ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Μ' αυτούς θα προχωρήσουμε

Μ' αυτούς θα προχωρήσουμε

Παρατηρητήριο

Lives matter.
Σήμερα το απόγευμα μόλις πρωτοακούστηκε η φρικτή είδηση από τη Βαρκελώνη, άρχισε το ίδιο πολύ κουραστικό, πολύ πληκτικό, πολύ εξοργιστικό γαϊτανάκι υπερεκτίμησης-απαξίωσης, απαξίωσης-υπερεκτίμησης της ανθρώπινης ζωής.
Ανάλογα με τα παραμορφωτικά γυαλιά που φοράμε, ανάλογα με τον ιδεολογικό στόκο των εγκεφάλων μας, ανάλογα με τη διαθλαστική ικανότητα των θρησκευτικών μας πεποιθήσεων οι ζωές "ζυγίζουν" λιγότερο ή περισσότερο.
Και προσπερνάμε αδιάφορα την πιθανότητα κάθε παιδάκι που πεθαίνει στην Ινδία να είναι ένας ακόμη Ραμανουτζάν.
Κάθε παιδάκι που σκοτώθηκε σήμερα στη Βαρκελώνη να ήταν ένας ακόμη Pablo Picasso.
Στο τέλος της ημέρας, του μήνα, του χρόνου στον απολογισμό μας θα μας λείπουν πέντε, δέκα, πενήντα, χίλιες ανθρώπινες ζωές. Όλες ισοβαρείς και ισότιμες.
Όταν θα μάθουμε να μετράμε το ίδιο κάθε ανθρώπινη ζωή, τότε θα έχουμε ανέβει στο επόμενο σκαλοπάτι της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους.
Σάκης Παπαθεοδώρου

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Χτες ήταν οι καταλήψεις, σήμερα το «άσυλο» της βίας, αύριο η διάλυση των μεταπτυχιακών. Οι θλιβεροί φαιοί ή κόκκινοι κομισάριοι μισούν τους άριστους γιατί τους φοβούνται και πασχίζουν να τους σταματήσουν. Γιατί είναι αυτοί που θα χτίσουν την επόμενη ελεύθερη, δημοκρατική και δημιουργική Ελλάδα. Είναι αυτοί που θα τους αποστρατεύσουν, θα τους στείλουν επιτέλους στη λήθη της ιστορίας. Είναι αυτοί που με την αξιοσύνη τους θα αλλάξουν το παράδειγμα στην έρμη τούτη χώρα. Μην ανησυχείτε. Δεν έρχεται κανένα άλλο κόμμα, πράσινο, κόκκινο ή γαλάζιο. Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε.

Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Από πού κι ως πού να δανείζονται τα κράτη 600 φορές ακριβότερα απ'ότι οι τράπεζες;



των Μισέλ Ροκάρ και Πιερ Λαρουτιρού   

©Le Monde

Από τo Πολιτικό site ppol. gr σε μετάφραση του ακούραστου Νίκου Ράπτη

Οι αριθμοί είναι εξωφρενικοί: γνωρίζαμε ήδη πως στα τέλη του 2008 οι Τζορτζ Μπους (GeorgeBush) και Χένρι Πόλσον (Henry Paulson) «έριξαν στο τραπέζι» 540 δις ευρώ προκειμένου να διασώσουν τις αμερικανικές τράπεζες. Πρόκειται περί κολοσσιαίου ποσού. Αλλά ένας Αμερικανός δικαστής δικαίωσε πρόσφατα τους δημοσιογράφους του «Μπλούμπεργκ» που ζητούσαν από την κεντρική τους τράπεζα διαφάνεια όσον αφορά τη βοήθεια που έδωσε η ίδια στο τραπεζικό τους σύστημα. Μετά λοιπόν την κοινοποίηση 20,000 σελίδων διαφόρων εγγράφων, το «Μπλούμπεργκ» αποκάλυψε πως η αμερικανική κεντρική τράπεζα (FED) δάνεισε μυστικά στις παραπαίουσες τράπεζες άλλα... 1,200 δις, με το απίστευτα χαμηλό επιτόκιο του... 0.01 %.

Ταυτόχρονα σε πολλά κράτη οι λαοί υφίστανται σχέδια λιτότητας από κυβερνήσεις που οι χρηματαγορές δέχονται να τις δανείσουν μερικά μόνο δις, με επιτόκια της τάξης του 6%, του 7% ή και του 9%! Ασφυκτιώντας υπό το βάρος τέτοιων επιτοκίων, οι κυβερνήσεις «αναγκαστικά» «παγώνουν» τις συντάξεις, τα οικογενειακά επιδόματα και τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και περικόπτουν τις δημόσιες επενδύσεις, αυξάνοντας την ανεργία και προετοιμάζοντας την επικείμενη καταβύθισή μας σε μια πολύ σοβαρή ύφεση.

Αλλά πόσο φυσιολογικό είναι εν μέσω κρίσεως να μπορούν οι ιδιωτικές τράπεζες -που συνήθως δανείζονται από τις κεντρικές τράπεζες με επιτόκια της τάξης του 1%- να επωφελούνται από προνομιακά επιτόκια 100 φορές μικρότερα, ενώ τα κράτη υποχρεώνονται να πληρώνουν επιτόκια... 600 ως 800 φορές μεγαλύτερα;

«Η διακυβέρνηση από το οργανωμένο χρήμα είναι εξίσου επικίνδυνη με τη διακυβέρνηση απότο οργανωμένο έγκλημα» έλεγε ο Ρούσβελτ (Roosevelt): είχε δίκιο. Βιώνουμε σήμερα μια κρίση του απορυθμισμένου καπιταλισμού που μπορεί να αποβεί μοιραία για τον ίδιο τον πολιτισμό μας. Όπως έγραψαν οι Εντγκάρ Μορέν (Edgar Morin) και Στεφάν Εσέλ (Stéphane Hessel) στο «δρόμο της ελπίδας», οι κοινωνίες μας καλούνται να επιλέξουν: μετασχηματισμός ή θάνατος!

Θα περιμένουμε να είναι πολύ αργά πριν ανοίξουμε τα μάτια μας; Θα περιμένουμε να είναι πολύ αργά για να συνειδητοποιήσουμε τη σοβαρότητα της κρίσης και να επιλέξουμε το μετασχηματισμό πριν αποδιαρθρωθούν οι κοινωνίες μας; Δεν είναι εδώ ο χώρος να αναπτύξουμε τις δέκα ή δεκαπέντε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούσαν δυνατό αυτό το μετασχηματισμό. Σκοπός μας είναι απλά να δείξουμε πως έχουν λάθος όσοι, σαν τον Πολ Κρούγκμαν (Paul Krugman), μας εξηγούν πως η Ευρώπη έχει παγιδευτεί σε μια «πορεία θανάτου». Πώς να δώσουμε ανάσες στα δημόσια οικονομικά μας; Πώς να δράσουμε χωρίς αλλαγή στις συνθήκες, που θα χρειαστεί μήνες σκληρής δουλειάς και θα καταστεί αδύνατη αν η Ευρώπη γίνεται ολοένα και πλέον αντιπαθής στους λαούς της;

Η 'Ανγκελα Μέρκελ (Angela Merkel) έχει δίκιο όταν λέει πως δεν πρέπει να επιτραπεί στις κυβερνήσεις να συνεχίσουν να λειτουργούν όπως ως σήμερα. Αλλά τα χρήματα που δανείζονται σήμερα τα κράτη μας, αφορούν ως επί το πλείστον την εξυπηρέτηση παλιών χρεών τους. Το 2012, η Γαλλία θα χρειαστεί να δανεισθεί 400 δις: 100 δις για να καλυφθεί το έλλειμμα του τρέχοντος προϋπολογισμού (που θα μπορούσε να μηδενιστεί, αν καταργούσαμε τις φορολογικές ελαφρύνσεις που επιβλήθηκαν εδώ και δέκα χρόνια) και άλλα 300 δις για την εξυπηρέτηση παλαιών χρεογράφων που λήγουν και που αδυνατούμε να τα εξοφλήσουμε χωρίς να προχωρήσουμε σε νέο δανεισμό, λίγες ώρες πριν τη λήξη τους.

Το να εξαναγκάζονται οι κυβερνήσεις να καταβάλλουν υπέρογκα επιτόκια για δάνεια που πραγματοποίησαν εδώ και πέντε ή δέκα χρόνια, δε συνεισφέρει στην υπευθυνότητα των κυβερνήσεών μας, αλλά στην ασφυξία της οικονομίας μας, προς όφελος αποκλειστικά ολίγων ιδιωτικών τραπεζών: υπό το πρόσχημα της «επισφάλειας» αυτών των δανείων, τα χορηγούν με αυξημένα επιτόκια. Γνωρίζοντας ασφαλώς πως καθόλου δε διακινδυνεύουν, μιας που το «ευρωπαϊκό ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» (EFSF) υπάρχει ακριβώς για να εγγυάται το αξιόχρεο των δανειοληπτών κρατών.

Ας τελειώνουμε με τα δύο μέτρα-δύο σταθμά: εμπνεόμενοι από ό,τι έπραξε η αμερικανική κεντρική τράπεζα για να διασώσει το χρηματοπιστωτικό της σύστημα, ζητάμε την αναχρηματοδότηση των παλαιών χρεών των κρατών, με επιτόκια της τάξης του 0%.

Για να το κατορθώσουμε αυτό, δε χρειάζεται αλλαγή των συνθηκών: πράγματι, η «ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα» (ΕΚΤ) δεν επιτρέπεται να δανείζει τα κράτη-μέλη, αλλά επιτρέπεται να δανείζει απεριόριστα κρατικούς οργανισμούς (άρθρο 21.3 του καταστατικού του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών) και διεθνείς οργανισμούς (άρθρο 23 του ιδίου καταστατικού). Μπορεί άρα να δανείσει με 0.01% την «ευρωπαϊκή τράπεζα επενδύσεων» (EIB) ή τα ταμεία παρακαταθηκών και δανείων που στη συνέχεια θα δανείζουν με 0.02% τα κράτη, προκειμένου αυτά να εξυπηρετήσουν τα παλαιά τους χρέη.

Τίποτα δεν εμποδίζει να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός αυτός από τον Ιανουάριο! Δεν το υπογραμμίζουμε όσο θα έπρεπε: ο τρέχων προϋπολογισμός της Ιταλίας παρουσιάζει πρωτογενές πλεόνασμα. Θα σταθεροποιούσε άρα την κατάσταση αν η Ιταλία δεν υποχρεωνόταν να καταβάλει όλο και υψηλότερα επιτόκια! Ιδού το δίλημμα ενώπιον του οποίου βρισκόμαστε: να αφήσουμε την Ιταλία να βυθιστεί στην ύφεση και την οικονομική κρίση ή να αποδεχθούμε να μπει ένα τέρμα στα κέρδη των ιδιωτικών τραπεζών; Για όσους τάσσονται υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, η απάντηση είναι προφανής.

Σύμφωνα με τις συνθήκες, ρόλος της ΕΚΤ είναι η σταθεροποίηση των τιμών. Πώς μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς, όταν οι τιμές των ομολόγων των κρατών-μελών διπλασιάζονται ή τριπλασιάζονται μέσα σε λίγους μήνες; Η ΕΚΤ άρα έχει εντολή να ελέγχει και τη σταθερότητα των οικονομιών μας! Πώς μπορεί να παραμένει απαθής όταν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους απειλεί να μας ρίξει σε μια ύφεση «χειρότερη από εκείνη της δεκαετίας του 1930», σύμφωνα με τον πρόεδρο της «τράπεζας της Αγγλίας»;

Σύμφωνα με το γράμμα των ισχυουσών συνθηκών, τίποτα δεν εμποδίζει την ΕΚΤ να παρέμβει δυναμικά για να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού των κρατών. Όχι απλά τίποτα δεν την εμποδίζει, αλλά όλα την ωθούν να το πράξει. Αν η ΕΚΤ θέλει να τιμήσει την αποστολή της, θα πρέπει να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να μειώσει το κόστος της εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, που είναι γενικά παραδεκτό πως αποτελεί το θύλακα της πλέον ανησυχητικής αύξησης τιμών!

Μετά την πτώση του τείχους το 1989, οι Χέλμουτ Κολ (Helmut Kohl), Φρανσουά Μιτεράν(François Mitterrand) και οι άλλοι ηγέτες των ευρωπαϊκών κρατών, χρειάστηκαν έναν μόνο μήνα για να αποφασίσουν τη θέσπιση του κοινού νομίσματος. Τέσσερα χρόνια μετά το ξεκίνημα της κρίσης, τι περιμένουν οι ηγέτες μας για να δώσουν ανάσες στα δημόσια οικονομικά μας; Η πρότασή μας είναι άμεσα υλοποιήσιμη, τόσο για την αποπληρωμή παλαιότερων χρεών όσο και για επενδύσεις σε τομείς θεμελιώδεις για το μέλλον, όπως για ένα ευρωπαϊκό σχέδιο ενέργειας.

Έχουν δίκιο όσοι προτείνουν τη διαπραγμάτευση μιας νέας ευρωπαϊκής συνθήκης: όσα κράτη το επιθυμούν, χρειάζεται να οικοδομήσουν μια πολιτική Ευρώπη, ικανή να παρεμβαίνει στην παγκοσμιοποίηση. Μια Ευρώπη πραγματικά δημοκρατική, όπως το ζητούσαν ήδη από το 1994 οιΒόλφγκανγκ Σόιμπλε (Wolfgang Schäuble) και Καρλ Λάμερς (Karl Lamers) ή από το 2000 οΓιόσκα Φίσερ (Joschka Fischer) en 2000. Χρειάζεται μια συνθήκη κοινωνικής σύγκλισης και οικονομικής διακυβέρνησης.

Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Αλλά καμία καινούργια συνθήκη δε θα είναι δυνατή αν η ήπειρός μας παρασύρεται σε ένα «σπιράλ θανάτου» κι οι πολίτες οδηγούνται να σιχαίνονται ό,τι προέρχεται από τις Βρυξέλλες.

Είναι επείγον να σταλεί στους λαούς ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η Ευρώπη δε βρίσκεται στα χέρια των χρηματοπιστωτικών λόμπι, αλλά στην υπηρεσία των πολιτών.

Ο Michel Rocard είναι πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας (1988-1991) και ο Pierre Larrouturou είναι μέλος του πολιτικού συμβουλίου του γαλλικού κόμματος «Ευρώπη-Οικολογία-οι πράσινοι» (EELV)

'Αλλα άρθρα του Pierre Larrouturou:

5 σχόλια:

  1. Γιώργος Β. Ριτζούλης3 Ιανουαρίου 2012 - 3:58 μ.μ.

    ‎Εξαιρετική επισήμανση, σπουδαίο κείμενο.
    Εξηγεί πολύ καλά γιατί πέρα από το Ευρωπαικό οικονομικό πρόβλημα του χρέους, υπάρχει στην Ευρώπη σοβαρότατο πολιτικό, θεσμικό πρόβλημα:
    "Σύμφωνα με τις συνθήκες, ρόλος της ΕΚΤ είναι η σταθεροποίηση των τιμών. Πώς μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς, όταν οι τιμές των ομολόγων των κρατών-μελών διπλασιάζονται ή τριπλασιάζονται μέσα σε λίγους μήνες"; Το "πνεύμα" (σε αντιδιαστολή... με το "γράμμα") των Συνθηκών, υποδεικνύει ότι αυτός πού παραβιάζει ακόμη και τις ισχύουσες Συνθήκες είναι η/ο Μερκοζύ, εμποδίζοντας την ΕΚΤ και τα άλλα Ευρωπαικά θεσμικά όργανα, να παίξουν το θεσμοποιημένο ρόλο τους. Φυσικά, η λύση του προβλήματος αυτού, μπορεί να είναι μόνον πολιτική.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γεια σου Γιώργο και καλή χρονιά.Πράγματι σε ένα κόσμο με ανάπτυξη 6-7% η Ευρώπη έχει ύφεση και απειλείται με κατάρρευση και διάλυση της ΕΕ. Προφανώς και το πρόβλημα είναι πολιτικό οπότε αντίστοιχη και η λύση του. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι οι πολιτικές που ασκήθηκαν στην Ελλάδα με τη διόγκωση του εθνικού χρέους δικαιώνονται. Γιατί κάποιοι πασχίζουν να καλύψουν με το ευρωπαϊκό πρόβλημα τις άθλιες εγχώριες πολιτικές τις οποίες η Αριστερά μας υποστήριξε με ενθουσιασμό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διαβάζοντας κάποιος το άρθρο του Michel Rocard δια χειρός του Pierre Larrouturou, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει το απεριόριστο θράσος του, που θυμίζει πατροκτόνο που ζητά έλεος από τους δικαστές γιατί είναι ορφανός.

    Για να βάλουμε τα πράγματα στην θέση τους, πρέπει να θυμηθούμε μερικά πολύ σημαντικά δεδομένα, τα οποία ο Rocard προσπερνά με χαρακτηριστική ευκολία, γιατί είναι σίγουρος ότι οι λωτοφάγοι (κατά την γνώμη του) που τον διαβάζουν, δεν έχουν ούτε γνώση, ούτε μνήμη ούτε κρίση για να διακρίνουν την πραγματικότητα.

    Οι κεντρικές τράπεζες κάθε χώρας χωριστά καθώς και η FED και η ΕΚΤ ελέγχονται απολύτως (σήμερα, στο παρελθόν και στο μέλλον εκτός δραματικού απροόπτου) από το πολιτικό σύστημα, το οποίο διορίζει (με μικρές διαφοροποιήσεις στις δύο πλευρές του Ατλαντικού) τόσο τον πρόεδρο, όσο και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Οι επιλογή των στελεχών αυτών γίνεται με βασικό κριτήριο, την πλήρη υποταγή στις επιθυμίες και τις ανάγκες του πολιτικού συστήματος. Ο εγκληματικός ρόλος των κεντρικών τραπεζών, τόσο για την κάθε οικονομία όσο και για την κάθε κοινωνία που τους ανέχεται, είναι άσχετος με το παρόν σχόλιο, αρκεί μόνο να σημειώσουμε ότι με την ίδρυση κεντρικών τραπεζών, δημιουργούνται σε κάθε χώρα ή οργανισμό (όπως η ΕΕ) μονοπώλια στο πιο ζωτικό κομμάτι κάθε οικονομίας, δηλαδή στην έκδοση και διαχείριση του χρήματος, που αποτελεί το 50% σε κάθε οικονομική συναλλαγή.

    Οι κυβερνήσεις κάθε χώρας μπορούν να χρηματοδοτήσουν τα κρατικά ελλείμματα με τρείς τρόπους, την φορολογία, τον δανεισμό απο την αγορά κεφαλαίων και την έκδοση νέου χρήματος (φυσικής ή ηλεκτρονικής μορφής) απο την κεντρική τράπεζα που διαθέτει αυτό το προνόμιο, σε συνεννόηση πάντοτε με την κυβέρνηση.

    Λαμβάνοντας υπόψιν την ήδη υψηλή φορολογία σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, οι κυβερνήσεις προτιμούν κατα κανόνα να χρηματοδοτούν τα ελλείμματα που δημιουργεί η γενναιοδωρία τους προς τους κρατικούς και κομματικούς στρατούς, μέσα απο το μακροπρόθεσμο δανεισμό, ο οποίος επιβαρύνει τις μελλοντικές κυβερνήσεις και κατα προτίμηση τις μελλοντικές γενιές. Ως προς αυτό καμμία έκπληξη, γιατί οι εκάστοτε κυβερνήσεις συμπεριφέρονται, φυσικά, σαν ενοικιαστές και όχι σαν ιδιοκτήτες του κρατικού μηχανισμού, απο τον οποίο θα πρέπει να απομυζήσουν όσα περισσότερα οφέλη μπορούν στα τέσσερα ή οκτώ χρόνια που έχουν την εξουσία, μεταφέροντας τα αναγκαία έξοδα στο μέλλον, όταν πια οι ίδιοι και οι φίλοι τους θα έχουν φύγει αποκατεστημένοι.

    Ο δανεισμός λοιπόν, είναι ο αγαπημένος τρόπος λεηλασίας κάθε κυβέρνησης, έχει όμως περιορισμούς. Οι πραγματικές καταθέσεις στο εσωτερικό κάθε χώρας δεν επαρκούν να καλύψουν τα τερατώδη ελλείματα που έχουν γίνει πλέον καθεστώς για όλες σχεδόν τις δυτικές και όχι μόνο οικονομίες. Επιπλέον, η απορρόφηση όλων των καταθέσεων απο το κράτος οδηγεί πολύ γρήγορα, σχεδόν άμεσα, σε πιστωτικό στραγγαλισμό της οικονομίας, και κατα συνέπεια σε εκλογική αποτυχία. Με τον εξωτερικό δανεισμό, κάθε κυβέρνηση μπορεί για ένα μεγάλο διάστημα να έχει πρόσβαση σε πολύ μεγαλύτερα κεφάλαια απο τους αποταμιευτές όλου του πλανήτη. Αυτή όμως η μορφή χρηματοδότησης προυποθέτει την σιγουριά των δανειστών ότι θα πάρουν κάποια στιγμή τα λεφτά τους πίσω. Απο την στιγμή που θα χαθεί η εμπιστοσύνη αυτή, οι στρόφιγγες του εξωτερικού δανεισμού κλείνουν.

    Στο σημείο αυτό, οι κυβερνήσεις ή οι οργανισμοί τύπου ΕΕ, μην μπορώντας για αυτονόητους πολιτικούς λόγους να περιορίσουν τα ελλείμματα τους , καταφεύγουν στην τελευταία διέξοδο, την έκδοση χρήματος, που είναι και η πιο επικίνδυνη τόσο για την οικονομία, όσο και για τους ίδιους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. συνέχεια

    Πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό, ότι η έκδοση χρήματος δεν αφορά μεταφορά χρήματος απο τις κυβερνήσεις προς τις τράπεζες.

    Η έκδοση χρήματος αφορά μεταφορά πλούτου απο την ιδιωτική οικονομία στην κυβέρνηση και το κράτος. Η διαδικασία είναι σχετικά απλή.

    Η κεντρική τράπεζα δημιουργεί χρήμα εκ του μηδενός (με μια ηλεκτρονική λογιστική εγγραφή), μειώνοντας ουσιαστικά την αξία του ήδη κυκλοφορούντος χρήματος και δανείζει το χρήμα αυτό στις τράπεζες με ελάχιστο (πολλές φορές αρνητικό) επιτόκιο. Οι τράπεζες με την σειρά τους αναλαμβάνουν την υποχρέωση να δανείσουν τις κυβερνήσεις με υψηλότερο επιτόκιο (αγοράζοντας κρατικά ομόλογα τα οποία πολλές φορές γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να εξοφληθούν ποτέ), πραγματοποιώντας σημαντικά ετήσια λογιστικά κέρδη απο τόκους, επίσης εκ του μηδενός και προσφέροντας την ευκαιρία για μερίσματα στους μετόχους και μπόνους στα στελέχη τους, για όσο διάστημα κρατήσει το πάρτυ.

    Στο ερώτημα γιατί δεν δανείζουν (ή γιατί δεν χαρίζουν) το νέο χρήμα (το οποίο φυσικά δεν αποτελεί δημιουργία νέου πλούτου) κατευθείαν στις κυβερνήσεις που τους ελέγχουν, υπάρχουν αρκετές απαντήσεις.

    Η δημιουργία νέου χρήματος, για να έχει το μέγιστο αποτέλεσμα, πρέπει να γίνεται κάτω απο τα ραντάρ των αγορών, γιατί αλλοιώς η αξία του χρήματος θα κατρακυλήσει απότομα, οδηγώντας σε υπερπληθωρισμό, που είναι και ο συνεχής μεγάλος κίνδυνος αυτής της διαδικασία. Επιπλέον, κανένας δεν θα αγοράζει κρατικά ομόλογα με πραγματικά ‘δουλεμένα’ λεφτά, την στιγμή που κάποιος άλλος αγοράζει τα ίδια ομόλογα με λεφτά απο το πουθενά.

    Η μεταφορά του νέου χρήματος πρώτα στις τράπεζες, δημιουργεί την εύλογη προσδοκία στις αγορές, ότι τουλάχιστον ένα μέρος της θα καταλήξει στην πραγματική οικονομία και θα δημιουργήσει επιτέλους πραγματική ανάπτυξη. Φυσικά αυτό δεν γίνεται γιατί οι κρατικές ανάγκες απορροφούν όλο και μεγαλύτερο μέρος των τραπεζικών διαθεσίμων.

    Τέλος, μέσα απο την μεσολάβηση των τραπεζών, υπάρχει η δυνατότητα χαμηλότοκης χρηματοδότησης, εκτός των κρατικών ελλειμμάτων και εκλεκτών φίλων της εκάστοτε κυβέρνησης (εφημερίδες, κανάλια, κατασκευαστές, νέα τζάκια κλπ)

    Όπως βλέπουμε λοιπόν, σε αυτό το ριφιφί συμμετέχουν εξίσου και απο κοινού, η εκάστοτε κυβέρνηση, το σύνολο των τραπεζών και οι κεντρικές τράπεζες κάθε χώρας. Στην πραγματικότητα δεν αποτελούν ξεχωριστές οντότητες αλλά μια ενιαία καλά οργανωμένη ομάδα, τα μέλη της οποίας εναλλάσσονται σε διάφορους ρόλους. Γι’ αυτό άλλωστε το πολιτικό σύστημα δημιούργησε το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις ιδιωτικές και κεντρικές τράπεζες, με τρόπο ώστε να αποτελεί πρότυπο οργανωμένου Καρτέλ.

    Έχει ενδιαφέρον να δει κάποιος τι κοινό έχουν ο υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ, ο πρωθυπουργός της χώρας μας, ο νέος κεντρικός τραπεζίτης της ΕΕ, ο πρωθυπουργός της Ιταλίας κλπ. Σε κάποια φάση της ζωής τους υπήρξαν στελέχη της Goldman Sachs

    Φυσικά, όταν τα πράγματα φτάσουν στα άκρα και η κρίση δεν μπορεί να επιλυθεί με τις καθιερωμένες ταχυδακτυλουργίες, τότε ο ένας κακοποιός προσπαθεί να επιρρίψει τις ευθύνες στους συνεργάτες του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. συνέχεια και τέλος

    Σε αυτό το άθλημα πρωταθλητές είναι αναμφισβήτητα οι πολιτικοί, οι οποίοι εκτός απο απύθμενο θράσος και αδιαντροπιά, διαθέτουν και (νωπή) λαική νομιμοποίηση.

    Η επίκληση του Rocard στις χρεωκοπημένες ευρωπαϊκές τράπεζες (κεντρικές ή μη), για παροχή ρευστότητας στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αποτελεί το αποκορύφωμα της πολιτικής υποκρισίας και του λαϊκισμού. Το σύνολο των ευρωπαικών τραπεζών είναι αυτή τη στιγμή χρεοκοπημένο σύμφωνα ακόμα και με τα πολύ με τα πολύ χαλαρά standards της ΕΕ.

    Η επανακεφαλαιοποίηση του ευρωπαικού τραπεζικού συστήματος, η οποία απαιτεί διψήφιο νούμερο τρισεκατομυρίων ευρώ, δεν μπορεί πλέον να γίνει από τις αγορές, οι οποίες ξέρουν ότι τα λεφτά τους θα καταλήξουν στην κάλυψη κρατικών ελλειμμάτων (γι’ αυτό και η άρνηση της Ρωσίας, Κίνας, Ινδίας Βραζιλίας κλπ στην ικεσία της Μέρκελ και Σαρκοζύ για συμμετοχή σε αυτήν την ανακεφαλαίωση). Δεν μπορεί επίσης να γίνει με την δημιουργία νέου χρήματος απο την ΕΚΤ, γιατί τα ποσά είναι τρομακτικά και θα εκμηδενίσουν την αξία του Ευρώ, οδηγώντας σε καταστάσεις τύπου Γερμανίας του 1920.

    Είμαστε άραγε σε οριστικό αδιέξοδο;

    Εάν δεν επιλυθεί η αρχική ανισορροπία των ολοένα μεγαλύτερων κρατικών ελλειμμάτων, που αφορούν κατα κύριο λόγο καταναλωτικές δαπάνες, η οικονομική καταστροφή της ευρωζώνης, ακόμα και μέσα στο 2012 δεν αποκλείεται καθόλου. Οι οικονομίες που παράγουν συστηματικά ελλείμματα δεν είναι διατηρήσιμες, γιατί κανένας πλέον δεν είναι διατεθειμένος να χρηματοδοτεί εσαεί την κατανάλωση κάποιου άλλου.

    Οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ πολιτικών, τραπεζιτών και ψηφοφόρων μπορεί να εκτονώνουν την οργή όλων των παραπάνω, που έχουν χάσει τα μεγάλα ή μικρά τους ‘εγγυημένα’ προνόμια, αλλά δεν επηρεάζουν στο παραμικρό την στυγνή πραγματικότητα. Το πάρτυ των τελευταίων 30 χρόνων τελείωσε. Τα κρατικά ελλείμματα πρέπει να εκμηδενιστούν άμεσα και οι αποταμιεύσεις πρέπει να οδηγούνται από δω και πέρα σε παραγωγικές επενδύσεις (κατα κύριο λόγο ιδιωτικές) και όχι σε μισθούς, επιδόματα και επιδοτήσεις.

    Ο περιορισμός των κρατικών ελλειμμάτων θα φέρει σε πρώτη φάση μια πολύ μεγάλη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και θα προκαλέσει μεγάλα κοινωνικά προβλήματα σε όλες τις ευρωπαικές χώρες. Το πέρασμα απο τη φάση αυτή είναι όμως απαραίτητο, αν θέλουμε να επιβιώσει μακροπρόθεσμα η ευρωπαική οικονομία και κοινωνία όπως την ξέρουμε σήμερα.

    Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι σε περίπτωση που ο εκμηδενισμός των ελλειμάτων πραγματοποιηθεί απο όλους, άμεσα και αξιόπιστα, η εμπιστοσύνη των αγορών θα αποκατασταθεί πολύ γρήγορα, όχι όμως για την χρηματοδότηση νέων ελλειμμάτων, αλλά για την χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, που θα φέρουν επιτέλους πραγματική ανάπτυξη και απασχόληση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή