ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

sweet November

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ η μέση δημόσια δαπάνη ανά μαθητή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ανήλθε από 2375 Ε το 2002 σε 5009 Ε το 2011. Είδατε καμιά βελτίωση της δημόσιας εκπαίδευσης;

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Η εθνολαϊκιστική, τυχοδιωκτική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.


του Γιώργου Αντωνίου 

2ο μέρος.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά κυρίως στο τι πρόκειται να φέρει στη χώρα η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να βάλει κι αυτός το λιθαράκι του στο (σαθρό) οικοδόμημα, να αγωνισθεί κι αυτός να σώσει την Ελλάδα από θέσεις εξουσίας ή είναι ανάξιος μιας τέτοιας εμπιστοσύνης εκ μέρους των πολιτών; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα έπρεπε να είναι αντικείμενο έρευνας αμερόληπτων οικονομολόγων, πολιτικών επιστημόνων και κοινωνιολόγων, αντικείμενο ενός διαυγούς και ψύχραιμου διαλόγου. Δυστυχώς στην πατρίδα μας τα κρισιμότερα θέματα αποτελούν αφορμή οξύτατων κι εντυπωσιακών καυγάδων φανατισμένων πολιτικών (συνήθως στα τηλεπαράθυρα, με τη συνδρομή ασυγκράτητων δημαγωγών δημοσιογράφων) και των τυφλωμένων οπαδών τους, για λόγους συμφερόντων ή άκριτης πίστης σε τυποποιημένες ιδεολογίες, χωρίς περίσκεψη και επίγνωση.
Ποιο μέλλον προδιαγράφεται στη χώρα εάν επικρατήσει εκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ και επιβάλλει την πολιτική του; Δυστυχώς η ευρωπαϊστική τάση του δεν είναι πολύ δυνατή και γερά θεμελιωμένη. Οι ευρωσκεπτικιστικές απόψεις πολλών αριστερών στελεχών έχουν βαρύτητα και έντονη επίδραση. Και η διάθεση για επιθετικότητα και σκληρή γραμμή έναντι της ευρωζώνης, της Ευρώπης και της γερμανικής κυβέρνησης αναφορικά με το μνημόνιο, το χρέος και τις απαιτήσεις των εταίρων και των δανειστών μας, είναι ισχυροποιημένη. Εάν το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ (αν κερδίσει τις βουλευτικές) που θα σχηματισθεί για να διαπραγματευτεί με την ευρωζώνη, τις ευρωπαϊκές αρχές και τη γερμανική κυβέρνηση, πάει στις συναντήσεις με επιθετικές διαθέσεις, είναι πιθανό κάποιο ατύχημα, μια επικίνδυνη κι επώδυνη σύγκρουση. Σε αυτή την περίπτωση τα πράματα θα αγριέψουν και είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε την επιβολή ακόμη σκληρότερων, οδυνηρών μέτρων, σαν κι αυτά που επέβαλαν στην Κύπρο όταν η πολιτική ηγεσία της αρνήθηκε τα ηπιότερα οικονομικά μέτρα. Οι Έλληνες πολίτες δεν θέλουν να ρισκάρουν, λόγω της υιοθέτησης μιας σκληρότατης πολιτικής έναντι των ζητημάτων του χρέους και του μνημονίου, μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση κι ένα πολιτικοοικονομικό ατύχημα που θα μας οδηγήσει σε καταστάσεις που μοιάζουν με τον τύπο χρεοκοπίας της Αργεντινής ή που μπορεί να μας θέσουν ξανά εκτός τροχιάς της ευρωζώνης, (ο κίνδυνος αυτός δεν ήταν ποτέ φανταστικός, παρά τους ισχυρισμούς της αριστεράς). Κατά μία περίπτωση, δηλαδή, να είμαστε τυπικά εντός ευρωζώνης διατηρώντας ως νόμισμα το ευρώ, μα ουσιαστικά η οικονομία μας να λειτουργεί με κανόνες που δεν είναι της ευρωζώνης. Έτσι θα απειληθούν εκ βάθρων και τα ανεκτά, οικονομικά κεκτημένα των Ελλήνων και η πολιτική δημοκρατική, κοινοβουλευτική σταθερότητα κι ομαλότητα (κι ας εικάζει διαφορετικά η Αριστερή πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ). Εάν το οικονομικοπολιτικό επιτελείο διαπραγμάτευσης του ΣΥΡΙΖΑ προσέλθει με διαθέσεις σύγκρουσης προς τη Μέρκελ, την κυβέρνησή της και την ευρωζώνη, κινδυνεύουμε να ζήσουμε επιβλαβέστατες συνέπειες. Ακόμη και το ενδεχόμενο ενός bank run. Οι ξένοι επενδυτές που δείχνουν κάποιο ενδιαφέρον και θετική διάθεση, Κινέζοι, Άραβες, Αμερικανοί, θα αποθαρρυνθούν και θα κάνουν πίσω. Πώς θα γίνουν οι πολυπόθητες και απαραίτητες για την ανάπτυξη επενδύσεις; Πού ακριβώς θα θεμελιωθεί η περιβόητη, επιδιωκόμενη από τον ΣΥΡΙΖΑ ανάπτυξη; Υπάρχει καμιά σιγουριά πως μπορεί να βρεθεί το αναγκαίο χρήμα από το διαφεύγον χρήμα των πολύ πλουσίων που φοροδιαφεύγουν ή το έχουν βγάλει έξω; Η απόκτηση, η διασφάλιση αυτών των ποσών από το κράτος παραμένει μια δυσκολότατη επιδίωξη, για χρόνια ολόκληρα. Παραμένουν αμφίβολα τα αποτελέσματα μιας μελλοντικής προσπάθειας συλλογής αυτών των ποσών και φόρων από μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη περισσότερο επειδή θα αντικατασταθούν, φτου κι απ’ την αρχή, τα υπεύθυνα, σχετικά οικονομικά στελέχη.
Τα ελληνικά κόμματα, πριν σχηματίσουν κυβέρνηση, μας πιπιλούσαν εκ συστήματος τα μυαλά πως «λεφτά υπάρχουν!» και θα καταστήσουν δυνατό το μοίρασμά τους στους εργαζόμενους και την πολυπόθητη ανάπτυξη. Αυτά μας υπόσχονταν ο Γ.Παπανδρέου και η Κατσέλη, αυτά μας λέει σήμερα και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει απορροφήσει πολλά πασοκικά στελέχη (μεταξύ των οποίων την Κατσέλη), που παλαιότερα μας έταζαν χρήμα ενώ βρισκόμασταν στο χείλος του γκρεμού, της χρεοκοπίας και της εξόδου από την ευρωζώνη. Το καταστροφικό αυτό σενάριο υπάρχει βάσιμος κίνδυνος να επανενεργοποιηθεί με τον ερχομό του ΣΥΡΙΖΑ, εάν πρυτανεύσει η επιθετική και σκληρή γραμμή. Γιατί να πάρουμε τέτοιο ρίσκο υπερψηφίζοντάς τον; Κάποιοι απαντούν για να δώσουμε και σ’αυτόν μία ευκαιρία, όπως είχαμε δώσει στα προβληματικά, κακοφορμισμένα αστικά κόμματα. Αν είναι να δώσουμε πιθανότητες σε μια ακόμη πιο ριψοκίνδυνη και παραπαίουσα λύση που μπορεί να μας οδηγήσει σε χειρότερες περιπέτειες, καλύτερα να λείπει το βύσσινο. Με τον ερχομό του ΣΥΡΙΖΑ πού θα πάει το χρηματιστήριο και τα σπρεντς; Πόσο μεγάλα ποσά θα βγουν από τις τράπεζες της χώρας στο εξωτερικό, από τον φόβο δυσμενών οικονομικών εξελίξεων; Αν πρόκειται να ψηφίσουμε και υποστηρίξουμε μια λύση που ενέχει ακόμη περισσότερο ρίσκο και κινδύνους οικονομικού καταποντισμού της χώρας κι αντί να σταθεροποιηθούν οι μισθοί και τα εισοδήματα, να πέσουν κι άλλο, αυτή η επιλογή δεν έχει κανένα θετικό νόημα. Αποτελεί ταξίδι στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, με μη προβλέψιμες συνέπειες.

Μια άποψη που κυκλοφορεί ευρέως στους γνήσια αριστερούς μα και στους πασοκογενείς κύκλους, είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα έτοιμο για μεγάλες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς με τους ευρωπαίους εταίρους μας και τους δανειστές μας, ένα κόμμα ένα βήμα πριν τη «σοσιαλδημοκρατικοποίησή» του μόλις κερδίσει την διακυβέρνηση της χώρας. Οι ενδείξεις που συνηγορούν υπέρ αυτής της (αντικειμενικά θετικής) εξέλιξης, από όσα εκθέσαμε, είναι λίγες. Τα στελέχη και το κομμάτι της βάσης που διαφωνούν με μια τέτοια κατεύθυνση είναι ισχυρά και βρίσκονται παντού, και δεν βλέπουμε πώς θα μπορούσε να επιβληθεί μια τέτοια πολιτική από την ηγεσία, όπως εικάζεται. Φυσικά υπάρχει μια συμβιβαστική και ρεαλιστική διάθεση σε ορισμένα στελέχη της προεδρικής τάσης, καθώς και ανάμεσα στα πασοκοφερμένα στελέχη. Όμως δεν βλέπουμε πώς μπορεί να καμφθεί, έτσι απλά, η επαναλαμβανόμενη, άκαμπτη αντιμνημονιακή ρητορική (μονομερής καταγγελία του μνημονίου κ.τ.λ.), η οποία έχει «τσιμεντώσει» τη δράση και επίδραση του κόμματος στα μέλη και στους οπαδούς του, ιδίως έναντι κοινωνικών ομάδων που ακούν πολύ ευνοϊκά την αντιμνημονιακή ρητορεία και έχουν επενδύσει τις φρούδες ελπίδες τους σε αυτήν, για να ξανακερδίσουν τους μισθούς και τα εισοδήματα που πιστεύουν πως έχουν χάσει λόγω των μνημονίων και της τρόικας. Αν υποθέσουμε πως θα επαληθευτεί η απίθανη υπόθεση, η περίπτωση προσγείωσης και ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ, της ελληνικής αριστεράς, στο υπάρχον σύστημα, τότε θα ωφεληθεί και το σύστημα και η αριστερά, λόγω της αμοιβαίας προσαρμογής. Φυσικά σε αυτή την περίπτωση θα αποχωρήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ μεγάλη μερίδα ακραίων στελεχών και μελών, όμως στην ουσία αυτό θα ωφελήσει και το κόμμα –γιατί θα το πλησιάσουν πολλοί περισσότεροι και μάλιστα λογικότεροι– και τη χώρα, γιατί θα κυβερνηθεί ευκολότερα και σε πιο θετικό πνεύμα.      

Ας επιστρέψουμε όμως στα πιθανά σενάρια. Εάν υποθέσουμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει τις επόμενες εκλογές (χωρίς αυτοδυναμία) κι εάν οι ΑΝΕΛ πέσουν πολύ στις εκλογές και το ΚΚΕ επιμείνει μετεκλογικά στην άκαμπτη κι αρνητική αντιμετώπιση της δυνατότητας συμμαχίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή αν το σενάριο της κυβερνητικής συνεργασίας των αντιμνημονιακών κομμάτων με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ ακυρωθεί, θα παίξει λογικά ένα διαφορετικό και πιο ευνοϊκό και θετικό σενάριο: η στήριξη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στα μη αντιμνημονιακά, φιλοευρωπαϊκά κόμματα (και δεν εννοούμε τη μετρημένη ΔΗΜΑΡ που πιθανά θα απορροφηθεί ή καταποντισθεί), δηλαδή στο Ποτάμι και στο ΠΑΣΟΚ–Δημοκρατική, προοδευτική παράταξη. Το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ, εάν το πρώτο κόμμα (ο ΣΥΡΙΖΑ σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, που μέλλει βέβαια να επαληθευθεί) αδυνατεί να σχηματίσει κυβέρνηση και ο τόπος κινδυνεύει να μείνει ακυβέρνητος, είναι δυνατόν να υποχρεωθούν να συμπράξουν, υπό όρους, με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό μπορεί  ίσως να μην αποβεί τόσο δύσκολο για το ΠΑΣΟΚ, αν και υπάρχει μεταξύ τους χρόνια αντιπαλότητα και σύγκρουση, επειδή είναι ένα κόμμα προσαρμοστικό, κοντά στην εξουσία και εθισμένο για πολλά χρόνια σε αυτήν. Στην περίπτωση μιας τέτοιας κυβερνητικής συνεργασίας, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ θα προσπαθούν να θέσουν ορισμένους πολιτικούς όρους που θα κρατήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις έσωθεν αριστερόστροφες πιέσεις του, σε μια πραγματιστική, ρεαλιστική, μη καταστροφική γραμμή διαπραγμάτευσης με τους ευρωπαίους εταίρους μας και σε μια ρεαλιστική οικονομική πολιτική. Θα προσπαθήσουν να παίξουν το ρόλο του παιδονόμου (με την έννοια πως ο ΣΥΡΙΖΑ ρέπει προς τον τυχοδιωκτικό «αριστερισμό, παιδική ασθένεια του κομμουνισμού») ή του ναυαγοσώστη, με άγνωστα τα τελικά αποτελέσματα. Δηλαδή το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να βάζουν φρένο και να συγκρατούν τις ακραίες, σκληροπυρηνικές αποφάσεις και τάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Εάν το όλο εγχείρημα αποτύχει –διόλου απίθανο– ο ΣΥΡΙΖΑ θα φορτώσει στα δύο κόμματα την αποτυχία, με το σκεπτικό πως δεν τον άφησαν να εφαρμόσει μια αμιγώς αντιμνημονιακή πολιτική, που ήταν αυτή που εξαρχής πρέσβευε, και που θα έχει υποχρεωθεί εξαιτίας τους να νοθεύσει. Κι εδώ μπαίνει το ερώτημα: Γιατί να ψηφίσει κανείς τον ΣΥΡΙΖΑ (εκτός αν ανήκει στις κάστες που περιμένουν άμεσα οφέλη από αυτόν) και όχι το Ποτάμι ή το ΠΑΣΟΚ–Δημοκρατική, προοδευτική παράταξη, που αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τους θεματοφύλακες του ρεαλισμού, της λογικής, της πολιτικής ομαλότητας και μετριοπάθειας και της ευρωπαϊκής πορείας, διαθέτουν δηλαδή όλα τα προτερήματα των κομμάτων του μεσαίου, ενδιάμεσου ευρωσοσιαλδημοκρατικού χώρου, ο οποίος είναι περισσότερο φερέγγυος ιδεολογικά και πρακτικά, τακτικά και στρατηγικά, απ’ ό,τι ο ΣΥΡΙΖΑ με τον εθνολαϊκισμό, μεγαλοϊδεατισμό και μαξιμαλισμό του;  
Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα μιας σταθεροποιητικής, θετικής εξέλιξης, εάν βρεθούν οι 180 βουλευτές που θα ψηφίσουν νέο πρόεδρο της δημοκρατίας και οι επιβλαβείς για την οικονομία εκλογές μετατεθούν. Σε αυτή την περίπτωση ίσως τα οικονομικά δεδομένα σταδιακά να βελτιωθούν μέχρι να γίνουν βουλευτικές εκλογές στην ώρα τους και να εξασφαλιστούν κάποιες προϋποθέσεις μείωσης της ύφεσης, αναπτυξιακής πορείας και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Θα είναι το σενάριο της εκλογικής επικράτησης της ΝΔ και της σύναψης συνεργασίας της ΝΔ με τα προαναφερθέντα ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι. Το σενάριο αυτό είναι πιο βατό και ασφαλές και παρουσιάζει περισσότερες εγγυήσεις ομαλής οικονομικής και κοινοβουλευτικής σταθερότητας. Μπορεί να βοηθήσει τη χώρα να αποφύγει τις επικίνδυνες κακοτοπιές αναφορικά με τη θέση της στην ευρωζώνη και την Ευρώπη, την οικονομική εξέλιξη και την πολιτική σταθερότητα. Να περιορίσει την ύφεση και να βοηθήσει να μπει η χώρα σε μια αναπτυξιακή τροχιά, πιο αισιόδοξη και σίγουρη, πέρα από μαξιμαλιστικά ή τυχοδιωκτικά πειράματα μαθητευόμενων μάγων στο κεφάλι του κασίδη.
Τελευταία συζητείται και το σενάριο της κατ’ανάγκην μετεκλογικής σύμπραξης του ΣΥΡΙΖΑ με τη ΝΔ για να αποφευχθούν οι καταστροφικές εξελίξεις στους τομείς της οικονομίας και της συνεννόησης με τους εταίρους και τους δανειστές μας, και για να δημιουργηθεί επί τέλους μια απαραίτητη, μίνιμουμ οικονομικοπολιτική συμφωνία μεταξύ των μεγαλύτερων κομμάτων για την διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους και την τρόικα, πέρα από τον κοινωνικό διχασμό και την περίπου μετεμφυλιακή πόλωση. Μια τέτοια συμφωνία θα επέφερε εκ των πραγμάτων την αποχώρηση ή της αδρανοποίηση της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι σίγουρα θετικό για την κοινωνία και την πολιτική. Το όλο σενάριο δεν φαντάζει όμως ιδιαίτερα πιθανό και πειστικό…


Τα ψέμματα που μας καταστρέφουν

του Περικλή Βαλλιάνου
Απόψε είναι προφανές ότι η εγκληματική ανικανότητα της πολιτικής μας ηγεσίας (κυβερνητικής και αντιπολιτευόμενης) έχει πάλι σπρώξει τη χώρα στο χείλος τραγικής κατάρρευσης. Ένα νέο '22 είναι προ των πυλών.
Σε λιγότερο από ενάμιση μήνα είναι πιθανότατο, αν τα πράγματα συνεχίσουν ως έχουν, να έχει δρομολογηθεί η αμετάκλητη εκδίωξη της χώρας από το κοινό νόμισμα και την ΕΕ. Και τότε ο λαός μας θα κατρακυλήσει σε απίστευτη αθλιότητα, που μπροστά της αυτά που περάσαμε τα τελευταία χρόνια θα φαντάζουν παράδεισος.
Το "enough is enough" αυτή τη φορά οι (ευτυχώς μέχρι τώρα) εταίροι μας το εννοούν (σε αντίθεση με το "the game is over" του 2010).
Η ανεύθυνη "αντιμνημονιακή" στροφή των κυβερνητικών μετά τις ευρωεκλογές, που θέλησαν να ξεγελάσουν την διεθνή κοινότητα με ψεύτικα "πλεονάσματα" από την εξόντωση των μεσαίων τάξεων και την καταστροφή της παραγωγικής οικονομίας, δέχτηκε ισχυρό ράπισμα στο Παρίσι.
Ταυτόχρονα στο Λονδίνο η αγραμματοσύνη, η ιδεοληψία και οι εξωπραγματικές πομφόλυγες του "προγράμματος" της αντιπολίτευσης προκάλεσαν την οργή και τον καγχασμό εκείνων από τους οποίους εξαρτάται η οικονομική μας επιβίωση.
Και οι μεν και οι δε ενδιαφέρονται μονάχα για την κατοχή της εξουσίας και την διαιώνιση του συστήματος τη ασύστολης ληστείας της κοινωνίας για χάρη της κομματικής τους πελατείας. Ενός συστήματος που έχτισαν από κοινού όλα αυτά τα χρόνια.
Οι ευθύνες των ίδιων των Ευρωπαίων είναι τεράστιες για την επαπειλούμενη ελληνική τραγωδία, γιατί δεν πίεσαν για τις αναγκαίες δομικές αλλαγές στην διοίκηση και την οικονομία και αρκέστηκαν μόνο στην καταστροφική (όπως αποδείχτηκε) δημοσιονομική διόρθωση.
Υπάρχει άραγε χρόνος για μια σωτήρια διακομματική συναίνεση πριν από την οριστική πτώση στον γκρεμό; Υπάρχουν άραγε οι υπεύθυνοι και λογικοί πολιτικοί που βάζουν το συμφέρον του τόπου πάνω από τις προσωπικές τους μωροφιλοδοξίες; Το ελπίζω, αν και αμφιβάλλω σφόδρα. Η συμπεριφορά όλων είναι μέχρι στιγμής κατάπτυστη.
Προσεύχομαι (δεν έχω τι άλλο να κάνω) να μην χρειαστεί να γράψω ένα τρίτο σημείωμα, με τίτλο αυτή τη φορά "Τα ψέμματα που μας κατέστρεψαν."

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Οι ρυτίδες του Νέου Λυκείου


του Μιχάλη Δημητρακόπουλου από το προσωπικό του blog  έν καλάμαις

 «Η ορθοφροσύνη είναι στον κόσμο το πράμα το καλυτέρα μοιρασμένο, γιατί ο καθένας βρίσκει πως είναι τόσο καλά εφοδιασμένος με ορθοφροσύνη, ώστε κι εκείνοι ακόμα που ικανοποιούνται δυσκολότατα σε κάθε άλλο πράμα, δεν έχουν τη συνήθεια να ποθούν περισσότερη απ’ όση έχουν» René Descartes

Ας κάνουμε μια γρήγορη ανασκόπηση του εκπαιδευτικού συστήματος κοιτώντας αποκλειστικά την διαδικασία εισαγωγής στης τριτοβάθμια εκπαίδευση.  Ξεκινώντας απ’ τις Δέσμες που κράτησαν αρκετά χρόνια, είχαμε εξετάσεις σε 4 μαθήματα, με αρκετά μεγάλη εξεταστέα υλη και συνήθως δύσκολα θέματα. Το κυρίαρχο όμως σημείο του συστήματος ήταν ο διαχωρισμός των παιδιών με βάση τις επιδιώξεις τους. Έτσι η επιλογή μιας δέσμης απέκλειε την εισαγωγή σε σχολές άλλων δεσμών.

Οι υποψήφιοι συμπλήρωναν το μηχανογραφικό δελτίο πριν απ’ τις βαθμολογικές επιδόσεις τους,  άρα φτάναμε στο σημείο να υπάρχουν μαθητές που  πίστευαν ότι είναι πιθανό να περάσουν σε μια απ’ τις πρώτες προτιμήσεις τους και τελικά να μένουν απ’ έξω. Μάλιστα οι δευτεροδεσμίτες που κατευθύνονταν προς τις ιατρικές σχολές, όπου ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός, έφταναν στο σημείο να μην εισάγονται πουθενά ακόμα κι αν είχαν συμπληρώσει βαθμό 17, η και 18 (με άριστα το 20)  Είχαμε δηλαδή το φαινόμενο να πετάμε έξω απ’ τα ελληνικά πανεπιστήμια πολύ καλά μυαλά. Φυσικά όσα παιδιά είχαν την οικονομική δυνατότητα στρέφονταν κατευθείαν σε σχολές του εξωτερικού. Οι υπόλοιποι ξανάδιναν εξετάσεις με εκείνη την ανεκδιήγητη ρύθμιση, με βάση την οποία είχαν δικαίωμα να κρατούν την βαθμολογία σε όσα μαθήματα είχαν γράψει καλά και να ξαναπροσπαθούν για τα υπόλοιπα. Συναγωνιζόντουσαν έτσι  αυτούς που έδιναν για πρώτη φορά όχι βέβαια επί ίσοις όροις  μ’ αποτέλεσμα να λέγεται ευρέως ότι αν θες να μπεις σε μια σοβαρή σχολή, πρέπει να το προγραμματίσεις για τουλάχιστον δυο χρονιές και άλλα τέτοια τραγελαφικά.  Τιμωρούσαμε λοιπόν πολύ σκληρά έναν υποψήφιο ο οποίος στα 17 του είχε το όνειρο να γίνει γιατρός. Σε μεγάλο ποσοστό μπορεί οι ιατρικές σχολές να είχαν και συνεχίζουν να έχουν μια αίγλη, αλλά ελάχιστα ήταν τα παιδιά που με παρωπίδες «έβλεπαν» μόνο αυτές και απέκλειαν άλλα ενδεχόμενα. Τους απέκλειε όμως τις πράγμασι το σύστημα.

 Ήρθε λοιπόν η μεταρρύθμιση Αρσένη κι άλλαξε άρδην το τοπίο. Πέρα από το γεγονός ότι μετέτρεψε το σύνολο των εξετάσεων της Γ΄ Λυκείου σε εισαγωγικές (13 μαθήματα… ) έφερε κάποιες καινοτομίες που είναι απαραίτητες και γι αυτό δεν έχουν ανατραπεί απ’ όλους τους μετέπειτα υπουργούς Παιδείας, οι οποίοι μη μπορώντας να προτείνουν κάτι αξιόλογο δικό τους, απλώς πετσόκοβαν επί χρόνια  το σύστημα Αρσένη. Δεν πείραξαν όμως το ότι το μηχανογραφικό συμπληρώνεται μετά την ανακοίνωση των βαθμολογιών,  άρα ο καθένας έχει μια εικόνα των δυνατοτήτων του. Επίσης παραμένει η διόρθωση του προφορικού βαθμού σε σχέση με τον γραπτό, διότι δεν μπορεί το Υπουργείο να εμπιστευτεί τους καθηγητές του για αμεροληψία (κάτι που έχουν δεχτεί αδιαμαρτύρητα χρόνια τώρα) Μέχρι τις ανακοινώσεις για το Νέο Λύκειο δεν είχε καν αλλάξει ο αλγόριθμος υπολογισμού του Βαθμού Πρόσβασης, απλώς λιγόστευαν τα μαθήματα που χρειάζονταν για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. 

Οι σαφώς λαϊκίστικου χαρακτήρα καινοτομίες των μετά Αρσένη υπουργών ήταν να κάνουν τα μαθήματα  9 από 13 και εν τελει  6 και να καταργήσουν τις εξετάσεις της Β’ Λυκείου.  Κανείς βέβαια δεν ασχολήθηκε με το γεγονός ότι  τα 6 μαθήματα κάνουν πιο δύσκολα τα πράγματα απ’ ότι τα 9,  διότι ο βαθμός ενός  μαθήματος είναι το 16% του συνόλου, ενώ πριν το κάθε μάθημα αποτελούσε χοντρικά το 11% του συνόλου. Είναι αυτονόητο ότι με τα πιο πολλά μαθήματα η αποτυχία σε ένα η δυο εξετάσεις δεν δημιουργεί τετελεσμένο όπως δημιουργεί κάτι αντίστοιχο  σήμερα με τα 6 μαθήματα (και θα γίνει πολύ εντονότερο με τα 4 που έρχονται) Επίσης κανείς δεν κατάλαβε γιατί έπρεπε να καταργηθούν οι εξετάσεις στην Β΄ λυκείου, ειδικά μάλιστα μετά από την ρύθμιση ότι ο βαθμός τους θα έπαιζε ρόλο κατά ένα ποσοστό,  μόνο αν ήταν υψηλότερος απ’ αυτόν της Γ΄ λυκείου. Είναι δεδομένο πως πληρώνουμε μια λαϊκίστικη μανία που έχει εκτραφεί και από τα ΜΜΕ, περί λίγης ύλης,  λίγων μαθημάτων και δημιουργίας όλο και περισσότερου ελεύθερου χρόνου για τα παιδιά. Η τελευταία σπασμωδική ρύθμιση με την επανεισαγωγη της πληροφορικής η οποία δεν γνωρίζουμε ακόμα πως θα γίνει και σε ποιες σχολές θα επικρατήσει σε βάρος της Χημείας, δείχνει το πολύ απλό. Ότι δηλαδή, 4 μαθήματα στις εισαγωγικές εξετάσεις είναι λίγα.  Δεν είναι αρκετά για να κρίνουν τις ικανότητες (δεξιότητες) των υποψηφίων σε σχέση με τα επιστημονικά αντικείμενα προς τα οποία κατευθύνονται.

Υπάρχει ένα αντικειμενικό πρόβλημα που συνεχίζουν να αγνοούν επιδεικτικά οι αρμόδιοι. Όταν έχουν απ’ τα πράγματα και λόγω εξέλιξης δημιουργηθεί τόσοι πολλοί διαφορετικοί επιστημονικοί τομείς, δεν μπορείς να συνεχίζεις με 4 μαθηματάκια να κρίνεις τους ανθρώπους που θα ασχοληθούν μ’ αυτά. Δυστυχώς όμως  όποιος αποτολμήσει να αναφέρει κάτι τέτοιο είναι αυτόματα καταδικαστέος διότι θα κατηγορηθεί ότι θέλει να προσθέσει φορτίο στα ήδη κουρασμένα νιάτα της πατρίδας μας. Αποδεχόμαστε με ευκολία όμως να τα αναγκάσουμε  να επιλέξουν απ’ τα 17 τους, διαδρομή σπουδών με αποκλεισμούς. Με απλά λόγια αυτός που θα επιλέξει Πληροφορική δεν θα ’χει δικαίωμα να μπει σε μια σειρά από σχολές που έχουν σχέση με την Χημεία όπως Χημικοί Μηχανικοί, Μηχανικοί Περιβάλλοντος, Γεωπόνοι, κ.λ.π. και φυσικά και αντίστροφα τα παιδιά που θα επιλέξουν Χημεία, αποκλείονται από μια σειρά σχολών. Φυσικά οι ανεγκέφαλοι εμπνευστές όλου αυτού του συνονθυλεύματος δεν σκέφτηκαν τι θα γίνει με σχολές που χρειάζονται και τα δυο. Αυτή είναι ίσως και μια από τις κυριότερες οπισθοδρομήσεις του λεγόμενου Νέου Λυκείου. Το γεγονός δηλαδή ότι καταργεί την δυνατότητα που έδινε ο νόμος 2525/97 περί επιλογής σχολών και επαναφέρει την λογική των Δεσμών με τα στεγανά και το καναλιζάρισμα των υποψηφίων σε στρούγκες. Είναι γνωστό εκ των προτέρων τι θα συμβεί, διότι πρόκειται για επανάληψη φαινομένου. Τα παιδιά θα αποφύγουν κατευθύνσεις «δύσκολες» και θα οδηγηθούν σωρηδόν στα υποθετικά εύκολα λειτουργώντας στην παλιά λογική της 4ης Δέσμης που μάζευε πέρα απ’ αυτούς που πραγματικά ήθελαν οικονομικές σχολές κι όλους τους «καταφρονεμένους», που δια της εις άτοπον απαγωγής κατέληγαν εκεί, προκειμένου να πάρουν το απολυτήριο του Λυκείου και ταυτόχρονα να δοκιμάσουν και την τύχη τους στις εξετάσεις.

Το υπουργείο Παιδείας έφερε μέσα στον νόμο για το Νέο Λύκειο ένα σύστημα εισαγωγής με ομάδες προσανατολισμού και επιστημονικά πεδία στημένο κυριολεκτικά στο γόνατο  και τώρα στο παρά πέντε προσπαθούν να μπαλώσουν τα προβλήματα που ανακύπτουν. Ανακαλύπτουν τώρα ότι δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει ο αυστηρός διαχωρισμός που είχαν αρχικά θέσει και έχει ξεκινήσει  ένα ράβε ξήλωνε σχολών κι επιστημονικών πεδίων. Οι στρατιωτικές σχολές δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν ένα ξεχωριστό πεδίο όπως είχαν αρχικά αφήσει να εννοηθεί,  άρα πρέπει να ενταθούν στα προβλεπόμενα.  Για να αποφύγουν  το αδιέξοδο που δημιουργούν τα 5 επιστημονικά πεδία, αποφάσισαν να εντάξουν κάποιες σχολές σε παραπάνω από ένα επιστημονικά πεδία.  Πρόκειται για λύσεις ανάγκης που δεν είναι σίγουρο ότι δεν θα γεννήσουν νέες δυσαρμονίες και αδιέξοδα. Απ’ την άλλη πλευρά κανείς δεν εξηγεί  λογικά το γιατί απαγορεύεται μέσω του συστήματος σε ένα μαθητή ο όποιος έχει αρκετές προτιμήσεις, να δοκιμάσει την τύχη του σε παραπάνω από μια κατευθύνσεις επιλέγοντας να εξεταστεί ίσως και σε περισσότερα μαθήματα.


Η μόνη διέξοδος έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση εφόσον δεν υπάρχει θέμα αναμόρφωσης συνολικά του συστήματος  είναι η τροποποίηση του νόμου που ρυθμίζει τα των εισαγωγικών εξετάσεων σ’ αυτό το σημείο. Οι τελειόφοιτοι του Λυκείου και άρα υποψήφιοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να δώσουν εξετάσεις σε όσα μαθήματα θέλουν.  Τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ θα είναι υποχρεωμένα να καθορίσουν ποια μαθήματα θεωρούν ως προαπαιτούμενα και με ποιον συντελεστή βαρύτητας. Έτσι κάποιος που θα ήθελε Ιατρικές σχολές αλλά δεν θα του κακοφαινόταν και μια θέση στο Πολυτεχνείο θα πρέπει απλώς να ξέρει από νωρίς ότι θα εξεταστεί σε όλα τα μαθήματα που απαιτούν αυτές οι σχολές. Με τις διατάξεις που ισχύουν για το Νέο Λύκειο, επαναφέρουμε αγκυλώσεις και περιορισμούς που ίσχυαν αρκετά χρόνια πριν και όλοι πιστεύαμε ότι έχουμε αφήσει οριστικά πίσω μας. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν έχουμε το δικαίωμα σαν κοινωνία να στερήσουμε από τους νέους ανθρώπους την ελεύθερη επιλογή της διαδρομής τους στη ζωή και στις σπουδές που θέλουν να κάνουν. Αρκετά τους έχουμε στερήσει με το ζοφερό μέλλον που τους επιφυλάξαμε. 

 

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Βρέχει φωτιά στη στράτα μου...


του Plamen Tonchev από το Books Journal
Ομολογώ ότι δεν μπορώ με τίποτα να κατανοήσω πώς λειτουργεί το μυαλό του ΓΑΠ, αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν δυσκολεύομαι μόνον εγώ. Υποψιάζομαι δε ότι οι σχετικές έρευνες θα συνέθεταν ευδιάκριτο επιστημονικό κλάδο, ενδεχομένως και ξεχωριστή επιστήμη. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι διακρίνω στη συμπεριφορά του τα συμπτώματα πολλαπλής διχόνοιας – κι ας μην είναι επιστημονικός αυτός ο όρος. Συμπτώματα διχόνοιας ανάμεσα στον καλοπροαίρετο οραματιστή και τον κυνικό πολιτικό, τον Ελληνα πατριώτη και τον κοσμοπολίτη thinker, τον σωτήρα της Ελλάδας και τον σωτήρα του πλανήτη, τον αιθεροβάμονα και τον ιδιοκτήτη, τον μεγαλόψυχο και τον μνησίκακο. Κι εξηγούμαι αμέσως.
Χάρη στις σπουδές του, αλλά ιδιαίτερα ως υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Σημίτη είχε την πολυτέλεια να έρθει σε επαφή με πολλά διεθνή ρεύματα σκέψεις και να οικοδομήσει το προφίλ του στο εξωτερικό. Είναι αλήθεια ότι το 2004 ο ΓΑΠ ανέλαβε ένα ΠΑΣΟΚ, με το οποίο ελάχιστη σχέση είχε και δεν καταλάβαινε το DNA του homo pasocus. Φωνάζανε τότε οι ψηφοφόροι του “Γιώργο, άλλαξέ τα όλα” και ο ΓΑΠ νόμιζε ότι τον παροτρύνουν να κάνει την Ελλάδα τη μεσογειακή εκδοχή ενός σκανδιναβικού κράτους, ενώ οι άνθρωποι είχαν ένα πολύ πιο απλό και ταπεινό αίτημα: να γυρίσει η χώρα στην ηρωική δεκαετία '80 του Ανδρέα Παπανδρέου. Κάποια στιγμή το κατάλαβε αυτό ο ΓΑΠ και συμβιβάστηκε με το βαθύ ΠΑΣΟΚ, π.χ. όταν αναγκάστηκε να θυσιάσει τις προσωπικές απόψεις του για το άρθρο 16 του Συντάγματος και απέσυρε την κοινοβουλευτική ομάδα από την σχετική συζήτηση υπό το βάρος των εσωκομματικών αντιδράσεων. Στις λειτουργίες της πράσινης νομενκλατούρας ο ΓΑΠ προσπάθησε να προωθήσει νέα θεματολογία, αλλά και νέες μορφές επικοινωνίας και απορούσε γιατί οι καινοτομίες του δεν προκαλούν ρίγη συγκίνησης. Μού έχουν μεταφέρει το ακόλουθο περιστατικό ως πραγματικό, αλλά και να μην είναι, το βρίσκω απολαυστικό ως ανέκδοτο (se non è vero, è ben trovato): έγραφε ο ΓΑΠ στο laptop διάφορες σκέψεις του, τις έστελνε στα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και αμέσως μετά έτρεχε ένας μαντατοφόρος στους ορόφους της Ιπποκράτους φωνάζοντας “Σύντροφοι, ανοίξτε το e-mail σας, έχει στείλει μήνυμα ο Πρόεδρος!”.
Πέρασαν τα χρόνια στην αντιπολίτευση και η σειρά του ΓΑΠ να κυβερνήσει ήρθε θριαμβευτικά το 2009. Η άτιμη η μοίρα, όμως, τού επιφύλαξε να διαχειριστεί τη χειρότερη οικονομική κρίση στην μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας. Εκτός του ότι τα οικονομικά ποτέ δεν ήταν το φόρτε του, ο ΓΑΠ ασφυκτιούσε μέσα στην ίδια τη χώρα. Αν του Κώστα Καραμανλή τού'πεφτε μακριά το Μέγαρο Μαξίμου και δεν έβλεπε την ώρα να επιστρέψει στη θαλπωρή της Ραφήνας μετά από την κοπιαστική τετράωρη ενασχόληση με την πρωθυπουργική αγγαρεία, του ΓΑΠ τού'πεφτε μικρή η Ελλάδα και δεν έβλεπε την ώρα να επιστρέψει στα διεθνή θέματα που πάντα τον συγκινούσαν πολύ περισσότερο απ'ό,τι τα εσωτερικά ζητήματα της χώρας. Αν ο Κώστας Καραμανλής διαχειριζόταν τους καβγάδες μεταξύ των υπουργών τους με την βαριεστημένη προτροπή να τα βρουν μεταξύ τους, ο ΓΑΠ όριζε “αντ'αυτού” - πρώτα τον Πάγκαλο, μετά τον Παπακωνσταντίνου και κάποια στιγμή τον Ραγκούση, αν δεν απατώμαι – κι έφευγε στο εξωτερικό, αφού βέβαια έκανε το καθιερωμένο jogging ή τιμούσε το αγαπημένο του κανό.
Το 2011 αναγκάστηκε να παραδώσει την εξουσία μετά από τις δραματικές εξελίξεις στις Κάννες, αλλά κυρίως γιατί μίλησε μέσα του ο Σκανδιναβός που έχει συνηθίσει να κάνει τοπικά δημοψηφίσματα λόγου χάρη για το δακτύλιο της Στοκχόλμης κι όχι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας που βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού και με το ένα πόδι εκτός Ευρωζώνης. Εκτοτε είναι συνεχώς στο εξωτερικό, δίνοντας διαλέξεις και παρευρισκόμενος σε διεθνή συνέδρια για τη σωτηρία του πλανήτη. Ωσπου έκανε πριν από λίγες μέρες εντυπωσιακή επανεμφάνιση και απειλεί να τινάξει το εναπομείναν ΠΑΣΟΚ στον αέρα.
Ο ΓΑΠ θεωρεί – πιθανώς λογικά από τη σκοπιά του – ότι το ΠΑΣΟΚ δικαιωματικά είναι δικό του “μαγαζί”. Στο κάτω-κάτω ο μπαμπάς του το έφτιαξε και έκανε κουμάντο για πάνω από δύο δεκαετίες, κερδίζοντας τεράστια και σταθερή πελατεία, με δεσμούς διαρκείας. Είναι αλήθεια ότι μετά το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου μπήκε για οκτώ χρόνια ο Σημίτης ως εμβόλιμος διαχειριστής, αλλά στη συνέχεια το ξαναπήρε ο ΓΑΠ και το ΠΑΣΟΚ ξαναέζησε ημέρες δόξας, έστω και με ημερομηνία λήξης, μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης. Και τώρα, στα μάτια του ΓΑΠ, το μαγαζί το κακοποιεί ο θρασύτατος σφετεριστής Βενιζέλος που σχεδιάζει να αλλάξει πρόσοψη, έως και την ονομασία της οικογενειακής επιχείρησης! Σήμερα το μαγαζί μπορεί να έχει χάσει την πελατεία του, μπορεί να μαζεύουν σκόνη τα άδεια ράφια του και να το πνίγουν τα χρέη, αλλά παραμένει πάντα μαγαζί των Παπανδρέου.
Συνεπώς, ο ΓΑΠ πολύ λογικά – πάντα από τη σκοπιά του – θα το κάνει ό,τι θέλει. Γούστο του και καπέλο του δηλαδή. Να το νοικιάσει το μαγαζί είναι κομμάτι δύσκολο στη σημερινή συγκυρία. Να το πουλήσει σε άλλον - αποκλείεται. Αλλά, αν θέλει ο ΓΑΠ, μπορεί κάλλιστα να το κλείσει. Μπορεί να το γκρεμίσει, μπορεί να τού βάλει φωτιά κιόλας. Κάτι που μού θυμίζει τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Συγκεκριμένα. την εμβληματική σκηνή με τον Νίκο Κούρκουλο στην ταινία “Ορατότης Μηδέν” να μαζεύει όλα τα υπάρχοντά του σε μια στίβα στο δρόμο και να την πυρπολεί, υπό τους ήχους του “Βρέχει φωτιά στη στράτα μου” του Στράτου Διονυσίου.
Τί κι αν η πυρκαγιά αυτή μπορεί να βάλει σε περιπέτειες ολόκληρη τη χώρα, μέσω της αποσταθεροποίησης του ΠΑΣΟΚ και του κυβερνητικού συνασπισμού; Ο ΓΑΠ πιστεύει ότι αδικήθηκε από την ιστορία ως πρωθυπουργός της Ελλάδας, θα ενδιαφερθεί τώρα που την καυτή πατάτα της διακυβέρνησής της την κρατούν στα χέρια τους ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος; Ο ίδιος Σαμαράς που τού είχε κάνει το βίο αβίωτο με τα αντιμνημονιακά χουνέρια κα τα Ζάππεια. Και ο ίδιος Βενιζέλος που προσπάθησε να οικειοποιηθεί το μαγαζί το 2007, αλλά ξεσηκώθηκαν τότε όλοι οι πελάτες και το προστάτευσαν από τη “βεβήλωση”. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, για τον ΓΑΠ η φωτιά αυτή και η επαπειλούμενη κατάρρευση της κυβέρνησης να είναι τρόπον τινά και προσωπική εκδίκηση. Οπερ ενδέχεται να συνιστά και το τελευταίο δίπολο στο μυαλό του – αυτό της μεγαλοψυχίας και της μνησικακίας.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Δεν είναι αυτοί το πανεπιστήμιο


του Γιώργου Παγουλάτου από την Καθημερινή
«​​​​Ή εγώ είμαι τυφλός ή εσύ είσαι γυμνός», λέει ο θαρραλέος υπήκοος στον βασιλιά, στην προγενέστερη ισπανική εκδοχή του κλασικού παραμυθιού του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν. Οι προηγούμενες πρυτανικές αρχές του Πανεπιστημίου Αθηνών είχαν επιλέξει να εθελοτυφλούν προς όσα όλοι μπορούσαν να δουν. Δηλαδή, τη χρόνια ανημπόρια του πανεπιστημίου στην εξαντλητική κατάχρηση της πρακτικής των καταλήψεων. Την απαξίωση δημόσιων χώρων και υποδομών στο έλεος βανδάλων. Την αδυναμία του Πανεπιστημίου να προστατευθεί από την οργανωμένη βία, από την παραβίαση δικαιωμάτων που μεταμφιέζεται σε πολιτική διαμαρτυρία. Την παρεμπόδιση της λειτουργίας συλλογικών οργάνων από γκρούπες αγανακτισμένων. Τις αυτόκλητες ομάδες, που προπηλακίζουν οποιονδήποτε αναγορεύσουν ως «καθεστωτικό» και ιδεολογικά ανεπιθύμητο. Και όλα αυτά στον κατεξοχήν χώρο που θα έπρεπε να διευρύνει διαρκώς τα όρια της ανεκτικότητας και ελευθερίας έκφρασης, δίνοντας λόγο ακόμα και στις πιο περιθωριακές απόψεις – δείχνοντας όμως μηδενική ανοχή στη βία και την αυθαιρεσία.

Το ορατό πρόβλημα του ελληνικού πανεπιστημίου είναι ότι σε όλα τα παραπάνω διαφέρει από την κανονικότητα του προηγμένου κόσμου. Είναι γι’ αυτό σημαντικό ότι οι νέες πρυτανικές αρχές του ΕΚΠΑ αναδεικνύουν σε υψηλή προτεραιότητα την προστασία της δημόσιας περιουσίας και νομιμότητας του Πανεπιστημίου, την υπεράσπιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας απέναντι στην ανομία των ακραίων. Ο νέος πρύτανης θέτει θέμα πανεπιστημιακής αστυνομίας για να προστατεύεται η ασφάλεια της πανεπιστημιακής κοινότητας. Διαπιστώνει ότι είναι πράξη ανευθυνότητας οι καταλήψεις. Αναζητεί τρόπους διεξαγωγής ηλεκτρονικών δημοψηφισμάτων κατά τμήματα, ώστε να δοθεί ο λόγος στη σιωπηρή πλειοψηφία των φοιτητών. Η συζήτηση διευρύνει εξυγιαντικά την ατζέντα της μεταρρύθμισης στα πανεπιστήμια. Υπό αυτή την έννοια, ακόμα κι αν δεν υπήρχε ο πρύτανης Φορτσάκης, θα έπρεπε να εφευρεθεί.

Χρειάζεται όμως προσοχή. Σε μια περίοδο οξείας κρίσης και έντασης, οι πανεπιστημιακές ηγεσίες πρέπει να λειτουργούν ως παράγοντες ενότητας, διαλόγου και καταλλαγής. Η ατζέντα της νέας πρυτανείας τέθηκε, τώρα θα πρέπει να σπεύσει με ήρεμη αποφασιστικότητα, μέγιστη στοχοπροσήλωση και απόλυτη αυτοσυγκράτηση να αποδώσει τα αποτελέσματα που θα αποκαθιστούν το κύρος του πανεπιστημίου στα μάτια των φοιτητών και της κοινωνίας. Η οικοδόμηση μιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας για τη νομιμότητα στα πανεπιστήμια δεν πρέπει να υπονομευτεί από μια ρητορική οξύτητας που συμβάλλει στην πόλωση και παράγει αντισυσπείρωση. Από τα αποτελέσματα θα κριθεί.

Είναι προφανές ότι οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί στα πανεπιστήμια δυσλειτουργούν. Οι φοιτητικοί σύλλογοι αδυνατούν να αναδείξουν εκπροσώπους στα όργανα των ΑΕΙ. Οι φοιτητικές εκλογές αποτυπώνουν την παρακμή του κομματικού φατριασμού, με τις αντίπαλες παρατάξεις να ανακοινώνουν κάθε μία τα δικά της αποτελέσματα. Οι φοιτητές απαντούν με ισχνά ποσοστά συμμετοχής. Ομως η ατροφία των συλλογικών θεσμών είναι ευρύτερο φαινόμενο. Αφορά φορείς, συνδικάτα και κόμματα. Μπορεί και πρέπει να συμπληρωθεί με λειτουργίες άμεσης δημοκρατίας, αλλά θα ήταν επικίνδυνη φενάκη να θεωρηθεί ότι οι δημοψηφισματικές διαδικασίες μπορούν να υποκαταστήσουν τις λειτουργίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ούτε η δημοκρατία μας έχει τα κόμματα που θα έπρεπε ούτε το πανεπιστήμιο τους συλλόγους που του αξίζουν. Οι παρατάξεις δεν μπορούν να διοικούν τα πανεπιστήμια, όμως οι παρατάξεις έχουν κι αυτές θέση στο πανεπιστήμιο, όπως και σε κάθε συλλογικό κύτταρο της κοινωνίας. Η δημοκρατία μας λειτουργεί στη βάση οργανωμένων κομμάτων και παρατάξεων. Ο αγώνας για τη βελτίωσή τους είναι ο διαρκής αγώνας για την εμβάθυνση της δημοκρατίας.

Υπό μία έννοια ο πρύτανης ευτύχησε ως προς τους αντιπάλους του. «Εκείνοι που όχι μόνο αποδέχτηκαν το αντιδημοκρατικό και αντισυνταγματικό θεσμικό πλαίσιο που επέβαλαν κυβερνητικές μειοψηφίες με στόχο τη διάλυση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, την εμπορευματοποίηση της παρεχόμενης γνώσης, το φίμωμα όσων αντιστέκονται». Αυτά λέει η καταγγελία της (προσκείμενης σε ΣΥΡΙΖΑ και εξωκοινοβουλευτική αριστερά) Συνάντησης Πανεπιστημιακών. Αποδεικνύοντας ότι οι πανεπιστημιακοί μπορούν κι εκείνοι, όπως και οι κραυγάζοντες οπαδοί τους, να συντάσσουν παραληρηματικές προτάσεις που να μην περιέχουν ούτε μία λέξη αλήθειας. Το «αντιδημοκρατικό πλαίσιο» του νόμου Διαμαντοπούλου ψηφίστηκε από 250 βουλευτές. Η «διάλυση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης» είναι η ύστατη προσπάθεια να προλάβουμε την εξέλιξη ενός ευρωπαϊκού χώρου εκπαίδευσης που δεν θα μας περιμένει. Το «φίμωμα όσων αντιστέκονται» στο πανεπιστήμιο των ξεχειλωμένων θεσμών μόνο ως πολιτικός σουρεαλισμός μπορεί να εκληφθεί. Για να καταλάβεις τους μαθητές πρέπει να δεις τους δασκάλους.

Στο ΑΠΘ, ομάδες αριστεριστών διέκοψαν διάλεξη κορυφαίου αστροφυσικού κραυγάζοντας συνθήματα. Μία φοιτήτρια είπε στον ομιλητή: «Δεν είμαστε εμείς αυτοί. Δεν είναι αυτοί το πανεπιστήμιο», εννοώντας αυτούς που εμπόδιζαν τη συζήτηση. Οι πρυτάνεις πρέπει να θυμούνται για ποιους δίνουν τη μάχη της νομιμότητας στο πανεπιστήμιο.
* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Πρέπει να περάσουμε απ’ τις αρνήσεις στις καταφάσεις


Της Ντόρας Τσικαρδάνη
Δεν είμαστε νέοι στη χώρα αυτή, ούτε καινούργιοι. Δεν ήμασταν στα σπίτια μας τα προηγούμενα χρόνια, ούτε κοιτάγαμε μόνον τις δουλειές μας, σε συνταγές επιτυχίας πειθόμενοι. Είμαστε παλιοί και βεβαρυμένοι/ες με όλα όσα σημάδεψαν τη διαδρομή του τόπου αυτού σε εθνικό και τοπικά επίπεδα. Με καταγωγή και εφόδιο την ιστορία, αλλά, κυρίως, την κουλτούρα της ανανεωτικής αριστεράς στη χώρα μας, έχοντας όμως ταυτόχρονα την πλήρη επίγνωση, ότι αυτή, σαν ιστορικό πολιτικό ρεύμα έχει προ πολλού ξεπεραστεί, μαζί με τον κομμουνισμό, εντός του οποίου γεννήθηκε.
Υπήρξαμε παρόντες και παρεμβαίνοντες σε όλη τη διάρκεια των ζωών μας. Παρόντες και ηττημένοι. Ευρωπαϊστές, όταν κυρίαρχος και ισοπεδωτικός σάρωνε ο εθνολαϊκισμός. Κοσμοπολίτες και εξωστρεφείς, όταν προοπτική θεωρείτο ο επαρχιωτισμός. Κινηματικοί, όταν το μόνο που υπήρχε ήταν το «λαϊκό» κίνημα. Φιλελεύθεροι κοινωνικά, πριν αυτό γίνει lifestyle. Ανοιχτοί σε πολιτικές συνεργασίες και συνύπαρξη, όταν αυτό θεωρείτο προδοσία.
Επιζητώντας τα ανοιχτά πεδία και τον ταχύ βηματισμό, βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι σε κλειστοφοβικές γωνίες λαβυρίνθου. Επιζητώντας τις ευρύτατες συνθέσεις, καταδικαστήκαμε στη μειοψηφία, αφού η κυρίαρχη επιλογή ήταν οι διαιρέσεις.
Διαδρομή γεμάτη πάθος, αγάπη και λάθη. Διαδρομή, που μας υποχρεώνει σε αναστοχασμό και υπευθυνότητα. Η κρίση, καταλύτης στην πορεία αυτή, μας δικαίωσε σε πολλά, κακοποιώντας μας. Το ίδιο είχε κάνει και η περίοδος της ομαλότητας. Μας διέψευσε σε άλλα, χλευάζοντάς μας.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, πιστεύουμε ότι η υπέρβασή της απαιτεί συνθέσεις σε συγκεκριμένο σχέδιο. Αν και μικροί το δέμας, με την πολιτική πρωτοβουλία των ΜΕΤΑρρυθμιστών επαναφέρουμε το αίτημα για την υπέρβαση των διαφορών και τη συνάντηση σε έναν νέο, κοινό τόπο όλων των δυνάμεων εκείνων, που συμφωνούν στην ανάγκη ύπαρξης ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων και επίτευξης της ευρωπαϊκής κανονικότητας. Είναι κοινή παραδοχή πια, ότι πέντε χρόνια μνημονιακής προσπάθειας και παρατεταμένης λιτότητας απέδωσαν λιγότερα από τα ελάχιστα. Η επίλυση των δομικών- συστημικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, παραπέμπεται από την κυβέρνηση σε ένα μέλλον διαρκώς αναβαλλόμενο. Έτσι λοιπόν, πέντε χρόνια προσπαθειών και σκληρής λιτότητας για ορισμένους από εμάς, πέρασαν με αγώνες και αγωνία, να μην αλλάξει τίποτα, επ’ ωφελεία κάποιων άλλων. Οικονομικοί και πολιτικοί κίνδυνοι όχι μόνον αλληλοσυντηρούνται, αλλά και μεγιστοποιούν αλλήλους. Το χειρότερο όμως είναι, ότι όλα αυτά διαδραματίζονται, ενώ απειλείται πια και η ίδια η «ευρωπαϊκή κανονικότητα», με την κρίση να ανηφορίζει από τη Μεσόγειο στο Βερολίνο.
Στο περιβάλλον αυτό, όλα, όσα μας ορίζουν πολιτικά απειλούνται ακόμη περισσότερο. Θα μπορούσαμε να κουνάμε το δάχτυλο και να ζητάμε ευθύνες. Δεν το κάνουμε. Απ’ τις αρνήσεις πρέπει να περάσουμε στις καταφάσεις. Στο περιβάλλον αυτό, επιβάλλονται συναντήσεις και συνθέσεις∙ πολυπρισματική όραση και κοφτερή ματιά. Γνώση και πρωτοτυπία. Υπερβάσεις. Καινούργιοι τόποι συναντήσεων. Άλλοι απ’ τους παλιούς.
Το επιχείρημα της πολυδιάσπασης εναντίον μας. Αυτό του «ναρκισσισμού των μικρών διαφορών», που με τη διττή λειτουργία του εξασφαλίζει αφ’ ενός την εξιδανίκευση του εαυτού, αφ’ ετέρου την υποτίμηση του άλλου. Όμως, πρόκειται για επιχείρημα σε απόλυτη αντίθεση με διακηρυγμένες θέσεις και κατακτημένα χαρακτηριστικά. Που μας αδικεί κατάφωρα. Κάθε άλλο παρά εξιδανικεύουμε εαυτούς, ενώ επιζητούμε ακριβώς τη συνύπαρξη με τους «άλλους».
Μπορεί οι ΜΕΤΑρρυθμιστές να μην πετύχουμε αυτό που θέλουμε και επιδιώκουμε. Πρόκειται για ένα εγχείρημα όμως που δεν εξαρτάται μόνον από εμάς. Τόσο η επιτυχία, όσο και η αποτυχία του θα έχουν πολλές μητέρες και πατέρες.
*Η Ντόρα Τσικαρδάκη είναι δικηγόρος και στέλεχος των ΜΕΤΑρρυθμιστών
Δημοσιεύθηκε στο  Protagon

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Οι αγώνες για τη διατήρηση του παρασιτισμού


του Φώτη Γεωργελέ

Αν εξαιρέσεις τη στενοχώρια μας και τις ζημιές, οι επιθέσεις στην ATHENS VOICE ίσως έχουν και μια χρησιμότητα. Γιατί είναι αποκαλυπτικές. Ποιοι μπορεί να στοχοποιούν μια εφημερίδα πόλης η οποία, επιπλέον, ξεκινάει κάθε βδομάδα με μένα να επαναλαμβάνω μονότονα, σε όλες τις παραλλαγές, την ίδια ακριβώς φράση, «το πολιτικό σύστημα προσπαθεί να διασώσει ό,τι μπορεί από το οικονομικό μοντέλο της χρεοκοπίας φορτώνοντας την κρίση στα ασθενέστερα στρώματα»; Πάντως όχι τα θύματα της κρίσης.

Το σύστημα εξουσίας που χρεοκόπησε το 2009, είχε δείξει από την αρχή τις διαθέσεις του. Το 2010 δεν είχε συμβεί τίποτα απ’ όσα έγιναν μετά, ούτε 100δες χιλιάδες επιχειρήσεις είχαν κλείσει, ούτε 1 εκατομμύριο άνθρωποι είχαν μείνει άνεργοι. Μιλούσαμε για κάποιες μειώσεις μισθών 10%, για κατάργηση του «επιδόματος έγκαιρης προσέλευσης», για πλαφόν αυξήσεων στις συντάξεις των 2.000 ευρώ. Κι όμως οι συγκρούσεις ήταν απίστευτα βίαιες. 3 άνθρωποι δολοφονήθηκαν στη Μαρφίν. Για τι πράγματα μιλούσαμε τότε; Για ένα μεγάλο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων που το παρομοίαζαν με αυτό της Ανατολικής Γερμανίας το ’89 και υπολόγιζαν τα έσοδά του στα 50 δις. Και για κλείσιμο ή συγχώνευση των εκατοντάδων ή χιλιάδων άχρηστων φορέων, υπηρεσιών, νομικών προσώπων του Δημοσίου που διόγκωναν την κρατική γραφειοκρατία και εκτίνασσαν το κόστος της στο τριπλάσιο από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πρώτος αρμόδιος ήταν ο τότε αντιπρόεδρος Πάγκαλος, μετά άλλος, μετά έγιναν μερικές συγχωνεύσεις κοροϊδία όπου υπό ένα νέο όνομα οι παλιοί φορείς διατηρούσαν τη λειτουργία τους όπως ήταν, μετά έγιναν κι άλλοι «αγώνες», μετά ξεχάστηκαν. Γλίτωσε η κρατική γραφειοκρατία, μειώθηκαν οι κοινωνικές δαπάνες. Το ταμείο για τις αποκρατικοποιήσεις άλλαξε 7 διοικήσεις, ένας ένας σήκωνε τα χέρια, ζήτημα είναι αν μαζέψαμε 1-2 δις, γιατί οι διαγωνισμοί αργούν να «ωριμάσουν», γιατί υπάρχουν αντιδράσεις, γιατί κηρύσσονται άγονοι, γιατί δεν υπάρχει ενδιαφέρον έτσι που συντάσσονται για να μην υπάρχει ενδιαφέρον, γιατί η Δικαιοσύνη τούς γυρίζει πίσω, γιατί γίνονται «αγώνες».

Αυτά δεν έγιναν 5 χρόνια. Τι έγινε; Χρωστάς άλλα 70 δις φόρους στο κράτος και τα ταμεία. Το Σύστημα ήξερε πολύ καλά γιατί έδωσε αυτές τις μάχες με τόση ένταση. Το ελληνικό κράτος έχει τεράστια ακίνητη περιουσία. Εμπορική ακίνητη περιουσία, όχι δάση και παραλίες που λέει η προπαγάνδα. Αυτή την περιουσία εμπορεύεται η κομματική και κρατική γραφειοκρατία για λογαριασμό της. Χωρίς τα έσοδα να πηγαίνουν στο δημόσιο, δηλαδή στο λαό, αλλά στις τσέπες των λειτουργών του. Κτηματολόγιο 20 χρόνια δεν μπορεί να γίνει, η Google χαρτογραφεί και τη γλάστρα που έχεις στο μπαλκόνι. Άλλα 700.000 αυθαίρετα ετοιμάζονται να νομιμοποιηθούν. Το Ταμείο στα πρώτα 80.000 εμπορικά ακίνητα που μπόρεσε να βρει, διαπίστωσε ότι τα 30.000, τα καλύτερα, τα φιλέτα, είναι καταπατημένα. Παραδόξως κανείς απ’ όσους φώναζαν «όχι στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας» δεν συγκινήθηκε. Γιατί είναι το δικό τους ξεπούλημα. Δίνουν «αγώνες» για να μην αξιοποιηθεί τίποτα, ανακαλύπτουν σπάνιες κουτσές μπεκάτσες παντού, ηρωικά αποτρέπουν κάθε επένδυση. Και ιδιωτικοποιούν τη δημόσια περιουσία μεταξύ τους, με τους πελάτες-ψηφοφόρους τους.
Αν ανοίξεις μια οποιαδήποτε εφημερίδα στις οικονομικές σελίδες, θα δεις ότι οι 3-4 μεγαλύτερες κρατικές επιχειρήσεις έχουν αξία μεγαλύτερη από τις υπόλοιπες 200 του χρηματιστηρίου. Τα κόμματα τις διοικούν με διευθύνοντες συμβούλους και προέδρους τους πρώην βουλευτές τους, Δ.Σ. διορίζονται τα στελέχη τους, οι συνδικαλιστές, δηλαδή πάλι τα κόμματα, παίρνουν μέρισμα ως μέτοχοι με μορφή ενίσχυσης από τον εργοδότη-κράτος και οι κομματικοί στρατοί διορίζονται ως υπάλληλοι έτσι ώστε μια ελληνική κρατική επιχείρηση να έχει 4πλάσιο προσωπικό από μια αντίστοιχη ισπανική ή πορτογαλική. Το θέμα δεν είναι μόνο ότι χρεοκοπούν και με τους φόρους τούς πληρώνει ο ελληνικός λαός. Είναι ότι και καμία επένδυση δεν μπορεί να γίνει σ’ αυτό το περιβάλλον. Ενέργεια, πετρέλαια, φυσικό αέριο, ναυπηγεία, μέσα ενημέρωσης, μεταφορές, λιμάνια, αεροδρόμια, χημικές βιομηχανίες, μεταλλευτικές, επικοινωνίες, τρόφιμα, ξενοδοχεία, πού να επενδύσει κανείς στα σουβλατζίδικα; Σ’ αυτό το περιβάλλον, οι μόνοι που μπορούν να κάνουν παιχνίδι είναι μερικές δεκάδες ολιγάρχες που συναλλάσσονται και διαπλέκονται με την κομματική εξουσία, προμηθευτές του δημοσίου στην ουσία, οι μισοί μέσα ή προσωρινά έξω από τον Κορυδαλλό, αλλά βεβαίως με άφθονα μέσα ενημέρωσης ανενόχλητοι στην κατοχή τους. Οι πιο χρεοκοπημένοι απ’ αυτούς δίνουν μάχες για το Κόμμα της Δραχμής, οι υπόλοιποι, εχθρικοί σε κάθε ανταγωνισμό και επιχειρηματικότητα, αγκαλιάζουν τον Σύριζα τελευταία, γιατί αυτός υπόσχεται ακόμα μεγαλύτερο κράτος-τροφοδότη.
Πού ξέρεις, μπορεί οι φαρμακευτικές δαπάνες να ξαναγίνουν σαν της Αγγλίας των 65 εκατομμυρίων, όπως το 2009.

Το πρόβλημα, αν σταμάταγε εδώ, καλά θα ήταν. Όμως αυτό το θαυμάσιο σύστημα της μεταπολίτευσης, που το βρίζουν τώρα «χούντα που δεν τελείωσε το ’73» οι θαυμαστές της Δημοκρατίας του Σαλό και της Βορείου Κορέας, ήταν στ’ αλήθεια πολύ δημοκρατικό. Τα δανεικά δεν τα ’φαγε μόνο του. Εξασφάλισε την κοινωνική πλειοψηφία μοιράζοντας προνόμια και προσόδους σε πολλές επαγγελματικές ομάδες. Φοροαπαλλαγές, έκλεινε τα μάτια στη φοροδιαφυγή, διόριζε 100δες χιλιάδες σε μη παραγωγικές θέσεις, μοίραζε συντάξεις με 15 χρόνια ένσημα, αναπηρικά επιδόματα σε υγιείς, εξασφάλιζε για κάποιους κρατικά οριζόμενο κέδρος 35%, απέκλειε άλλους από τη δουλειά για να μην υπάρχει ανταγωνισμός, έβαζε 500 φόρους υπέρ τρίτων, έκανε προσλήψεις παράτυπες ή με πλαστά πτυχία και ούτω καθ’ εξής. 30 χρόνια, 500 δις. Δανεικά, πακέτα Ντελόρ, ΚΠΣ, ΕΣΠΑ. Μια χαρά.
Κρατικοδίαιτος καπιταλισμός, πελατειακό κράτος, παρασιτισμός, η εποποιία του ελληνικού ληστρικού μικροκαπιταλισμού. Βασισμένη μόνο στα δανεικά. Χωρίς τα δανεικά χρεοκοπεί σε μια μέρα. Αν κοιτάξεις πίσω αυτά τα 5 χρόνια, θα δεις ότι όλοι οι αγώνες είναι για να διατηρηθούν οι δομές αυτού του καθεστώτος. Η προπαγάνδα τους λέει ότι οι «αγώνες» είναι καλό πράγμα. Οι απεργίες, οι διαδηλώσεις, οι συγκρούσεις, είναι καλό πράγμα. Έτσι, από μόνο του. Δεν είναι. Οι «αγώνες» για τη διατήρηση του παρασιτισμού είναι αντιδραστικοί, είναι αγώνες για τη διατήρηση ενός άδικου, αντιπαραγωγικού και εντέλει χρεοκοπημένου μοντέλου. Για κάθε αγώνα ή «αγώνα», η πρώτη ερώτηση πάντα είναι υπέρ ποίου. Ποιος πληρώνει με τα λουκέτα και την ανεργία αυτό που υπερασπίζεσαι εσύ;
Πριν λίγες μέρες κάποιοι έκαψαν την ATHENS VOICE για το άνοιγμα των μαγαζιών τις Κυριακές. Μα δεν χρειάζεται να είσαι αναρχικός τρομοκράτης για να το λες αυτό. Τα ίδια λένε και οι σεβάσμιοι μητροπολίτες μας, τα ίδια λένε και τα νεοδημοκρατικά προεδρεία των εμπορικών επιμελητηρίων της χώρας. Οι επίσης δεξιοί πρόεδροι των ταξιτζήδων, των γιατρών, των φαρμακοποιών, μιλάνε όπως το ΚΚΕ. Καταγγέλλουν το «ξένο κεφάλαιο» που θα φέρει εγγλέζικα ταξί και ισραηλινά φαρμακεία στις πόλεις μας. Οι συνδικαλιστές του Πασόκ είναι ήδη Σύριζα και ο Σύριζα υποστηρίζει τις προσλήψεις του Παυλόπουλου. Σ’ αυτή τη χώρα η Χρυσή Αυγή ζητάει την «εθνικοποίηση της ΔΕΗ» και ο Σύριζα δίνει μάχες για τη «διάσωση της Πολεμικής Βιομηχανίας». Και τα «παιδιά» φωνάζουν Δεν-Θα-Περάσει. Είναι δυνατόν οι νέοι να κληρονομούν ένα χρεοκοπημένο, άθλιο καθεστώς και να φωνάζουν «δεν θα περάσει»; Όχι να περάσει, να τα πάρει και να τα σηκώσει όλα, θα ’πρεπε να λένε. Αλλά δεν είναι νέοι, δεν είναι μαθητές, δεν είναι φοιτητές. Μέλη κομματικών νεολαιών είναι. Μια κοινωνία ολόκληρη δεν θέλει να «περάσει» τίποτα. Ω, τι θαυμάσια κοινωνική συναίνεση, τι υπέροχη εθνική ομοψυχία.
«Και δε μου λες, ρε πατέρα, όλοι αριστεροί είναι σ’ αυτό τον τόπο;» (Μ. Μοδινός, Τελευταία έξοδος Στυμφαλία, Εστία). Τίποτα δεν είναι. Ούτε αριστεροί, ούτε δεξιοί, ούτε σοσιαλιστές, ούτε αναρχικοί, ούτε πατριώτες, ούτε χριστιανοί, τίποτα δεν είναι οι έρημοι, υπερασπίζονται το μόνο σύστημα που ξέρουν, είναι οι εκπρόσωποι του κρατικοδίαιτου καπιταλισμού και απλώς υιοθετούν την πιο κοντινή ρητορική της ιστορίας, αυτή του κρατικού καπιταλισμού των χρεοκοπημένων σοβιετικών καθεστώτων. Όπως εκείνοι, την ώρα που οι υπήκοοί τους έκαναν ουρές για μια κουταλιά καφέ, αυτοί κατηγορούσαν το δυτικό καπιταλισμό, έτσι και οι δικοί μας είναι «αντισυστημικοί» που κατηγορούν το σύστημα των «άλλων», της Ευρώπης, όχι το δικό τους.

Η επανάσταση των βολεμένων δεν έχει τύχη. Αν αυτό το σύστημα το ξεχασμένο στο 1970 ήταν ήδη παρωχημένο, τώρα με την τροπή που πήρε ο κόσμος με τη Νέα Οικονομία, είναι προϊστορικό. Το ελληνικό σύστημα εξουσίας δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται, αλλάζει κομματικές ταμπέλες και προσπαθεί να επιβιώσει με ψέματα. Όσο δυσκολεύεται, ακριβώς επειδή στριμώχνεται, γίνεται και πιο βίαιο και επικίνδυνο. Θα έπρεπε να είχε ήδη αντιληφθεί τις καταστάσεις και να προσπαθούσε για τη δική του ελληνική περεστρόικα. Δεν το κάνει, προτιμά τον τρόπο του ζεύγους Τσαουσέσκου. Ελπίζω να θυμούνται πώς τελείωσε εκείνη η ιστορία.