ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Λούλα Αναγνωστάκη

Λούλα Αναγνωστάκη
Η φωτό είναι του Σπύρου Στάβερη για τη LIFO

Παρατηρητήριο

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα σαφές μέτωπο ΝΔ και του κυοφορούμενου νέου σχήματος της κεντροαριστεράς. Μια γενναία και ρηξικέλευθη πολιτική συνεννόηση αρχών με συγκεκριμένα σημεία επαφής και καθαρές στοχεύσεις. Κι ας έχουν διαφορές που πρέπει να γίνουν σαφέστατες. Αυτό προϋποθέτει τη διατύπωση και διακίνηση τεκμηριωμένων πολιτικών θέσεων για τα μεγάλα επίδικα και κυρίως για τα δύο πιο σημαντικά. Αυτά της παραγωγής πλούτου και της διαχείρισης του κράτους. Με τρόπο όμως που θα αποδεικνύει και στον πλέον αδαή ότι η ελευθερία στην οικονομία από τη μια και η υποχώρηση του κράτους από την άλλη θα αποδειχθούν ωφέλιμα όχι μόνο για το κεφάλαιο αλλά και για τους πολίτες και δη τους ασθενέστερους. Αυτό σημαίνει υπεύθυνη λαϊκή πολιτική και όχι ελιτίστικη ή λαϊκίστικη.

Athens Voice

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Όσο θα πολλαπλασιάζονται οι δημόσιες τοποθετήσεις των υποψηφίων τόσο θα αποκαλύπτεται ο φυσικός αρχηγός του κέντρου και το βαρύ πολιτικό του φορτίο. Αλλά είναι εποχή του diet, οπότε....

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Πολιτισμική ανασφάλεια και πολιτική βία



Οικονομική κρίση και πολιτισμική ανασφάλεια οδηγούν την Ελλάδα σε ένα πρωτόγνωρο τοπίο πολιτικής και φυλετικής βίας

του Ανδρέα Πανταζόπουλου από το ΒΗΜΑ

Η εμφάνιση το τελευταίο διάστημα μιας οργανωμένης και επικίνδυνης ακροδεξιάς δραστηριότητας (για να ακριβολογούμε: μιας φιλοναζιστικής δραστηριότητας) αποτελεί ένα νέο δεδομένο στον δημόσιο χώρο. Οι αιτίες αυτής της φιλοναζιστικής ανάδυσης αποδίδονται στη βαθιά οικονομική κρίση, και ως έναν βαθμό ορθά. Αν όμως δούμε εγγύτερα τις μορφές αυτής της «ακροδεξιάς» εμφάνισης, δηλαδή αφενός τη βίαιη όψη της και αφετέρου έναν βαθμό παθητικής κοινωνικής συναίνεσης που αυτή η βίαιη συμπεριφορά φαίνεται να απολαμβάνει, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε βαθύτερα για τις αιτίες του φαινομένου. Ενός φαινομένου που σε τέτοια κλίμακα δεν συναντάται αυτή τη στιγμή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αφού εκεί τα μεγάλα κόμματα της άκρας Δεξιάς σπεύδουν το ένα μετά το άλλο να απογαλακτισθούν της φασιστικής κληρονομιάς. Η «Χρυσή Αυγή» δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία.
Κατ' αρχάς, η φιλοναζιστική εισβολή της βίας οφείλεται στον ίδιο τον φορέα της. Για τη «Χρυσή Αυγή», η «δυναμική αντιμετώπιση» αυτών που υποδεικνύει ως εχθρούς της δεν αποτελεί ένα παρεμπίπτον χαρακτηριστικό της φυσιογνωμίας και της πρακτικής της, αλλά είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το κύτταρό της. Γι' αυτό και είναι τουλάχιστον αφελές αν κάποιοι νομίζουν ότι η εν λόγω οργάνωση θα μπορούσε βαθμιαία να «ενσωματωθεί στο σύστημα». Στο πλαίσιο αυτό, εκμεταλλεύεται και αιμοδοτείται από διάχυτες και «νομιμοποιημένες» κοινωνικές πρακτικές βίας που ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια αναδύονται «αυθόρμητα» λίγο-πολύ παντού. Αυτή η κουλτούρα της βίας είναι το προϊόν μιας επιτυχημένης διασταύρωσης: της αποσύνθεσης του μεταπολιτευτικού λαϊκιστικού κοινωνικού συμβολαίου (κρίση αντιπροσώπευσης, κοινωνική ανομία, κρίση ταυτότητας, απονομιμοποίηση του κράτους), της τρέχουσας δημαγωγίας και «προκλήσεων» του διεθνούς περιβάλλοντος, έξωθεν «απειλών» (π.χ. μετανάστευση). Το μοντέλο αυτό όσο διάστημα μπορούσε να διανέμει πόρους και γόητρο είχε τη δυνατότητα να ελέγχει τη βούληση για δύναμη των υποκειμένων του, τώρα, σε συνθήκες κοινωνικής πτώσης, τα τελευταία μπορούν, τους «επιτρέπεται», να αποχαλινώνονται.
Επομένως, η αντιμετώπιση της φιλοναζιστικής βίας και, γενικότερα, της ομόλογης κοσμοαντίληψης δεν μπορεί να εξαντλείται σε ευχολόγια. Ούτε και σε τελετουργικές κινητοποιήσεις καταγγελίας της. Από μόνες τους τέτοιες πρακτικές, όσο αναγκαίες και αν είναι σε κάποιες περιπτώσεις, δεν απαντούν στην πολυπλοκότητα των παραγόντων που τη γεννούν και τη θεμιτοποιούν. Η αντιμετώπιση του φιλοναζισμού προϋποθέτει ανάκτηση εκ μέρους του κράτους, της πολιτικής τάξης και των θεσμών της χαμένης σήμερα αξιοπιστίας τους, της δυνατότητάς τους να απαντούν με επιτευγματικό τρόπο στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Κατ' αρχάς, προϋποθέτει την επιβολή του νόμου, όταν αυτός καταστρατηγείται. Την ανάκτηση εκ μέρους της πολιτικής τής δυνατότητας να παρεμβαίνει και να ρυθμίζει αυτή, στο μέτρο του δυνατού, με δημοκρατικό τρόπο τις μεταναστευτικές ροές, πράγμα που πρακτικά σημαίνει επεξεργασία και υλοποίηση μιας εθνικής μεταναστευτικής πολιτικής. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αποκτούν όλη τη σημασία τους τόσο η αποκάλυψη του απεχθούς προσώπου του φιλοναζισμού όσο και η στράτευση των θεσμών στην καταπολέμησή του.
Ωστόσο, ακόμα και ένας τέτοιος αναγκαίος αναπροσανατολισμός της πολιτικής θα συναντήσει τα όριά του αν δεν συνοδεύεται από έναν ιδεολογικό αγώνα εναντίον της φιλοναζιστικής πρόκλησης. Αυτό ίσως είναι και το δυσκολότερο μέτωπο κατά της «Ακροδεξιάς». Γιατί σε μεγάλο βαθμό αυτή η «ακροδεξιά» ατζέντα συνοψίζει βασικούς κοινούς τόπους μιας σε μεγάλο βαθμό αντιφιλελεύθερης και αντιδυτικής πολιτικής κουλτούρας εν γένει: ότι είμαστε έθνος απειλούμενο από παντού, ότι έχουμε καθήκον να αντιστεκόμαστε στη «νέα τάξη πραγμάτων», ότι η παγκοσμιοποίηση είναι σκηνοθεσία με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία του «σιωνισμού», ότι οι ελίτ μάς προδίδουν, κλπ. Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και καθοδικής κινητικότητας, ο μισοξενισμός, το συνωμοσιακό σύμπαν εντός του οποίου αυτός επωάζεται, ο συνοπτικός αντικαπιταλισμός και αντιπλουτοκρατισμός, συχνά συνοδευόμενοι από εκρήξεις αχαλίνωτου μικροαστικού εγωισμού και παραβατικότητας, τείνουν να λάβουν χαρακτήρα γενικευμένης αντίστασης.
Οι αιτίες του φαινομένου εκδηλώνονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τρέχουσες επιστημονικές έρευνες επί του θέματος έχουν υποβάλει την ακόλουθη γόνιμη υπόθεση εργασίας: ότι οι παράγοντες που ωθούν σε ακραίες πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές, με πρώτη την ακροδεξιά αντισυστημική ψήφο, δεν περιορίζονται στο οικονομικό κομμάτι της κρίσης, αλλά στη διασταύρωσή του με πολιτισμικές μεταβλητές όπως είναι ο φόβος της μετανάστευσης, ο μετασχηματισμός των τρόπων ζωής και η απίσχναση των εθνικών συνόρων. Το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή ενός αισθήματος «πολιτισμικής ανασφάλειας» σε εκείνα τα κοινωνικά υποκείμενα που βιώνουν ή αισθάνονται απειλούμενα από την κρίση. Και τα οποία αναζητούν στην αναμυθολόγηση της δικής τους ιδιαιτερότητας, της εθνικής τους ταυτότητας, την απάντηση στις «απειλές». Η ελληνική περίπτωση φαίνεται να απεικονίζει με εξτρεμιστικό τρόπο αυτή την κρίση ταυτότητας.

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

2 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο άρθρο, αλλά ΤΟ ΒΗΜΑ άργησε πολύ να ανακινήσει το θέμα. Τώρα τους έπιασε πρεμούρα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. "Κατ' αρχάς, (η αντιμερώπιση του φιλοναζισμού) προϋποθέτει την επιβολή του νόμου, όταν αυτός καταστρατηγείται."
    Κατ΄ αρχάς είναι εξαιρετικά δυσάρεστο να ανακαλύπτουμε ΤΩΡΑ και με αφορμή τις δράσεις της ΧΑ την ανάγκη επιβολής του νόμου. Η "επιβολή του νόμου" είναι μια ξεχασμένη διαδικασία στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες που μάλιστα έχει αντιμετωπισθεί ως βαθύτατα αντιδημοκρατική από μεγάλα τμήματα της Αριστεράς. Από τη στιγμή μάλιστα που για κάποιους "Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη" είναι πολύ εύκολο να φτάσουμε στο "Νόμος είναι το δίκιο του σουβλατζή, / του περιοπτερά / του καθηγητή / ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ τέλος πάντων".
    Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την ΧΑ. Επικαλείται υπαρκτά προβλήματα, επικαλείται την επιβολή του "δίκιου" του άλλου για να επιβάλει το δικό της "δίκιο". Προφανώς η απάντηση είναι η ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΡΟΣ ΟΛΕΣ ΟΜΩΣ ΤΙΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ.
    Οσο για την "υπόθεση εργασίας" στο κλείσιμο του άρθρου... πολύ συνοπτικά: Μην ψάχνουμε το πρόβλημα στις "ιδιαιτερότητες υποκειμένων" Το μεταναστευτικό ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ και μάλιστα παγκόσμιο. Η λαθρομετανάστευση ιδίως για την χώρα μας ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ πρακτικό και καθημερινό και δεν έχει να κάνει με "αισθήματα πολιτισμικής ανασφάλειας" που βιώνουν κάποιοι... αλαφροϊσκιωτοι. Η λύση του δεν μπορεί να ξεκινήσει παρά από τις χώρες προέλευσης. Αλλά μέχρι τότε δεν δικαιούμαστε ούτε να μην κάνουμε τίποτα ούτε να ανεχόμαστε παρανομίες της ΧΑ ή οποιουδήποτε άλλου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή