ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Τέτοιες μέρες έφυγε, καλοκαιρινές

Τέτοιες μέρες έφυγε, καλοκαιρινές

Παρατηρητήριο

Για να μην έχετε απορίες περί της κυρίαρχης ιδεολογίας του έθνους μετά τη μεταπολίτευση, σας παρουσιάζω τις κεντρικές ιδέες των θεμάτων της έκθεσης στις εισαγωγικές εξετάσεις του γενικού λυκείου στο διάστημα 2000-2017. Ένα διάστημα με όλες τις πολιτικές παρατάξεις να έχουν παρελάσει από την εξουσία.

2000: Η παιδεία ως μέσο διαφύλαξης των ιδανικών της ειρήνης, της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης
2001: Ο ρολος του διανοούμενου στη σύγχρονη εποχή της εξειδίκευσης και της κατανάλωσης
2002: Η μοριακή βιολογία και η γενετική ως ανθρώπινη ματαιοδοξία προς αποφυγήν
2003: Οικολογική κρίση ανισότητα κατανομής πόρων, κατανάλωση, αληθινή δημοκρατία κλπ
2004: Ο σύγχρονος δάσκαλος απέναντι στην επαναστατημένη νεολαία
2005: Η αξία των ομαδικών αγωνισμάτων έναντι των ατομικών
2006: Η μεγάλη ακούραστη ψυχή του πνευματικού δημιουργού
2007: Ο κοινωνισμός ενάντια στον ατομισμό
2008: Η αξία της Παράδοσης
2009: Το βιβλίο ως μέσο άμυνας κατά των ΜΜΕνημέρωσης
2010: Ο φόβος να χάσεις τη δουλειά σου λόγω τεχνολογικών εξελίξεων και η ανάγκη της αυτομόρφωσης
2011: Η βόμβα της πληροφορίας
2012: Η αρχαία τέχνη ως πρωτοπόρα και ζωντανή…
2013: Η αποξένωση μεταξύ των ανθρώπων λόγω της τεχνολογίας
2014: Η αξία της Ανθρωπιάς
2015: Οι αρχαίοι χώροι θέασης και ακρόασης
2016: Η φιλία
2017: Τα ευγενή ιδεώδη του ανθρωπισμού που διασύρονται στις μέρες μας και η ευθύνη της επιστήμης και της τεχνολογίας

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ο βασικός λόγος, ωστόσο, που επέλεξα να ασχοληθώ με την αφελή αυτή επιλογή είναι πιο σημαντικός. Την έγραψε σε δύο φράσεις ο εκπαιδευτικός Λεωνίδας Καστανάς, η αρθρογραφία και οι αιχμηρές παρεμβάσεις του οποίου έχουν πάντα ενδιαφέρον. «Εδώ και 30 χρόνια, το θέμα της έκθεσης είναι το ίδιο. Τι καλός που είναι ο ελληνοορθόδοξος κομμουνισμός και τι κακός που είναι ο προτεσταντικός καπιταλισμός», έγραψε στο fb ο Καστανάς. Και υπερθεμάτισε μνημονεύοντας θέματα εξετάσεων από το παρελθόν. «Οι στέγες κοντά, οι ψυχές μακρυά. Η αρχαία τέχνη πρωτοπόρα και ζωντανή. Ο τεχνολογικός πολιτισμός και η αλλοτρίωση του ανθρώπου. Η σύγχρονη αποξένωση». Και σχολίασε: «Κανείς δεν τολμά να βγει από το ελληνικό στερεότυπο. Τεχνοφοβία και άγιος ο Θεός. Πρέπει να αντισταθούμε στην ανήθικη τεχνολογική Δύση. Διότι μας κάνει να τρέχουμε γρήγορα και να ξεχνάμε την ανθρωπιά μας. Ενώ όταν πηγαίναμε με τον αραμπά βλέπαμε και κάνα άνθρωπο. Το ότι μιλάω με τους φίλους μου σήμερα ακόμη και όταν βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακρυά με τούτο το μηχάνημα του διαβόλου, με απομακρύνει από τους ανθρώπους. Λουδιτισμός και τα μυαλά στα κάγκελα. Η αριστερή αφήγηση της ανατολής συνεχίζεται».

Κ. Ζούλας Καθημερινή

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Ανάμεσα στην πολιτική της χρήσιμης δύναμης και τον αριστερό αρνητισμό



του Γιάννη Αντωνίου

Ξέρω ότι δεν αποτελεί πρωτοτυπία ο ισχυρισμός ότι η Δημοκρατική Αριστερά είναι προϊόν της κρίσης. Την άποψη αυτή την έχω υποστηρίξει δημόσια και ιδιωτικά, όπως άλλωστε και πολλοί που μετέχουν στο κοινό πολιτικό μας εγχείρημα. Εκτός από τη μικροϊστορία των ενδοαριστερών εμφυλίων συγκρούσεων και τη φυσιολογική δυσανεξία για την τελεσίδικη κατάταξη του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ στο στρατόπεδο του αδιέξοδου κινηματισμού, τα μείζονα που νοηματοδότησαν και νομιμοποίησαν τη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου στο χώρο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς ήταν η χρεωκοπία της χώρας και η προϊούσα απαξίωση του πολιτικού συστήματος.  

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να δράσουμε είναι εξαιρετικά σύνθετο και αντιφατικό. Συνυπάρχουν συγκρατημένη συναίνεση, ανοχή αλλά και θυμός. Το αίτημα της επικράτησης  ενός common sense για την εξισορρόπηση κοινωνικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι υπαρκτό και ταυτόσημο όσο ποτέ με την ιδέα της κατίσχυσης αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης. Άλλο τόσο όμως οι φαιές πρακτικές της βίας, της ανομίας και του ακραίου παραβατισμού στοιχειώνουν την καθημερινότητα της κοινωνίας. 
Είναι πολλοί, πιθανόν η πλειοψηφία των πολιτών αυτής της χώρας, που φρικιά με τις τρομακτικές συνέπειες μιας κατάρρευσης, την ίδια στιγμή όμως ιδιοτέλειες και μασκαρεμένοι συντεχνιακοί εγωϊσμοί που υποδύονται τους υπερασπιστές του δημοσίου συμφέροντος σαρώνουν τη δημόσια σφαίρα. Σήμερα μπορεί κανείς να ανιχνεύσει πολύ περισσότερα δείγματα πολιτικής ωριμότητας στο λόγο δημόσιων προσώπων, ομάδων και κομμάτων συγκριτικά με το παρελθόν, χωρίς αμφιβολία όμως η δημαγωγία συνεχίζει ν’ αποτελεί το επικαθορίζον χαρακτηριστικό του πολιτικού discourse.

Εν πάση περιπτώσει το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης μοιάζει να αντιστέκεται σθεναρά παρά τα ισχυρά πλήγματα που έχει δεχθεί, απειλώντας να συμπαρασύρει μαζί του στην άβυσσο και ολόκληρη τη χώρα. Ένα κρατικοδίαιτο πολιτικό σύστημα, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, που πολιτεύτηκε και εν πολλοίς συνεχίζει να πολιτεύεται, ακόμα κι αυτήν την ύστατη ώρα της κρίσης, με όρους επιβίωσης και αναπαραγωγής. Ένα αυτιστικό σύστημα δημοσίων υπηρεσιών που κατέληξε να λειτουργεί μόνο για τον εαυτό του και ερήμην της κοινωνίας. Χρεοκοπημένες ∆ΕΚΟ, νοσοκοµεία κέντρα διαπλοκής, ΑΕΙ καταφύγια της βίας και του παραβατισμού, εκπαιδευτικό σύστημα στα όρια του απόλυτου εκπεσμού, κλειστά επαγγέλματα που απομυζούν το λαϊκό εισόδημα και τους ανύπαρκτους πια δημόσιους πόρους, δικαστήρια που δεν απονέμουν δικαιοσύνη κ.λπ.

Η κρίση οξύνει τις αντιθέσεις και ανασυνθέτει τα αντιπαρατιθέμενα στρατόπεδα στο επίπεδο της κοινωνίας και της πολιτικής. Απ’ αυτήν την άποψη είναι βάσιμο να ισχυριστεί κανείς ότι ζούμε τις ακραίες εκδοχές των πολιτικών και κοινωνικών συμπεριφορών που παγιώθηκαν στη μακρά διάρκεια της μεταπολίτευσης. Η εικόνα της διελκυστίνδας μεταξύ λαϊκίστικου αμυντισμού και μεταρρυθμιστικής σωφροσύνης νομίζω ότι αποτυπώνει την ουσία του διακυβεύματος της συγκυρίας. Αυτή η διχοτομία διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, εκτός της αριστεράς που εγκαταλείψαμε, η οποία μαζί με το ΚΚΕ και το γαλαξία του αντισυστημικού εξωκοινοβουλευτισμού ουσιαστικά διεκδικεί για τον εαυτό της την πιο αυθεντική εκπροσώπηση του λαϊκίστικου ρεύματος.
Το ερώτημα για το που κατατάσσεται η Δημοκρατική Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι εκ των πραγμάτων απαντημένο. Για μας, το δίλημμα με τις μεταρρυθμίσεις ή με το λαϊκισμό και τις δυνάμεις της χρεωκοπίας είτε αυτές εκφράζονται ως κινήματα διαμαρτυρίας, είτε ως πολιτική των κομμάτων, είτε στοιχειώνουν στην κυβερνητική πολιτική, ακυρώνοντας καθημερινά τις αναγκαίες τομές είναι απαγορευτικό. Δεν μπορεί καν να τίθεται, γιατί απλώς ισοδυναμεί με το οντολογικό δίλημμα υπάρχουμε ή δεν υπάρχουμε. Άλλωστε, για πολλούς από μας που έχουμε διανύσει ποικίλες διαδρομές στο δαιδαλώδη χάρτη της αριστερής ενδοχώρας και μάλλον παίζουμε το τελευταίο πολιτικό στοίχημα της ζωής μας, η επιλογή του στρατοπέδου των δομικών μεταρρυθμίσεων, η συμβολή στην ταχεία φυγή από το άγος της χρεωκοπίας και η ανασυγκρότηση της χώρας υπήρξαν τα μοναδικά κίνητρα για την πλαισίωση αυτού του νέου πολιτικού υποκειμένου.

Ωστόσο, στο σύντομο πολιτικό βίο της Δημοκρατικής Αριστεράς, στα πρώτα βήματα, στις θέσεις αλλά και τις αποφάσεις του συνεδρίου ο μετεωρισμός ανάμεσα στην υιοθέτηση μιας πολιτικής χρήσιμης δύναμης για τη χώρα και την κοινωνία από τη μια και στην ήπια αναπαραγωγή του γνωστού αταβιστικού αριστερού αρνητισμού με τα συνακόλουθα λαϊκίστικα συμφραζόμενα από την άλλη σφραγίζει την πολιτική και το εν γένει προφίλ του κόμματος. 

Η κατάσταση αυτή πολλές φορές αναπαρίσταται ως μία εσωκομματική σύγκρουση ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς ή ακόμη χειρότερα σε φιλοκυβερνητικούς και αντικυβερνητικούς. Στο προγραμματικό επίπεδο είναι το απότοκο μιας αδυναμίας απαλλαγής από τα θεωρητικά κλισέ του παρελθόντος, στο πλαίσιο των οποίων η ελληνική κρίση γίνεται εν πολλοίς αντιληπτή ως μία παράπλευρη απώλεια της κρίσης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι κοινωνικές της συνέπειες ερμηνεύονται ως ένα ακόμα περιστατικό της αιώνιας σύγκρουσης κεφαλαίου και εργασίας. Στο πολιτικό επίπεδο εκφράζεται με την τάση ήπιας προσαρμογής στις προσδοκίες των παραδοσιακών αριστερών ακροατηρίων σε ζητήματα τρέχουσας πολιτικής και συμμαχιών. Ο τύπος αυτής της προσαρμογής αφήνει βεβαίως περιθώρια ανοιγμάτων έξω από τα όρια του συνήθους αριστερού δημόσιου λόγου, τα οποία όμως τις πιο πολλές φορές συρρικνώνονται ή κλείνουν στην επόμενη κίνηση. Στο ψυχολογικό επίπεδο παρωθείται από τα ενοχικά σύνδρομα μιας πιθανής απώλειας της αριστερής ψυχής μας.
Είναι χαρακτηριστική ως προς τα παραπάνω η στάση του κόμματος σε ζητήματα κεντρικής πολιτικής, όπως π.χ. η αναγωγή του μνημονίου σε αρνητικό ταμπού και η συνακόλουθη αμηχανία στις αναγκαίες τομές που συνεπάγεται η εφαρμογή του  ή η αμηχανία απέναντι σε προκλητικά ζητήματα της επικαιρότητας, όπως π.χ. το άγος της βίας και της ανομίας του αυτόνομου κρατιδίου της Κερατέας. Ακόμα και σε χώρους που διαθέτουμε ισχυρή επιρροή και η παρουσία μας θα μπορούσε να είναι καταλυτική ως προς την προώθηση μιας επιθετικής μεταρρυθμιστικής προοπτικής, όπως π.χ. τα πανεπιστήμια, διστάζουμε και τελικά επιλέγουμε μάχες οπισθοφυλακών που ούτε λίγο ούτε πολύ δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να υπερασπίζουν τα ερείπια του υπάρχοντος. Μοιάζουμε μ’ άλλα λόγια πολλές φορές σαν να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να απολογούμαστε στο φάντασμα του Λαφαζάνη που παραμονεύει στη γωνία για να καταγγείλει τις δεξιές παρεκκλίσεις και την ενσωμάτωση μας στο σύστημα. Ή ακόμη χειρότερα να αναπαράγουμε με κόσμιο και μετριοπαθή τρόπο τη συντεχνιακή ή την τοπικιστική βουλγκάτα και κάποιες φορές στα δύσκολα να σουτάρουμε και στην εξέδρα. 

Το αποτέλεσμα αυτής της ταλάντευσης από την άποψη της παραγωγής πολιτικής σ’ αρκετές περιπτώσεις τείνει στο μηδέν. Θολώνει τη δημόσια εικόνα του κόμματος, προκαλεί σύγχυση στην κοινή γνώμη ως προς τη φυσιογνωμία και τις προθέσεις του, μας στριμώχνει μέσα στο γκρίζο κάδρο του πολιτικού συστήματος. Τα αρνητικά δημοσκοπικά ευρήματα νομίζω ότι αποτελούν ηχηρό σήμα κινδύνου. Είναι ανάγκη, όχι μόνο για την επιβίωσή μας αλλά κυρίως για τη ουσιαστική συμβολή μας στη σωτηρία της χώρας, η Δημοκρατική Αριστερά να απελευθερωθεί από αυτό το παραλυτικό σύνδρομο. Να διατυπώσει το δικό της εναλλακτικό αφήγημα για την έξοδο από την κρίση στο όνομα της σωτηρίας της χώρας και της προστασίας της κοινωνίας, στη γραμμή ενός επιθετικού μεταρρυθμισμού. Μ’ άλλα λόγια να λειτουργήσει ως καταλύτης στις επικείμενες σεισμικές δονήσεις της πολιτικής. Στη βάση αυτή είναι αναγκαίο τώρα να επεξεργαστεί και να προβάλει μια πολιτική συμμαχιών που θα απευθύνεται σε υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις. Απ’ αυτές βεβαίως δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί το ΠΑΣΟΚ ή όποια τέλος πάντων εκδοχή της πληθυντικότητάς του μπορεί να συμπεριληφθεί στο μεγάλο μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Το επιτυχημένα παραδείγματα Καμίνη και Μπουτάρη μπορούν ν’ αποτελέσουν οδηγό των σχετικών επιλογών.  
Στο πλαίσιο αυτό υπάρχουν κοινωνικά ακροατήρια έτοιμα ν’ ακούσουν αυτό το λόγο και να στηρίξουν αυτήν την πολιτική και μάλιστα σήμερα είναι πολύ πιο διευρυμένα από τα παραδοσιακά αριστερά ακροατήρια που αφήσαμε πίσω μας εγκαταλείποντας το Συνασπισμό.

6 σχόλια:

  1. Το πρόβλημα είναι διττό
    Η Αριστερά απέτυχε (διεθνώς)και στις δύο μορφές της.
    Τόσο ως "αντισυστημική" (επαναστατική, ΚΚΕ ΣΥΡΙΖΑ κλπ καθ' ημάς) όσο και ως "μεταρρυθμιστική" (Σοσιαλδημοκρατία, ΠΑΣΟΚ καθ' ημάς.

    Το ζητούμενο είναι μία "άλλη" αριστερά που όμως
    απαιτεί και "άλλες" (νέες) ιδέες.
    Οι ιδέες από μόνες τους δεν αρκούν, δεν είναι ικανή συνθήκη, είναι όμως αναγκαία συνθήκη.

    Δυστυχώς όμως η αριστερά έχει εγκλωβιστεί μέσα στα κυρίαρχα ερμηνευτικά μοντέλα.
    Η ΔΗΜΑΡ συνήθως εκφράζεται ως "παραδοσιακή" αριστερά, και οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις συνήθως δεν υπερβαίνουν την Σοσιαλδημοκρατία.

    Το ενθαρρυντικό όμως είναι ότι οι περισσότεροι (απ' όσους γνώρισα), είναι ανοικτοί σε νέες ιδέες.
    Αυτές οι νέες ιδέες είναι ακόμη (διεθνώς) σε διαδικασία συγκρότησης και ο χώρος της ΔΗΜΑΡ δεν είναι κλειστός σε αυτές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι ο χώρος ανοικτός ή μόνο το λέει, Δημήτρη; Πολύ φοβάμαι ότι τα όσα γράφει ο Γ. Αντωνίου είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Η αριστερά συνολικά είναι αδύνατο να αποφύγει τις ιδεοληψίες του παρελθόντος και να τις αντικαταστήσει μέ σύγχρονο αριστερό λόγο, που θα είναι καταρχήν χρήσιμος στην εργατική τάξη και τους αδύναμους. Αντιθέτως η αριστερή της άποψη είναι η ενίσχυση των πελατών του δικομματισμού από τη δεξαμενή των οποίων πασχίζει να πάρει ψήφους. Έτσι δεν γίνεται τίποτα. Απλά θα μοιράζουμε ένα 5-6% που αναλογεί στο χώρο, για να βγάζουμε μερικούς βουλευτές, για να έχουμε να πορευόμαστε. 25 χρόνια σχεδόν ΣΥΝ τι έκανε με αυτό; Κατάληξε να γιαουρτώνει για να υπάρχει. Δηλαδή το τέλος, όχι μόνο της πολιτικής αλλά και της ανθρώπινη αξιοπρέπειας του πολιτικού υποκειμένου. Μια τέτοια αριστερά δεν με ενδιαφέρει. Κάθομαι και σπίτι μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Νομίζω ότι ο Γιάννης καταγράφει με εξαιρετική ακρίβεια και ειλικρίνεια το τοπίο της ΔΗΜΑΡ. Είναι εμφανής η διάσταση και η πάλη ανάμεσα στην ασφάλεια του γνωστού και στο ρίσκο του καινούργιου. Αξίζει να προσπαθήσουμε πριν από όποια οριστική απόφανση ...
    Γεράσιμος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Για την ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ
    "... Οι γενιές της Αντίστασης και του αντιδικτατορικού αγώνα έκαναν σε μεγάλο βαθμό το καθήκον τους ..."
    Τουλάχιστον σε ότι αφορά στην περίοδο της μεταπολίτευσης και μετά κάθε άλλο παρά το καθήκον μας κάναμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Γεράσιμε
    Και βέβαια θα προσπαθήσουμε, πέρα από προθέσεις απογοητεύσεις , ελπίδες και αισθήματα. Μόνο που ο χρόνος ο δικός μας, των μεγάλων στη ηλικία τελειώνει, όπως και να το κάνουμε και είμαστε βιαστικοί. Θεωρώ ότι η ανανεωτική αριστερά έχασε πολύτιμο χρόνο, βαυκαλιζόμενη με τη σταλινική αριστερά να βρει σημεία επαφής που δεν υπήρχαν και η υπόθεση της άλλης αριστεράς πήγε πίσω και μαζί της και η κοινωνία μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Δημήτρη
    Αυτός είναι και ο λόγος που ανέβασα την ανακοίνωση στο σημείο αυτό. Αυτό ακριβώς που λες.Έκαναν το καθήκον τους μέχρι να πέσει η χούντα. Μετά πήραν άλλο δρόμο, ασπάσθηκαν την ιδεολογία του ΠΑΣΟΚ και βοήθησαν στο μέτρο των δυνάμεών τους στη διάλυση της χώρας. Αλλά η αυτοκριτική μας δεν έγινε ποτέ, ανοιχτά και οργανωμένα. Αν κάτι πρέπει να κάνουμε είναι αυτό. Ένα συνέδριο αποτίμησης του ρόλου της αριστεράς στα 40 περίπου χρόνια μεταπολίτευσης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή