ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

πίσω στα 60s

πίσω στα 60s

Παρατηρητήριο

"Η κληρονομιά στον 21ο αιώνα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τα κομμουνιστικά καθεστώτα». Αυτος ειναι ο τιτλος του συνεδριου. Τεχνηέντως και παραπειστικώς η συζήτηση μεταφέρθηκε σε συγκρίσεις μεταξύ των ολοκληρωτισμών του 20 αιώνα γιατί έτσι βόλευε τους αμετανόητους οπαδούς τους, ειδικά τους φιλοσοβιετικούς που είναι και ιδεολογικά κυρίαρχοι στη χώρα αυτή. Εχουμε μέλλον ακόμα μέχρι να βγάλουμε τη γλίτσα αυτή από πάνω μας. Είναι ένα ακόμα δείγμα της αβελτηρίας μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Χτες ήταν οι καταλήψεις, σήμερα το «άσυλο» της βίας, αύριο η διάλυση των μεταπτυχιακών. Οι θλιβεροί φαιοί ή κόκκινοι κομισάριοι μισούν τους άριστους γιατί τους φοβούνται και πασχίζουν να τους σταματήσουν. Γιατί είναι αυτοί που θα χτίσουν την επόμενη ελεύθερη, δημοκρατική και δημιουργική Ελλάδα. Είναι αυτοί που θα τους αποστρατεύσουν, θα τους στείλουν επιτέλους στη λήθη της ιστορίας. Είναι αυτοί που με την αξιοσύνη τους θα αλλάξουν το παράδειγμα στην έρμη τούτη χώρα. Μην ανησυχείτε. Δεν έρχεται κανένα άλλο κόμμα, πράσινο, κόκκινο ή γαλάζιο. Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε.

Έρχονται οι άριστοι και να τους φοβάστε

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Ευρωπαϊκή Αριστερά και λαϊκισμός



Πέτρος Παπασαραντόπουλος, από τη Μεταρρύθμιση


Τα αποτελέσματα των εκλογών της 6 ης Μαΐου 2012 και η σημαντική ενίσχυση πολιτικών κομμάτων με έντονη λαϊκιστική ρητορεία, κάνουν επιτακτική την ανάγκη να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στις βασικές ιδεολογικές και πολιτικές παραμέτρους της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και του λαϊκισμού, προσπαθώντας να εντοπίσουμε αποκλίσεις και συγκλίσεις.
Για να γίνει αυτό δυνατό, πρέπει να προσπαθήσουμε να ορίσουμε τι εννοούμε με αυτές τις δύο έννοιες.

Η Ευρωπαϊκή Αριστερά
Ως Ευρωπαϊκή Αριστερά, στο κείμενο που ακολουθεί, νοείται η πολιτική οικογένεια που έχει προκύψει από τα σοσιαλδημοκρατικά και σοσιαλιστικά κόμματα που διέρρηξαν, από πολλές δεκαετίες, κάθε δεσμό με τον τριτοδιεθνιστικό μαρξισμό-λενινισμό, καθώς και με τα κόμματα που έλκουν την κληρονομιά τους από την απόπειρα να ανανεωθεί εκ των ένδον το κομμουνιστικό πείραμα, αυτό που είχε αποκληθεί ευρωκομμουνισμός.
Αυτή η πολιτική οικογένεια χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά εκτεταμένη πολυμορφία και από μια μεγάλη διαφοροποίηση πολιτικών επιλογών, ιδίως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η ιδεολογική αμηχανία συμβαδίζει με έναν πλούτο αναζητήσεων που συνεχίζονται με αμείωτη ένταση και στις ημέρες μας.
Εντούτοις, μπορεί να βρει κανείς ελάχιστους πολιτικούς και ιδεολογικούς κοινούς παρονομαστές που εντέλει συγκροτούν την οικογενειακή της φωτογραφία.
Κατά την άποψή μας, την πλέον έγκυρη καταγραφή αυτών των παρονομαστών έχει κάνει ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο, με το σύνολο του έργου του[1], όπου μπορεί να εντοπίσει κανείς τις ακόλουθες ιδεολογικές και πολιτικές σταθερές:
1) Η Ευρωπαϊκή Αριστερά είναι πρωτίστως μια μεταρρυθμιστική πολιτική δύναμη. Αρνείται τη Γη της Επαγγελίας, την Επανάσταση, γιατί η Ιστορία είναι γεμάτη με εγκλήματα που έγιναν στο όνομα της Επανάστασης. Αντίθετα πιστεύει ότι ο δρόμος των μεταρρυθμίσεων είναι η μοναδική ρεαλιστική επιλογή για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να είναι «ριζοσπαστική», γιατί οι μεταρρυθμίσεις είναι κοινωνικές διεργασίες που απαιτούν κρίσιμο χρόνο ωρίμανσης, καθώς και ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις και δεν μπορούν να γίνουν «εδώ και τώρα».
2) Η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει ενσωματωμένη στον ιδεολογικό πυρήνα της την έννοια του πλουραλισμού, της δημοκρατίας που συμπεριλαμβάνει ( inclusive ) και δεν αποκλείει ( exclusive ), αποδεχόμενη ότι δεν υπάρχει μια και μοναδική αλήθεια, την οποία εξ ορισμού δεν κατέχει κανείς. Συνακόλουθα αρνείται κατηγορηματικά τη διάκριση Εχθρών/Φίλων που κατέχει κεντρική θέση σε άλλες πολιτικές ιδεολογίες [2]. Η επιλογή αυτή συμπυκνώνεται με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο στη ρήση του Νίκου Πουλαντζά ότι «η Αριστερά ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα είναι Αριστερά».
3) Η κεντρική της διαφοροποίηση από τη συντηρητική πολιτική οικογένεια είναι η έννοια της ισότητας. Για την Ευρωπαϊκή Αριστερά η ισότητα κατέχει κεντρική θέση, με την έννοια ότι πρέπει να γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια έτσι ώστε, μέσω των κατάλληλων πολιτικών, να δοθούν ίσες ευκαιρίες σε όλους τους ανθρώπους. Αντίθετα, η συντηρητική προσέγγιση είναι ότι οι άνθρωποι είναι εξ ορισμού άνισοι και ότι το πρόβλημα αυτό μόνον περιπτωσιολογικά μπορεί να αντιμετωπιστεί, κυρίως μέσω της φιλανθρωπίας.
Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης οι ιδέες της Ευρωπαϊκής Αριστεράς είχαν οριακή απήχηση. Ο κύριος πολιτικός φορέας τους, με ισχνή πολιτική επιρροή, ήταν το ΚΚΕ Εσωτερικού, που μετεξελίχθηκε στην ΕΑΡ και στη συνέχεια απορροφήθηκε από το Συνασπισμό. Οι ιδέες αυτές ήταν σε πλήρη ασυμβατότητα με τις επιλογές της ηγεσίας του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που οδήγησε στη δημιουργία της ΔΗΜΑΡ. Παράλληλα, σημαντικός αριθμός πολιτών και πολιτικών στελεχών που ασπάζονταν αυτές τις ιδέες συμμετείχε και συμμετέχει στο ΠΑΣΟΚ. Οι ιδέες αυτές ήταν μειοψηφικές στο χώρο αυτό όπου δέσποζε η λαϊκιστική ιδεολογία και η χαρισματική ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου. Απέκτησαν σημαντική ισχύ στην περίοδο Σημίτη, διαλύθηκαν στην περίοδο της μετανεωτερικής ασυναρτησίας [3]που χαρακτήρισε την ηγεσία Γιώργου Παπανδρέου και έχουν επανέλθει, σε επίπεδο εξαγγελιών, με την πρόσφατη αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ, με τον Ευάγγελο Βενιζέλο να δηλώνει ότι το ΠΑΣΟΚ θα μετασχηματιστεί σε ένα ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της κεντροαριστεράς.

Ο λαϊκισμός
Όπως έχουμε επισημάνει και σε άλλα κείμενά μας [4], η κρατούσα επιστημονικά άποψη για το λαϊκισμό συμπυκνώνεται στον ακόλουθο ορισμό:
«Λαϊκισμός είναιμια αβαθής ιδεολογία (thin-centered ideology) που θεωρεί ότι οι κοινωνίες είναι πλήρως διαχωρισμένες σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά σύνολα, τον ‘αγνό λαό’ εναντίον των ‘διεφθαρμένων ελίτ’, και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική θα έπρεπε να είναι η έκφραση της γενικής θέλησης (volonté générale) του λαού»[5].
Ακριβώς λόγω της ρηχότητάς της, σε σύγκριση με άλλες συγκροτημένες ιδεολογίες, όπως ο σοσιαλισμός, ο φιλελευθερισμός, ή ο συντηρητισμός, η ιδεολογία του λαϊκισμού έχει χαρακτηριστεί ως ένα αδειανό μπουκάλι: Μπορεί να το γεμίσει κανείς με ό,τι περιεχόμενο θέλει, είτε αριστερό, είτε δεξιό. Αυτό, έχει οδηγήσει πολλούς μελετητές να επισημάνουν ότι ο λαϊκισμός είναι μια ιδεολογία με χαρακτηριστικά χαμαιλέοντα [6].
Στην Ελλάδα, ο λαϊκισμός με αριστερό περιεχόμενο κυριάρχησε για πολλά χρόνια με τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ. Επανήλθε εντυπωσιακά στο πολιτικό προσκήνιο με τις θέσεις και απόψεις που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ με αριστερόστροφο πρόσημο και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες με δεξιόστροφο. Ο λαϊκισμός όχι μόνον κυριάρχησε, αλλά και ηγεμόνευσε στην κοινωνία, γιατί οι βασικές παραδοχές του είχαν τη συναίνεση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Οι παραδοχές αυτές είναι:
1) Ο λαός έχει πάντα δίκιο. Ως λαός νοείται το σύνολο των «αγνών ανθρώπων», ομοιογενές και αδιαίρετο. Εσωτερικές διαφοροποιήσεις δεν υπάρχουν. Λαός είναι και τα συνδικάτα της ΔΕΗ που κατεβάζουν τους διακόπτες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και οι καταναλωτές. Λαός είναι και όσοι εισπράττουν συντάξεις τεθνεότων, λαός και οι συνεπείς φορολογούμενοι. Όλοι έχετε δίκιο, όπως έλεγε ο χότζας στο γνωστό ανέκδοτο. Κατά συνέπεια, οι επαγγελίες των αριστερόστροφων λαϊκιστών περί ισότητας είναι επιστολή άνευ περιεχομένου. Είναι ένα αδειανό πουκάμισο, αφού δεν βασίζονται σε μια μεταρρυθμιστική λογική που παίρνει υπόψη της την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχηματισμών και την ανάγκη συγκρούσεων εντός του λαού, που κάθε άλλο παρά ομοιογενής είναι.
2) Ο λαός ορίζεται κυρίως ex negativo σε σχέση με το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. «Αυτοί» είναι οι εχθροί του. Πρέπει να προχωρήσει χωρίς αυτούς, όπως ήταν το κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ. «Αυτοί» που επιπρόσθετα είναι «λιγότερο Έλληνες» από εμάς, όπως δήλωσε ο κ. Τσίπρας ή και προδότες και δοσίλογοι, όπως υποστηρίζει ο κ. Καμμένος.
3) Ανάμεσα σε αυτά τα δύο μπλοκ, τους καλούς και τους κακούς, υπάρχουν αδιαμεσολάβητα οι σωτήρες. Οι λαϊκιστές που υπόσχονται τη σωτηρία. Όπως στα σπαγγέτι-γουέστερν στις συγκρούσεις καουμπόηδων και ινδιάνων την κρίσιμη ώρα πάντοτε έφτανε το ιππικό. Ψηφίστε μας για να σας σώσουμε. Εσείς δεν χρειάζεται να αλλάξετε σε τίποτα, αφού ο λαός έχει πάντα δίκιο.
4) Στην ελληνική εκδοχή του, ο αριστερόστροφος λαϊκισμός έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην αντιιμπεριαλιστική διάσταση, κατασκευάζοντας εκτός από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Ως «Έθνος Ανάδελφον», ζούμε περικυκλωμένοι από εχθρούς που κοιμούνται και ξυπνάνε με μόνη έγνοια το πώς θα μας εξολοθρεύσουν [7]. Το σενάριο αυτό πρόσφατα απέκτησε και μια ψυχροπολεμική εφιαλτική διάσταση. « Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ισοδύναμη με εκείνη που αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ με τη Ρωσία κατά τη διάρκεια των ημερών του Ψυχρού Πολέμου. Και οι δύο πλευρές είχαν πυρηνικά όπλα στα χέρια τους και οι δύο πλευρές απείλησαν να πατήσουν το κουμπί και να το ενεργοποιήσουν», σύμφωνα με τον κ. Τσίπρα. Οι εχθροί μας, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ, κρατάνε για την Ελλάδα όπλα πυρηνικής καταστροφής, όπως οι Αμερικανοί στον Ψυχρό Πόλεμο. Δεν θα τολμήσουν όμως να τα χρησιμοποιήσουν γιατί και εμείς, η Ελλάδα, έχουμε πυρηνικά όπλα, όπως η Σοβιετική Ένωση, αφού η χρεοκοπία μας θα συμπαρασύρει όλη την ευρωζώνη. Παράλληλα, στα πλαίσια μιας νέας εξωτερικής πολιτικής, ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει «Άμεση κατάργηση των βάσεων της Σούδας και του Άκτιου. Δεν θέλουμε την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ, ούτε το ΝΑΤΟ στην Ελλάδα και αγωνιζόμαστε για τη διάλυσή του».

Συγκρίνοντας τα ανόμοια
Από την καταγραφή που προηγήθηκε, είναι εμφανές ότι ανάμεσα στον βασικό ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα των ιδεών της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και εκείνον του λαϊκισμού, υπάρχει πλήρης ασυμβατότητα. Ακόμα και σε περιπτώσεις που κάποια ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εισήγαγαν λαϊκιστικά στοιχεία στον πολιτικό τους λόγο, όπως οι Νέοι Εργατικοί του Τόνι Μπλερ, αυτά σε καμία περίπτωση δεν κυριάρχησαν πολιτικά. Ήταν ένας λελογισμένος λαϊκισμός ( soft populism ), μπροστά στη λαϊκιστική λαίλαπα που απειλεί όλη την Ευρώπη, όπως δήλωσε πρόσφατα ο νεοεκλεγείς σοσιαλιστής πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Φρανσουά Ολάντ.
Η διαφορά των δύο προσεγγίσεων ιδεολογικά συμπυκνώνεται στο χάσμα ανάμεσα σε μια πλουραλιστική ιδεολογία, όπως είναι η σοσιαλδημοκρατική, και σε μια μονιστική ιδεολογία, όπως είναι ο λαϊκισμός, ιδίως ο αριστερόστροφος.
Πολιτικά, η βασική διαφορά είναι ανάμεσα σε ένα μεταρρυθμιστικό πρόταγμα σε σχέση με τις επικίνδυνες «ριζοσπαστικές» ακροβασίες.
Εντέλει, οι δύο αυτές ιδεολογίες μοιράζονται έναν εντελώς διαφορετικό κώδικα ιδεολογικών και πολιτικών αξιών. Εάν αυτό ισχύει, η ρητορεία περί «κυβερνήσεων της αριστεράς», που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά και που δυστυχώς έχει απήχηση σε κύκλους της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ είναι εκτός τόπου και χρόνου. Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο Μιχάλης Μητσός «Αριστερό δεν είναι να ζεις για χρόνια πάνω από τις δυνάμεις σου, κι όταν έλθει η ώρα του λογαριασμού να απαιτείς όχι μόνο να σου δανείζουν, αλλά και να δέχονται τους όρους σου. Αριστερό δεν είναι να καταγγέλλεις, να δημαγωγείς και να εκβιάζεις, δεν είναι να κόβεις γέφυρες και να απομονώνεσαι, αλλά να ακούς, να αναλύεις, να συνθέτεις και να χτίζεις συμμαχίες για το καλό, το δικό σου και των άλλων. Η τόλμη μπορεί να είναι αριστερή, το θράσος ποτέ»[8].
Είναι εμφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εντάσσεται πλήρως στην τυπολογία ενός λαϊκιστικού πολιτικού οργανισμού με αριστερόστροφο περιεχόμενο. Αυτό είναι αποτέλεσμα τριών ουσιωδών μεταλλάξεων που υπέστη τα τελευταία 15 χρόνια: Επί προεδρίας Νίκου Κωνσταντόπουλου και κυριαρχίας του κομμουνιστογενούς Αριστερού Ρεύματος, συντελέστηκε μια νεοκομμουνιστική-εθνικιστική μετάλλαξη, με αποκορύφωμα την επίσκεψη Κωνσταντόπουλου στο Βελιγράδι και την υποστήριξη στο καθεστώς Μιλόσεβιτς. Με τον Αλέκο Αλαβάνο επικεφαλής, μεταλλάχθηκε προς μια κινηματική και ριζοσπαστική λογική ενσωματώνοντας μια πλειάδα αριστεριστικών ομάδων και γκρουπούσκουλων που κινούνται οριακά στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Με τον Αλέξη Τσίπρα, όλος ο ιδεολογικός εξοπλισμός των δύο προηγούμενων μεταλλάξεων, μπήκε στο άδειο μπουκάλι της λαϊκιστικής ιδεολογίας. Πλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένας ακροαριστερός πολιτικός σχηματισμός [9], αλλά μια λαϊκιστική πολιτική δύναμη με αριστερόστροφο περιεχόμενο.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά ελληνική πρωτοτυπία. Παρόμοια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν πολλά ακροαριστερά κόμματα με πολύ μικρή πολιτική επιρροή. Όπως επισημαίνει ο Luke March , κάνοντας διάκριση μεταξύ ριζοσπαστισμού και εξτρεμισμού [10], «υπάρχουν δύο βασικές υποομάδες. Πρώτον, τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα, τα οποία θέλουν “ριζική” συστημική αλλαγή του καπιταλισμού. Τα εξτρεμιστικά αριστερά κόμματα, αντίθετα, είναι πολύ πιο εχθρικά στη φιλελεύθερη δημοκρατία, συνήθως καταγγέλλουν κάθε συμβιβασμό με τις “αστικές” πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας, δίνουν έμφαση στον εξωκοινοβουλευτικό αγώνα και ορίζουν τον “αντι-καπιταλισμό” με πολύ πιο αυστηρούς όρους, συνήθως θεωρώντας το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας ως ανάθεμα» [11].
Λόγω αυτής της ιδεολογικής τους φυσιογνωμίας, τα ακροαριστερά κόμματα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα από την ακροδεξιά που χρησιμοποιεί παρεμφερή «αντισυστημική» ρητορεία. Σε πολλές περιπτώσεις, «οι ψήφοι στην ακροαριστερά και την ακροδεξιά επικαλύπτονται: Η λέξη “αριστερο-λεπενιστής” επινοήθηκε για να περιγράψει τους Γάλλους κομμουνιστές ψηφοφόρους οι οποίοι προσχώρησαν στη ακροδεξιά» [12].
Προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτό τον κίνδυνο, κάποια ακροαριστερά κόμματα, όπως το γερμανικό DieLinke επιλέγουν τη λαϊκιστική μετάλλαξη, εγκαταλείποντας θεμελιώδεις αρχές του μαρξιστικού πυρήνα τους. Όπως έχει επισημανθεί, «τα σοσιαλ-λαϊκιστικά κόμματα δεν είναι πλέον ανοιχτά μαρξιστικά, αφού ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να επεκτείνουν την εκλογική τους αντιπροσώπευση. Είναι λαϊκιστές ως προς την αντιπαράθεση μεταξύ “του ηθικού λαού” και “της διεφθαρμένης ελίτ”… Τα κόμματα αυτά παρουσιάζονται ως η φωνή του λαού, παρά ως η εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου» [13].
Σε αυτό το πλαίσιο είναι ακριβής η επισήμανση του Ανδρέα Πανταζόπουλου ότι «ο ακροδεξιός λαϊκισμός μπορεί να προσλαμβάνει αντιμεταναστευτικά και ρατσιστικά χαρακτηριστικά, ενώ ο ακροαριστερός λαϊκισμός, σύμφωνα με τον Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, υποβασταζόμενος ενίοτε από έναν ηθικολογικό μιζεραμπιλισμό, τρέπεται περισσότερο προς έναν μαγικού τύπου αντικαπιταλισμό και έναν αναμνηστικό αντιφασισμό (η νεοεαμική ρητορική απεικονίζεται παραστατικά σε αυτή του την τάση). Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις υπαρκτές διαφορές τους, οι δύο λαϊκισμοί έχουν κοινό στοιχείο την ανευθυνότητα» [14].
Η ελληνική ιδιαιτερότητα συνίσταται στο ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτά τα κόμματα έχουν πολύ μικρή πολιτική επιρροή [15], ενώ στην Ελλάδα, λόγω της ιδεολογικής ηγεμονίας του λαϊκισμού, σημειώνουν μεγάλες πολιτικές επιδόσεις.

Η ανθρωπολογική διάσταση

Η πολιτική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ έχει και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανθρωπολογική διάσταση. Οι λαϊκιστές, ως φορείς μιας μονιστικής ιδεολογίας που κατέχει την απόλυτη αλήθεια, θεωρούν όσους έχουν αντίθετη άποψη ως προδότες, ως εχθρούς του λαού. Πριν από 27 χρόνια, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αποκαλέσει τον Λεωνίδα Κύρκο εκπρόσωπο «της αριστεράς των σαλονιών». Πριν από λίγες ημέρες, μετά από τις εκλογές της 6 ης Μαΐου, στη διάρκεια των διερευνητικών εντολών για σχηματισμό κυβέρνησης, όπου είχε αναφερθεί το ενδεχόμενο συμμετοχής της ΔΗΜΑΡ σε κυβέρνηση μαζί με ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία, ο Μανώλης Γλέζος μίλησε για «Εφιάλτες», ενώ το διαδίκτυο πλημμύρισε από το λόγο του μίσους οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ προς τους παλιούς συντρόφους και φίλους τους που υποστήριζαν τη ΔΗΜΑΡ. Έναν λόγο μίσους που αρδεύει νομιμοποίηση από δύο παραδόσεις: Το λαϊκισμό σε συνδυασμό με μια άλλη ιδεολογία που υποστηρίζει ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια, το μαρξισμό-λενινισμό. Ενδεικτική σταχυολόγηση από τον τοίχο της ΔΗΜΑΡ Θεσσαλονίκης στο facebook :
«Κουφάλες, προδότες, δοσίλογοι, της χώρας ξεφτίλες, γερμανορουφιάνοι, παλιοκάφροι, αφιλότιμοι, ο νέος εφιάλτη ς της Ελλάδας, αριστερός Καρατζαφέρης, ανέντιμοι, ανθέλληνας, δολοφόνος των Ελλήνων, φασίστας, μυρμήγκι με φτερά, χρυσαυγίτες με κοστούμια, ηλίθιοι, καθίκια, βόδια, πόσα και τι ναρκωτικά πήρατε;, νέος προδότης, τι του τάξανε;, μαλάκας, Ντροπή ρε κότες, Θα τους κάψω όπου τους βρω, Κουβέλαινα, Φώταινα, κωλοτούμπας, ανίκανοι, πουλημένοι, σκουλήκι, αχ κουβελάκι κουβελάκι ξύλο που θα το φας (με φωτογραφία ενός κουνελιού με το πρόσωπο του Κουβέλη!), γερμανοτσολιάς, μαϊντανός (με φωτογραφία που λέει ο Φώτης πάει με όλα), σκατόφατσες, θα φύγετε με ελικόπτερα, λούγκρες, πουστράκια, ξεπουλημένοι, να βγούμε στους δρόμους κι εκεί να μετρηθούμε, όλοι έξω από τα γραφεία της ΔΗΜΑΡ αυθόρμητα όπως στις παρελάσεις, Πόσο πήγε η Αποστασία;, κλέφτες, λαμόγια, ασελγείτε πάνω στον λαό, βρομερή κουφάλα....».
Παρακολούθησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την οδυνηρή έκπληξη πολλών μελών και στελεχών της ΔΗΜΑΡ στο διαδίκτυο από αυτή τη συμπεριφορά πρώην συντρόφων και φίλων τους. Τους ήταν αδύνατο να πιστέψουν και να κατανοήσουν αυτή τη μετάλλαξη. Εάν όμως ισχύουν όσα έχουμε αναφέρει μέχρι τώρα, αυτή είναι η πολιτική και προσωπική συμπεριφορά των μονιστών που κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Οι υποστηρικτές αυτών των θέσεων, που κατά την άποψή μας [16] συγκροτούν ένα φαιοκόκκινο μέτωπο λαϊκισμού, ανορθολογισμού και εξτρεμισμού, θα γίνουν ακόμα περισσότεροι αφού ο ΣΥΡΙΖΑ αρδεύει μετεκλογικά από τους Ανεξάρτητους Έλληνες (άλλωστε 49% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ έχουν θετική άποψη για τον Πάνο Καμμένο, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση). Το γεγονός ότι κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ανθίστανται σθεναρά σε αυτή την πολιτική και ανθρωπολογική μετάλλαξη, δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα.
Άλλωστε αυτά τα φαινόμενα, δεν είναι πρωτόγνωρα, έχουν συμβεί και παλαιότερα. Μικρή συνεισφορά προς τους νεότερους, δύο προσωπικές αναμνήσεις: Το Μάρτιο του 1975, μαζί με μια μικρή ομάδα από νεαρούς «Ρηγάδες» ήμασταν η ομάδα υποστήριξης του Μήτσου Παρτσαλίδη ως υποψήφιου δημάρχου Καβάλας. Πολύ σύντομα οι φαντασιώσεις μας για «κόκκινο δήμαρχο» στην Καβάλα εξατμίστηκαν. Εκείνο όμως που μου έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη, είναι η αντιμετώπιση του μπάρμπα Μήτσου από τους «συντρόφους της άλλης πλευράς». Μίσος, συκοφαντία και η επωδός «είσαι προδότης» μας συνόδευαν σε κάθε επαφή μαζί τους. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, στις 24 Ιουλίου 1989 ο Λεωνίδας Κύρκος έδωσε συνέντευξη στον γράφοντα, στο «Ράδιο Παρατηρητής». Μίλησε για το λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ και για τις χυδαιότητες του «Αυριανισμού». Είπε χαρακτηριστικά: «Η εμπάθεια κάποιων από τους πιο φανατικούς από τους επικριτές μου, φτάνει μέχρι και σε απειλές για τη σωματική μου ακεραιότητα. Η γυναίκα μου μάλλον το διασκεδάζει, γιατί συζητάει με αυτούς που από την άκρη του τηλεφώνου, χωρίς να λένε το όνομά τους, απειλούν ότι θα με γδάρουν ή θα με σκοτώσουν, και τους καλεί να πιούμε καφέ» [17].
Ακριβώς στο ίδιο πνεύμα πρέπει να διαβαστεί και σχετικό σχόλιο του Enrico Berlinguer: «Εγώ δεν εξαπολύω υβρεολόγια εναντίον κανενός. Δεν μου αρέσει το ανάθεμα: είναι έκφραση φανατισμού και υπάρχει πολύς φανατισμός στον κόσμο».

Να αποδομήσουμε τη ρητορεία του λαϊκισμού

Εάν, όπως έχει επισημανθεί, ο λαϊκισμός από την ίδια του τη φύση είναι μια «επικίνδυνη απειλή για τη δημοκρατία» [18], πρέπει να αποδομηθεί η ίδια η εσωτερική λογική του. Εάν αυτό γίνει, οι αριστερόστροφες και δεξιόστροφες εκδοχές του θα εξατμισθούν. Θα παραμείνει ένα άδειο μπουκάλι.
Στην Ελλάδα, πρώτος το είχε κατανοήσει ο Λεωνίδας Κύρκος, λέγοντας τα ακόλουθα τολμηρά, που καλό είναι να τα θυμόμαστε πάντα:
Συνεχίζουν να κυριαρχούν σε αυτόν τον τόπο οι ιδεοληψίες. Κάποτε επιτέλους πρέπει να απαλλαγούμε από τις μεγαλοϊδεατικές αυταπάτες, ότι είμαστε ο περιούσιος λαός της γης, ότι είμαστε γεμάτοι μεγαλοσύνη. Δυστυχώς δεν είμαστε. Είμαστε άξιοι για τα πιο μεγάλα, σε στιγμές μεγάλων κρίσεων, και άξιοι για τα πιο χαμηλά σε στιγμές δοκιμασίας. Δεν αντέχουμε στο χρόνο, δεν αντέχουμε στη συνέχεια, δεν αντέχουμε στη διαρκή προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί για να αλλάξουμε τα πάντα.
Όλοι ήμασταν κατώτεροι των περιστάσεων και εδώ θα πρέπει να κάνουμε και τον επικήδειο αυτής της αντίληψης που έχουμε για το λαό, ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο. Ήμασταν μάρτυρες φαινομένων όπου ο λαός φέρθηκε ως απαίδευτος, αγράμματος και ιδιοτελέστατος, έχοντας όλα τα στίγματα μιας μακροχρόνιας διαφθοράς και ενός μακροχρόνιου πνεύματος ραγιαδισμού.
…Πολύ θα ήθελα να επαληθευτεί σήμερα στην πατρίδα μας ο αρχαίος μύθος του Φοίνικα που αναγεννάται από την τέφρα του. Βιώσαμε μέχρι σήμερα τον άλλο μύθο, εκείνο του Σίσυφου που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στην κορυφή. Ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά ο Σίσυφος θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια του. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα επαναληφθούν ιλιγγιώδη λάθη από την πλευρά της Αριστεράς και, ας μου επιτραπεί η έκφραση, ιλιγγιώδεις βλακείες. Αυτό το λέω με μια έμφαση που δύσκολα μπορεί να αποτυπωθεί στο γραπτό λόγο [19].



[1] Τα χαρακτηριστικότερα έργα του Νορμπέρτο Μπόμπιο που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά είναι Δεξιά και Αριστερά, Πόλις 1995, Το Μέλλον της Δημοκρατίας, Παρατηρητής 1993, Γερνώντας και άλλα αυτοβιογραφικά κείμενα, Πόλις 1998,Ισότητα και Ελευθερία, Πόλις 1998, Αυτοβιογραφία, Εκκρεμές 1999 και Εγκώμιο της Πραότητας και άλλα κείμενα περί Ηθικής, Πατάκης 2008.
[2] Η διάκριση Εχθρών/Φίλων κατέχει κεντρική θέση στον πολιτικό λόγο της ακροδεξιάς. Ένας από τους σημαντικότερους και πλέον αμφιλεγόμενους θεωρητικούς για το Κράτος, ο Γερμανός Carl Schmitt , που υπηρέτησε με αφοσίωση το χιτλερικό καθεστώς, είχε ορίσει την ουσία της πολιτικής ως τη διάκριση ανάμεσα σε Φίλους και Εχθρούς. Ενδεικτικά Καρλ Σμιτ, Η έννοια του Πολιτικού, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2009, Carl Schmitt , Σχετικά με τα τρία είδη νομικής σκέψης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2009 και Γρηγόρης Ανανιάδης, Ιδέα, απόφαση, πολιτική – τρία δοκίμια για τον CarlSchmitt, Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα 2006.
[3] Για τις μετανεωτερικές αντιλήψεις του Γιώργου Παπανδρέου περί πολιτικής δες Γιώργος Σιακαντάρης, Οι μεγάλες απουσίες – η δημοκρατία σε άμυνα, Πόλις 2011 και Πέτρος Παπασαραντόπουλος «Οι πολιτικές μεταλλάξεις του Γιώργου Παπανδρέου» στο Πολιτικό Τραβέρσο στην Ύστερη Μεταπολίτευση, Επίκεντρο 2010.
[4] Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Ο Μανιχαϊσμός του λαϊκισμού στο http :// www . metarithmisi . gr / el / readArchives . asp ? catID =2& subCatID =8& textID =7722 (ανάκτηση 28 Μαΐου 2012).
[5] Cas Mudde, Cristobal Rovira Kaltwasser “Voices of the people: Populism in Europe and Latin America compared”, Working Paper 378, July 2011. Επίσης , Margaret Canovan, “ Trust the people! Populism and the two faces of Democracy”, Political Studies, 47 (1), 1999.
[6] Paul A. Taggart, “Populism and the Pathology of Representative Politics”, στο Y. Meny and Y. Surel ( επιμ .), Democracies and the Populist Challenge, Basingstoke, 2002, σελ . 62-80.
[7] Δες σχετικές δηλώσεις του Μίκη Θεοδωράκη όπου μιλάει για «ξεπούλημα της πατρίδας μας στους ξένους από το Σύστημα Εξουσίας, που χωρίς ντροπή ζητάει την ψήφο μας για να συνεχίσει το αντεθνικό και αντιλαϊκό του έργο», (δήλωση στις 4 Μαΐου 2012).
[8] Μιχάλης Μητσός, «Μια ‘αριστερή’ λύση», ΤΑ ΝΕΑ, 24 Μαΐου 2012.
[9] Για μια επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση του φαινομένου των ακροαριστερών κομμάτων, δες Luke March , RadicalLeftPartiesinEurope (ExtremismandDemocracy ), Routledge , 2011.
[10] Εάν ως εξτρεμιστές μπορούν να οριστούν οι αντι-δημοκράτες αυτοί καθεαυτοί, ενώ οι ριζοσπάστες είναι αντίθετοι στη φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά όχι αντι-δημοκράτες αυτοί καθεαυτοί, τότε ανάμεσα στις διάφορες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να βρει κανείς εκπροσώπους και των δύο τάσεων.
[11] Luke March , Contemporary Far Left Parties in Europe: From Marxism to the Mainstream?, (Bonn/Berlin: Friedrich Ebert Stiftung), 2008.
[12]Όπ . παρ .
[13] Luke March and Cas Mudde “ What’s Left of the Radical Left? The European Radical Left After 1989: Decline and Mutation”, Comparative European Politics, 2005, 3, (23–49).
[14] Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Ακροδεξιός και ακροαριστερός λαϊκισμός», Το ΒΗΜΑ, 13 Μαΐου 2012.
[15] Χαρακτηριστικό είναι ότι στις πρόσφατες εκλογές που έγιναν στις 13 Μαΐου 2012 στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία το DieLinke καταποντίστηκε λαμβάνοντας 2,5% των ψήφων και μένοντας εκτός Βουλής. Στις προηγούμενες εκλογές είχε 5,6% και 11 έδρες, δηλαδή έχασε πάνω από τις μισές ψήφους του.
[16] Δες Πέτρος Παπασαραντόπουλος «Η Ηγεμονία του ανορθολογισμού και του εξτρεμισμού», http://www.metarithmisi.gr/el/readArchives.asp?catID=2&subCatID=8&textID=7008 (ανάκτηση 28 Μαΐου 2012)
[17] Πέτρος Παπασαραντόπουλος (επιμ.) Λεωνίδας Κύρκος Εκ Βαθέων, Επίκεντρο 2009, σελ. 71.
[18] Koen Abts, Stefan Rummens, “Populism versus Democracy”, Political Studies55, 2007, σελ . 405-424.
[19] Πέτρος Παπασαραντόπουλος (επιμ.) Λεωνίδας Κύρκος Εκ Βαθέων, Επίκεντρο 2009, σελ. 388 και 390.

1 σχόλιο: