ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

be good July

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Έφυγε για πάντα από τον μάταιο τούτο κόσμο ο Κώστας Κάρης ένας ευπατρίδης της ανανεωτικής αριστεράς. Συλλυπητήρια στους δικούς του.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Όλοι υποχείρια του καταστροφέα



της Λίνας Παπαδάκη από το protagon

Μετά τη γέννηση του Χριστού, 2014 χρόνια, η σταύρωση στον τόπο του κρατά τη μαυρίλα του συννεφιασμένου ουρανού και το ρυάκι του κατηφορικού αίματος.
Τίποτα δεν διδαχθήκαμε από τις αναλύσεις και τις εσωτερικές αναζητήσεις της εύπορης κοιλάδας.
Η θρησκεία και η ανθρώπινη ατέλεια της θνησιμότητας, αιώνιο περίβλημα του Κακού.
Πρόστιμα θρησκευτικά ή δολοφονία. Κλειτοριδεκτομή ή θάνατος. Φυγή ή υποταγή. Τα διλήμματα που φακελώνουν την ψυχή και πάνε πίσω την ανθρωπότητα. Στην εποχή που ο Αυτοκράτορας για να διασκεδάσει παρακολουθούσε τα πεινασμένα λιοντάρια του να καταβροχθίζουν τον θνητό, τον φτωχό θνητό, διαφωνούντα των προσταγών.
Τι δύναμη και από πού χρειάζεται η ανθρώπινη πορεία να ξεφύγει από την αγριότητα και να χρησιμοποιήσει τον άκρατο καπιταλισμό προς όφελος ισχυρών και χωροταξικών κατόχων. Ιστορία, έθνος, σύνορα, λάσπη με ξεσκισμένα πτώματα κολλημένα στην μπότα του ειρηνοφόρου.
Τι ωφελείται άνθρωπος, εάν τον κόσμο όλον κερδίσει, τη δε ψυχή αυτού ζημειωθεί;

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Μάτια ερμητικά κλειστά


του Τάσου Τέλλογλου από το protagon
Πριν από αρκετό καιρό, τον Μάρτιο, έγινε στο μέγαρο Μαξίμου σύσκεψη με τη συμμετοχή του τότε υπουργού Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα, του ενοίκου του μεγάρου πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, στελεχών των ταμείων των δημοσιογράφων και εκπροσώπων των εκδοτών. Εκεί, σχεδόν με ύφος υπερυπουργού οι εκπρόσωποι των εκδοτών ζήτησαν τον λόγο από τον τότε υπουργό των Οικονομικών κ. Στουρνάρα για το γεγονός ότι το αγγελιόσημο ήταν μεταξύ των ρυθμίσεων για τις «κρατήσεις υπέρ τρίτων», η κατάργηση των οποίων αποτελούσε θέμα συζήτησης ακόμα με την τρόικα. Με άλλα λόγια, η τρόικα είχε ζητήσει εδώ και πολύ καιρό να καταργηθεί το αγγελιόσημο, όπως και όλες οι άλλες κρατήσεις υπέρ τρίτων, ως προαπαιτούμενο για να απελευθερωθεί η δόση.
Ο Στουρνάρας προσπάθησε και το θέμα έφυγε από την ατζέντα. Τώρα όμως επανέρχεται. Φυσικά οι εκδότες και τα μέσα που ελέγχουν θα αναφερθούν διεξοδικά στις διάφορες στρεβλώσεις που εμποδίζουν τον ανταγωνισμό, αλλά όταν φτάσουν στις πομπές τις δικές τους, και δικές μας (η ΕΣΗΕΑ συντάσσεται πλήρως υπέρ του δικαιώματος των δημοσιογράφων να πληρώνει ολόκληρη η κοινωνία την ασφαλιστική τους εισφορά) θα το κάνουν «μόκο».
Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις των ΜΜΕ χρωστάνε στις τράπεζες εκατοντάδες εκατομμυρίων δάνεια που ουδέποτε θα πληρώσουν, αναχρηματοδοτούνται διαρκώς για την πληρωμή των τόκων στην οποία δεν ανταποκρίνονται, και είναι σε πολλές περιπτώσεις οι πρωταγωνιστές «κόκκινων δανείων» στα «κακά τμήματα» τραπεζών που έχουν μπει εκκαθαριστές, χωρίς καμία συνέπεια. Το ετοιμόρροπο πρακτορείο τύπου (που συντηρεί στόλο φορτηγών και οδηγών για να διανέμει τις ελάχιστες εφημερίδες που ακόμα κυκλοφορούν), επιβιώνει διότι αν καταρρεύσει θα σαρωθούν ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων στο κύκλωμα. Πρόκειται για μια ωραία ατμόσφαιρα εντελώς εξυπηρετική για όλες τις πλευρές.
Έτσι, για πρώτη φορά στα 40 χρόνια της μεταπολίτευσης, η συγκυβέρνηση έχει εξασφαλίσει απόλυτο έλεγχο των ΜΜΕ. Τέτοια καταθλιπτική ομοφωνία -συμφωνούν ακόμα και οι υπουργοί της- ουδέποτε υπήρξε. Φυσικά, ο κατά τα άλλα έτοιμος να καταγγείλει ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδιαίτερα φειδωλός στην αντιμετώπιση του συγκεκριμένου πλέγματος. Αφενός διότι ελέγχει -με άλλους- το σωματείο μας, εκείνο των επαγγελματιών δημοσιογράφων, αφετέρου διότι το σύνολο των επιχειρήσεων θα καταρρεύσουν αν λειτουργήσουν με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Από την αρχή της τετραετίας της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές μας, οι εκδότες κατάφεραν να τους μείνουν -με τα χρήματα των τραπεζών- οι εκδοτικές επιχειρήσεις. Όχι πως θα τις έπαιρνε κανείς. Αλλά -όπως και σε άλλους κλάδους της οικονομίας- εμποδίζουν νέες προσπάθειες, δεσμεύοντας πόρους και διαιωνίζοντας ένα μοντέλο επιχείρησης που είναι πεθαμένο.
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

Στα 40 της Δημοκρατίας


του Νικόλα Γιατρομανωλάκη από το protagon
Με την αποκατεστημένη Δημοκρατία είμαστε συνομήλικοι. Για την ακρίβεια η Δημοκρατία μού ρίχνει μερικούς μήνες. Γεννήθηκα στη μεταπολίτευση, μεγάλωσα στη μεταπολίτευση, σπούδασα στη μεταπολίτευση και εργάστηκα στη μεταπολίτευση. Μόνο αυτή την Ελλάδα γνώρισα. Για πολύ καιρό επέτρεψα στις μεγαλύτερες από εμένα γενιές να με κάνουν να αισθάνομαι μειονεκτικά για αυτό. «Δεν ήσουν εκεί. Δεν ξέρεις. Δεν αγωνίστηκες. Εσείς τα βρήκατε όλα έτοιμα». Για πολλά χρόνια άφησα τις μεγαλύτερες γενιές και φυσικά την περίφημη γενιά του Πολυτεχνείου να έχουν το ηθικό προβάδισμα και να το εξαργυρώνουν με το αζημίωτο. Παντού, αλλά κυρίως στην πολιτική, έτσι ώστε να μπορούν να μου κουνούν το δάχτυλο με τον τρόπο που μόνο αυτός που θεωρεί πως έχει την απόλυτη γνώση μπορεί. Και αυτή η γενιά τον είχε τον τρόπο, και κυρίως είχε το θράσος.
Έτσι, με τούτα και με κείνα, έφτασε η Δημοκρατία στα 40 κι εγώ από κοντά. Με την προηγούμενη γενιά να συνεχίζει να με θεωρεί μικρό και άμαθο, σαν να μην έχει καταλάβει τίποτα από όσα έχουν μεσολαβήσει, να εξακολουθεί να θεωρεί ότι τα ξέρει καλύτερα όλα και να μου κουνάει το δάχτυλο. Κυριολεκτικά. Σε τηλεοπτικά πάνελ. Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις.
Όμως σας έχω νέα: Με βάση την απογραφή του 2011, το 50,99% του πληθυσμού της χώρας ήταν κάτω από 40 ετών. Τώρα έχουμε 2014 οπότε τα στοιχεία μπορεί να έχουν μεταβληθεί λίγο αλλά η κεντρική ιδέα παραμένει: Περίπου οι μισοί Έλληνες έχουν γεννηθεί πριν την μεταπολίτευση και οι άλλοι μισοί μετά. Και για να το θέσω σε πιο ουσιαστικούς όρους: Πάνω από τους μισούς Έλληνες έχουν μεγαλώσει στο οικοδόμημα που έχτισε για αυτούς η γενιά του Πολυτεχνείου και ίσως και μια-δυο μεγαλύτερες γενιές.
Έχει σημασία; Κατά τη γνώμη μου έχει, γιατί όλα τα χαρακτηριστικά, όλη η παθογένεια αυτής της γενιάς έχει εμποτίσει το σύστημα με το οποίο πορευόμαστε σήμερα. Από το πώς αντιλαμβανόμαστε έννοιες όπως η Αριστερά και η Δεξιά μέχρι το κοινωνικό κράτος. Από τη σχέση μας με θεσμούς όπως η εκκλησία και ο στρατός που θα περίμενες ότι θα έχουν περάσει από ένα βίαιο σοκ μετά την μεταπολίτευση αλλά φευ, μέχρι τις ηλικίες που υπερεκπροσωπούνται και εκείνες που υποεκπροσωπούνται στο πολιτικό σύστημα αυτή τη στιγμή. Από τη σχέση μας με το χρήμα, με την εργασία, με την εκπαίδευση, με την εξουσία.
Φυσικά αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Πριν λίγους μήνες, σε μια συζήτηση με μια Ολλανδή ευρωβουλευτή, μου είπε ότι θεωρεί ότι η μεγάλη μάχη που δίνεται στις μέρες μας στην Ευρώπη δεν είναι αυτή μεταξύ Βορρά-Νότου αλλά μεταξύ διαφορετικών γενιών. Μια ματιά στο σημερινό Ευρωκοινοβούλιο και στις συζητήσεις για τη σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το αποδεικνύει.
Στα 40 σε άλλους κάνουν μνημόσυνο. Σε άλλες τους λένε ότι είναι σαν δύο εικοσάρες. Στην περίπτωση της Δημοκρατίας, αυτή η σαραντάρα σίγουρα δεν μοιάζει με δύο εικοσάρες. Μπορεί να αποκαταστάθηκε, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά δεν εξελίχθηκε. Δεν αναβαθμίστηκε. Ούτε καν φροντίστηκε. Κι έτσι τώρα, στα 40 της είναι ξεχαρβαλωμένη και απειλείται από παντού και κυρίως από την γενιά πολιτικών που υποτίθεται ότι την αποκατέστησαν αλλά στη συνέχεια ασέλγησαν πάνω της με έναν τρόπο που έφερε σε πολλούς αποστροφή, ενίσχυσε φαινόμενα όπως η αποχή ή μορφώματα τύπου Χρυσής Αυγής και συντήρησε, αν όχι ισχυροποίησε, όλη τη μιζέρια του κομματικοποιημένου κράτους.
Για αυτό, στα 40 πλέον, αρνούμαι να συνεχίσω να δίνω το ηθικό προβάδισμα σε αυτούς. Όχι φυσικά με βάση παιδιάστικα επιχειρήματα, όπως το περίφημο «Είμαστε ηθικοί επειδή δεν κυβερνήσαμε» του κ. Τσίπρα, τα οποία επί της ουσίας δεν λένε τίποτα. Ούτε με το άλλοθι του αμεσοδημοκρατικού δημοψηφίσματος που χρησιμοποιούν διάφοροι (θυμηθείτε πόσοι, ποιοι και με ποιες αφορμές ζήτησαν δημοψήφισμα τα τελευταία χρόνια και επίσης αναρωτηθείτε κατά πόσο π.χ. ένα δημοψήφισμα για τζαμιά θα έκανε τη χώρα μας πιο δημοκρατική. Το δημοψήφισμα, έτσι όπως συζητείται στην Ελλάδα, αποτελεί μια δημοκρατική επίφαση και μια συγκάλυψη της γνωστής τακτικής «πετάω την μπάλα στην εξέδρα όταν τα βρω σκούρα»).
Υπάρχουν πολλά που μπορούν να γίνουν επί της ουσίας για τη Δημοκρατία, έτσι ώστε από την αποκατάσταση να περάσουμε στην ανύψωση: Να εξελιχθεί το Σύνταγμα. Να απαγκιστρωθούν τα κόμματα από το κράτος. Να ενισχυθεί η τοπική αυτοδιοίκηση. Να ισχυροποιηθεί η δικαιοσύνη. Να επενδυθούν πόροι στην εκπαίδευση, το παραπαίδι του κράτους. Δεν είναι πυρηνική φυσική, αυτονόητα πράγματα είναι.
Και στα 40 θεωρώ ότι και μπορώ και οφείλω να διεκδικήσω τα αυτονόητα απέναντι σε αυτούς που εξακολουθούν να μου κουνάνε το δάχτυλο. Είμαστε μια γενιά πιο μορφωμένη, πιο ανοιχτή, πιο φιλική, πιο εργατική, πιο ηθική. Η μικρότερη από τη δική μου γενιά, ακόμα περισσότερο. Η φύση έχει προνοήσει. Υπάρχει μια διαδικασία που λέγεται εξέλιξη. Στην Ελλάδα, έχουμε επιλέξει να την μπλοκάρουμε, με τεχνητά μέσα. Ως πότε;

Αξιολόγηση: Η διοίκηση και το ποσοστό



του Ευθύμη Δημόπουλου

Οι θέσεις των πολιτικών κομμάτων και των πολιτευτών που εναντιώνονται στην αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων διατυπώνονται αποκλειστικά με αντιθετικούς συνδέσμους. «Ναι, εμείς θέλουμε την αξιολόγηση, βεβαίως η αξιολόγηση είναι απαραίτητη αλλά..., όμως..., μα..., ωστόσο..., κτλ. κτλ.». Επειδή δεν τολμούν να αρνηθούν ευθέως την αξιολόγηση (ως καταστατικό όρο της δημοκρατίας και κάθε δημόσιας λειτουργίας) επιδιώκουν είτε να απενεργοποιήσουν κάθε ουσιαστική της διάσταση είτε να την παραπέμψουν για άλλη μια φορά στις καλένδες.
Εναντίον της αξιολόγησης ακούγονται οι συνηθισμένες συνδικαλιστικές κορώνες της απόλυτης άρνησης (π.χ. η αξιολόγηση αποδομεί το κράτος) που μοναδικό σκοπό έχουν τη διατήρηση συντεχνιακών κεκτημένων. Με τις δυνάμεις αυτές δεν υπάρχουν περιθώρια διαλόγου. Όμως, κατά του νομοσχεδίου διατυπώνονται και βάσιμες ενστάσεις. Είναι κυρίως δύο και αξίζει να τις εξετάσουμε.

Ένσταση πρώτη. «Η διοίκηση του δημοσίου είναι κομματοκρατούμενη, αναξιοκρατική και δεν μπορεί να εγγυηθεί την αξιολόγηση. Οι υπάλληλοι δεν την εμπιστεύονται. Πρέπει πρώτα να αλλάξει η διοίκηση και μετά να προχωρήσουμε σε αξιολόγηση του υφιστάμενου προσωπικού».
Σε μεγάλο βαθμό και παρά τις λαμπρές εξαιρέσεις, έτσι έχουν τα πράγματα. Οι διευθύνσεις του δημοσίου προέρχονται κυρίως από κομματικά δίκτυα. Η διοικητική αυτή συνθήκη καταφέρνει και επιβιώνει παρά το σοκ της χρεοκοπίας αλλά και μετά από 4 οδυνηρά χρόνια κρίσης. Απαρτίζεται από κάποιες χιλιάδες ανθρώπους που διευθύνουν σχολεία, νοσοκομεία και άλλες δομές. Δεν πρόκειται να αλλάξει ριζικά μετά τις επόμενες εκλογές ούτε με τις επόμενες κρίσεις επιλογής διευθυντικού προσωπικού. Η μεταρρύθμιση ενός «κομματικού και κοινωνικοποιημένου πελατειακού κράτους» το οποίο διαθέτει ισχυρά ερείσματα στο εκλογικό σώμα δεν μπορεί παρά να είναι αργή και βασανιστική όπως και η συνολικότερη ανανέωση και εξυγίανση της πολιτικής μας ζωής. Επομένως ή θα προχωρήσουμε στην εφαρμογή αλλαγών μέσα σε αυτό το διοικητικό πλαίσιο επιδιώκοντας ταυτόχρονα τη σταδιακή ανανέωση και αναδόμησή του ή θα πρέπει να αναμένουμε την πλήρη (;) εξυγίανση της διοίκησης για να δρομολογήσουμε μεταρρυθμίσεις. Όμως το να παραπέμπουμε όλες τις απόπειρες αναδιοργάνωσης του κράτους σε ένα μελλοντικό εργαστήρι όπου υγιείς πολιτικές και διοικητικές δυνάμεις σχεδιάζουν και εφαρμόζουν, υπό κανονικές συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης, μεταρρυθμίσεις με μηδενική τριβή είναι μια ουτοπία η οποία μας καταδικάζει στην απραξία.
Επιπλέον είναι τόσο γενικευμένη η παθολογία του ελληνικού δημοσίου (από την αστυνομία μέχρι την πολεοδομία και από την εφορία μέχρι το δικαστικό σώμα) που είναι αδύνατο να τη διαχειριστούμε με τη συγκρότηση αλλεπάλληλων ανεξάρτητων αρχών. Οι ανεξάρτητες αρχές, για να είναι πράγματι ανεξάρτητες, πρέπει να χρησιμοποιηθούν με φειδώ. Αφού δεν μπορούμε να καταργήσουμε ή να παρακάμψουμε τις υπάρχουσες διευθυντικές δομές οφείλουμε να τις ελέγξουμε αυστηρότερα και να απαιτήσουμε την προσαρμογή τους στο πνεύμα του εκσυγχρονισμού και της νομιμότητας.
Στην κατεύθυνση αυτή συνδράμει τόσο η εφαρμογή των «συμφωνημένων» ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους εταίρους όσο και η πίεση των δυνάμεων της μεταρρύθμισης στο πελατειακό - κομματικό κράτος. Έτσι σήμερα η δημόσια διοίκηση δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό που ήταν. Όχι απλώς γιατί η δημοσιονομική προσαρμογή περιορίζει τις σπατάλες και το ρουσφέτι αλλά και γιατί όλες οι μικρές ή μεγαλύτερες αλλαγές που συμβαίνουν (από τη δημιουργία ψηφιακών βάσεων δεδομένων π.χ. το myschool στην εκπαίδευση μέχρι τις νέες ρυθμίσεις για τα κριτήρια επιλογής της διοίκησης και το ρόλο του επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης) σπρώχνουν όλο και περισσότερο το κομματικό κατεστημένο διοίκησης προς τη συμμόρφωση και την «κανονικότητα». Για παράδειγμα, εκ των πραγμάτων ένα μεγάλο μέρος των διευθυντών και των σχολικών συμβούλων θα αναγκαστούν να αναπροσανατολίσουν τη στάση τους ενόψει της αξιολόγησης δασκάλων και καθηγητών, όπως αναγκάστηκαν να κάνουν και με την αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων μετά το «εντέλλεται» των προϊσταμένων τους.

Ένσταση δεύτερη. «Η υποχρεωτική ποσόστωση 15% ανεπαρκών υπαλλήλων που ορίζει το νομοσχέδιο είναι αυθαίρετη και προδικάζει απολύσεις»
Αναμφίβολα το οριζόντιο 15% είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής άρνησης του πολιτικού προσωπικού να κλείσει άχρηστους οργανισμούς του Δημοσίου. Διασώζοντας πολλά από τα δικά του «παιδιά» μεταθέτει το βάρος στο προσωπικό των υπόλοιπων δομών. Επειδή δεν κλείνει τον «οργανισμό αποξήρανσης της Κωπαϊδας» πρέπει να βρεθεί ένα 15% ανεπαρκών στο τάδε δημοτικό σχολείο της Κυψέλης.
Μάλλον δεν υπάρχει δυτικοευρωπαϊκή χώρα όπου προεξοφλείται η ποσόστωση των αποτελεσμάτων αξιολόγησης. Όμως δεν πρέπει να υπάρχει και άλλη δυτικοευρωπαϊκή χώρα όπου η πρόσληψη στο δημόσιο είναι σε μαζική κλίμακα ρουσφετολογική, όπου ένα μεγάλο ποσοστό δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων είναι απόφοιτοι πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπου το φαινόμενο των πλαστών πιστοποιητικών είναι τόσο εκτεταμένο, όπου ουσιαστικά το δημόσιο δεν διατηρεί το δικαίωμα να απολύει. Στις συνθήκες αυτές χωρίς μια προαποφασισμένη ποσόστωση για την ανεπάρκεια ή την αριστεία θα καταλήξουμε σε κωμικά αποτελέσματα. Στην πρόσφατη αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων, η οποία βασίστηκε σε ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, με κλίμακα από 1 – 4 το σύνολο σχεδόν των σχολείων της επικράτειας αρίστευσε σε όλους τους τομείς (ποιότητα διδακτικού έργου, παιδαγωγική επάρκεια, σχέσεις μαθητών δασκάλων, επίτευξη γνωστικών στόχων, καινοτόμες δράσεις κτλ, κτλ) πλην της υλικοτεχνικής υποδομής και της επάρκειας προσωπικού. Εκτός από την κοινωνία μάλλον κοροϊδεύουμε και τον εαυτό μας.
Το νομοσχέδιο δεν αναφέρει τίποτα για απολύσεις. Όσοι θεωρηθούν ανεπαρκείς ούτε απολύονται ούτε τίθενται σε διαθεσιμότητα αλλά θα μετεκπαιδευτούν. Οι συνέπειες για αυτούς είναι η προσωρινή (μέχρι την επόμενη αξιολόγηση) βαθμολογική και μισθολογική τους καθήλωση ενώ το bonus για τους επαρκείς είναι η ακώλυτη εξέλιξή τους.
Παρά τις αδυναμίες που έχει το νομοσχέδιο οι δημόσιοι λειτουργοί που σέβονται το αξίωμα που τους εμπιστεύτηκε η κοινωνία πρέπει να αξιοποιήσουν την αξιολόγηση ως θεσμική ευκαιρία μεταρρύθμισης και εκδημοκρατισμού του κράτους. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να ακυρωθεί για μια ακόμη φορά.
Η αξιολόγηση πρέπει να ξεκινήσει, γιατί μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορούμε να καταγράψουμε, να μετρήσουμε, να δοκιμάσουμε, να αναστοχαστούμε και να σχεδιάσουμε. Άλλωστε "δεν υπάρχει τίποτε πιο δύσκολο να σχεδιαστεί, πιο αβέβαιο ως προς την επιτυχία του και επίπονο στη διαχείρισή του από τη δημιουργία ενός νέου συστήματος. Γιατί ο καινοτόμος έχει την εχθρότητα όλων όσων έχουν να χάσουν από την αλλαγή και μόνο τη χλιαρή υποστήριξη από όσους θα μπορούσαν να ωφεληθούν από το νέο σύστημα" (Μακιαβέλι, Ηγεμών)




Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Επιχειρήσεις και Πανεπιστήμια


του Δημήτρη Κουρέτα από την Καθημερινή
Πολλές φορές τον τελευταίο καιρό ακούω και διαβάζω για το ποια πρέπει να είναι η σχέση των εταιρειών με τα πανεπιστήμια. Υπάρχουν απόψεις ότι δεν θα πρέπει να έχουν καμία σχέση οι εταιρείες με τα πανεπιστήμια γιατί κατευθύνουν τη γνώση σε αγοραίες λογικές. Αλλες απόψεις λένε ότι θα πρέπει να υπάρχει ελεύθερη σχέση των εταιρειών με τις ερευνητικές ομάδες. Να δούμε κατ’ αρχάς τι ισχύει σήμερα στη χώρα, τι δεν ισχύει και τι θα έπρεπε να ισχύει· κατά τη γνώμη του γράφοντος πάντα.

Πρώτα πρώτα, εδώ και πολλά χρόνια ισχύει η σύναψη συμφωνίας ερευνητικών προγραμμάτων ανάμεσα σε εταιρείες και ερευνητικά εργαστήρια. Δεν απαγορεύεται. Μάλιστα, σε αυτήν τη λογική βρίσκουν δουλειά χιλιάδες νέοι επιστήμονες. Θα μπορούσε να πει κανείς να μην επιτρέπεται κάτι τέτοιο και όλη η έρευνα να γίνεται είτε στα κρατικά εργαστήρια για λογαριασμό του κράτους είτε στα εργαστήρια των εταιρειών για λογαριασμό τους.

Να τα δούμε λίγο αυτά τα δύο.

Αν επιτρεπόταν η έρευνα στα κρατικά εργαστήρια να γίνεται μόνο με κρατικά -ή με κρατικά και ευρωπαϊκά- χρήματα, τότε θα είχαμε δύο ειδών προβλήματα: πρώτον, θέματα επάρκειας της φθίνουσας χρηματοδότησης για τη συντήρηση του ερευνητικού δυναμικού και, δεύτερον, θέματα επιπτώσεων της χρηματοδότησης στην εθνική οικονομία. Οι κρατικές δαπάνες για την έρευνα βαίνουν μειούμενες σε πραγματικές τιμές και πρέπει να μοιράζονται σε μια ολοένα διευρυνόμενη βάση ερευνητών. Βαθμιαία, αν δεν προκύψει κάποιου είδους στόχευση, η κρατική ερευνητική δαπάνη θα καταλήξει να είναι ένα «ερευνητικό χαρτζιλίκι» ανά ερευνητή. Ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή χρηματοδότησης σ’ αυτή την περίπτωση. Το σπουδαιότερο όμως θέμα είναι η επίπτωση της ερευνητικής δαπάνης στην οικονομική ανάπτυξη. Αν η δημόσια ερευνητική υποδομή παράγει ερευνητικά αποτελέσματα που δεν είναι, εν μέρει, σχετικά με τις ανάγκες του ελληνικού οικονομικού ιστού, τότε θα διαπιστώσουμε ότι λειτουργεί προς όφελος οικονομιών εκτός Ελλάδας. Δηλαδή, οι κρατικές δαπάνες για την έρευνα στην Ελλάδα (όπως και το ρεύμα των καλά εκπαιδευμένων αποφοίτων των πανεπιστημίων μας) δημιουργούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε άλλες οικονομίες! Είμαστε σίγουροι ότι το θέλουμε αυτό; Η λογική λέει «όχι» και ο τρόπος για να το λύσουμε είναι να ενισχύσουμε τους δεσμούς της έρευνας με την παραγωγή.

Θα μπορούσε όμως επίσης το κράτος (το πανεπιστήμιο δηλαδή) να ιδρύει σε κάθε πανεπιστήμιο εταιρείες αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων και να λειτουργεί ως ένας σκληρός ιδιώτης που προστατεύει τα δημόσια χρήματα. Δεν το κάνει όμως. Με το να μην το κάνει, υπακούοντας στη «σοφή» υπόδειξη «έξω οι εταιρείες από τα πανεπιστήμια», ουσιαστικά παίζει τον broker των εταιρειών, αφού, σύμφωνα με τον νόμο, όταν τα ερευνητικά αποτελέσματα δημοσιευτούν προτού γίνει κατοχύρωση από πλευράς πανεπιστημίου, θεωρείται πλέον δημόσιο αγαθό (public domain) και μπορεί κάθε εταιρεία να τα εκμεταλλευτεί χωρίς να πληρώσει τίποτα. Αρα μη φτιάχνοντας μια εταιρεία αξιοποίησης των αποτελεσμάτων, το πανεπιστήμιο βοηθά αυτούς που υποτίθεται θέλει να αποκλείσει.

Αρα το σύνθημα «έξω οι εταιρείες από τα πανεπιστήμια» μάλλον είναι ψευδεπίγραφο και δεν προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, μάλλον το καταστρατηγεί. Θεωρώ ότι μπορούν να συμβούν και τα δύο. Δηλαδή και οι εταιρείες να συμβάλλονται με καλές ερευνητικές ομάδες (γιατί δεν είναι χαζός ο ιδιώτης να δώσει τα λεφτά του σε μια άχρηστη ερευνητική ομάδα), ώστε να παράγονται αποτελέσματα, με όφελος την εύρεση εργασίας σε νέους επιστήμονες που διαφορετικά θα έφευγαν έξω. Και το πανεπιστήμιο (αν έχει τα κότσια) να φτιάξει εταιρεία και να σέβεται τα κρατικά λεφτά, προασπίζοντας το δημόσιο συμφέρον. Μην ξεχνάμε ότι είμαστε η μόνη χώρα που παίρνει το 0,6% του ΑΕΠ στα πανεπιστήμια για έρευνα και δίνει πίσω πολύ λιγότερο ως προστιθέμενη αξία στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν. Με τον υγιή ανταγωνισμό ίσως γίνουμε μια σωστή ευρωπαϊκή χώρα, με δημοκρατία στην έρευνα.

Ξέχασα να αναφέρω το πώς λειτουργεί η ΓΓΕΤ στη χώρα μας και πώς προασπίζει το δημόσιο συμφέρον. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.
* Ο κ. Δημήτρης Κουρέτας είναι καθηγητής και πρώην αναπληρωτής πρύτανη στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Υπάρχει άλλος δρόμος;


του Παναγιώτη Πασπαλιάρη

Όπως ενημερωθήκαμε από την τηλεόραση, τα κόμματα, και τα χιλιάδες blog οι πολιτικοί δρόμοι για την αξιοποίηση της έκτασης του Ελληνικού είναι δύο: από τη μία να το αγοράσει (όπως και έγινε) ο μεγάλος ιδιώτης, σε συνεργασία με funds του εξωτερικού και να την κάνει κάτι ανάμεσα σε Μονακό και Ριβιέρα. Ο δεύτερος δρόμος είναι να παραμείνει κρατική η έκταση και αφού πέσει η κυβέρνηση (ο αιώνιος πόθος των Ελλήνων) να την αναλάβουν τα κομματικά στελέχη της νέας κυβέρνησης και να την κάνουν κάτι ανάμεσα σε Central Park και Κόκκινη Πλατεία.

Αναρωτιέμαι όμως, τα θαύματα του ελληνικού τουρισμού ή πιο απλά τα μέρη της Ελλάδας που όλοι αγαπάμε να επισκεπτόμαστε, ποιος μέγας ιδιώτης ή ποια κυβέρνηση ακριβώς τα έφτιαξε; Τον Μόλυβο, το Πάπιγκο, το Δίλοφο, το Μονοδένδρι, την Κέρκυρα, το Ναύπλιο, την Ύδρα, τη Ρόδο, τα Χανιά, την Καστοριά;

Στο χωριό που μεγάλωσε ο πατέρας μου, στο πιο ψηλό βουνό της Αργολίδας ο άνεμος είναι πάντα δυνατός. Εκεί επέλεξε ο ιδιώτης να στήσει μια συστάδα από ανεμογεννήτριες που αν βρεθείς στο Ναύπλιο και σηκώσεις το κεφάλι σου με κατεύθυνση βορειοανατολική δεν μπορείς παρά να τις θαυμάσεις. Όχι λέει η αντιπολίτευση. Το ρεύμα είναι δημόσιο αγαθό και ο ιδιώτης δεν μπορεί να το παράγει. Αυτό είναι δουλειά της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού.

Και μένω πάλι να αναρωτιέμαι, οι νέοι εκείνου του χωριού, γιατί εγκαταλείπουν όλοι τις εστίες τους και μεταναστεύουν στις κοντινές ή στις πιο μακρινές ακόμα πολιτείες, όπως έκαναν οι πατέρες τους, οι παππούδες και οι πριν από αυτούς; Από αυτόν τον πλούτο που έτυχε στη γη τους, τον αέρα που κινεί γεννήτριες και γίνεται ρεύμα, γιατί να είναι εντελώς αποξενωμένοι; Γιατί να ανήκει στον ιδιώτη ή στο κράτος;

Αέρας χωρίς καμία χρηστική αξία, κοινώς αέρας κοπανιστός είναι το δίλημμα που θέτουν σήμερα στον ελληνικό λαό τα παλιά κόμματα. Από τη μία μια κοινωνία φεουδαρχική, όπου 10-15 ολιγάρχες θα ελέγχουν τα πάντα. Από την άλλη ένα κράτος σοσιαλιστικό όπου 10-15 κομματικά στελέχη θα ελέγχουν επίσης τα πάντα.

Οι πολιτείες μας και τα χωριά μας, η προκοπή αυτού του λαού, στηρίχτηκε τις λίγες φωτεινές μας περιόδους σε μια μεγάλη μεσαία τάξη. Όταν οι έμποροι της Ύδρας πλούτιζαν στα λιμάνια της Μεσογείου έφτιαχναν σπίτια πέτρινα, που θαυμάζονται ακόμα και σήμερα. Το ίδιο και οι Καστοριανοί έμποροι και οι Ζαγορίσιοι χτίστες. Έτσι και το Ελληνικό έπρεπε να δοθεί ρυμοτομημένο από πριν και με χρήσεις γης στους πολίτες που ήθελαν κάτι καινούριο να δημιουργήσουν, που θα έβαζαν γι’ αυτό τις οικονομίες τους ή θα δανείζονταν για να κάνουν πράξη το όνειρό τους. Έτσι ο χώρος θα αποκτούσε ζωή, και θα γινόταν πραγματικός πόλος έλξης για όλο τον κόσμο.

Τη μεσαία αυτή τάξη πρέπει να στηρίξει το Ποτάμι. Το οικονομικό του πρόγραμμα, η καρδιά δηλαδή της πολιτικής του ύπαρξης πρέπει κατά τη γνώμη μας να είναι πώς θα αναδιανείμει στους πολίτες τον εθνικό μας πλούτο. Να δώσει τα μέσα στους χωριανούς μου να στήσουν αυτοί ανεμογεννήτριες, να τις συντηρούν και να κερδίζουν από αυτές. Να κάνει το πλεόνασμα κατοικίες για νέους οικιστές που θα δώσουν ζωή στην εγκαταλελειμμένη γη στην παραμεθόριο κι όχι χιλιάρικα που ανακουφίζουν τη θλιβερή ζωή στις τερατουπόλεις. Να αγοράσει μηχανήματα και να τα δώσει σε νέους που θέλουν να λειτουργήσουν τα παρατημένα εργοστάσια της Θράκης.

Ακόμα, να ξαναφτιάξει το δημόσιο τομέα με πρώτη προτεραιότητα τη διευκόλυνση ατόμων και συνεταιρισμών που θέλουν να φτιάχνουν πράγματα και να τα πωλούν όπου γης. Να μετατρέψει το Πανεπιστήμιο σε εργαλείο καινοτομίας και πιστοποίησης νέων ιδεών που μπορεί να δημιουργήσουν πλούτο. Μ’ άλλα λόγια, να δώσει γη, αέρα και νερό στους νέους Έλληνες, με μόνη υποχρέωση αυτοί να τα παραδίδουν στις επόμενες γενιές αμόλυντα και αξόδευτα.


Η λύση αυτή εφαρμόστηκε αμέσως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή όταν δόθηκαν στους πρόσφυγες λίγα εκτάρια γης ανά οικογένεια, παρμένα από τους τσιφλικάδες. Πώς νομίζουν οι σύγχρονοι φωστήρες ότι σώθηκε η Ελλάδα τότε; Τη λύση αυτή άλλωστε, μας την παρέδωσε μαζί με την ελευθερία μας ο πρώτος κυβερνήτης. Έγραψε κάποτε στον μαρσιάλο (συνταγματάρχη) Μαιζόν για τους στρατιώτες του έθνους που έκλεβαν ότι έπεφτε στο δρόμο τους: «Και τότε οι άνθρωποι ούτοι οι σήμερον καταναλωταί, θέλουσιν αποβή παραγωγικοί, και κτήματα έχοντες, θέλουσιν απέχει των ξένων κτημάτων. Ουδέ γνωρίζον άλλον τρόπον, παρά τούτον»

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Γιατί η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στα Πανεπιστήμια;


Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στα πανεπιστήμια μας δίνει ελπίδες ότι αυτά θα αποτελέσουν εστίες αντίστασης του ορθολογισμού στην επερχόμενη ολική καταστροφή (Leo)
του Γιάννη Καρακάση από το protagon
Ο Κώστας Γαβρόγλου (ΚΓ) σε άρθρο του στη ΑΥΓΗ αναρωτιέται πώς η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στο εκλογικό σώμα δεν αντικατοπτρίζεται στους συσχετισμούς εντός των Πανεπιστημίων. Θα επιχειρήσω μια σύντομη απάντηση.
Ο ΚΓ δεν είναι τυχαίος. Έχει παίξει σημαντικό ρόλο ως μέλος της ηγεσίας του πάλαι ποτέ ΕΔΠ (του συνδικαλιστικού οργάνου των βοηθών, επιμελητών και επιστημονικών συνεργατών πριν το 1982). Σε δικά του κείμενα σε μεγάλο βαθμό βασίστηκαν διατάξεις του πρώτου Νόμου-Πλαίσιο που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1982. Η μάχη που κέρδισε το τότε ΕΔΠ (το ένδοξο παρελθόν κατά ΚΓ) ναι μεν έφερε την κατάργηση του αρχαϊκού και, ως εκ τούτου, αναχρονιστικού θεσμού της καθηγητικής έδρας, αλλά συνοδεύτηκε από τη συλλήβδην «καθηγητοποίηση» όλου σχεδόν του τότε βοηθητικού προσωπικού, με ειδικές διαδικασίες. Το βασικό επιχείρημα ήταν ότι, εφόσον λειτουργούσε το Πανεπιστήμιο, οι 5000 βοηθοί είχαν εκ των πραγμάτων αξιολογηθεί και επομένως δεν χρειαζόταν να κριθούν με ανοικτές διαδικασίες. Αυτή η νίκη σφράγισε τη μετριότητα σε πολλά τμήματα για πολλά χρόνια.
Το Πανεπιστήμιο έχει αλλάξει στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Η ένταξη στην Ε.Ε., τα μεγάλα ερευνητικά προγράμματα, η πρόσβαση στην επιστημονική βιβλιογραφία, η κινητικότητα διδασκόντων και φοιτητών, οι διεθνείς συνεργασίες και η σύνδεση με τα ερευνητικά κέντρα μετατόπισαν τον άξονα των αξιών. Η επιδίωξη της αριστείας στην έρευνα και τη διδασκαλία δεν είναι πια μονομανία μερικών ιδιόμορφων ακαδημαϊκών, αλλά βρίσκουν ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση σε νέους ερευνητές, μεταπτυχιακούς αλλά και προπτυχιακούς φοιτητές. Το «κακό», όμως, είναι ότι όσοι παίρνουν στα σοβαρά την επιστήμη και ιδιαίτερα όσοι δεν χρησιμοποιούν την ακαδημαϊκή θέση τους για χρηματισμό, ως εφαλτήριο για την πολιτική, ή ως μέσο για άλλους ιδιοτελείς σκοπούς, είναι απαιτητικοί. Δηλαδή, δεν εννοούν ότι κάποιος μπορεί να τους κλειδώνει σε μια αίθουσα για να υπογράψουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης, ή να τους επιβάλλει διακοπή της εργασίας τους επ’ αόριστον. Μπορεί να αλλάξουν άποψη αν τους πείσεις με επιχειρήματα, μπορεί να εφαρμόσουν έναν νόμο για τον οποίο προσωπικά έχουν επιφυλάξεις, αλλά δεν εννοούν να σκύψουν το κεφάλι στην οποιαδήποτε ομάδα φανατικών επιλέγει να τους αναγκάσει να υποταχθούν στις ορέξεις της. Η επιστήμη έχει τη δική της δεοντολογία που το πρώτο της άρθρο είναι η ελευθερία στην έκφραση των απόψεων και ο σεβασμός στη γνώμη του άλλου. Αν διαφωνείς με κάποιον προσπαθείς να βρεις λογικά αντεπιχειρήματα, δεν τον πλακώνεις στο ξύλο, ούτε του χτίζεις το γραφείο, ούτε τον απειλείς ότι ξέρεις που είναι το σπίτι του, ούτε βγάζεις αφίσες με το απίθανο σύνθημα «ο τρόμος άλλαξε στρατόπεδο». Αν, πάλι, έχεις μετατρέψει το εργαστήριό σου σε ιδιωτικό μελετητικό γραφείο, την πανεπιστημιακή κλινική σου σε προσωπικό ιατρείο, αν δημοσιεύεις σπάνια ή ποτέ, αν λείπεις μονίμως, αν έχεις να αποκαταστήσεις παιδιά σε καθηγητικές θέσεις, αν θέλεις ψήφους από τους φοιτητές σου κ.ο.κ., μπορεί να καταγγείλεις με άνεση όχι μόνο τον νόμο για τα πανεπιστήμια αλλά και τον νόμο της βαρύτητας.
Και ερχόμαστε στο πρόσφατο παρελθόν: σε 24 ιδρύματα έγινε απόπειρα να διεξαχθούν εκλογές για τα Συμβούλια. Όχι μία, αλλά τρεις φορές στο καθένα. Κάθε φορά η εφορευτική επιτροπή και οι πανεπιστημιακοί που πήγαν στην κάλπη, βρήκαν μπροστά τους μέλη των φοιτητικών παρατάξεων που διέλυσαν τη δημοκρατική διαδικασία. Δηλαδή, η Δημοκρατία έχασε στα Πανεπιστήμια με (3x24=) 72-0. Με τέτοιο σκορ μια ομάδα δεν ξαναμπαίνει στο γήπεδο, αλλάζει όνομα, προπονητή, παίκτες, σύμβολα και φιλάθλους. Σωστά; Δεν θα αναφερθώ στις αφίσες-προγραφές που κυκλοφόρησαν εναντίον όσων συναδέλφων έθεσαν υποψηφιότητα, ούτε τις πολυσυζητημένες επιθέσεις εναντίον άλλων που κατέληξαν στο νοσοκομείο, αλλά ας σκεφτούμε αλήθεια πόσο ασπόνδυλος πρέπει να είναι κανείς για να υποταχθεί σε μια τέτοια βαρβαρότητα; Όταν λοιπόν κάποιες κομματικές δυνάμεις, όχι απλώς δεν καταδικάζουν αλλά επαινούν αυτή τη συμπεριφορά ως αγωνιστικότητα, όταν βουλευτές (του ΣΥΡΙΖΑ) προτάσσουν τα στήθη τους για να μη λειτουργήσουν έστω και συμβολικά τα πειθαρχικά, όταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης εγκαλεί τους καθηγητές για την στάση τους, τι ακριβώς θα περίμενε ο ΚΓ, τη μαζική προσχώρηση στις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ; 
Όλοι έχουμε λίγο-πολύ τις πολιτικές μας απόψεις και τις κομματικές μας προτιμήσεις, αλλά αν ανήκα σε ένα κόμμα του οποίου η φοιτητική παράταξη κακοποιούσε συναδέλφους μου, θα τους υπερασπιζόμουν για λόγους αξιοπρέπειας ακόμη και αν διαφωνούσα απολύτως μαζί τους. Και αν η ηγεσία του κόμματος αυτού κάλυπτε μια τέτοια βίαιη συμπεριφορά θα αναρωτιόμουν σοβαρά αν έχω θέση σε ένα τέτοιο κόμμα. Ίσως, λοιπόν, η παρατήρηση του ΚΓ «η κατάσταση είναι ακόμη πιο απογοητευτική, αφού, σχεδόν σίγουρα, το 30% των πανεπιστημιακών πρέπει να έχει ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές», να πρέπει να εκληφθεί ως ελπιδοφόρο σημάδι: κάποιοι πανεπιστημιακοί-φηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι διατεθειμένοι να υποταχθούν σε πρακτικές που ακυρώνουν την έννοια του Πανεπιστημίου και που τους καθιστούν προσωπικά αφερέγγυους απέναντι στους συναδέλφους τους.
Η αυτοκριτική του ΚΓ για τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην αξιολόγηση είναι ευπρόσδεκτη αλλά ατελής. Δεν ξεκινά από την άποψη ότι η αξιολόγηση είναι μια επιθυμητή διαδικασία για τη βελτίωση του Πανεπιστημίου, η οποία μπορεί να ακυρώσει τις πελατειακές σχέσεις ανάμεσα σε πολιτικούς και πανεπιστημιακούς κύκλους, ή να επιβάλει κανόνες κοινά αποδεκτούς για το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας, αλλά τη βλέπει ως ένα ακόμη χαρτί στην κομματική αντιπαράθεση ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Γράφει χαρακτηριστικά «Εμείς, όμως, έχοντας χρεωθεί την πλήρη απόρριψη των αξιολογήσεων, δεν μπορέσαμε στη συνέχεια να καθορίσουμε μια στρατηγική γι' αυτά τα θέματα». Η ιδέα ήταν ότι η ατελής σε μεγάλο βαθμό αξιολόγηση, που δεν περιελάμβανε συγκριτική κατάταξη των ομοειδών τμημάτων, και που σε αρκετές περιπτώσεις κατέληξε σε καλά λόγια για όλους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως συλλογικό αποδεικτικό στοιχείο ότι όλοι είμαστε άριστοι και επομένως «κάτω τα χέρια από τα Πανεπιστήμια». Το έχουμε ξαναδεί το έργο την εποχή του ΕΔΠ.
Το κύριο συμπέρασμα του άρθρου του ΚΓ είναι ακόμη πιο θλιβερό: «Και εμείς συνεχίζουμε να μη θέλουμε να αποδεχτούμε μια ζοφερή πραγματικότητα: ότι οι πανεπιστημιακοί, ως κοινωνική κατηγορία, φαίνεται να έχουν γίνει ένα εξαιρετικά συντηρητικό σώμα. Ένα σώμα φοβισμένων, ένα σώμα λειτουργών που αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί το λειτούργημά του». Δηλαδή η διαφωνία με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μια νόμιμη διαφορετική άποψη, αλλά προϊόν φόβου ή τεκμήριο (αντιδραστικού) συντηρητισμού. Δηλαδή, το ιδεώδες του ΚΓ είναι ο «καθηγητής-αγωνιστής» που καταργεί τους νόμους στο πεζοδρόμιο, που κλείνει το Πανεπιστήμιο ανάλογα με τις κομματικές του επιδιώξεις, που ανέχεται το εξευτελιστικό σκουπιδαριό που ταλαιπώρησε επί μήνες το ΑΠΘ, που σιωπά μπροστά σε πρακτικές που είναι αδιανόητες σε πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο. Όποιος δεν υιοθετεί το ιδεώδες αυτό είναι φοβισμένος ή/και συντηρητικός. Νομίζω ότι εδώ οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους.
Δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω το εκτεταμένο εδάφιο για την «ακαδημαϊκή ελευθερία» που ναι μεν την κατοχυρώνουν οι υφιστάμενοι νόμοι αλλά όχι αρκετά κατά τον ΚΓ. Εκφράζει τον φόβο ότι «Από την ελευθερία διακίνησης των ιδεών φτάσαμε στην οριοθέτηση των πάντων στο πλαίσιο των επιστημονικών απόψεων και της επιστημονικής κριτικής». Αλήθεια είναι ότι σε μερικές περιπτώσεις στην επιστήμη νέες απόψεις και μέθοδοι αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία μέχρι να καθιερωθούν. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι αντικείμενο του νόμου στην Ελλάδα ούτε πουθενά αλλού. Αν διαβάζω καλά τι εννοεί, πρέπει να έχουμε ανοικτά τα αυτιά μας σε μη επιστημονικές απόψεις και πρακτικές που κάποιες από αυτές ίσως δικαιωθούν από την Ιστορία. Εντάξει, μέσα, αρκεί αυτές να μην πνίγουν τον επιστημονικό διάλογο και να μη θέτουν σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα κανενός.
Ίσως, τελικά, η απάντηση στο ερώτημα του ΚΓ είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί τη λύση αλλά μέρος του προβλήματος του πανεπιστημίου, όπως και σχεδόν όλες οι κομματικές παρατάξεις. Αυτό δεν το αντιλαμβάνονται μόνο οι καθηγητές αλλά και πολλοί, όλο και περισσότεροι φοιτητές. Η ενίσχυση του κύρους του δημόσιου πανεπιστημίου περνά μέσα από την αναβάθμιση της έρευνας και της διδασκαλίας, μέσω των ανοικτών διαδικασιών, της αξιολόγησης, της τήρησης της δεοντολογίας, της εξωστρέφειας, του διαλόγου, του σεβασμού στο δημόσιο χρήμα. Δυστυχώς αυτά τα στοιχεία δεν μοιάζει να συγκινούν κανέναν από το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Η ρητορική για το αξιοθρήνητο ελληνικό πανεπιστήμιο είναι ιδιαίτερα προσφιλής στη Δεξιά που βλέπει καχύποπτα κάθε τι δημόσιο, ενώ η ρητορική για το αγωνιστικό πανεπιστήμιο-δεξαμενή νέων στελεχών είναι ενσωματωμένη στο παραδοσιακό οπλοστάσιο μιας ορισμένης Αριστεράς. Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι όσοι έμπρακτα αγωνίζονται για την αναβάθμιση του πανεπιστημίου βρίσκονται ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά της κομματικής ιδιοτέλειας.
*Ο Γιάννης Καρακάσης είναι καθηγητής  Πανεπ. Κρήτης