ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Thelonious monk - Allen ginsberg

Thelonious monk - Allen ginsberg
Δυο γίγαντες στην εποχή των γιγάντων.

Παρατηρητήριο

Όσοι βιάζεστε να του δώσετε εύσημα συμβολής στην αποδόμηση του αντιαμερικανισμού λάβετε υπόψη σας ότι:
1. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πλέον αντιαμερικανισμός. Υπάρχει όμως έντονος αντιευρωπαϊσμός σαφώς πιο ισχυρός και επικίνδυνος. Ο αντιαμερικανισμός αναπτύχθηκε μεταπολεμικά ως φιλοσοβιετισμός και έσβησε μαζί με το τέλος της σοβιετίας. Το ΠΑΣΟΚ συνέβαλε τα μέγιστα στη γιγάντωσή του κατά την περίοδο της πρώιμης μεταπολίτευσης και τα κινήματα των αδεσμεύτων. Μέχρι που η δανεική ευδαιμονία τα σκούπισε όλα.
2. Δεν τόχει σε τίποτε όταν επιστρέψει να γυρίσει το χαρτί και να ξαναγίνει αντιαμερικανός ή αντιτραμπ ή οτιδήποτε άλλο. Διαβάζει άριστα το ακροατήριό του, ξέρει σε ποιους απευθύνεται, τους κλείνει το μάτι και πλασάρει ότι τα βρήκε με τον τέως δαίμονα για να την πει στους σημερινούς δαίμονες της ΕΕ. Το αύριο είναι άλλη μέρα.
3. Η Αριστερά μπορεί να συγχωρήσει όλες τις ιδεολογικές ή πολιτικές αποκλίσεις, ανίερες συμμαχίες κλπ , προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία. Θα τις βγάλει όμως σαν μαχαίρια μετά την ήττα, για να δικάσει τους χτεσινούς ηγέτες. Έχουμε δρόμο ακόμα.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Για το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων τους η Επιτυχία είναι το κλείσιμο της ΒSH Hellas, (πρώην Πίτσος),. Ουδόλως τους απασχολεί η επίσκεψη στις ΗΠΑ. Όταν η αξιωματική αντιπολίτευση καταλάβει τι ακριβώς παίζεται μέσα στα ελληνικά λαϊκά στρώματα ελπίζω να είμαστε ζωντανοί. Ως τότε αφήστε τους ήσυχους να σας φτιάχνουν την ατζέντα.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Μπορεί η τεχνολογία να λύσει το πανεπιστημιακό ζήτημα;


Σε πολύ ενδιαφέρον άρθρο του (ARΒ, τχ. 46, Δεκ. 2013) ο καθηγητής Αντώνης Εφραιμίδης (στο εξής A.E.), με τίτλο “Το (αναπόφευκτο) μέλλον της τριτοβάθμιας παιδείας”, επίκαιρα επισημαίνει την μεγάλη αλλαγή που επέρχεται αθόρυβα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την λειτουργία των MOOC ή, κατά την ελληνική εκδοχή τους, «μαζικών ανοικτών διαδικτυακών μαθημάτων (ΜΑΔΙΜ)». Δεν αρκείται απλώς στην διαπίστωση των επερχόμενων αλλαγών αλλά προβαίνει και σε σύντομες εκτιμήσεις των τελικών επιπτώσεών τους. Η περιγραφή είναι ακριβής, αλλά η εκτίμηση των επιπτώσεων ελλιπής. Παραγνωρίζει ότι, όταν θα έχουν ολοκληρωθεί οι εξελίξεις, το πανεπιστήμιο διεθνώς θα παίζει ριζικά διαφορετικό ρόλο από εκείνο που οι προσδοκίες της χειραφετημένης κοινωνίας το είχαν προικίσει. Θα προκύψει, δηλαδή, ένα «άλλο» πανεπιστήμιο. Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι ρόλοι που έπαιζαν ή παίζουν τα πανεπιστήμια θα πρέπει στο εξής, είτε να μετακυλιστούν σε άλλους θεσμούς ή να αναπροσδιοριστούν με κοινωνικούς αυτοματισμούς, δηλαδή να εκτελούνται ανεξέλεγκτοι (το χειρότερο). Η μονομέρεια της πρόγνωσης προφανώς οφείλεται στο ότι ο A.E. δεν έλαβε υπόψη του ότι οι αλλαγές που φέρνουν οι νέες μέθοδοι «διδασκαλίας» έρχονται ως επιστέγασμα μιας βαθύτερης μετάλλαξης που έχουν υποστεί τα περισσότερα πανεπιστήμια της Δύσης, ήδη από την δεκαετία του ’60 και την οποία έγκαιρα επισήμανε ο C. Kerr[1] ως μεταμόρφωση του university σε multiversity. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι οι επερχόμενες αλλαγές που επισημαίνει ο Α.Ε. αποτελούν εν μέρει λογική συνέπεια της βασικής μετάλλαξης που επισήμανε και περιέγραψε ο Kerr. Ο Kerr έχει αναλύσει το πώς το παραδοσιακό πανεπιστήμιο χάνει τον χαρακτήρα του ως εκπαιδευτική κοινότητα και μεταλλάσσεται σε οργανισμό διοικητικής υποστήριξης ατομικών συμφερόντων και στρατηγικών. Στην παραγνώριση των ριζικών αυτών αλλαγών οφείλεται προφανώς η παράλειψη του Α.Ε. να προβλέψει τις πλήρεις συνέπειες που θα συνεπάγεται η τυχόν γενίκευση των ΜΑΔΙΜ. Οφείλεται, επίσης, στο ότι ο A.E. αγνοεί τον πλήρη ρόλο του πανεπιστημίου και αναφέρεται μόνο στο ένα σκέλος του, δηλαδή την παραγωγή «χρήσιμης γνώσης». Έτσι παραλείπει να επισημάνει τις αλλαγές που όσα προβλέπει θα επιφέρουν στο άλλο σκέλος, δηλαδή στη διαμόρφωση συνειδήσεων και χαρακτήρα επίλεκτων πολιτών, με άλλα λόγια κοινωνικών ηγεσιών. Αυτός ο τελευταίος παραδοσιακός ρόλος του παραδοσιακού πανεπιστημίου απουσιάζει από το πλαίσιο αναφοράς του αρθρογράφου.
Εν πάση περιπτώσει, ο ανακαθορισμένος ρόλος του πανεπιστημίου που προκύπτει από τις συνδυασμένες μεταβολές που περιέγραψε ο Kerr και συμπληρώνει με τις παρατηρήσεις του ο A.E. έχει τις καλές αλλά και τις σκοτεινές πλευρές του, αλλά κυρίως θέτει ζήτημα για το μεγάλο κενό που θα δημιουργήσει σε σχέση με τις προσδοκίες (κρυφές και έκδηλες) που στήριξε η σύγχρονη κοινωνία στη λειτουργία του παραδοσιακού πανεπιστημίου. Θα επιχειρήσω με το κείμενό μου αυτό να συμπληρώσω την εικόνα και να κάνω γενικές νύξεις για τις τελικές επιπτώσεις σε ό,τι αφορά τον ευρύτερο ρόλο του πανεπιστημίου.
