ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

got the blues

got the blues

Παρατηρητήριο

223.000 νέοι 25-39 ετών, με πτυχίο (ή και μάστερ ή και διδακτορικό), άγαμοι, έφυγαν από την Ελλάδα από το 2008 ως το 2016 λόγω κρίσης, για να ζήσουν και να δουλέψουν στο εξωτερικό, ιδίως σε πλούσιες και αναπτυγμένες χώρες.

Το συγκλονιστικό στοιχείο για τη σύγχρονη «φυγή εγκεφάλων» αναφέρεται στο Οικονομικό Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο μόλις δημοσιεύτηκε, και αντλείται από το βιβλίο της κ. Σοφίας Λαζάρου «Φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου: Η σύγχρονη τάση μετανάστευση στα χρόνια της κρίσης».

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, το ίδιο διάστημα έφυγαν συνολικά 427.000 άτομα από τη χώρα. Πρόκειται για το τρίτο μεγάλο κύμα μετανάστευσης νέων, με πρώτο το 1903 - 1927 και δεύτερο το 1950 - 1972, με τη μεγάλη διαφορά ότι τώρα δεν φεύγουν αγρότες, εργάτες, αγράμματοι και νύφες, αλλά μορφωμένοι άνθρωποι.

Από την Αthens Voice

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

"Φοβάμαι" του Μ.Αναγνωστακη

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Αποστόλης Δημητρόπουλος: Χρεία ριζικών αλλαγών στην εκπαίδευση

από την Καθημερινή
Η ηγεσία της ΟΛΜΕ έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα τις θέσεις της επί των προτάσεων Λιάκου-Γαβρόγλου για τις αλλαγές στην εκπαίδευση. Και φυσικά τις απορρίπτει, ουσιαστικά, όλες. Τη διοικητική και οικονομική αυτονομία των σχολείων, την αναδιάρθρωση γυμνασίου-λυκείου, την αρχική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, την αξιολόγηση κ.λπ. Προηγήθηκε, βέβαια, η αποστασιοποίηση της ίδιας της κυβέρνησης από τις προτάσεις αυτές μέσω στελεχών της. O ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι έχει δώσει σαφείς υποσχέσεις στις ηγεσίες των εκπαιδευτικών συνδικάτων (των μεγαλύτερων και ισχυρότερων στον δημόσιο τομέα) με αντάλλαγμα τη στήριξή τους για την άνοδο στην εξουσία.

Υστερα από επτά χρόνια κρίσης, το εκπαιδευτικό σύστημα διατηρεί –υποχρηματοδοτούμενο– τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά που είχε και πριν από αυτήν. Σαν να μη συνέβη τίποτα στη χώρα. Σαν να μπορούμε, πλέον, να συντηρούμε την ανώτατη εκπαίδευση περισσότερων νέων από κάθε άλλη ανεπτυγμένη χώρα και το Δημόσιο να παραμένει ο μεγαλύτερος εργοδότης των αποφοίτων ΑΕΙ ή να προσλαμβάνει μαζικά τους αποφοίτους γενικού λυκείου που αποτυγχάνουν να εισαχθούν στα ΑΕΙ, όπως συνέβαινε και πριν.

Οσες προσπάθειες αλλαγής επιχειρήθηκαν στο παρελθόν και στην πρώτη περίοδο της κρίσης (2010-2013) σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, συνάντησαν τεράστια αντίσταση στο εσωτερικό του εκπαιδευτικού συστήματος με αποτέλεσμα να ανακοπούν ή να ανατραπούν εντελώς. Η χώρα συνεχίζει να πορεύεται (;) στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία της νέας εποχής με το εκπαιδευτικό σύστημα μιας άλλης. Οχι με καλοδιατηρημένη αντίκα αλλά με σαράβαλο. Τσαλακωμένο, με τρύπιο ντεπόζιτο, σκισμένα καθίσματα, φθαρμένα λάστιχα και με το τιμόνι κολλημένο. Η αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος είναι αναπόφευκτη και απαιτείται να είναι ριζική. Οποιος δεν το βλέπει, εθελοτυφλεί. Οταν δεν δημαγωγεί. Το θέμα είναι ποιος θα τη φέρει εις πέρας. Ποιος θα θέσει το αληθινό συμφέρον της χώρας πάνω από τα επιμέρους συμφέροντα που έχουν αναπτυχθεί μέσα και έξω από το εκπαιδευτικό σύστημα ώστε να δώσει προοπτική στους νέους, στηρίζοντας τη νέα οικονομία της χώρας που –και αυτή– πρέπει να οικοδομηθεί. Ποιος θα αλλάξει τον συσχετισμό ισχύος που επικράτησε κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο και διατηρείται –ακόμη– απαράλλακτος, ευνοώντας μόνο την αδράνεια και το status quo; Ενας συσχετισμός που αν δεν μεταβληθεί, καμία αλλαγή στην εκπαίδευση δεν θα προχωρήσει, όσο απαραίτητη και αν είναι. Ποιος θα περιορίσει τη σπατάλη και το κόστος της εκπαίδευσης, όχι εις βάρος των μαθητών και των ευκαιριών τους; Χωρίς δηλαδή να καταργεί μαθήματα, τομείς και ειδικότητες και να μειώνει τη λειτουργία των σχολείων. Ποιος θα αλλάξει τον προσανατολισμό ώστε τα ελληνικά ιδρύματα, αντί να εκπαιδεύουν –όπως όπως– τους γιατρούς της Γερμανίας και τους μηχανικούς του Κατάρ με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, να προσελκύουν Κινέζους και Ινδούς φοιτητές, συμβάλλοντας στην ελληνική οικονομία; Ποιος θα σταματήσει την εξαπάτηση των νέων ότι θα διοριστούν –κάποτε– στο Δημόσιο, για να προσελκύονται –με το αζημίωτο των φροντιστηρίων– στο Γενικό Λύκειο και να «στριμώχνονται» στην είσοδο των ΑΕΙ; Ποιος θα ξαναδώσει στην Τεχνική-Επαγγελματική Εκπαίδευση τη θέση που της αξίζει για να γίνει ελκυστικότερη από το Γενικό Λύκειο, όπως συμβαίνει στις πιο ανεπτυγμένες χώρες; Ποιος θα στηρίξει τους νέους εκείνους που καταλαβαίνουν ότι το μεγαλύτερο, πλέον, εφόδιό τους είναι η ποιότητα της εκπαίδευσης και των ικανοτήτων τους και όχι το «χαρτί» και το χαρτζιλίκι του γονιού ή η σύνταξη του παππού; Ποιος θα εισαγάγει την αξιολόγηση, τη λογοδοσία και τη διαφάνεια παντού και για όλα στην εκπαίδευση; Ποιος θα αποκεντρώσει το πιο συγκεντρωτικό σύστημα στον ανεπτυγμένο κόσμο και θα το προφυλάξει από τις μικροκομματικές σκοπιμότητες και τον πελατειασμό;

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση ρητά διακηρύσσουν ότι, από τη μνημονιακή τους στροφή, η Παιδεία εξαιρείται! Γι’ αυτό και μετέρχονται κάθε τερτίπι και κουτοπονηριά για να παρακάμψουν τις λίγες δεσμεύσεις του τρίτου μνημονίου για την εκπαίδευση που οι ίδιοι συμφώνησαν. Μόνο το «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» θα εφαρμόσουν στην Παιδεία, διατυμπανίζουν με κάθε ευκαιρία. Δηλαδή δεν θα κάνουν απολύτως τίποτα.
* Ο κ.  Αποστόλης Δημητρόπουλος είναι διδάκτωρ Εκπαιδευτικής Πολιτικής, London School of Economics & Political Science.
Έντυπη

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Θανάσης Διαμαντόπουλος: Θεσμική «πολτογέννηση»


από τον τοίχο του στο facebook

Δύσκολα, ασφαλώς, θα μπορούσε να ελπίσει κανείς πως ακραία ιδεοληπτικά άτομα θα ήταν ικανά για επεξεργασία μιας στοιχειωδώς συγκροτημένης θεσμικής αρχιτεκτονικής, συμβατής με τις ανάγκες της χώρας και της κοινωνίας. Από του σημείου αυτού, όμως, μέχρι την πρόταση ενός συνταγματικού αχταρμά που θεσμοθετεί την ακυβερνησία, γκρεμίζει ό,τι έχει μείνει όρθιο στην οικονομία και διαλύει κάθε θεσμική ισορροπία η απόσταση είναι τεράστια. Και όμως διανύθηκε σε χρόνο dt, που υπερέβη και την πιο τερατώδη –και θεσμικά τερατογόνο- φαντασία. Σε τι να πρωτοεστιάσει κανείς; Κατ’ ανάγκη επιλεκτικά λοιπόν…
Α) «Απλή και άδολη»
Η συνταγματική κατοχύρωση της «απλής και άδολης» αναλογικής εγγυάται την ακραία κυβερνητική αστάθεια, την παραγωγή απολύτως απρόβλεπτων από τους εκλογείς κυβερνητικών σχημάτων, την απουσία κάθε κυβερνητικού μεταρρυθμισμού προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, την εναλλαγή κυβερνήσεων διαφορετικού πολιτικού προσανατολισμού με την ίδια λαϊκή ετυμηγορία και τη δημιουργία νομικής και πολιτικής ανασφάλειας, διωκτικής κάθε επένδυσης… (Το μόνο σύνταγμα της χώρας που προέβλεπε κάτι τέτοιο, το «Σύνταγμα Παπαναστασίου», έζησε λίγους μήνες…)
Β) ΠτΔ…
 
Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, σε αντίθεση προς τις προεδρικές, η θεσμική αποστολή και ο φυσικός ρόλος του ΠτΔ είναι να λειτουργεί ως ουδέτερος πολιτειακός ρυθμιστής και ως υπερκομματικός εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών. Ακόμη και η λειτουργία του ως τροχοπέδης σε ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας άλλων πολιτειακών παραγόντων, μόνο υπ’ αυτή τη γωνία και στο συγκεκριμένο πλαίσιο είναι νοητή.
Ο ρόλος αυτός ενός κοινοβουλευτικού προέδρου, βέβαια, είναι ελάχιστα συμβατός με την άμεση ανάδειξή του από τον λαό, ανάδειξη που θα συντελεστεί βάσει προφανώς κάποιων προγραμματικών/προεκλογικών θέσεων, αφεύκτως, δε, με κομματική ή παραταξιακή στήριξη και ταύτιση. Η τελευταία, μάλιστα, θα είναι ακόμη πιο έντονη, εφόσον, της άμεσης εκλογής του, προηγείται κοινοβουλευτική διαδικασία, η οποία θα οδηγεί στην επιλογή των δύο υποψηφίων που θα τίθενται υπό τη λαϊκή κρίση. (Ασφαλώς και πρέπει να υπάρξει αποσύνδεση της αδυναμίας επίτευξης της προβλεπόμενης «προεδρικής» πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο από τις πρόωρες εκλογές, αυτή όμως πρέπει να επιδιωχθεί με άλλο τρόπο, πχ με την αυτόματη παράταση της θητείας του φορέως του αξιώματος). Επιπρόσθετα, με την προτεινόμενη ρύθμιση θα έχουμε εναλλαγή ΠτΔ κοινοβουλευτικής ανάδειξης, με ρυθμιστική λειτουργία, και άμεσα εκλεγόμενους με κυβερνητικές αξιώσεις…
Ταυτόχρονα, δεδομένης της ελληνικής ιστορίας και της εθνικής μας ιδιοσυγκρασίας, δικαιολογείται ανησυχία για σοβαρό –και μη περιοριζόμενο από τις όποιες τυπικές οριοθετήσεις αρμοδιοτήτων- κίνδυνο επώδυνων για τον τόπο συγκρουσιακών τριβών από τη συνύπαρξη δύο πολιτειακών παραγόντων, επί της ουσίας, αμφότερων, άμεσων εκφραστών διαφορετικών εκδοχών της λαϊκής κυριαρχίας.
Ενώ ασφαλώς και δεν μπορούν να υποτιμηθούν οι –προδιαγνώσιμες- πολύμορφες αρνητικές συνέπειες για την οικονομία, καθώς και τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, από τον πολλαπλασιασμό και την επιμήκυνση των προεκλογικών περιόδων. Ας σκεφθούμε μόνο: Φάση της απόπειρας, πιθανότατα ατελέσφορης, κοινοβουλευτικής ανάδειξης ΠτΔ. Εκλογή, στη συνέχεια, από το λαό του προτεινόμενου από την αντιπολίτευση υποψήφιου. Περίπου αναπόφευκτη παραίτηση της κυβέρνησης ή διάλυση της βουλής, από τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο, προκειμένου η σύνθεσή της να εναρμονισθεί προς την πρόσφατη λαϊκή ετυμηγορία. Κοινοβουλευτικές εκλογές. Ανάδειξη πολυκατακερματισμένου –λόγω αναλογικής- νέου κοινοβουλίου. Αναζήτηση νέου κυβερνητικού σχήματος… Κατόπιν, αναζήτηση επενδύσεων…
Γ) Δημοψηφίσματα…
Η διεθνής πείρα δείχνει πως ο προτεινόμενος προς εισαγωγή θεσμός του δημοψηφίσματος λαϊκής πρωτοβουλίας ευνοεί πρωτίστως παράγοντες και κέντρα με μεγάλη γνωμοδιαμορφωτική ισχύ, οι οποίοι και μόνοι έχουν τη δυνατότητα να το επιβάλλουν, κάθε φορά που θεωρούν πως εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. (Και γενικότερα, όμως, η προσφυγή στη δημοψηφισματική διαδικασία, με δεδομένη τη διχαστική της λειτουργία και την αναπόφευκτα απλουστευτική προσέγγιση σύνθετων ζητημάτων με ασαφείς συνέπειες, πρέπει να εξαρτάται από ένα πλέγμα θεσμικών προϋποθέσεων και συναινέσεων που θα διασφαλίζουν ότι θα ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ και στις κατάλληλες συνθήκες).
Στο νεοεκδοθέν έργο μου «Θεσμοί: κρίση και ρήξη» και θεσμικές προτάσεις κάνω, ώστε να διασφαλιστεί η έλλογα περιορισμένη προσφυγή στο θεσμό αυτόν, και γενικότερες ρυθμίσεις εισηγούμαι που αποσκοπούν στη διασφάλιση πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας. Οι κυβερνητικές προτάσεις πηγαίνουν, φοβάμαι, προς την αντίθετη κατεύθυνση: ενός θεσμικού πολτού που εγγυάται αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και ακυβερνησία.
ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΑΠΑΙΔΕΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, Η ΑΚΡΙΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ, Η ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΜΟΓΕΝΝΕΣΗ...

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Δημήτρης Σκάλκος: Ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις


από την Καθημερινή
Η δημοσιονομική πολιτική λίγο μπορεί πλέον να προσφέρει στην καθημαγμένη ελληνική οικονομία. Είναι επιτακτική ανάγκη να εφαρμοστεί μια φιλόδοξη πολιτική μεταρρυθμίσεων που θα συμβάλει στον ουσιαστικό μετασχηματισμό του παραγωγικού μας μοντέλου. Ωστόσο, πόση ανάκαμψη είναι εφικτή χάρη σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις;
Η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας προσφέρει σημαντικές δυνατότητες ανάκαμψης. Αλλωστε, είναι γνωστό ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η προηγούμενη σκλήρωση των οικονομικών θεσμών, τόσο μεγαλύτερες παρουσιάζονται οι δυνατότητες ανάπτυξης της οικονομίας. Σύμφωνα μάλιστα με μια πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ (Daude, 2016), οι υλοποιούμενες και σχεδιαζόμενες στο πλαίσιο των Μνημονίων διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν σε ορίζοντα δέκα ετών να οδηγήσουν σε αύξηση του εγχώριου ΑΕΠ κατά 13,4%.
Οι καταγεγραμμένες αναπτυξιακές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας τελούν, ωστόσο, υπό την αίρεση τριών αναγκαίων προϋποθέσεων:
Πρώτον, να εφαρμοστεί μια ολοκληρωμένη μεταρρυθμιστική πολιτική που να λαμβάνει υπόψη της τη δυναμική των μεταρρυθμίσεων κατά τρόπο που:
i) Να επιλεγεί η κατάλληλη ακολουθία των μεταρρυθμίσεων, εκκινώντας από αυτές που αντιμετωπίζουν στοχευμένα τους «δεσμευτικούς περιορισμούς» μιας οικονομίας, οδηγώντας σε μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη, αποδίδουν σχετικά σύντομα (π.χ. ιδιωτικοποιήσεις), συνοδεύονται από τις κατάλληλες υποστηρικτικές πολιτικές (π.χ. ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης) και δημιουργούν μεταρρυθμιστικές κοινωνικές πλειοψηφίες (π.χ. στην Πορτογαλία ξεκίνησαν πρώτα τις μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων, αυξάνοντας το διαθέσιμο εισόδημα, σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου η απορρύθμιση στις εργασιακές σχέσεις ενίσχυσε τις υφεσιακές πιέσεις και συνακόλουθα αδυνάτισε την κοινωνική υποστήριξη για τις μεταρρυθμίσεις).
ii) Η ακολουθούμενη δημοσιονομική πολιτική να ενισχύει τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές (π.χ. με δημόσιες επενδύσεις που θα μοχλεύσουν ιδιωτικούς πόρους – κάτι που σήμερα δεν γίνεται επαρκώς), ή τουλάχιστον να μην τις υπονομεύει (π.χ. οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των εγχώριων επιχειρήσεων εξουδετερώθηκαν με την ταυτόχρονη αύξηση του κόστους της ενέργειας στη βιομηχανία).
iii) Ο αναπτυξιακός σχεδιασμός να ενσωματώσει λειτουργικά τις μεταρρυθμίσεις (η Ελλάδα δεν έχει ακόμη οριστικοποιήσει μια Στρατηγική Ανάπτυξης, κάτι που όφειλε να έχει ήδη κάνει από τον Μάρτιο στο πλαίσιο του 3ου Μνημονίου, ενώ η ιεράρχηση των επενδυτικών προτεραιοτήτων παραμένει άγνωστη λέξη για τους συγχρηματοδοτούμενους πόρους των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών Ταμείων). Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι μια αναπτυξιακή πολιτική δεν εξαντλείται στις μεταρρυθμίσεις, αλλά αφορά ολοκληρωμένες παρεμβάσεις και δημόσιες πολιτικές (εκπαίδευση, καινοτομία, κ.ά.).
Δεύτερον, να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των επιχειρούμενων μεταρρυθμίσεων. Σύμφωνα με την περιοδική έκθεση του ΟΟΣΑ για τη χώρα μας (2016), η Ελλάδα εμφανίζει συγκριτικά το μικρότερο ποσοστό υλοποίησης μεταρρυθμίσεων ανάμεσα στις χώρες που κλήθηκαν να εφαρμόσουν προγράμματα προσαρμογής (70% η χώρα μας έναντι 98% στην Πορτογαλία και 97% στην Ιρλανδία). Επιπρόσθετα, όπως δείχνει η πλούσια διεθνής εμπειρία, οι μεταρρυθμίσεις στο στάδιο της εφαρμογής τους συχνά τροποποιούνται, ή ακόμη και εγκαταλείπονται σε βάθος χρόνου.
Τρίτον, να ενταφιαστεί οριστικά η διάχυτη πολιτική αβεβαιότητα που υπονομεύει τη δυναμική των μεταρρυθμίσεων. Σήμερα η αβεβαιότητα δεν προέρχεται από τη δυναμική της διαπραγμάτευσης (την «επίδραση Βαρουφάκη» σύμφωνα με το EuroPlusMonitor, όταν αποσύρθηκαν από τις ελληνικές τράπεζες περίπου 67 δισ. ευρώ αλλά από i) τα βάσιμα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα του χρέους (δες πρόσφατες εκτιμήσεις του ΔΝΤ) και ii) το ασταθές εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον όπου η «μεταρρυθμιστική κόπωση», η παρατεινόμενη ύφεση ή οι ισορροπίες του κομματικού παιγνίου, καθιστούν αβέβαιη την πορεία των μεταρρυθμίσεων.
Συμπερασματικά, η συνεκτίμηση του πολιτικού περιβάλλοντος και της μεταρρυθμιστικής δυναμικής μας οδηγεί στο να μετριάσουμε την αισιοδοξία μας για την εμβέλεια των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων.
*Ο Δημήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήμονας- διεθνολόγος.
Έντυπη

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Αντώνης Μανιτάκης: Για τη συνταγματική αναθεώρηση


Συνέντευξη στον Ανδρέα Παπαδόπουλο

Ένας από τους κορυφαίους συνταγματολόγους της χώρας, ο Αντώνης Μανιτάκης, μου έδωσε σήμερα μια εξαιρετική συνέντευξη στο ραδιόφωνο των Παραπολιτικών 90.1 για τα ζητήματα της συνταγματικής αναθεώρησης. Ο συνήθως ψύχραιμος Μανιτάκης, εμφανίστηκε λάβρος για τη σκέψη της κυβέρνησης να προχωρήσει σε εκλογή ΠτΔ από λαό. Ιδού οι απαντήσεις του:
Ερωτηθείς αν πιστεύει ότι αυτή τη στιγμή χρειάζεται να ανοίξει το θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης

Α.ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ: Προφανώς και όχι, το τελευταίο που χρειαζόμαστε. Δεν μας έφταιξε το σύνταγμα μέχρι τώρα εκεί που καταντήσαμε και αν κάτι άντεξε και αντέχει και πρέπει να το φυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού είναι το σύνταγμα. Το σύνταγμα, δηλαδή η δημοκρατική συνταγματική νομιμότητα άντεξε, και όχι μόνο άντεξε αλλά έδειξε και μια ευελιξία και μια προσαρμοστικότητα και έναν σεβασμό θα έλεγα στην λαϊκή κυριαρχία και στο εκλογικό παιχνίδι, στους κανόνες του εκλογικού παιχνιδιού που είναι αξιοθαύμαστη. Και ερχόμαστε τώρα αυτό το μοναδικό πράγμα που μας έχει απομείνει να μας ενώσει και να παίζουμε μαζί του;

ΔΗΜ.: Γιατί πιστεύετε ότι το κάνει η κυβέρνηση; Βλέπετε κάποια σκοπιμότητα ή απλώς αναζητεί ζητήματα για να αλλάζει την ατζέντα;

Α.ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ: Γιατί θέλει να καλύψει τα πολιτικά της αδιέξοδα και γιατί δυστυχώς η Αριστερά η οποία άλλα έλεγε όταν ήταν στην αντιπολίτευση, μπήκε μέσα στην λογική την μικροπολιτική. Μπήκε μέσα στην πολιτική του κοντόφθαλμου πολιτικού καιροσκοπισμού. Αυτό που ήταν η κατάρα της μεταπολίτευσης, αυτό που οδήγησε στην κατάρρευση και στην απαξίωση του πολίτικου συστήματος, αυτό που οδήγησε στην καταβαράθρωση και του ΠΑΣΟΚ και ενός μέρους της ΝΔ έρχεται τώρα και το ίδιο λάθος πολύ κοντόφθαλμα, μυωπικά, το επαναλαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ αναλώνοντας όλο το ηθικό κεφάλαιο που είχε ο Συνασπισμός και το ΚΚΕ Εσωτερικού.
Για να αντιμετωπίσει τις επόμενες εκλογές, για να διατηρήσει με πολύ κουτοπόνηρα και πολύ κοντόφθαλμα σχέδια τον αντίπαλο, για να βάλει φθηνή τρικλοποδιά στον αντίπαλο κάνει κάτι υπολογισμούς πολιτικού καιροσκοπισμού … Για το σύνταγμα τα εννοώ όλα αυτά.
Για την άμεση εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας

Α.ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ: Για ποιο λόγο θα πρέπει να καθιερωθεί αυτή τη στιγμή άμεση εκλογή του πρόεδρου της Δημοκρατίας που αμφιβάλω αν είναι συνταγματική. Αυτό είναι το πρόβλημα μας; Η χώρα βυθίζεται. Είμαστε σε οικονομικό αδιέξοδο, το ένα μνημόνιο διαδέχεται το άλλο. Γονατίσαμε, δεν υπάρχει καμία πολιτική διέξοδος. Ισχύει ακόμα ένας «εμφύλιος πόλεμος» στις πολιτικές δυνάμεις, δεν τα βρίσκουν σε τίποτε. Αν δεν τα βρίσκουν σε τίποτε πως θα τα βρουν στο σύνταγμα και πως θα κάνουμε συνταγματική αναθεώρηση χωρίς πολιτική συναίνεση και εθνική συνεννόηση;
Και το πρόβλημα είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας;
Το πολίτευμα μας είναι προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία και όχι προεδρική, και αυτό λύθηκε στην συνταγματικού χαρακτήρα αναθεώρηση που είχαμε το 1975. Το συζητήσαμε και είπαμε ότι δεν θέλουμε προεδρική δημοκρατία. Προεδρική δημοκρατία σημαίνει ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας ασκεί κυβερνητικές αρμοδιότητες.
Εμείς το σύνταγμα τότε είπε ότι το πολίτευμα μας ειναι καθαρά κοινοβουλευτικό... Αυτό το είχαμε λύσει. Και το έχει λύσει το σύνταγμα και λέει ότι αυτό το σημείο δεν αναθεωρείται.
Η κοινοβουλευτική μορφή του πολιτεύματος και η προεδρευόμενη μορφή, αυτά πανε μαζί, δεν αναθεωρούνται, δεν θίγονται! Και έρχονται τώρα και μας λένε υποκριτικά ότι θα τον εκλέξουμε με άμεση εκλογή αλλά δεν θα πειράξουμε τις αρμοδιότητες του. Και σας ρωτώ, τότε γιατί να κάνουμε άμεση εκλογή;

Α.ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ: Οδηγούμε δηλαδή σε μια διαρχία και σε μια κρίση κυβερνησιμότητας ή κρίση εξουσίας που την είχαμε αποφύγει χάρις στο κοινοβουλευτικό σύστημα. Δεν λειτούργησε το κοινοβουλευτικό σύστημα μέχρι τώρα τυπικά τουλάχιστον άψογα; Δεν είχαμε συμπαγείς κοινοβουλευτικά πλειοψηφίες; Δεν είχαμε πλειοψηφίες που ψήφιζαν μνημόνια παρόλο που δεν τα ήθελαν; Γιατί να το θίξουμε αυτό το θέμα και γιατί να έχουμε απέναντι στον πρωθυπουργό που μέχρι τώρα καλώς ή κακώς είχε λαϊκή νομιμοποίηση και λειτούργησε καλά και είμαστε περήφανοι για τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος και δεν κινδυνεύει η σταθερότητα, γιατί να δημιουργήσουμε τώρα πρόβλημα; Για ποιο λόγο να διχαστεί ο λαός;
Ενδιαφέρει τον ελληνικό λαό αυτή τη στιγμή πως θα εκλέγεται ο πρόεδρος της Δημοκρατίας; Αυτό είναι το πρόβλημα του ελληνικού λαού;

ΔΗΜ: Για ζητήματα που σχετίζονται με τοπ σύνταγμα επιτρέπεται δημοψήφισμα;

Α.ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ: Αυτό είναι μια προσβολή έμμεση του συντάγματος δηλαδή επειδή δεν μπορεί να το κάνει τυπικά ρωτάει γνώμη για κάτι που δεν μπορεί να το κάνει μετά. Τι τον ρωτάει τον λαό; Αν του πει ο λαός ναι, και αν το σύνταγμα μας λέει ότι δεν πρέπει να γίνει δεν έχουμε μια αντίφαση; Έχουμε χρονο, διάθεση να ασχολούμαστε με αυτά τα ζητήματα όταν δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν την κρίση την φοβερή και να σταματήσουν την απαξίωση και την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος;
Ερωτηθείς αν υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να αλλάξουν στο σύνταγμα και αν αυτό μπορεί να γίνει χωρίς συνταγματική αναθεώρηση

Α.ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ: Υπάρχουν άμεσα ζητήματα και νομίζω ο εκλογικός νόμος τα έχει αναδείξει που θα μπορούσαν αν λυθούν. Πχ εκλογικές περιφέρειες που είναι ένα πρόβλημα ανισομερούς κατανομής των βουλευτικών εδρών. Εγω πίστευα και πιστεύω ότι για να αντιμετωπιστεί το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα του πολιτικού συστήματος που είναι η πελατοκρατία και η φαυλοκρατία θα έπρεπε πρώτον να μειωθεί ο αριθμός των βουλευτών. Με απλό νόμο και με απλή πλειοψηφία μπορεί να γίνει αν είχαν το κουράγιο και η αντιπολίτευση και η κυβέρνηση να προχωρήσουν, για να αναβαθμίσουν την αξία του βουλευτικού αξιώματος! Και αν θέλουν να πάμε λίγο προς προεδρικό σύστημα ή να εισαγάγουν στοιχεία προεδρισμού στο κοινοβουλευτικό μας σύστημα θα μπορούσαν ακόμη να καθιερώσουν το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του υπουργού με εκείνο του βουλευτή. Για να μην ονειρεύεται ο κάθε βουλευτής ότι εκλέγεται βουλευτής και θα γίνει υπουργός για να κάνει τα ρουσφέτια της εκλογικής του περιφέρειας. Για να χτυπηθεί αυτή η φαυλοκρατική και πελατιοκρατική προσδοκία. Αυτές ειναι ουσιαστικές αλλαγές που έχουνε έναν συμβολισμό, που ο κόσμος θα καταλάβει ότι η πολιτική τάξη αποφάσισε να κάνει πολιτική αυτοκάθαρση και θα έχουν και ένα ουσιαστικό αντίκτυπο.

Α.ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ: Δεν είμαι εναντίον της αναθεώρησης γενικά αλλά η αναθεώρηση θα πρέπει να καταργήσει ορισμένες περιττές διατάξεις που μας εμπόδισαν. Και για την ευθύνη των υπουργών θα μπορούσαν να καταργηθούν αυτές οι διατάξεις και για το θέμα του πόθεν έσχες και για το θέμα του μισθοδικείου που αναγνωρίζει συνέχεια την αύξηση των μισθών των δικαστικών και για το δικαστικό σύστημα και για ένα σωρό ζητήματα που θα έχουν άμεσο τακτικό αντίκρισμα, που είναι καυτά!

Αλλά θα πρέπει και η αντιπολίτευση να βοηθήσει. Και δυστυχώς οι τελευταίες δηλώσεις με κατέπληξαν δυσάρεστα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν καταλαβαίνω, θεωρεί αναξιόπιστο τον πρωθυπουργό για οποιαδήποτε άλλα ζητήματα και δεν συζητάει μαζί του και δέχεται να συζητήσει μαζί του με την συνταγματική αναθεώρηση; Δέχεται και αυτός να παίξει με τη συνταγματική αναθεώρηση; Και να πει το περίφημο, που ούτε αυτό το περίμενα από τον κύριο Μητσοτάκη, να πει ότι «τώρα θα μπορούσαμε να ψηφίσουμε τις διατάξεις με 180 βουλευτές ενώ στις επόμενες εκλογές που θα τις κερδίσω με 151 θα αναθεωρήσω εγώ το σύνταγμα όπως θέλω»! Έτσι αντιλαμβάνεται κανείς την συνταγματική αναθεώρηση χωρίς πολιτικές συναινέσεις; Δεν παίζουμε με το σύνταγμα!

Αλέξανδρος Μασσαβέτας:Το αύριο, μια μαύρη χώρα: δάκρυα, φόβος και βαλίτσες στην Πόλη

Στην αρχή νομίσαμε πως ήταν στρατιωτική άσκηση. Τόσο εγώ όσο και ο Τούρκος συνταξιδιώτης μου κοιτάζαμε με περιέργεια τις οθόνες των υπολογιστών μας, όπου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρήλαυναν έντρομα τα ερωτήματα φίλων και γνωστών. «Μα τι συμβαίνει;». «Τρέξτε όλοι στα σπίτια σας». «Μην βγαίνετε στον δρόμο, κάτι γίνεται». Τανκς και στρατιώτες έκλεισαν, βλέπαμε, τη Γέφυρα του Βοσπόρου. «Να δεις, θα είχαν πληροφορίες για επικείμενο τρομοκρατικό χτύπημα», είπα στον φίλο μου. Πάντα πίστευα πως οι γέφυρες του Βοσπόρου θα αποτελούσαν το ιδανικότερο σημείο γι' αυτό.
Σαν κεραυνός εν αιθρία
Βρισκόμαστε στη Μασσαλία και, όταν άρχισαν να φθάνουν τα πρώτα νέα μιας αναταραχής, ασχολούμασταν ακόμη με την τραγωδία λίγα χιλιόμετρα παρακεί, στη Νίκαια. Η ιδέα ενός πραξικοπήματος μας φαινόταν πια εκτός χρόνου –αν δεν συνέβη το 2007, όταν ο στρατός είχε ακόμη την δύναμή του ακέραια και παρενέβαινε με διάβημα στις πολιτικές εξελίξεις, τότε που οι σκληροπυρηνικοί κεμαλιστές έπαιρναν τους δρόμους φωνάζοντας «ο στρατός στο καθήκον!», θα γινόταν σήμερα; Η όλη ιδέα μας φαινόταν εξωφρενική –ανάμνηση μιας παλιάς Τουρκίας που την ξεπέρασαν οι περιστάσεις.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που κοιταχτήκαμε, βλέποντας πια ο ένας τον φόβο στα μάτια του άλλου. «Κι όμως… Είναι δυνατόν;» Μέσα σε μία ώρα, το βράδυ της 15ης Ιουλίου έγινε ό,τι πιο τρομακτικό στη ζωή μας. Ο συνοδοιπόρος μου ανησυχούσε για την οικογένειά του, εγώ για τους φίλους μου και το έξι μηνών μωρό που πρόκειται να βαφτίσω. Οι φωνές μας κάπως ξέπνοες. «Μαμά σε παρακαλώ μην πηγαίνεις κοντά στα παράθυρα». «Είστε σε μπαρ; Είστε τρελλοί; Τρέξτε σπίτι!». «Μήπως είδες τον… την…» «Μήπως να παίρνατε το μωρό και να τρέχατε στο προξενείο; Έχεις το κινητό του προξένου;». Το βράδυ εκείνο οι δικοί μας άνθρωποι ήλθαν αντιμέτωποι με πράγματα που ούτε στον χειρότερο εφιάλτη μας δεν είχαμε φανταστεί ότι θα συνέβαιναν στην καρδιά της Πόλης και της Άγκυρας.
Τρόμος. «Μας βομβαρδίζουν. Εκρήξεις παντού!». «Δεν είναι εκρήξεις, είναι τα μαχητικά που σπάνε το φράγμα του ήχου», τους διαβεβαίωνε ο μηχανικός φίλος μου. «Όχι, όχι στο υπόγειο, τρέξτε στην ταράτσα!», φώναζα εγώ. «Μα γιατί τους λες να πάνε στην ταράτσα;». «Δεν ξέρω. Εκεί ανέβαιναν οι παππούδες μας στους βομβαρδισμούς!». «Ό,τι να 'ναι… πες τους να καθίσουν στα σπίτια τους, μακριά από τα τζάμια!». «Υπομονή, θα περάσει, σε λίγο θα ξέρουμε τι γίνεται», τους λέγαμε και οι δύο. Και ενοχή. Πάλι έβγαλα την ουρά μου απ’ έξω, σκεφτόμουν. Πάλι λείπω και δεν είμαι μαζί τους. Και, στην απόσταση, το ξέρω τώρα πια καλά, τα πάντα φαίνονται τρομακτικότερα.

Ε. Βενιζέλος: Η κυβέρνηση θέλει να πέσει στα «μαλακά» στις επόμενες εκλογές

από την Καθημερινή
«Αλλαγή εκλογικού συστήματος που δυσκολεύει το πρώτο κόμμα και του στερεί το bonus, που να ψηφίζεται δέκα μόλις μήνες μετά τις εκλογές και τρία ολόκληρα χρόνια πριν τη φυσιολογική λήξη της περιόδου, σημαίνει παραδοχή και αποδοχή της ήττας από την κυβέρνηση» ανέφερε στη Βουλή ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος.
«Η κυβέρνηση θέλει να πέσει στα μαλακά, στις επόμενες εκλογές, ευτελίζει τους θεσμούς και ευτελίζεται, συναλλασσόμενη με οποιονδήποτε από την Χρυσή Αυγή έως εξωκοινοβουλευτικούς πρόθυμους συνομιλητές» υποστήριξε ο κ. Βενιζέλος και πρόσθεσε:
«Καταψηφίζουμε το νομοσχέδιο αυτό, όχι ως νομοσχέδιο άδολης αναλογικής, αλλά ως όχημα δόλιου πολιτικού καιροσκοπισμού, χωρίς ορίζοντα για τη χώρα και για τον ίδιο λόγο θα αντιταχθούμε, μετά τις επόμενες εκλογές, σε κάθε ανεύθυνη και μικροκομματική συμπεριφορά που οδηγεί σε πολιτικό αδιέξοδο, σε διπλές εκλογές  και οικονομική  οπισθοχώρηση την πατρίδα».
Ο κ. Βενιζέλος εκτίμησε, ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει και τρίτο «αφανή», όπως είπε, εταίρο, «την προνομιούχα αντιμνημονιακή δεξιά που συνεισφέρει ιδίως με την τεχνολογία παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη και το βαθύ κράτος».
Καταλόγισε επίσης στην κυβέρνηση, ότι ανοίγει με την αναθεώρηση του Συντάγματος θέμα άμεσης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του, κι έτσι «κλείνει το μάτι» σε συνεργάσιμες συντηρητικές δυνάμεις.
«Το πρόσημο, από κεντροαριστερό, με καταπληκτική ευκολία γίνεται κεντροδεξιό ή ό,τι νάναι, αρκεί να μένουν κάποιοι στο παιχνίδι εξουσίας» ανέφερε.
Τέλος, ο κ. Βενιζέλος είπε ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη από παιχνίδια εξουσίας σε βάρος των θεσμών, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, αλλά από στοιχειώδη συναίνεση και εθνική ενότητα.
«Χρειάζεται» είπε, «ένα σχέδιο ανασυγκρότησης που μπορεί να φέρει σε πέρας μόνο η έντιμη και αξιόπιστη συνεργασία των πραγματικά δημοκρατικών δυνάμεων, που πιστεύουν πραγματικά στην ισότιμη ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, τις μεταρρυθμίσεις, τις επενδύσεις, την απασχόληση, την κοινωνική συνοχή. Βασικό προγραμματικό στοιχείο της συνεργασίας αυτής, προφανώς και θα είναι ένας σύγχρονος, δίκαιος και αντιπροσωπευτικός εκλογικός νόμος».
(Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος: Δημοψηφίσματα, λαϊκισμός και περιφρόνηση του λαού


από την Καθημερινή
Σε μια σειρά κειμένων του που δημοσιεύτηκαν το φθινόπωρο του 1971, εν μέσω της χούντας (και που αργότερα συμπεριελήφθησαν στη συλλογή «Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου»), ο διπλωμάτης και συγγραφέας Ρόδης Ρούφος επισήμανε την πονηρή χρήση του δημοψηφίσματος από την πλευρά των δικτατορικών καθεστώτων. Οπως έγραφε, «Η αθέμιτη εκμετάλλευση του θεσμού αρχίζει όταν χρησιμοποιείται σαν υποκατάστατο κοινωνικής δημοκρατικής διαδικασίας, ζητώντας πονηρά ένα “Ναι” ή ένα “Οχι” σε θέματα που από τη φύση τους δεν επιδέχονται μονολεκτική απάντηση. Μ’ αυτή τη νοθευμένη μορφή μεταχειρίζονται συνήθως το δημοψήφισμα τα αυταρχικά καθεστώτα. Είτε για να προσδώσουν “λαϊκό χρίσμα” στην εξουσία τους (“από τον λαό”) είτε για να επικυρώσουν τετελεσμένα γεγονότα ή να επιβάλουν πλατιές και περίπλοκες μεταρρυθμίσεις με τη “συγκατάθεση” των εκλογέων (“διά του λαού”). Χαρακτηριστικό, σ’ όλες τις περιπτώσεις, είναι ότι ο ψηφοφόρος δεν έχει γνήσια εκλογή. Κι όταν ακόμα του δίνουν στ’ αλήθεια τη δυνατότητα να ψηφίσει “Οχι” –πράγμα σπάνιο, γιατί κατά κανόνα τέτοια δημοψηφίσματα διεξάγονται σε κλίμα ψυχολογικής ή και υλικής βίας– το ερώτημα είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε το “Ναι”, όσο οδυνηρό και να ‘ναι, να φαίνεται σε πολλούς προτιμότερο από ένα “Οχι” που μοιάζει να οδηγεί σ’ ένα αδιέξοδο».
Είπαμε ότι ο γενναίος εκείνος επικριτής του απριλιανού καθεστώτος στηλίτευε με αυτές τις επισημάνσεις την πονηρή χρήση των δημοψηφισμάτων από την πλευρά της δικτατορικής εξουσίας. Αλλά η αξία τους είναι πέραν εκείνης της συγκυρίας. Τι ρόλο επιτελούν άραγε τα δημοψηφίσματα στις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, ιδίως όταν αφορούν μεγάλα και σύνθετα διακυβεύματα; Πόσο επιτρέπει η στενά διλημματική τους μορφή να ληφθεί μια απόφαση για ζητήματα από τη φύση τους πολύπλοκα, που απαιτούν συχνά υψηλή τεχνογνωσία και ενίοτε την αποδοχή αντιδημοφιλών καταστάσεων; Και πάνω απ’ όλα, πώς διασφαλίζεται ότι με αφορμή την προκήρυξή τους δεν θα κάνουν πάρτι οι λογής-λογής δημοκόποι και συνωμοσιολόγοι, οι φρικτοί λαϊκιστές όλου του πολιτικού φάσματος, εκείνοι που ζουν στον κάτω κόσμο των Δημοκρατιών και τρέφονται από τους υπονόμους τους; Πρόκειται όντως για ένα στρατήγημα που ενώ υποτίθεται ότι τελείται στο όνομα του λαού, οδηγεί εντέλει στην πλήρη ποδηγέτηση του πλήθους, στη βαθιά περιφρόνησή του. Μοιάζει με τα πανηγύρια που στήνονταν τον Μεσαίωνα στις Απόκριες, στα οποία επιτρέπονταν για μια μέρα στους υπηκόους ό,τι ακόλαστο και απαγορευμένο καταπίεζε τις ψυχές τους όλη την προηγούμενη χρονιά. Μόνο για μια μέρα όμως, καθώς από την επομένη κιόλας ο υπήκοος έπρεπε να επιστρέψει στη σκληρή πραγματικότητά του.
Βγήκαν οι σκελετοί
Τα δύο μεγάλα δημοψηφίσματα που έγιναν τους 12 τελευταίους μήνες στην Ευρώπη, σε Ελλάδα και Βρετανία, ελπίζω να πείθουν για του λόγου το αληθές. Κυρίως να πείθουν για το πόσο περιφρονεί τον «λαό» αυτή η δήθεν «γιορτή της δημοκρατίας». Πόσες προσδοκίες δεν καλλιέργησαν οι εμπνευστές ή οι υποστηρικτές και των δύο αυτών δημοψηφισμάτων για την επόμενη μέρα. Στη μεν Ελλάδα, για τους εμπνευστές του το δημοψήφισμα (τέτοιες μέρες πριν από ένα χρόνο) ήταν το αποκορύφωμα της μεγάλης υπόσχεσης του «σκισίματος» του μνημονίου. Βροντοφωνάξαμε με υπερηφάνεια ότι είναι καλύτερα να είμαστε όμορφοι, πλούσιοι και υγιείς, πετώντας στα μούτρα των πιστωτών τα λεφτά τους. Και ύστερα από μια μέρα, ο νυν πρωθυπουργός μας, που είχε και την πρωτοβουλία της απόφασης, υποτάχθηκε –φευ– στην αμείλικτη πραγματικότητα που θέλει την υγεία να είναι συνάρτηση της ευμάρειας. Και υπέγραψε ένα αχρείαστο και επώδυνο τρίτο μνημόνιο, μέσα στην απόλυτη ταπείνωση και ενάντια σε όλες τις υποσχέσεις του. Στο ενδιάμεσο, είχε προλάβει να κατηγορήσει όσους είχαν αντίθετη άποψη, περίπου ως προδότες του έθνους – την άποψη των οποίων φυσικά έσπευσε να επιβεβαιώσει μένοντας στο ευρώ, αν και με όρους πολύ επαχθέστερους.
Δεν είχε λιγότερο δραματικές επιπτώσεις το πρόσφατο βρετανικό δημοψήφισμα για την παραμονή/αποχώρηση από την Ε.Ε. Προκηρύχθηκε από έναν πρωθυπουργό που βίωνε εσωκομματικά προβλήματα, τη στιγμή μάλιστα που μόλις είχε κερδίσει από την Ε.Ε. όλα όσα διεκδικούσε, κατοχυρώνοντας μια σκανδαλωδώς προνομιακή σχέση με τις Βρυξέλλες. Πλήρης σύγχυση. Τι υπέροχη ευκαιρία για τους εχθρούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του ενωσιακού εγχειρήματος, σε μια χώρα μάλιστα με ιστορική αμφιθυμία έναντι της ηπειρωτικής Ευρώπης! Ο διχασμός και η πόλωσή τους έπιασε. Οι ιδέες τους, στην πιο ακραία εκδοχή τους, έφθασαν να οπλίσουν μέχρι και το χέρι ενός δολοφόνου. Εννοείται ότι καμία υπόσχεσή τους δεν θα είναι εφικτή την επόμενη μέρα. Η Βρετανία θα γίνει φτωχότερη και πιο απομονωμένη – αν και πράγματι θα έχει η ίδια αποκλειστικά τον έλεγχο της υποβάθμισής της.
Και το πλήθος; Εκείνο βρήκε τη δική του διέξοδο: απάντησε σε άλλα από εκείνα που ρωτούσε το δημοψήφισμα, απάντησε σε όλα όσα το φοβίζουν στον σύγχρονο κόσμο, όπου η Ε.Ε. είναι απλώς ο αποδιοπομπαίος τράγος, και όχι βέβαια η αιτία των προβλημάτων. Σε έναν κόσμο ωστόσο πιο περίπλοκο και ανασφαλή από ποτέ, που οι πιο αδύναμοι δεν ξέρουν αν θα τους περιλαμβάνει και με ποιο τρόπο. Το θυμικό τους λοιπόν είπε «Οχι», και αυτό, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, ήταν αναμενόμενη απάντηση. Ενα δημοψήφισμα είχε φροντίσει να βγάλει τους σκελετούς από την ντουλάπα, και τους πιο μύχιους φόβους από το ασυνείδητο. Αν και είναι επείγον να απαντήσουμε σε αυτούς με κατανόηση και σχέδιο ως δημοκρατίες, αποδείχθηκε περίτρανα ότι ο χειρότερος τρόπος για να το κάνουμε είναι τα δημοψηφίσματα.
*Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Δ. Ν. Μαρωνίτης: Η γεωμετρία της ζωής

Πληροφορηθήκαμε σήμερα το πρωί τον θάνατο του σπουδαίου φιλολόγου Δημήτρη Μαρωνίτη από τη λιτή, και για αυτό μάλλον σπαρακτική, ανακοίνωση της κόρης του Εριφύλλης Μαρωνίτη στο facebook: «Έφυγε ο Μπαμπάς μας Μίμης Μαρωνίτης». Μετά την αιφνίδια λύπη, η πρώτη μας σκέψη ήταν ότι ο Δημήτρης Μαρωνίτης υπήρξε με κάποιον τρόπο μπαμπάς (και ουδέποτε κηδεμόνας) για τη σκέψη, τη γλώσσα, τα γράμματα. Η δεύτερη ότι θέλουμε να ετοιμάσουμε ένα κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικό αφιέρωμα. Βάλαμε τα δυνατά μας — και αφήνουμε εκκρεμότητες. Θα επανέλθουμε, όπως ακριβώς θα επανερχόμαστε στη σκέψη και στις λέξεις του Μαρωνίτη, που έγραφε όταν αισθανόταν πως ανταποκρινόταν σε μια υποχρέωση του εαυτού του να γράψει, δήλωνε δάσκαλος και μαθητής, άνθρωπος αφοσιωμένος στη γραφή, την ανάγνωση και τη μετάφραση.
από το Dimart
Εκτός από το έργο του καθαυτό, σημαντικό ήταν ότι υπήρξε, κατά τη διατύπωση του πανεπιστημιακού και συγγραφέα Νικόλα Σεβαστάκη, «δημόσιος διανοούμενος», «αριστερός δημοκράτης, της σχολής του μαχόμενου κριτικού νου». Εξέφραζε τη γνώμη του, σταθερά αρθρογραφώντας, δίχως να επιδιώκει να γίνεται αρεστός, κάθε άλλο.
Εν κατακλείδι, μια σκέψη που ορισμένως σύντομα θα αναπτυχθεί, εδώ, στο dim/art: Ο τρόπος αντιμετώπισης της γλώσσας (και δη της επιβαρημένης με τόσα και τέτοια στερεότυπα ελληνικής γλώσσας) δεν είναι μόνο υπόδειγμα αντιδογματισμού και δημοκρατικότητας και σεβασμού στη διαφορά· είναι εργαλείο για το πώς να ζήσει κανείς: με τη γνώση όχι βαρίδι που σε κρατά καθηλωμένο, αλλά μέσο που σε βοηθά να υπερβείς τους περιορισμούς των κανόνων μιας δειλής ύπαρξης.
Η κηδεία του Δ. Ν. Μαρωνίτη θα γίνει μεθαύριο, Πέμπτη 14 Ιουλίου, στις 11 το πρωί, από το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.
Το σημερινό αφιέρωμα περιλαμβάνει μια πρόσφατη συνέντευξη του Δ. Ν. Μαρωνίτη στον Γιάννη Παπαθεοδώρου για το περιοδικό Το δέντρο, ένα άρθρο της Μαρίας Τοπάλη για τον τρόπο ανάγνωσης και ερμηνείας της Οδύσσειας από τον Μαρωνίτη, ένα κείμενο του Γιώργου Ζεβελάκη για τον Μαρωνίτη ως συνεργάτη και εκδότη περιοδικών, έναν σύντομο αποχαιρετισμό του Σπύρου Λυκούδη, τη Μαύρη Γαλήνη (το διήγημα που ο Μαρωνίτης έγραψε κρυφά στην ΕΣΑ σε χαρτοπετσέτες και δημοσίευσε αργότερα στο περιοδικό Συνέχεια)άλλα κείμενα καθώς και αδημοσίευτες φωτογραφίες του κι ένα βιογραφικό του από το περιοδικό Εντευκτήριο.
Η συνέχεια εδώ 

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Αρίστος Δοξιάδης: Αλλαξε ο συσχετισμός δυνάμεων στην κοινωνία;


Σχόλιο μαργαρίτας:  "Πως και πότε θα βρω δουλειά στην Ελλάδα;"
Στην Ελλάδα υπάρχει πολύ χρήμα, είτε στα στρώματα είτε στις τράπεζες κυρίως του εξωτερικού. Χρήμα υπάρχει και στους ξένους. Δεν επενδύεται στη χώρα μας γιατί υπάρχει πολιτική αστάθεια. Και για να γίνει μεγαλύτερη ψηφίζεται και απλή αναλογική. Γιατί καθημερινά ακούγονται ή γίνονται απίθανα πράγματα που αποτρέπουν οποιαδήποτε κίνηση επιχειρηματικότητας.  Γιατί υπάρχουν capital controls. Γιατί δεν υπάρχουν τράπεζες να βοηθήσουν. Γιατί η σημερινή κυβέρνηση είναι εχθρική στις επενδύσεις. Γιατί όλα είναι ρευστά και γίνονται ρευστότερα. Γιατί η φορολογία είναι μεγάλη. Γιατί το κράτος μπορεί να απεργεί όταν ο επενδυτής χρειάζεται τη βοήθειά του. Γιατί υπάρχει διαφθορά. Γιατί μπορεί και να σου σπάσουν το μαγαζί. Γιατί δεκάδες χρόνια κλείναμε επιχειρήσεις αναζητώντας το δρόμο προς το σοσιαλισμό.
 Αν εξαιρέσεις τον τουρισμό γιατί και που να βάλει κάποιος ξένος τα λεφτά του;  Γιαυτό οι Έλληνες επενδύουν μόνο στην εστιάση. Μικρές σχετικά επενδύσεις, εύκολη φοροδιαφυγή, άμεσες εισπράξεις σε ρευστό, χαμηλά μεροκάματα, μεγάλο ποσοστό κέρδους. Πόσοι θα δουλέψουν όμως; Ποιος θα ξεκινήσει τώρα σε τόσο αντίξοες συνθήκες να παράγει και να εξάγει;  Και τι; 
από την Καθημερινή
Τ​​ο 2011 έγραψα ότι η κρίση δημιουργήθηκε επειδή κυριάρχησαν στην Ελλάδα τα επαγγέλματα των «μη εμπορεύσιμων» κλάδων, αυτών δηλαδή που απευθύνονται μόνο στην εσωτερική αγορά και δεν κινδυνεύουν από διεθνή ανταγωνισμό. Κατασκευαστές και τραπεζίτες, δικηγόροι και ιατροί, έμποροι και φαρμακοποιοί, υπάλληλοι υπουργείων και ΔΕΚΟ συγκρότησαν έναν συνασπισμό εξουσίας που απαιτούσε εγγυημένα περιθώρια κέρδους, μισθούς πέρα από την παραγωγικότητα, συντάξεις υψηλότερες από τις εισφορές, τεχνητή ζήτηση για άχρηστες υπηρεσίες.
Οι εμπορεύσιμες δραστηριότητες, δηλαδή βιομηχανία, γεωργία, τεχνολογία, δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν σε τέτοιο περιβάλλον και συρρικνώθηκαν δραματικά. Ο τουρισμός και η ναυτιλία διατηρήθηκαν μόνο επειδή είχαν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα ανεξάρτητα από το θεσμικό περιβάλλον της υπόλοιπης οικονομίας.
Αποτέλεσμα της κυριαρχίας αυτού του συνασπισμού ήταν να εξάγουμε ελάχιστα προϊόντα και να έχουμε έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο επί δεκαετίες. Η κρίση του 2010 εκδηλώθηκε όταν οι δανειστές από το εξωτερικό σταμάτησαν να χρηματοδοτούν το έλλειμμα.
Θα υπερβαίναμε την κρίση μόνο όταν μεγάλο μέρος της οικονομικής ζωής θα μετατοπιζόταν προς τους εμπορεύσιμους κλάδους. Προϋπόθεση ήταν να πάψει η προστασία και τα προνόμια του παλιού συνασπισμού. Αυτή ήταν η λογική των μνημονίων, στο σκέλος των μεταρρυθμίσεων – όχι όμως και στο σκέλος των φόρων, που υπονόμευαν την αναγκαία μετατόπιση.
Εχουν αλλάξει λοιπόν οι συσχετισμοί στην οικονομία και στην κοινωνία τα τελευταία χρόνια; Είναι περισσότερο ευνοϊκές οι συνθήκες για έναν νέο κοινωνικό συνασπισμό που θα στηρίξει τους παραγωγικούς κλάδους; Τα δεδομένα είναι αντιφατικά.
Ενα αποτέλεσμα της μεγάλης ανασφάλειας και της ανεργίας είναι ότι έχει αποκτήσει πολύ μεγάλη αξία καθετί που παρέχει ασφάλεια. Αυτό ισχύει για τις συντάξεις, που μπαίνουν στην τράπεζα κάθε μήνα, και σε πολλές περιπτώσεις συντηρούν όλη την οικογένεια. Αλλά οι συντάξεις αυξήθηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ από 12% σε 17%, κι έτσι στερούν πολύ περισσότερους πόρους από την υπόλοιπη οικονομία. Εχει προστεθεί λοιπόν ένα σημαντικό πολιτικό εμπόδιο για τη μετατόπιση πόρων είτε προς τις επενδύσεις είτε προς ένα πιο δίκαιο κοινωνικό κράτος.
Από την άλλη πλευρά, η ανασφάλεια ενισχύει την κοινωνική υποστήριξη προς τις επιχειρήσεις που δίνουν δουλειές σε πολύ κόσμο. Εχουν σταματήσει οι απεργίες-σαμποτάζ στον τουρισμό, όπως ήταν παλιότερα των ταξί και των ναυτεργατών μέσα στο καλοκαίρι. Οι συνδικαλιστές καταλαβαίνουν ότι η κοινή γνώμη θα αντιδρούσε έντονα. Το στοιχείο αυτό λειτουργεί υπέρ ενός νέου συνασπισμού παραγωγικών δυνάμεων.
Εχουν αλλάξει οι ευκαιρίες που βλέπουν οι επιχειρηματίες. Είναι πολύ λιγότερες στην εσωτερική αγορά, γι’ αυτό στρέφουν το ενδιαφέρον προς τα έξω. Αντί για προστασία από τον ανταγωνισμό, τώρα χρειάζονται καλύτερες συνθήκες για να είναι ανταγωνιστικοί. Ακόμα και στους παραδοσιακά εσωστρεφείς κλάδους, όπως είναι η οικοδομή, η προοπτική βρίσκεται στους πελάτες του εξωτερικού.
Εχουν αλλάξει οι ευκαιρίες που βλέπουν οι νέοι: δεν θα βρουν θέση στο Δημόσιο, ούτε θα είναι εύκολο να βγάλουν χρήματα όπως έβγαζαν οι έμποροι και οι δικηγόροι πριν από δέκα χρόνια. Αναζητούν θέσεις σε μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά δεν βρίσκουν. Μερικοί επιστρέφουν στο χωράφι των παππούδων, με φιλοδοξίες ποιοτικής παραγωγής. Αλλοι βρίσκουν δουλειές προγραμματιστή ή σχεδιαστή μέσα από το Διαδίκτυο και τις εκτελούν από το σπίτι, αδήλωτες συχνά. Και μερικοί ιδρύουν επιχειρήσεις καινοτομίας. Οσοι κάνουν αυτές τις προσπάθειες βρίσκουν συμπαράσταση από τους γονείς, πράγμα που δεν ίσχυε πιο παλιά. Τα νέα κριτήρια της μεσαίας τάξης σχετικά με την καριέρα των παιδιών ίσως να διαμορφώσουν μια πιο ανοιχτή ιδεολογία της εργασίας, της δημιουργίας και του ρίσκου.
Στα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων αυξήθηκαν οι εξαγωγές ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος από 24% σε 30%, αλλά παραμένουν πολύ χαμηλές συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές χώρες παρόμοιου μεγέθους.
Η απασχόληση στους εμπορεύσιμους κλάδους μεγάλωσε λίγο ως ποσοστό του συνόλου, αλλά μειώθηκε σε απόλυτους αριθμούς.
Οι 300.000 μορφωμένοι Ελληνες που μετανάστευσαν είναι δυνάμεις που αφαιρέθηκαν από τον νέο συνασπισμό των παραγωγών, ιδίως όσο τα παλιά συμφέροντα δεν τους επιτρέπουν να μετέχουν στις εκλογές.
Ενώ λοιπόν άλλαξε ο συσχετισμός υπέρ της εξωστρέφειας μέσα στο σύνολο αυτών που έχουν εργασία ή που σχεδιάζουν ενεργά το μέλλον τους, υπάρχει το μεγάλο πλήθος των ανέργων, των απόντων και των αποτραβηγμένων, που δεν έχουν άμεσο συμφέρον ούτε στο παλιό μοντέλο της προστασίας και των προνομίων, ούτε στο νέο του ανοικτού ορίζοντα και της παραγωγής.
Η μάχη για την εξουσία και για τις δημόσιες πολιτικές θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτούς. Που όμως δεν μετρούν το συμφέρον τους με επιδόματα, με μισθούς, με φοροεπιδρομές ή με φοροαπαλλαγές, γιατί τίποτε από αυτά δεν τους ακουμπά άμεσα. Θα το μετρήσουν με μια γενικότερη, και αναγκαστικά πιο θολή, εικόνα του κόσμου. Πώς θα μπορέσω, κάποτε, να βρω κάποια δουλειά; Αν κοπούν κάποιες συντάξεις, θα είναι καλύτερο ή χειρότερο για την άνεργη κόρη μου; Τι σημαίνει μια επένδυση ενός Γερμανού σε ένα αεροδρόμιο; Είναι αρπαγή εθνικού πλούτου, ή θα φέρει εισοδήματα στη γύρω περιοχή;
Σε αυτή τη συζήτηση δεν αρκούν τα λογικά επιχειρήματα. Η επιτυχία του λόγου θα κριθεί και από το συναίσθημα. Από το «ήθος» και το «πάθος» των ομιλητών.
*Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στην εταιρεία Επιχειρηματικών Συμμετοχών Openfund.

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Γιώργος Παγουλάτος: Απλή, διαφανής και δόλια


Σχόλιο μαργαρίτας: Αν καταλάβατε, όχι έξοδο από μνημόνια και κρίση αλλά βύθιση στο χάος αναμένεται.  Σαν το Σαμουήλ στο Κούγκι.
 Να προσθέσουμε, στα εύστοχα πυρά του Γιώργου Παγουλάτου, μερικά πραγματάκια ακόμα.
 Η στάση των «μικρών» απέναντι στον εκλογικό νόμο καθορίζεται εκτός των άλλων και από:
1ο την ανησυχία των ευρωπαίων για την πιθανή κυβέρνηση ακυβερνησίας που θα προκύψει από την απλή αναλογική. Δεν θα μπορεί να εφαρμόσει κανένα μνημόνιο  δεν θα μπορεί να συγκρουστεί με τα συνδικάτα του δημοσίου και θα βυθίσει τη χώρα σε νέες περιπέτειες. Τόσο οι φιλελεύθεροι όσο και οι σοσιαλδημοκράτες μια «κουβέντα» την είπαν εκεί που έχουν πέραση.

2ο  τις πιθανές συμμαχίες της επόμενης μέρας. Όσοι βλέπουν το κόμμα τους απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και πλησιέστερα στη ΝΔ καταλαβαίνουν ότι η απλή αναλογική μόνο άδολη δεν είναι.  Στη δύσκολη περίοδο ανάταξης της χώρας που θα ακολουθήσει την παρούσα περίοδο διάλυσης, η πολιτική των ίσων αποστάσεων (λόγω της αβύσσου) δεν θα είναι εύκολη. Όσοι πάλι ψάχνουν αγωνιωδώς περαματάκι προς το ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συνδράμουν στο σχέδιο «σαν το Σαμουήλ στο Κούγκι». Κάποια διόδια πρέπει να πληρώσουν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν στοχεύει σε συμμαχικές κυβερνήσεις με ΝΔ. Στοχεύει στο μπάχαλο, στην πολιτική κρίση, στην αναταραχή που μπορούν να προετοιμάσουν το έδαφος ώστε να επανέλθει στην εξουσία όταν βέβαια την χάσει. Με ΚΚΕ και ΧΑ ισχυρότερους κοινοβουλευτικά αυτό γίνεται ευκολότερο. Βλέπει μακριά. Ξέρει ότι η επόμενη κυβέρνηση (χωρίς αυτόν) θα αναγκαστεί να βάλει χέρι στο δημόσιο και το ασφαλιστικό, στα σοβαρά αυτή τη φορά και δεν θα αντέξει για πολύ. Πιστεύει ότι αυτός λαός δεν βάζει μυαλό με τίποτα και ίσως να μην έχει άδικο. Συνεπώς θέλει όσο το δυνατόν ασθενέστερες κυβερνήσεις, ώστε οι συντεχνίες, οι μπάχαλοι, οι «νέοι αγανακτισμένοι» και όσους γενικώς επηρεάζει να δράσουν με επιτυχία. Από κοντά και άλλοι. Αν καταλάβατε όχι έξοδο από μνημόνια και κρίση αλλά βύθιση στο χάος αναμένεται.     

από την Καθημερινή
Ενα χρόνο μετά την παρ’ ολίγον ρευστοποίηση της οικονομίας με το μοιραίο δημοψήφισμα του 2015, η κυβέρνηση Τσίπρα επανέρχεται με ένα σχέδιο ρευστοποίησης της πολιτικής. Η σκοπιμότητα νομοθέτησης της απλής αναλογικής είναι απλή, διαφανής, και απολύτως δόλια.
Τα κίνητρα είναι ορατά όσο κι η πορεία του ήλιου από την ανατολή στη δύση. Ο συνασπισμός ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διαβλέπει τη διαφαινόμενη ήττα του στις ερχόμενες εκλογές. Θέλει λοιπόν να εμποδίσει τη Ν.Δ. να σχηματίσει κυβερνητική πλειοψηφία, ακόμα και με ποσοστά του 40%+. Θέλει να καταστήσει την επόμενη κυβέρνηση όμηρο του ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπής προς τις καλύτερες παραδόσεις φοιτητικού συνδικαλισμού, όπου ο στόχος ήταν να μαγειρεύεις τους κανόνες του παιχνιδιού ώστε να διατηρείς την εξουσία ακόμα κι από θέση μειοψηφίας.
Η χώρα έχει παράδοση οπορτουνιστικών εκλογικών νόμων, όμως αυτός τερματίζει το κοντέρ της κομματικής ιδιοτέλειας. Οι προηγούμενοι εκλογικοί νόμοι (μπόνους των 50 για το πρώτο κόμμα) τουλάχιστον φτιάχτηκαν για να διευκολύνουν μια αδύναμη πλειοψηφία να κυβερνήσει. Ο νόμος Τσίπρα επιδιώκει να αφαιρέσει από την πλειοψηφία το δικαίωμα να κυβερνήσει. Συναγωνίζεται τον αχρείο νόμο Κουτσόγιωργα του 1989, που στέρησε την πλειοψηφία σε ένα κόμμα του 47%.
Ο (κατά πολλά αμαρτωλός) δικομματισμός είχε το μεγάλο πλεονέκτημα ότι παρήγαγε κυβερνητική σταθερότητα. Το πρώτο κόμμα μπορούσε να εφαρμόσει την πολιτική του, κι ο λαός μπορούσε να το κρίνει, να το επανεκλέξει ή να το στείλει στην αντιπολίτευση. Αναγκαία (αν και όχι επαρκής) προϋπόθεση καλής διακυβέρνησης είναι ότι κάποιος φέρει την ευθύνη. Επιτυχία και αποτυχία έχουν ονοματεπώνυμο – τον εκάστοτε ένοικο του Μαξίμου. Ομως η απλή αναλογική οδηγεί σε τόσο ρευστές, ετερόκλητες και ασταθείς κυβερνήσεις, που η ευθύνη διαχέεται, χάνεται. Ο καθένας μπορεί με ασφάλεια να περνάει το μπαλάκι στους άλλους.
Αυτό δεν είναι πολιτική συναίνεση, γιατί η συναίνεση προϋποθέτει αμοιβαία ανάληψη ευθύνης. Οι κυβερνήσεις της απλής αναλογικής ενθαρρύνουν το αντίθετο, την αμοιβαία επίρριψη ευθυνών, την οικουμενική δραπέτευση από το κυβερνητικό καθήκον. Στην περίπτωσή μας η απλή αναλογική θα υποχρέωνε τη Ν.Δ. να κυβερνήσει μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ, σε μια μη-κυβέρνηση του ελάχιστου κοινού παρονομαστή. Και με έξτρα μπόνους για τη χώρα, τη Χρυσή Αυγή ως αξιωματική αντιπολίτευση.
Κάποιοι θεωρούν ότι η απλή αναλογική θα μπορούσε να οδηγήσει σε κουλτούρα ευρύτερων συναινέσεων. Μακάρι, πιθανόν, μακροχρόνια. Πριν από αυτό όμως, η χώρα θα περνούσε επισήμως σε διαβάθμιση υψηλού πολιτικού ρίσκου, απομακρύνοντας διά παντός όσους ελάχιστους επενδυτές θα είχαν απομείνει. Η απλή αναλογική θα παρήγε με βεβαιότητα ασταθείς, αναποτελεσματικές και βραχύβιες κυβερνήσεις. Σε μια χώρα που –επιτέλους!– αγωνιά να κυβερνηθεί και δεν έχει πια άλλο χρόνο να κάψει.
Ο δικομματισμός (προϊόν ενισχυμένης αναλογικής) υποχρέωνε σε κόμματα μεγάλα, ευρύχωρα και πολυσυλλεκτικά. Ετσι, οι ιδεολογικές τάσεις και αντιθέσεις συνθέτονταν και λειαίνονταν αναγκαστικά στο εσωτερικό των κομμάτων, χωρίς να αποσταθεροποιούν τη χώρα. Η απλή αναλογική οδηγεί στην πολιτική ρευστοποίηση, σε κομματικές πολυδιασπάσεις, που συχνά ευνοούν τους ακραίους, τους διεφθαρμένους, τους λαϊκιστές. Κάθε βουλευτής αποκτά υπέρμετρη εξουσία να πιέζει, να εκβιάζει, να αποστατεί. Η πολιτική διαδικασία εκφυλίζεται σε ένα ατέλειωτο πολιτικό αλισβερίσι, τα κόμματα καθίστανται σημαίες ευκαιρίας. Και η ρευστότητα της απλής αναλογικής είναι ο παράδεισος των εξωθεσμικών συμφερόντων, μιντιαρχών και λοιπόν «παραγόντων». Και διάφορων μικρομέγαλων «αρχηγών» (του 3% ή του 0,3%) που ράβουν για τον εαυτό τους κοστούμι ρυθμιστή με τα κουρέλια της κατεστραμμένης πολιτικής αξιοπιστίας της χώρας.
«Το Βέλγιο έμεινε χωρίς κυβέρνηση για 1,5 χρόνο», αντιτείνει ένας υπουργός. Ομως το Βέλγιο ως ομοσπονδία έχει δομές διακυβέρνησης που λειτουργούν αυτόνομα στα χαμηλότερα επίπεδα. Στην Ελλάδα ακόμα κι οι πιο ασήμαντες λειτουργίες του κράτους χρειάζονται υπουργικές αποφάσεις για να διεκπεραιωθούν. H Ιταλία, από την άλλη, πέρασε 45 χρόνια μεταπολεμικής αστάθειας μέχρι να καταφέρει να αλλάξει την απλή αναλογική, που είχε οδηγήσει σε κυβερνήσεις μέσης διάρκειας 9 μηνών. Η Βουλή της ήταν θίασος ποικιλιών και η χώρα όδευε από κρίση σε κρίση. Κι η Ιταλία (αντίθετα με μας) διέθετε πάντα ισχυρούς κρατικούς θεσμούς.
Δυστυχώς, ο εκλογικός νόμος της κυβέρνησης δεν περιορίζεται καν στη δολιότητα της απλής αναλογικής. 427.000 παραγωγικοί Ελληνες έχουν μεταναστεύσει από ανάγκη για να βρουν δουλειά στο εξωτερικό, οι περισσότεροι προσδοκώντας να επιστρέψουν. Η κυβέρνηση τους αρνείται το δικαίωμα ψήφου, απορρίπτοντας τις πιέσεις της αντιπολίτευσης και συλλογικών πρωτοβουλιών όπως το αξιόλογο Brain Gain.
Προφανώς αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι που ξενιτεύτηκαν για μια καλύτερη ζωή ή για να θρέψουν τις οικογένειές τους έχουν ελάχιστη συμπάθεια στους τακτικισμούς των αιώνιων φοιτητοσυνδικαλιστών που σήμερα κυβερνούν τη χώρα. Εισηγείται όμως η κυβέρνηση ψήφο στα 17 (δηλαδή στα 16), αποβλέποντας προφανώς στις εύπλαστες μαθητικές πελατείες, εκμαυλίσιμες με υποσχέσεις κατάργησης της μισητής αριστείας και ελεύθερης εισαγωγής στα πανεπιστήμια.
Στα πολιτικά εγχειρίδια υπάρχει ως κατηγορία ο πολιτικός κυνισμός. Και έπειτα, ως εξαιρετική περίπτωση, συναντάται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
*Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.
Έντυπη