ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Charles Mingus

Charles Mingus

Παρατηρητήριο

Δηλαδή την Ελλάδα, τη μόνη χώρα που δεν έχει βγει ούτε και πρόκειται να βγει από την κρίση του 2009 έως ότου κατακτήσει τη γη της επαγγελίας, δηλαδή τον «κομμουνισμό με φτώχεια».

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Σε μια χώρα όπου η πολιτική γίνεται σε πρωινάδικα ανθρώπων που παριστάνουν τους δημοσιογράφους, είναι φυσιολογικό η υψηλή διπλωματία να ασκείται στην τηλεόραση από τύπους που παριστάνουν τους πολιτικούς. Μια ντεμέκ ευρωπαίκή χώρα με μια ντεμέκ πολιτική ηγεσία.
ΥΓ Και ζορισμένους σουλτάνους ξαλαφρωνουμε και μπρίκια κολλάμε και βεντουζες κόβουμε

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Η αναπόφευκτη «εσωτερική υποτίμηση»



του Δημήτρη Α. Ιωάννου Από το  THE ATHENS REVIEW of BOOKS
  
Όταν δύο ασύμβατες πλάνες συναντώνται

Πόση λογική άραγε θα είχε το να ανοίξει κάποιος, εν πτήσει, την πόρτα και να πηδήσει στο κενό, χωρίς αλεξίπτωτο, επειδή θυμήθηκε πως μπήκε σε λάθος αεροπλάνο; Προφανώς καμία. Και όμως. Αυτό περίπου είναι που προτείνουν όσοι υποστηρίζουν την ανάγκη επιστροφής της χώρας στη δραχμή «επειδή η συμμετοχή στην Ευρωζώνη υπήρξε λάθος». Και το ίδιο επίσης ουσιαστικά προωθούν εκείνοι που, ακόμη και αν δεν μιλούν για τη δραχμή, θέλουν μία «διαφορετική πολιτική» αντιμετώπισης της κρίσης, ένα «διαφορετικό μίγμα» ή μία «αναδιαπραγμάτευση» με τους δανειστές. Πολιτικές οι οποίες εάν εφαρμόζονταν κιόλας, εκτός από το να λέγονται, θα εξακόντιζαν τα ελλείμματα σε στρατοσφαιρικά ύψη και θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στην πτώχευση και στο εθνικό νόμισμα.
Μόνο που η έξοδος από την ΟΝΕ, στις παρούσες συνθήκες, θα ήταν ένα πρωτοφανές εγχείρημα που προηγούμενό του δεν υπάρχει στην Ιστορία: μία χρεοκοπημένη οικονομία θα εκβαλλόταν από μία νομισματική ένωση και θα αναγκαζόταν να εισαγάγει εκ του μηδενός ένα εθνικό νόμισμα, του οποίου κανείς δεν θα μπορούσε να εκτιμήσει την εξωτερική αξία (ή, ακριβέστερα: τον ρυθμό μείωσης της εξωτερικής του αξίας), και γι’ αυτό κανείς δεν θα ήθελε να το διακρατεί. Και λέμε ότι δεν υφίσταται κανένα ιστορικό προηγούμενο, αφού λ.χ. η Αργεντινή και η Ρωσία όταν χρεοκόπησαν τη δεκαετία του 1990 είχαν δικό τους νόμισμα και συνέχισαν με αυτό, απλώς υποτιμώντας την εξωτερική του ισοτιμία. Οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που ξαφνικά βρέθηκαν χωρίς να έχουν πλέον για νόμισμά τους το ρούβλι, υπέστησαν μεν κλονισμούς έως ότου εισαγάγουν το δικό τους εθνικό μέσο πληρωμών, αλλά σχετικά γρήγορα ισορρόπησαν· και τούτο διότι, παρά το γεγονός της κοινωνικοοικονομικής τους αποδιάρθρωσης, μπορούσαν να επιβιώσουν ανταλλάσσοντας προϊόντα με τις άλλες πρώην Σοβιετικές οικονομίες για να καλύψουν τις, ούτως ή άλλως, στοιχειώδεις ανάγκες τους (ενώ είχαν και μηδενικό εξωτερικό χρέος).
Η Ελλάδα, αντιθέτως, θα είναι μία μοναδική περίπτωση «μετάβασης υπό χρεοκοπία» που θα την εξετάζουν για δεκαετίες μετά οι ιστορικοί (δίκην ιατροδικαστού). Θα αναγκασθεί να δημιουργήσει ένα νόμισμα εκ του μηδενός, την ίδια στιγμή που δεν θα είναι σε θέση να έχει συναλλαγές εξωτερικού εμπορίου λόγω πτώχευσης. Το μόνο, κατά κάποιο τρόπο, ιστορικό ανάλογο που θα ήταν δυνατόν να βρεθεί είναι και πάλι ελληνικό και προέρχεται από την εμπειρία της περιόδου 1944-1953. Όπως και τότε έτσι και σήμερα ο αντιπραγματισμός και η χρυσοφιλία θα αντικαθιστούσαν την εγχρήματη οικονομία, ενώ κάθε ουσιαστική παραγωγική δραστηριότητα θα απονεκρωνόταν και κάθε επένδυση θα ήταν πρακτικά ανέφικτη. Με μία σημαντική διαφορά: στη σημερινή περίπτωση θα έλειπε –πλέον– η εξωτερική βοήθεια (του «σχεδίου Μάρσαλ» ή του επικατάρατου «Μνημονίου»). Αντί μίας παρόμοιας αυτοκτονικής επιλογής, λοιπόν, η λογική επιτάσσει ότι η Ελλάδα πρέπει να αγωνιστεί για να παραμείνει στο ευρώ, και να προσεύχεται παράλληλα να συνεχίσει να υφίσταται και η Ευρωζώνη.
Η απειλή του χάους, όμως, που ορθώνεται μπροστά στη χώρα σε περίπτωση «επιστροφής» στη δραχμή, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συσκοτίζει την άλλη όψη του νομίσματος, δηλαδή τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η συμμετοχή της ελληνικής οικονομίας στην Ευρωζώνη θεωρώ ότι υπήρξε πλήρως λανθασμένη ως στρατηγική επιλογή. Στην επιδίωξη δύο αφηρημένων και επισφαλών στόχων εγκαταλείφθηκαν μηχανισμοί και δικλίδες ασφαλείας με νευραλγική σημασία για την ελληνική κοινωνία και οικονομία. Τα δύο μείζονα οφέλη τα οποία υποτίθεται πως θα προσποριζόταν η Ελλάδα ήταν το πρώτο μεν πολιτικό, δηλαδή η περίφημη συμμετοχή της στον «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης, το δεύτερο δε οικονομικό, δηλαδή η εμπέδωση συνθηκών χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, και η συνεπαγόμενη επάρκεια κεφαλαίων και αναβάθμιση του αναπτυξιακού της δυναμικού. Μόνο που, φευ, η εμπειρία απέδειξε ότι οι προσδοκίες αποτελούσαν φενάκη: στον πραγματικό «σκληρό πυρήνα» της Ευρώπης συμμετέχουν αποκλειστικά όσες χώρες το δικαιούνται τοις πράγμασι, δηλαδή όσες διαθέτουν σταθερότητα και πολιτικοοικονομική ρώμη, και όχι όσες δεν έχουν να προσάγουν παρά αστάθεια, αδολεσχία και κουτοπονηριά. Όσο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αυτή πρέπει να εκκινεί από το εσωτερικό της εθνικής οικονομίας και να στηρίζεται σ’ αυτό, και δεν είναι δυνατόν να εισαχθεί από το εξωτερικό.
Έναντι όμως αυτών των κατά φαντασίαν ωφελημάτων η χώρα απεκδύθηκε τα στρατηγικά εκείνα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που εμπόδιζαν την κατάρρευση της οικονομικής της δομής.
– Στερήθηκε τη δυνατότητα ευέλικτης συναλλαγματικής πολιτικής μέσω ενός εθνικού νομισματικού συστήματος. Σε καθεστώς «δραχμής» η αναπόφευκτη υποτίμηση της εξωτερικής της αξίας θα ανέκοπτε κάθε τυχόν τάση κατάρρευσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτή που παρατηρήθηκε στη δεκαετία 1999-2009. Επίσης, κάθε εγκληματική πολιτική υπερχρέωσης του δημόσιου τομέα, για μικροπολιτικούς λόγους, δεν θα ήταν εφικτή, πέραν ενός ορίου, διότι θα την ακύρωναν οι ισχυρότατες υποτιμητικές πιέσεις επί του εθνικού νομίσματος.
– Στερήθηκε τη δυνατότητα να ασκεί νομισματική πολιτική που να αντιστοιχεί στον «κύκλο» της ελληνικής οικονομίας. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ στην κρίσιμη δεκαετία, ακολουθώντας τον κανόνα one size fits all, μοιραία ήταν προσαρμοσμένη στις ανάγκες των οικονομιών της Βόρειας Ευρώπης. Τα αρνητικά πραγματικά επιτόκια που αυτό επέβαλε στην ελληνική οικονομία την παρώθησαν να λειτουργεί σε διαρκείς συνθήκες «υπερθέρμανσης», η οποία ήταν και η αιτία της έξαρσης και διόγκωσης των διαρθρωτικών της προβλημάτων, από τα οποία θα υποφέρει για πολλά χρόνια στο μέλλον.
– Επίσης (αν και αυτό δεν προβλεπόταν θεωρητικά), ευρισκόμενη σε συνθήκες δημοσιονομικής χρεοκοπίας, η Ελλάδα στερήθηκε και τη δυνατότητα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, με την έννοια ότι δεν είναι σήμερα σε θέση να υιοθετήσει τη λύση έσχατης ανάγκης των υπερχρεωμένων χωρών, δηλαδή την νομισματοποίηση του χρέους.
Πέραν δε αυτών η ελληνική οικονομία με την εισδοχή της στην Ευρωζώνη επέβαλε στον εαυτό της μία μόνιμη διαρθρωτική δυσπλασία: από τη στιγμή που απέκτησε κοινό νόμισμα με τις πιο παραγωγικές οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης, εσωτερίκευσε μία συγκεκριμένη σχέση στις τιμές μεταξύ των προϊόντων του διεθνώς ανταγωνιστικού τομέα, εκείνου δηλαδή που παράγει για τη διεθνή αγορά υπό τον αδήριτο περιορισμό της ενιαίας τιμής («ίδια τιμή για ίδιο προϊόν»), και των τομέων όπου η τιμή των προϊόντων τους, επειδή παράγονται και διακινούνται μόνον εγχωρίως, μακριά από τις πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού, διαμορφώνεται στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό δημιουργεί ένα βασικό πρόβλημα ισορροπίας και ευστάθειας της ελληνικής οικονομίας: εφόσον το νόμισμα είναι, και παραμένει, κοινό, κάθε φορά που η αύξηση στο επίπεδο των ονομαστικών τιμών στην Ελλάδα θα υπερβαίνει τον πληθωρισμό στις άλλες χώρες της νομισματικής ένωσης, θα υπάρχουν ισχυρές ροπές στην οικονομία για μεταφορά παραγωγικών πόρων από τον μη προστατευμένο, ανταγωνιστικό τομέα των «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών (που δεν μπορεί να αυξήσει τις τιμές του σε εθνικό επίπεδο), στον προστατευμένο τομέα των «διεθνώς μη εμπορευσίμων» αγαθών, όπου οι αυξανόμενες τιμές προσφέρουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. Έτσι, χωρίς να έχει υπάρξει καμία αλλαγή στα επίπεδα παραγωγικότητας των δύο τομέων, οι «όροι εμπορίου» μεταξύ τους θα έχουν επιδεινωθεί εις βάρος του παραγωγικού τομέα, καθαρά για νομισματικούς λόγους. Αυτό είναι καταστροφικό για την μακροχρόνια ανάπτυξη, διότι ο προστατευμένος τομέας της οικονομίας (δηλαδή το κράτος, οι οικοδομές, το εμπόριο και οι υπόλοιπες υπηρεσίες) χαρακτηρίζεται από στασιμότητα της παραγωγικότητάς του, ενώ παράλληλα η υπερδιόγκωσή του, εις βάρος του ανταγωνιστικού τομέα, δημιουργεί ροπές για αύξηση των εξωτερικών ελλειμμάτων αφού η συρρίκνωση του τελευταίου επιτρέπει όλο και λιγότερο την κάλυψη της ζήτησης «διεθνώς εμπορευσίμων» από την εγχώρια παραγωγή. Αποτέλεσμα είναι να εξάγονται θέσεις εργασίας και εισόδημα (με τη μορφή χρέους) στο εξωτερικό.

H συνέχεια  ΕΔΩ

1 σχόλιο:

  1. Το κείμενο είναι εξόχως ενδιαφέρον (τη δεύτερη φορά που το διάβασα ήταν καλύτερο ομολογώ), αλλά ουσιαστικές προτάσεις δεν είδα. Καλή η καταγραφή αλλά κουράζει. Από την άλλη, δε, έχω κουραστεί πολύ με τη λογική του μονοδρόμου. Δεν παλεύεται πια η προπαγάνδα της παραμονής στο ευρώ. Δεν είναι μονόδρομος το ευρώ. Ας αντιταχθούν στο κάτω κάτω άλλα επιχειρήματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή