Ελένη Μπούντα:Ενα «κλειδί» για την Παιδεία


από το protagon
Σε μια όμορφη γιορταστική συντροφιά ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο με κοίταξε κάπως άγρια και μου είπε: «Δεν ξέρω τι κάνετε στα σχολεία, αλλά τα γραπτά των φοιτητών μας είναι τραγικά, σύνταξη και ορθογραφία δεν υπάρχουν». Η συζήτηση άναψε, ως συνήθως, κι εγώ έπρεπε να μιλήσω ως Σχολική Σύμβουλος, ως εκπαιδευτικός που ζω την εκπαίδευση 30 χρόνια από όλα τα επίπεδα. Ούτε άμυνα, ούτε επίθεση, ας πούμε κάποιες αλήθειες, κάποια απλά πράγματα. Αυτά θα γράψω, σε λίγες γραμμές, λίγο πριν το 2018 μας φέρει νέους νόμους, νέες ανατροπές, νέες εγκυκλίους του υπουργού και βάλει λίγο ακόμη αστερόσκονη στο χάος.
Θα φανεί ίσως παράδοξο γιατί δεν θα εστιάσω στα προγράμματα, στους εκπαιδευτικούς, στις υποδομές, αλλά στο Σύστημα Διοίκησης και Επιστημονικής/Παιδαγωγικής Καθοδήγησης. Γιατί σε αυτό στηρίζεται ο προγραμματισμός του σχολείου, η οργάνωση και η υποστήριξη του εκπαιδευτικού έργου, η επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, η αξιολόγηση της διδακτικής πράξης και η αυτοαξιολόγηση του σχολείου. Το πώς διοικείται η εκπαίδευση και πώς η επιστημονική/παιδαγωγική καθοδήγηση φτάνει σε κάθε σχολείο, σε κάθε τάξη και εκπαιδευτικό, σε κάθε μαθητή είναι μείζονα ζητήματα, που έχουν θεσπίσει και προσαρμόσει στις νέες τεχνολογίες όλες οι χώρες που είναι ψηλά στην διεθνή αξιολόγηση μέσα από το πρόγραμμα PISA. Το σύστημα Διοίκησης και Επιστημονικής/Παιδαγωγικής Καθοδήγησης έχει άμεση συνάφεια με το αποτέλεσμα, την ποιότητα της εκπαίδευσης, δηλαδή με το «τι γράμματα μαθαίνουν τα παιδιά μας».
Δεκαετίες ζούμε με την διοίκηση που βολεύει την εδραίωση του κάθε κυβερνώντος κόμματος στα σχολεία. Οι ελάχιστοι υπουργοί που προσπάθησαν κάτι να αλλάξουν λοιδορήθηκαν.
Η πρόταση του υπουργού έχει σε αφθονία όλες τις σωστές λέξεις, όπως η αποκέντρωση, ο προγραμματισμός και η αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου, η αυτονομία της σχολικής μονάδας κ.ά., αλλά στην ουσία δημιουργεί μια τεράστια «τρύπα» στη στήριξη του εκπαιδευτικού έργου στα σχολεία, υποβαθμίζει ακόμα περισσότερο την εποπτεία και την αξιολόγηση, υπονομεύει την αυτονομία των σχολείων, θολώνει αντί να ξεκαθαρίζει το τοπίο ως προς την επιμόρφωση, διαλύει τους θεσμούς προώθησης της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Αυτό δε που πρέπει να μας ανησυχεί ιδιαίτερα είναι η περαιτέρω αποδυνάμωση των Σχολικών Συμβούλων ως μηχανισμού της Επιστημονικής/Παιδαγωγικής Καθοδήγησης και Εποπτείας του εκπαιδευτικού έργου, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει τα σχολεία σε ένα καθεστώς οργανωμένης αναρχίας. Ναι, ο θεσμός του Σχολικού Συμβούλου, έπειτα από 35 χρόνια, πρέπει να αλλάξει. Ο Σχολικός Σύμβουλος πρέπει να συμβάλει στη δημιουργία κουλτούρας ποιότητας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και στην απόκτηση κοινής κουλτούρας ποιότητας από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη με βασικό στόχο τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, ώστε να έχουμε τα καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα και να φύγουμε επιτέλους από τις τελευταίες θέσεις των διεθνών αξιολογήσεων. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την αλλαγή του θεσμού του Σχολικού Συμβούλου είναι η αξιοκρατική επιλογή -στη θέση αυτή πρέπει να επιλεγούν οι καλύτεροι, όχι μόνο σε ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά εκείνοι που διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά του παιδαγωγικού ηγέτη- και η συνεχής αξιολόγηση του θεσμού και των προσώπων που τον υπηρετούν.
Το ζητούμενο είναι η αποτελεσματική εκπαιδευτική διοίκηση με την οποία δίνεται έμφαση στην ηγεσία και όχι στη διαχείριση, στην ηγεσία της αλλαγής και όχι στην ηγεσία της συναλλαγής (του «πάρε- δώσε» μεταξύ προϊστάμενου και υφισταμένων), και κυρίως στην παιδαγωγική ηγεσία που επικεντρώνεται στην ποιότητα και στη βελτίωση της διδασκαλίας και της μάθησης. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε αυτό το θέμα είναι ζωτικής σημασίας, όχι μόνο για την εκπαίδευση, αλλά για την ίδια τη χώρα, η οποία πρέπει να επενδύσει πρωτίστως στην Παιδεία με ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στις οποίες μπαίνουν τα θεμέλια για την προσωπική, την κοινωνική και επαγγελματική ανάπτυξη του κάθε νέου, ώστε να έχει μέλλον.

Σχόλια

Διαβάστηκαν πολύ