ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

mama Africa

mama Africa

Παρατηρητήριο

Έχουμε δουλειές σύντροφοι. Η συλλογική ανάπτυξη δεν μπορεί παρά να είναι συνέπεια της ατομικής προόδου. Είμαστε ακόμα ελεύθεροι πολίτες σε μια ελεύθερη, δημοκρατική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πίσω μας η πλούσια ιστορία και γραμματεία. Δίπλα μας τα χιλιάδες δικά μας παιδιά που προοδεύουν στο εξωτερικό. Μπροστά μας η πρόκληση της απαλλαγής από το κοινωνικό άγος. Και έχουμε δύναμη, ατόφια ανθρώπινη έλλογη δύναμη. Μπορούμε να λέμε, να γράφουμε και να κάνουμε το σωστό. Είμαστε άτομα δεν είμαστε μάζα δεν είμαστε πολτός.

Και το 2018 που μπαίνει θα ξορκίζουμε το θάνατο και θα γελάμε με τους τιποτένιους. Καλή χρονιά.


ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Τουλάχιστον η μεταπολεμική μας ιστορία είναι μια αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στην αριστεία και τη μετριοκρατία. Ανάμεσα στον εκλεκτισμό και την ισοπέδωση. Ανάμεσα στη δημοκρατία και τον ολοκληρωτισμό. Χωρίς όμως διακριτά ισχυρά στρατόπεδα και ιδεολογικά ρεύματα. Γι’ αυτό και είμαστε πάντοτε έρμαια του λαϊκισμού ο οποίος πλασάρεται ως το απόγειο της δημοκρατίας αλλά οδηγεί στον εκφασισμό της κοινωνίας. Γι’ αυτό και από την αποδοχή της χούντας των συνταγματαρχών μεταπηδήσαμε ταχύτατα στον έρωτα του σοσιαλισμού με τα λεφτά των άλλων. Γι’ αυτό ακροβατούμε συνεχώς ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, στην παράδοση και τη νεωτερικότητα. Γι’ αυτό θέλουμε τα σπίτια μας και τα χωριά μας καθαρά και περιποιημένα και την πόλη, τον αστικό χώρο, βρώμικο και κατεστραμμένο.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

A ρε Γκοτζαμάνη τον έφαγες τον ανθρωπάκο


του Χαΐμ Πολίτη από το Dimart

Θεσσαλονίκη, χειμώνας του 1980. Εμείς —μια παρέα μουσάτοι, μακρυμάλληδες, αμπεχωνοφόροι φοιτητές— έχουμε πάψει να ξημεροβραδιαζόμαστε στις ταβέρνες (και κάποιες φορές, Σάββατα, κυρίως στις ντισκοτέκ που φθίνουν πια) και προτιμούμε τα νέα σημεία διασκέδασης της πόλης, όπως το Time Out ή το Φλου. Το ουίσκυ αντικαθιστά τη ρετσίνα και ο Θεοδωράκης και η νεοκυματική κιθάρα που βασίλευε στο «Λιόγερμα» μένουν στην άκρη, παραμερίζουν κάνοντας χώρο στα πλατώ των μπαρ που ξεφυτρώνουν για τις μουσικές των Doors, των διαχρονικών Stones, της Pattie Smith, της Jonnie Mitchel ή του πανκ που δειλά τότε ξεκινούσε ν’ ακούγεται.

Έμενα τότε σ’ ένα σπίτι στην πολύ στενή οδό Θεαγένους Χαρίση —ποτέ δεν με παρακίνησε η περιέργειά μου να ψάξω για την προέλευση του ονοματοδότη— εκεί που αγγίζαμε, σχεδόν, τους απέναντι ενοίκους, τα μπουγέλα μας, πάντως, έφταναν εύκολα στα μπαλκόνια τους (το ίδιο συνέβαινε και στα δικά μας), ιδίως κατά τη θερινή περίοδο των εξετάσεων τις μεταμεσονύχτιες ώρες της μελέτης.
Βγαίνοντας απ’ την πόρτα της πολυκατοικίας αριστερά, έπεφτες στην οδό Αετορράχης — στην άλλη πλευρά ήταν η Μπιζανίου (και οι δύο δρόμοι ευτύχησαν να γίνουν γνωστοί στο πανελλήνιο απ΄το κομμάτι του Σαββόπουλου που βρίσκεται στο δίσκο του του ’83 «Τραπεζάκια έξω», τότε που ο αγαπημένος μας Νιόνιος διήνυε τη νεοορθόδοξη περίοδό του και μας ξεσήκωνε στο παλαί ντε σπορ, χορεύοντας με την Άσπα του, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία).  Ανεβαίνοντας την Αετορράχης συναντούσες την περίφημη φοιτητική ταβέρνα του Παγουλάτου, εκεί που γράψαμε πολλές ώρες στα πρώτα χρόνια μας στη Θεσσαλονίκη, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τραγουδήσαμε μεγάλο μέρος του Θεοδωρακικού και λοιπού επαναστατικού ρεπερτορίου αλλά πια δεν πατούσαμε — η ρετσίνα του μας φαινόταν πολύ άνοστη μπροστά στο «Γιαννάκη τον περιπατητή». Είχαμε αφήσει το «άγαλμα» του Πλέσσα απ΄ τον ώμο στο δρόμο και προχωρήσαμε προς την Προξένου Κορομηλά και τα γύρω στενά.
Δίπλα, σχεδόν, απ΄ τον Παγουλάτο βρισκόταν ένα κουτούκι, ένα πολύ μικρό μαγαζί με 5-6 τραπέζια σε μια σειρά, νομίζω, και στον ίδιο χώρο η κουζίνα και τα βαρέλια με τα κρασιά. Ο χώρος έμοιαζε «ακατάλληλος δι΄ ανηλίκους», όχι λόγω της αφόρητης τσίκνας απ΄τα τηγάνια που συνηπήρχαν με τους πελάτες —αυτήν  την είχαμε συνηθίσει και αλλού— αλλά γιατί οι θαμώνες ουδεμία σχέση είχαν με φοιτητικό θορυβώδη συρφετό. Άνθρωποι μεγάλοι, με τα κουστουμάκια τους, άνω των πενήντα, γέροι μας φαίνονταν τότε, και μόνον άντρες,  που μιλούσαν χαμηλόφωνα. Τίποτε δεν ακουγόταν έξω απ΄την πόρτα σε αντίθεση με τον διπλανό πολύβουο Παγουλάτο, στον οποίο το «εκατό» ήταν συχνός «πελάτης», λόγω διατάραξης της κοινής ησυχίας των περιοίκων. Το όνομα του μαγαζιού «Κόκκινος» μας δελέαζε επανειλημμένως να μπούμε, έστω κι αν οφείλονταν στο χρώμα της κόμης του ιδιοκτήτη και όχι στην πολιτική του τοποθέτηση. Αλλά πώς να μπεις εκεί, όπου το μόνο που ακούγονταν ήταν καμιά καντάδα απ΄τους, πράγματι, καλλίφωνους βαρελόφρονες μεσήλικες;

Τέλος πάντων, ένα βράδυ —θυμάμαι φύσαγε διαολεμένα και η κάθοδος στο κέντρο με τις μηχανές μάς φαινόταν οδυνηρή— αποφασίσαμε να διαβούμε την ξύλινη πόρτα και να πιάσουμε στασίδι σ’ ένα άδειο τραπέζι. Μας δέχθηκαν με επιφωνήματα χαράς, μπορώ να ομολογήσω, δεν ξέρω αν κανείς άλλος σαν και του λόγου μας είχε επιχειρήσει να καθήσει εκεί.
Η βραδιά εξελίχθηκε υπέροχα. Άρχισαν να μας κερνούνε και οι «μισές»  πηγαινοέρχονταν με τα πιάτα που άδειαζαν εν ριπή οφθαλμού. Τα τραγούδια εναλλασσονταν με «πονηρά» ανέκδοτα και ενσωματωθήκαμε απολύτως με όλον το «άλλο κόσμο», εμείς γιατί, επιτέλους, νομίζαμε ότι διαβήκαμε το άβατο κι αυτοί γιατί ανανεώσαμε με τη νιότη μας τη γεροντίστικη συντροφιά τους. Όλοι γίναμε μια παρέα. Όλοι; Όλοι, εκτός από έναν ξερακιανό, μαυριδερό γερασμένο άντρα που καθόταν μόνος σ’ ένα τραπέζι με μια «μισή» κι ένα πιάτο, που όταν άδειαζαν ο Κόκκινος ξαναγέμιζε περιφρονητικά, χωρίς να τον κοιτάζει και τ’ άφηνε στη γωνία του τραπεζιού του. Κανείς δεν του μίλαγε, σε κανέναν δε μίλαγε. Δε ρωτήσαμε ποιος ήταν, δε μας έκοφτε. Εμείς περνούσαμε ωραία.

Δε θυμάμαι τι ώρα είχε πάει, ετοιμαζόμασταν να φύγουμε, ο Κόκκινος μάζευε τα άδεια πιάτα και σκούπιζε τα τραπέζια και το πάτωμα. Μια τελευταία γύρα, ακόμη. Σηκώθηκε ένας καλοσυνάτος και ευγενής να μας ευχηθεί «στην υγειά σας, παιδιά», και μετά, γυρίζoντας απότομα, απευθύνεται στον μοναχικό άντρα του τραπεζιού της γωνίας, ουρλιάζοντας σχεδόν: «Α, ρε Γκοτζαμάνη, τον έφαγες τον ανθρωπάκο!»


6 σχόλια:

  1. Ωχ! αδερφέ... τι μας θύμησες.Φούντωσα και έψαξα και βρήκα το μπλοκάκι με τα παλιά.

    PUB Δον Κιχώτης (4.11.1977)

    Κομμάτι ρεμπετόφατσα ο Μπούφης
    με χρυσοφρικ σκουλαρικάκι στο αριστερό ους
    πούλαγε 35 φράγκα τη μπύρα
    και μάζευε στη pub κάτι ερμαφρόδιτα τεκνά,
    κάτι φτωχομπινέδες θεατρίνους,
    μερικούς τέως κνίτες που ΄μπλεξαν με ροκιάρες γκόμενες
    πέντε - έξι αναρχοδιδάσκαλους
    ...τους πέταγε και μια τζαζοκασσέτα
    και την έκαναν λαχείο οι τυπάκλες
    ίσα με τα ξημερώματα.-

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό είναι Μάκη, να η ξυπνήσει το παρελθόν μας. Θα βγουν τα άπλυτα στη φόρα. ΚΑλημέρΑ

      Διαγραφή
  2. Ο συγγραφευς ειναι ενας ακομη ερασιτεχνης Λογοτεχνης Μηχανικος, τοτε στον Ρηγα*, αρκετα γνωστος μου οταν αρχισε να εργαζεται στην Αθηνα.


    * Οι Ρηγαδες ειχαν -βλεπετε- την εμφυτη ευγενεια και αυτη την μικρη υπεροχη, οπως πολλακις εχω επαναλαβει.

    Αφωτιστος Φιλελλην

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Οι μηχανικοί θα σώσουν τον κόσμο Αφώτιστε. Το πιστευαμε κάποτε αλλά όχι πια.

      Διαγραφή
    2. Παρομοιως, βλεποντας τα απο τα μεσα συμφωνω . Δεν θα μας σωσουν οι μηχανικοι, αλλλα θα συμβαλλουν οι λογοτεχνες μηχανικοι. Εξυπνοι, πρακτικοι και ευαισθητοι.

      λ.χ. Πανος Καρνεζης "Μικρες ατιμιες" πρωην μηχανικος και αυτος.

      Διαγραφή
  3. Τι μου θύμισες! Κι εγώ έμενα Θεαγένους Χαρίση 34-36 από 1980 ως το 1985 , ήμουν φοιτητής στην Πολυτεχνική Σχολή και πήγαινα στις ταβέρνες που γράφεις. Δεν ξέρω αν γνωριζόμαστε ή αν έχουμε συναντηθεί. Οι καιροί (και τα μυαλά) όμως άλλαξαν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή