ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Charles Mingus

Charles Mingus

Παρατηρητήριο

Δηλαδή την Ελλάδα, τη μόνη χώρα που δεν έχει βγει ούτε και πρόκειται να βγει από την κρίση του 2009 έως ότου κατακτήσει τη γη της επαγγελίας, δηλαδή τον «κομμουνισμό με φτώχεια».

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Σε μια χώρα όπου η πολιτική γίνεται σε πρωινάδικα ανθρώπων που παριστάνουν τους δημοσιογράφους, είναι φυσιολογικό η υψηλή διπλωματία να ασκείται στην τηλεόραση από τύπους που παριστάνουν τους πολιτικούς. Μια ντεμέκ ευρωπαίκή χώρα με μια ντεμέκ πολιτική ηγεσία.
ΥΓ Και ζορισμένους σουλτάνους ξαλαφρωνουμε και μπρίκια κολλάμε και βεντουζες κόβουμε

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Μεταρρύθμιση και αναδιάρθρωση




Tων Δημητρη Bαγιανου, Νικου Bεττα, Κωστα Mεγηρ*
από την Καθημερινή 8/05/2011

Η επίσημη άποψη που συνοδεύει το Μνημόνιο ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους οργανισμούς που πριν από ένα έτος προσέφεραν κεφάλαια, ώστε η χώρα να μη χρεοκοπήσει, είναι ότι το χρέος πρέπει να πληρωθεί στο ακέραιο στα χρονικά περιθώρια που έχουν τεθεί. Πράγματι, μια σειρά από άμεσες τομές θα απελευθέρωναν δυνάμεις ανάπτυξης και θα επέτρεπαν τη διαχείριση του χρέους. Ομως, παρά τις επιμέρους ρυθμίσεις, δεν έχει δημιουργηθεί η απαραίτητη μεταρρυθμιστική δυναμική.

Δεδομένων των συνθηκών, η προσπάθεια να αποπληρωθεί το χρέος ως έχει μπορεί να οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε μακροχρόνια ύφεση και τελικά στην πτώχευση. Τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται θα πρέπει να φτάνουν στο 5% του ΑΕΠ για το προβλέψιμο μέλλον. Αυτό θα σημαίνει ακόμη υψηλότερους φόρους και περικοπή των δημοσίων δαπανών πέρα του επιθυμητού για μακρό χρονικό διάστημα. Η ανάπτυξη θα είναι αναιμική, καθώς μια ξεκάθαρη προοπτική σταθεροποίησης και διαχείρισης του χρέους αποτελεί προϋπόθεση ώστε τα νοικοκυριά και οι επενδυτές να αλλάξουν την επιφυλακτική στάση τους.

Πολλοί βλέπουν λοιπόν τη μονομερή αναδιάρθρωση ή άλλου είδους πτώχευση ως μια βολική λύση στο πρόβλημα, που θα μας απάλλασσε μάλιστα από τον κόπο περαιτέρω μεταρρυθμίσεων. Οι συνέπειες θα ήταν όμως καταστροφικές. Ο αποκλεισμός από τις αγορές που νομοτελειακά θα ακολουθούσε, τουλάχιστον για μια δεκαετία, θα οδηγούσε σε δραστική μείωση μισθών και κοινωνικών δαπανών, βαθιά ύφεση, μείωση της αξίας των περιουσιών, ανάγκη στήριξης του πιστωτικού συστήματος, και διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η εφαρμογή μιας γνήσιας και ουσιαστικής μεταρρύθμισης παραμένει το κύριο και απαραίτητο συστατικό της λύσης - αυτή όμως πιστεύουμε ότι πρέπει και μπορεί να συνδυασθεί με μια συναινετική και υπό όρους αναδιάρθρωση του χρέους με την υποστήριξη της Ε. Ε. και του ΔΝΤ. Μπορεί να είναι προς το συμφέρον των πιστωτών να αποδεχθούν τη μη αποπληρωμή μέρους του χρέους με αντάλλαγμα τη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας και σειρά διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα μεταμορφώσει τη χώρα σε μια δυναμική οικονομία, ικανή να διαχειρισθεί το υπόλοιπο χρέος.

Η επιμονή στην πλήρη αποπληρωμή θα αγνοούσε ότι η ελληνική κρίση δεν είναι μόνο ρευστότητας, αλλά αντανακλά βαθιά δομικά προβλήματα και χαμηλή παραγωγικότητα. Επίσης, θα αγνοούσε ότι η ανάπτυξη απαιτεί πόρους για επενδύσεις, καθώς και ότι μεταρρυθμίσεις με σαφές μεσοπρόθεσμο όφελος, όπως στα εργασιακά και το ασφαλιστικό, μπορεί να έχουν βραχυπρόθεσμο δημοσιονομικό κόστος.
Η λύση που προτείνουμε έχει δύο κύρια συστατικά: την ανταλλαγή του βραχυπρόθεσμου χρέος με μακροπρόθεσμο και τη σταδιακή άφεση τμήματος του χρέους ανά προσυμφωνημένα χρονικά διαστήματα, ανάλογα με την επιτυχία στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια.

Μια μείωση του χρέους θα πρέπει να επιβαρύνει κυρίως τους ιδιώτες πιστωτές και λιγότερο τους Ευρωπαίους φορολογούμενους, εφόσον μόνο οι πρώτοι επέλεξαν να επωμισθούν τους κινδύνους της επένδυσης σε ελληνικά ομόλογα. Επομένως, είναι επιθυμητό μια αναδιάρθρωση να συμφωνηθεί πριν μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους περάσει στην Ε. Ε. Από την άλλη πλευρά, όμως, θα πρέπει να υποστηριχθούν οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες κατέχουν μεγάλο αριθμό ελληνικών ομολόγων και θα υποστούν συρρίκνωση του κεφαλαίου τους. Η υποστήριξη θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει άμεση στήριξη από κατάλληλο θεσμικό όργανο της Ε. Ε. με τη μορφή εξαγοράς μέρους των ομολόγων που τώρα κρατούν οι τράπεζες.


Το κρίσιμο ερώτημα βέβαια είναι πώς θα εξασφαλισθεί ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν θα εκμεταλλευθούν το περιθώριο που θα προσφερθεί για να υπαναχωρήσουν σε ανεύθυνη δημοσιονομική διαχείριση και αναβολή των μεταρρυθμίσεων. Για αυτόν τον λόγο, η άφεση του χρέους πρέπει να συνδεθεί με απτά και μετρήσιμα βήματα μεταρρύθμισης και να υπάρξει ένα σύστημα εγγυήσεων. Το χρέος που πρόκειται να αφεθεί θα μπορούσε να μετασχηματισθεί σε ομόλογα εκδοθέντα υπό την αγγλική νομοθεσία που εξασφαλίζει καλύτερα την αποπληρωμή. Τα ομόλογα θα επιστρέφονται στο ελληνικό Δημόσιο όταν και εάν οι μεταρρυθμίσεις προχωρούν με τον συμφωνημένο ρυθμό. Η συμφωνία θα επιτηρείται από το κατάλληλο θεσμικό όργανο της Ε. Ε., στο οποίο τα ομόλογα θα ανήκουν.

Η συζήτηση για πιθανή αναδιάρθρωση είναι πράγματι επιβλαβής όταν αντιμετωπίζεται ως υποκατάστατο των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων. Αντίθετα, τονίζουμε τη συμπληρωματικότητα των δύο. Οι μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται δεν αφορούν απλώς την περαιτέρω μείωση των δημόσιων δαπανών και την αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Χρειαζόμαστε πραγματικά ανοιχτές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και ανταγωνισμό. Αποτελεσματικό σύστημα δικαιοσύνης και ισχυρούς θεσμούς που θα λειτουργούν ανεξάρτητα από τα κόμματα.
Ευέλικτες αγορές εργασίας με ασφάλιση και εκπαίδευση για τους ανέργους. Αυτοχρηματοδοτούμενο ασφαλιστικό σύστημα που να δίνει ελεύθερες επιλογές στους ασφαλισμένους.
Eκπαιδευτικό σύστημα με ανεξάρτητες μονάδες που θα ανταγωνίζονται με όρους αριστείας και θα αξιολογούνται, ώστε να υπάρχει πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας εκπαίδευση και σε ευκαιρίες για όλα τα παιδιά και τους νέους.
Εκ βάθρων ανασχεδιασμό του συστήματος υγείας.
Μικρό δημόσιο τομέα χωρίς μονιμότητα και με αξιολόγηση του έργου του.
Το κλειδί για τη λύση του προβλήματος είναι η ύπαρξη αξιόπιστου σχεδίου και η θέληση για την πραγματική αλλαγή στην οικονομία. Αλλιώς, οι πιστωτές και οι εταίροι μας μπορεί γρήγορα να μας αφήσουν στην τύχη της χρεοκοπίας - ακόμη και εάν αυτό συνεπάγεται κόστος για τους ίδιους. Θα προτιμήσουν να το κάνουν εάν κρίνουν ότι τα προβλήματα δεν λύνονται στη ρίζα τους και θα επανέλθουν αργότερα. Δεν υπάρχει λοιπόν ούτε ημέρα για χάσιμο.

Οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να αφήσουν την πρακτική της μυωπικής και λαϊκίστικης διαχείρισης που μας έφεραν έως εδώ και να εφαρμόσουν συγκεκριμένες τομές σε μικροοικονομικό επίπεδο που θα βελτιώσουν την οικονομία. Και είναι ώρα να στρέψουμε τη συζήτηση από τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση του συσσωρευμένου χρέους στο πώς θα θέλαμε να είναι η χώρα μας σε μια δεκαετία.

* O κ. Δημήτρης Βαγιανός είναι καθηγητής στο London School of Economics, ο κ. Νίκος Βέττας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο κ. Κώστας Μεγήρ στο Yale University και στο University College London.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου