπόλοιπες » και ποιόνειδικό προορισμό έχουν (θα καθοδηγήσει η Βιβλιοθήκη της Βουλής την Γεννάδειο, την βιβλιοθήκη του Ευγενιδείου, την βιβλιοθήκη του Εθνικού Κέντρου Ερευνών ;), ούτε ποιά προβλήματα αντιμετωπίζουν αυτές, ούτε καν ποιός πραγματικά είναι και οφείλει να είναι ο προορισμός μίας Εθνικής Βιβλιοθήκης ως copyright library, ως χώρος συντήρησης και αποκατάστασης και ως χώρος έρευνας και ασφαλώς ούτε ποιός είναι ο ρόλος των δημοτικών και άλλων μικρών δημόσιων βιβλιοθηκών. Επίσης οι ανώνυμοι συντάκτες αγνούν ότι, δυστυχώς γιαυτούς, η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού. (Δικαιούμαστε, αντιθέτως, να υποθέσουμε, ότι κάποιοι τουλάχιστον από τους ανώνυμους συντάκτεςείναι ενήμεροι περί των ευρωπαϊκών προγραμμάτωνχρηματοδότησης για «δράσεις» που συμπεριλαμβάνουν την ακροδεξιά εφεύρεση της δια βίου μάθησης και ως εκ τούτουπασπάλισαν με ολίγην τοιαύτηντις προτάσεις τους, ανεξαρτήτως του ποιά είναι η αριστερή πανευρωπαϊκή άποψη επί του θέματος…).

γ. Ο ευαγγελισμός της ίδρυσης Θεατρικού Μουσείου – αγνοούν δηλαδή οι συλλογικά τελούντες συντάκτες ότι υπάρχει ένα άκρως σημαντικό Θεατρικό Μουσείο, ότι έχει αναστείλει την λειτουργία υπό το βάρος των χρεών του και των δυσμενέστατων συνθηκών στέγασής του, ότι έχει ιδρυθεί από εξέχοντες μελετητές της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου (τον Γιάννη Σιδέρη και την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων), και ότι διευθύνεται από εξέχοντα μελετητή (τον Κώστα Γεωργουσόπουλο), ώστε να μην χρήζει ουδεμίας ιδρύσεως και να μην χρειάζεται παρά μόνον την στοιχειώδη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Πολιτείας απέναντί του.

Αφήνω τα περί «ίδρυσης Μουσείων Εθνικής Αντίστασης και «διαδραστικών δράσεωνμε σκοπό την διάδοση-γνωστοποίηση της ιστορικής έρευνας», γιατί εκεί η ντροπή δεν έχει πάτο και η επικίνδυνη αφέλεια με την οποία διατρανώνεται η φιλοδοξία ποδηγέτησης και της ιστορικής επιστήμης ξεπερνά τα όρια της ανοχής και μετατρέπεται αυτομάτως σε αιτία πολέμου.

Αλλά το κύριο ζήτημα δεν είναι τα επιμέρους, είναι το πνεύμα από το οποίο εμφορείται το όλον πόνημα. Γιατί το κείμενο που παρουσιάζεται ως πρόγραμμα είναι έως μυελού οστέων αντιδραστικό και μέχρι το μεδούλι τουζντανοβικό (και, φευ, το ζεύγμα δεν είναι αντιφατικό).

Παρά τους πομφόλυγες της εισαγωγής περί καπιταλιστικής συσσώρρευσης, πολιτιστικών «εκφάνσεων» και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, το κείμενο είναι βαθύτατα αντιδραστικό. Είναι αντιδραστικό γιατί αναμασάει μία άλλ’ αντ’ άλλων διαταραγμένη μεταφορά της παλαιάς οικονομικής θεωρίας του Σαμίρ Αμίν περί καπιταλιστικού κέντρου και υποτεταγμένης περιφέρειας, που στον πολιτισμό και τις τέχνες δεν στέκει με τίποτα. Είναι αντιδραστικό γιατί, μη έχοντας ιδέα τι σημαίνει «οργανικός διανοούμενος» και ποιούς εντάσσει ο Γκράμσι σ’ αυτήν την κατηγορία, επαίρεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα «κατασκευάσει οργανικούς διανοούμενους» και δεν θα «δημιουργήσει ηγεμονίες». Ο Θεός (της Αριστεράς) να μας φυλάει…

Η απόλυτη νοητική, ιδεολογική και πολιτική σύγχυση εννοιών και πραγμάτων είναι αντιδραστική και ως τέτοια άκρως ύποπτη. Διότι, ευαγγελιζόμενο την μη κατασκευή οργανικών διανοουμένων, τί άλλο κάνει αυτό το κείμενο παρά να συμπορεύεται επί της ουσίας με την δεξιά αντεπίθεση, που από το 2004 συστηματικάοργανώνει μία πρωτόφαντη πολεμική απέναντι στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους. Στα πλαίσια αυτής της οργανωμένης επίθεσης, η κατηγορία του «κρατικοδίαιτου» αποτέλεσε το χυδαιότερο όπλο διασυρμού της υπόστασης και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων του πνεύματος, άρα και απαξίωσης του πνευματικού έργου, εμπεδώνοντας έτσι στην συνείδηση της κοινωνίας την αποδοχή της νεοφιλελεύθερης κατάργησης κάθε «προνομιακού καθεστώτος» για τον πολιτισμό. Η Αριστερά όφειλε στο πρόγραμμά της, στην αναγγελία των μελλοντικών πολιτικών της και στην καθημερινή πρακτική της να ανασκευάζει αυτήν την άποψη, εξηγώντας ότι το «προνομιακό καθεστώς» δεν αφορά τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους ως άτομα, αλλά τους θεσμούς και τις θεσμοθετημένες πρόνοιες που θεραπεύουν τις τέχνες και τον πολιτισμό, κάνοντας ανεκτές τις ιδορρυθμίες της παραγωγής και της συντήρησής τους, προς όφελος όχι των ενδιαφερομένων, αλλά προς όφελος του κοινού και της κοινωνίας. Το κείμενο που δυστυχώς ετέθη υπόψιν μας, μόνον αυτό δεν κάνει.

Είναι αντιδραστικό και δεξιό, γιατί παρά την επίκληση του «Ανθρωποκεντρισμού», δεν είναι, ως θα επιθυμούσε,«Ουμανιστικό» (sic!), εφόσον θεωρεί ρητώς πως ο πολιτισμός είναι εργαλείο και όχι αυτόνομη αξία και αυτόνομη διαδικασία παραγωγής, της οποίας η πολυπλοκότητα της δημιουργίας, της πρόσληψης και της αναπαραγωγής διαφεύγει των ταξικών συγκρούσεων και τις ξεπερνά.

Είναι αντιδραστικό και δεξιό, γιατί είναι βαθειά συγκεντρωτικό και ελεγκτικό – ευαγγελίζεται την αποκέντρωση, αλλά την ταυτίζει με τις διοικητικές περιφέρειες, αποκαλύπτοντας ότι ως αποκέντρωση εννοεί το έκτρωμα που γνωρίσαμε σ’ αυτόν τον τόπο, το αποκεντρωτικό προκάλυμμα του κρατικίστικου συγκεντρωτισμού.

Είναι δεξιό και ταυτοχρόνως ζντανοβικό, γιατί υποσκελίζει τους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους υποδουλώνοντάς τους σε μία ακαδημαϊκή αστική (ου μην αλλά και σοβιετίζουσα) λογική διαχείρισης και κανόνων.

Είναι δεξιό και ζντανοβικό γιατί αγνοεί την κοινωνία επιδεικτικά, όσο κι αν παριστάνει ότι την επικαλείται• γιατί υποβιβάζει την κοινωνία σε « φορείς » που τάχα θα ασκήσουν πολιτική ελέγχου, όταν ξέρουμε πολύ καλά, και στο πετσί μας, πού οδηγούν αυτές οι τρομαχτικές πολιτικές (και δυστυχώς δεν οδηγούν μόνον στον λαϊκισμό, οδηγούν, κυρίως, στην ποδηγέτηση και την εξόντωση).

Ο γραφειοκρατικός ζντανοβισμός του, διάχυτος σε κάθε φράση, γίνεται ολοκάθαρος στην εμμονή με τις συγκεντρωτικές και ελεγκτικές δομές που φιλοδοξεί να ιδρύσει : δεν ονομάζονται ευθέως Ακαδημαϊκές, αλλά είναι : Στέγη Χορού, Στέγη Μουσικής και Όπερας, Εθνικός Οργανισμός Μουσικής, Κέντρο Ελληνικό Κινηματογράφου ριζικά αναδιαρθρωμένο, ίδρυση Μεγάλων Περιφεριακών Θεάτρων, Εθνικό Δίκτυο Βιβλιοθηκών, επανίδρυση δημόσιου φορέα υλοποίησης Εθνικής Πολιτικής Βιβλίου, Ίδρυση Διεθνούς Φεστιβάλ παραδοσιακών χορών… και πάει λέγοντας. Και γίνεται έτι φανερώτερος, όταν στο όνομα της κοινωνίας (γιατί όχι και του Λαού ;) προσπαθεί να δικαιώσει το χυδαίο συνδικαλιστικό αίτημα της χειρότερης συντεχνιακής παράδοσης, που θέλει τους ηθοποιούς όχι καλλιτέχνες αλλά μισθωτά έρμαια και ευαγγελίζεται ως δημοκρατική κατάκτηση την κατάργηση της « παντοκρατορίας των καλλιτεχνικών διευθυντών » των κρατικών θεάτρων, των μουσείων και των άλλων καλλιτεχνικών ιδρυμάτων.

Το υποτιθέμενο πρόγραμμα μιλά για το « οικονομικό όφελος » που μπορεί να προκύψει από τον πολιτισμό, αλλά καθώς οι συντάκτες του δεν έχουν ιδέα για το πώς μπορεί να γίνει αυτό, ταυτίζουν ρητώς το προσδοκώμενο όφελος με τον τουρισμό ! Η ιδέα είναι εξόχως αντιδραστική για όποιον έχει ελάχιστη μνήμη : ποιός προσέδεσε την μοίρα και την σημασία του νεοελληνικού πολιτισμού με τον πιο πρόστυχο τουρισμό, αν όχι η καραμανλική ΕΡΕ ; Ποιός συνέχισε να διαπομπεύει τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και την νεοελληνική τέχνη, αν όχι το κράτος της τουριστικής αντιπαροχής, της οικιστικής ασυδοσίας και της εργολαβικής παντοκρατορίας ; Είναι η ελάχιστη απαίτηση από ένα αριστερό πρόγραμμα να επανεπεξεργαστεί την ίδια την ιδέα του τουρισμού ως οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, άρα και την ένταξη κάποιων πλευρών αναπαραγωγής και διάδοσης του πολιτισμού προς όφελος των οικονομικών δυνατοτήτων που δυστυχώς προσφέρει ο τουρισμός. Ο πολιτισμός μπορεί και σε κάποιες χώρες έχει καταφέρει να είναι στοιχείο οικονομικής και κοινωνικής ανάκαμψης. Αλλά οι συντάκτες του υποτιθέμενου προγράμματος αγνοούν κατάφωρα τί ακριβώς σημαίνει αυτό, πώς γίνεται και πώς μπορεί να αποδόσει. Στην χώρα όπου τα μνημεία (αρχαία και σύγχρονα) φθείρονται χωρίς καμία μέριμνα και μαζί τους οι τόποι, τα τοπία, και το ήθος των ανθρώπων από τον ασύδοτο τουρισμό, ένα αριστερό πρόγραμμα όφειλε να είναι λιγότερο προκλητικό και στοιχειωδώς στοχαστικότερο.

Τα περί πολιτισμού ως δημόσιου αγαθού, από τα οποία πιάστηκαν ο Γιώργος Κιμούλης (στην Εφημερίδα των Συντακτών) και η Μαρία Κανελλοπούλου (στην Εποχή), ο μεν άπελπις, η δε ματαίως καυχωμένη, για να υπερασπιστούν το κείμενο, είναι ρητορικώς κενόλογα και επικινδύνως θλιβερά. Γιατί το « πρόγραμμα » δεν αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως « δημόσιο αγαθό » – τον αντιμετωπίζει ως διαχειρίσιμο αγαθό, που θα το διαχειριστούμε χειραγωγόντας το με την πιο άθλια και άσχετη γραφειοκρατία. Γιατί στο γλωσσοδιαρροϊκό αυτό κείμενο, που παπαγαλίζει τα περί δημοσίου αγαθού, δεν υπάρχει ούτε μισή πρόνοια για το ίδιο το κοινό, άρα για την ίδια την κοινωνία. Το « πρόγραμμα » ευαγγελίζεται διαρκώς την επιστροφή λογής επιχορηγήσεων (ασφαλώς με αξιοκρατικά κριτήρια), αλλά πουθενά δεν διαπιστώνει ο αναγνώστης την παραμικρή συνείδηση του γεγονότος ότι η αριστερή πολιτιστική πολιτική δεν γίνεται για χάριν και προς εξυπηρέτησιν των καλλιτεχνών, αλλά για χάρη του ΚΟΙΝΟΥ. Η αριστερή πολιτιστική πολιτική (αυτή δηλαδή την οποία εμπνεύστηκε και εισηγήθηκε στην Ευρώπη ολόκληρη ο Μαλρώ) έχει το κοινό ως αποδέκτη, όχι τον καλλιτέχνη ή τον διανοούμενο. Αλλά το κοινό είναι τραγικά απόν και από την σκέψη και από την λογική του κειμένου και των συντακτών του.

Δυστυχώς, όλη αυτή η αστοιχείωτη αντιδραστική και κουκουεδίστικη κουρελού, που παριστάνει το πρόγραμμα προς γελοιοποίησιν κάθε έννοιας αριστερής πολιτικής, θεμελιώνεται σε μία αυτάρεσκη και αξιωματική παραδοχή : στην μετά πλείστης όσης παρρησίας δεδηλωμένη πεποίθηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο « κύριος » εκφραστής της Αριστεράς, άρα είναι ο νόμιμος κληρονόμος του ιστορικού της παρελθόντος, άρα είναι ο νόμιμος και μοναδικός κληρονόμος « του ρόλου που αυτή έχει, διαχρονικά, διαδραματίσει στον πνευματικό και πολιτιστικό τομέα ». Σοβαρολογούμε ; Και εάν σοβαρολογούμε, τί ακριβώς εννοούμε ; Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κληρονόμος της ΠΑΠΟΚ ; Ή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κληρονόμος του Ρίτσου και της περιπέτειας της Επιθεώρησης Τέχνης, όπως κάποια ανώτερα και ανώτατα στελέχη του αρέσκονται να επαναλαμβάνουν, χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα του τί εκστομίζουν ; Ποιόν Ρίτσο κληρονόμησε και εκφράζει δικαιωματικά ο ΣΥΡΙΖΑ ; Τον Ρίτσο τον οποίο εξευτέλιζε το Κόμμα επί δεκαετίες, αποδεχόμενο ως θέσφατα τις εξευτελιστικές για την ποίησή του κριτικές των επίσημων κομματικών κριτικών ; Τον Ρίτσου τον οποίο γελοιοποίησε το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης ; Ή τον Ρίτσο του « Φιλοκτήτη » ; Και ποιά Επιθεώρηση Τέχνης ; Αυτήν την οποία δίκασε και καταδίκασε η ΕΔΑ ; Αυτήν για την οποία ουδέποτε έδωσε το κόμμα μιά πεντάρα, αλλά αξίωνε να την ελέγχει ; Αυτήν της οποίας τους ιδρυτές διέγραψε χωρίς καν να τους το ανακοινώσει ; Την Επιθεώρηση Τέχνης της οποίας η ιστορία αποτελεί μνημείο κομματικής κτηνωδίας ; Ή την Επιθεώρηση Τέχνης της οποίας η μνήμη αποτελεί το φωτεινότερο ευρωπαϊκό παράδειγμα διανοητικού ηρωισμού, μαρξιστικής διαύγειας και κομμουνιστικής πνευματικής και αισθητικής αυτοθυσίας ;

Επειδή εκούσα άκουσα (αλλά κυρίως εκούσα) επί μισόν αιώνα αγωνίζομαι να πορευτώ ως τέκνο αυτής της δεύτερης (της μοναδικής πραγματικής) Επιθεώρησης Τέχνης, πάνω στον πολιτισμό της οποίας ασελγεί το « προγραμματικό κείμενο », οφείλω να δηλώσω, εν γνώσει και εν πλήρη αδιαφορία περί των συνεπειών, ότι θα το πολεμήσω και μέσα στο κόμμα και έξω από αυτό, με όλες μου τις δυνάμεις.

Η Έλενα Πατρικίου είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ

Οι άνθρωποι μέσα στο ΠΟΤΑΜΙ



Το Ποτάμι επιδιώκει:
·                                 
ννα διατυπώνει προτάσεις που οδηγούν σε λύσεις και στις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα.
·να παρεμβαίνει έγκυρα, με δικαιοσύνη και γνώση στη δημόσια ζωή.
·                                 να παρακολουθεί και να κρίνει τις κυβερνητικές πράξεις και παραλείψεις αλλά και τις προτάσεις και τις ενέργειες της αντιπολίτευσης.
Αυτοί είναι και οι λόγοι που δημιούργησε την Επιτροπή Διά Ταύτα, όπου συμμετέχουν καταθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις εκατοντάδες στελέχη, εθελοντές και φίλοι του Κινήματος. Παράλληλα, το Ποτάμι γνωρίζοντας ότι οι λύσεις πολλές φορές δεν είναι ορατές από τα «κομματικά συστήματα», έστω κι αν αυτά είναι ανοιχτά και καινοτόμα, συγκρότησε την Επιτροπή Διαλόγου μια δεξαμενή πολιτικής, στην οποία σήμερα συμμετέχουν σημαντικοί πολίτες που με τις απόψεις τους και τις πράξεις τους έχουν δείξει ότι υπάρχει και άλλος δρόμος για την χώρα και την κοινωνία.
Σήμερα το Ποτάμι ανακοινώνει τους 51 υπεύθυνους των Ομάδων Πολιτικής. Είναι επιφορτισμένοι να αξιολογούν τις προτάσεις των μελών της Επιτροπής Δια Ταύτα, να συντονίζουν τον διάλογο των μελών της Επιτροπής Διαλόγου, να παρακολουθούν, να μελετούν, να προτείνουν και να παρεμβαίνουν στον δημόσιο πολιτικό διάλογο.
Θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι οι 51 υπεύθυνοι είναι πρόσωπα με κύρος στους επαγγελματικούς χώρους που δραστηριοποιούνται και έχουν γνώση και εμπειρία στους τομείς που αναλαμβάνουν. Οι υπεύθυνοι αυτοί, όπως και όλοι στο Ποτάμι αντιλαμβανόμαστε, την πολιτική ως ευθύνη και όχι ως καριέρα και επάγγελμα.
Τέλος, επειδή στην Ελλάδα πολλά αυτονόητα σε ανεπτυγμένες δημοκρατίες θέματα παρεξηγούνται, θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι η ομάδα των υπευθύνων δεν συνιστά «σκιώδη κυβέρνηση του Ποταμιού» κατά τον προσφιλή ορισμό άλλων κομμάτων. Άλλωστε είναι πάγια θέση μας ότι η χώρα χρειάζεται ένα μικρό και ομοιογενές κυβερνητικό σχήμα και ότι οι υπουργοί δεν είναι καθόλου απαραίτητο να προέρχονται από τις τάξεις των κομμάτων.
Επισημαίνουμε και πάλι ότι το Ποτάμι φιλοδοξεί να εκφέρει έναν προοδευτικό, ορθολογικό, ευθύβολο και νηφάλιο πολιτικό λόγο, ο οποίος δεν θα αρκείται σε καταγγελίες ή αναλύσεις, αλλά θα παρεμβαίνει με στόχο τις λύσεις και τις μεγάλες αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα και οι πολίτες.
1.                             Συνταγματική Αναθεώρηση: Σταύρος Τσακυράκης
2.                             Εκλογικό Σύστημα: Περικλής Βαλλιάνος
3.                             Οικονομία: Θανάσης Σκόκος
4.                             Διεθνής Οικονομία: Γιάννης Παπανικολάου
5.                             Ανάπτυξη και Βιομηχανία : Στρατής Μούγερ
6.                             Ενέργεια: Γιώργος Μπάλλας
7.                             Εξαγωγές: Παντελής Αβραμίδης
8.                             Εργασιακές Σχέσεις: Γεράσιμος Γεωργάτος
9.                             Χρηματοπιστωτικό Σύστημα: Ανδρέας Κούτρας
10.                         Εμπόριο: Τρύφωνας Τριανταφυλλίδης
11.                         Τουριστική Ανάπτυξη: Στέφανος Ψημένος
12.                         Τουριστικές Υποδομές: Κυριάκος Καραγιώργης
13.                         Ναυτιλία: Νικόλας Γιατρομανωλάκης
14.                         Περιβάλλον: Κίμων Χατζιμπήρος
15.                         Διαχείριση Απορριμμάτων: Μαρία Βιτωράκη
16.                         Γεωργία: Σπύρος Καχριμάνης
17.                         Αγροτουρισμός: Μάκης Παπούλιας
18.                         Αλιεία: Αναστασία Μήλιου
19.                         Υποδομές και Μεταφορές: Χλόη Βλασσοπούλου
20.                         ΜΜΕ: Οντίν Λιναρδάτου
21.                         Δημόσια Διοίκηση: Μίλτος Κύρκος
22.                         Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση: Παναγιώτης Καρκατσούλης
23.                         Μεταρρυθμίσεις: Χαρίδημος Τσούκας
24.                         Τοπική Αυτοδιοίκηση: Σπύρος Πέγκας
25.                         Περιφερειακή Ανασυγκρότηση: Χριστίνα Ταχιάου
26.                         Δικαιοσύνη και Δημόσια Τάξη: Παύλος Ελευθεριάδης
27.                         Ανθρώπινα και Πολιτικά Δικαιώματα: Γιώργος Πολίτης
28.                         Καταπολέμηση Διαφθοράς και Οικονομικό Έγκλημα: Νίκος                               Μηλαπίδης
29.                         Τριτοβάθμια Εκπαίδευση: Γιώργος Μαυρωτάς
30.                         Έρευνα: Αχιλλέας Γραβάνης
31.                         Νεανική Επιχειρηματικότητα: Γιώργος Νικολετάκης
32.                         Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση: Λεωνίδας                                   Καστανάς
33.                         Πολιτιστική Κληρονομιά: Τάκης Φραγκούλης
34.                         Λαϊκός Πολιτισμός και Εθνοτικές Ομάδες: Άννα Λυδάκη
35.                         Καλλιτεχνική Παραγωγή: Νίκος Ορφανός
36.                         Δημόσια Υγεία: Λυκούργος Λιαρόπουλος
37.                         Κοινωνική Προστασία: Πέτρος Εσκίογλου
38.                         Κοινωνική Ασφάλιση: Πλάτων Τήνιος
39.                         Αθλητισμός: Δημήτρης Κυριακόπουλος
40.                         Θέματα Νέας Γενιάς: Ράνια Λιανού
41.                         Δικαιώματα των παιδιών: Μαρίλη Μέξη
42.                         Μετανάστευση: Ζωή Αποστολοπούλου
43.                         Πρόσφυγες: Μελίττα Γκουρτσογιάννη
44.                         Άτομα με Αναπηρίες ή Χρόνια Προβλήματα: Δημήτρης                                    Κοντοπίδης
45.                         Στήριξη και Απεξάρτηση Εξαρτημένων Ατόμων: Φωτεινή                                   Λεομπίλλα
46.                         Δικαιώματα των Φύλων: Κωνσταντίνα Ηλιοπούλου
47.                         Ευρωπαϊκή πολιτική: Γιώργος Γραμματικάκης
48.                         Διεθνείς Σχέσεις: Αλέξανδρος Μαλλιάς
49.                         Toυρκικών και Βαλκανικών Υποθέσεων: Γιώργος Κακλίκης
50.                         Εθνική Ασφάλεια: Γεώργιος Χατζηθεοφάνους
51.                         Απόδημος Ελληνισμός: Γιώργος Σκέμπερης