Οι παρατηρήσεις του Α.Ε. ακολουθούν την εξής σειρά: Προκειμένου τα (αμερικανικά κυρίως) πανεπιστήμια να αντιμετωπίσουν την πλεονάζουσα δυνητική ζήτηση (λανθάνουσα ζήτηση) για θέσεις σπουδαστών σε αυτά, της ζήτησης δηλαδή που δεν μπορεί να γίνει ενεργή εξαιτίας του εξαιρετικά υψηλού κόστους των σπουδών, ξεκίνησαν μια καλοσχεδιασμένη προσφορά διαδικτυακών ποιοτικών εξ αποστάσεως μαθημάτων με, επί του παρόντος, μηδενικό κόστος για τους χρήστες, διατηρώντας, τηρουμένων των αναλογιών, την ίδια καλή ποιότητα που χαρακτηρίζουν τις προσφερόμενες συμβατικές υπηρεσίες τους. Ήδη ο αριθμός των χρηστών σε παγκόσμια κλίμακα φτάνει σε εκατομμύρια ανά μάθημα και ως εκ τούτου η απόπειρα μπορεί να θεωρηθεί καταρχήν επιτυχής και υποσχόμενη. Προβλέπεται, όμως, ότι σύντομα η δωρεάν παροχή των υπηρεσιών αυτού του είδους θα αντικατασταθεί με επί πληρωμή προσφορά. Αυτό θα γίνει αφού προηγουμένως λυθούν τεχνικά προβλήματα που αφορούν κυρίως τον τρόπο πιστοποίησης της επιτυχούς παρακολούθησης των χρηστών. Παρά ταύτα, το κόστος των ΜΑΔΙΜ θα είναι πολύ μικρότερο σε σύγκριση με το κόστος των «παραδοσιακών» σπουδών στα ίδια πανεπιστήμια. Όταν θα έχει γίνει αυτό, δηλαδή όταν τα ΜΑΔΙΜ θα αποκτήσουν την δυνατότητα να οδηγούν σε «πτυχίο» ή ανάλογο τίτλο χρήσιμο για τις ανάγκες της αγοράς επιστημονικής εργασίας, τότε ο αριθμός των πλεοναζόντων πανεπιστημίων θα αρχίσει να συρρικνώνεται επειδή τα δεύτερης και τρίτης κατηγορίας ιδρύματα δεν θα μπορούν να ανταγωνιστούν τα «πραγματικά πανεπιστήμια» σε αυτή την πλήρως ανταγωνιστική εναλλακτική προσφορά τους. Σε αυτό το σημείο, κατά τον Εφραιμίδη, θα υπάρξει ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, σε επίπεδο πολύ καλής ποιότητας που θα προκύψει με την εξαφάνιση των μη ανταγωνιστικών πανεπιστημίων. Την πρόγνωσή του αυτή στηρίζει προφανώς στη στατιστική της κατανομής πνευματικών δυνατοτήτων που είναι ανελαστική και προσδιορίζεται από την μορφή της κανονικής τυχαίας κατανομής (bell curve) προσόντων. Στα εναπομένοντα «πραγματικά» πανεπιστήμια θα μείνουν οι «πραγματικοί» φοιτητές και καθηγητές και θα εξαφανιστούν από την σκηνή όσοι δεν έχουν τα προσόντα για τέτοιες θέσεις. Έτσι, τελικά, η «τεχνολογία» θα έχει εκβιάσει τη λύση του προβλήματος ποιότητας που έχει δημιουργήσει η ανεξέλεγκτη μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και τότε η τάξη θα έχει αποκατασταθεί πλήρως. Συμπεραίνει μάλιστα ο A.E. ότι «είναι γνωστό πως μόνο δυνάμεις της φύσης και της τεχνολογίας μπορούν να επιφέρουν πολιτικά δύσπεπτες αλλαγές, όπως η μείωση και ανακατάταξη των πανεπιστημίων». Την τελευταία αυτή μεγαλοστομία δεν θα την σχολιάσω εδώ, επειδή είναι συνηθισμένη στον χώρο των θετικών επιστημόνων που έχουν τις δικές τους κοσμοθεωρήσεις, όπως ο Snow προ πολλού μας ανέλυσε πειστικά και άλλοι νεότεροι προώθησαν περαιτέρω[2]. Αλλιώς η συζήτηση θα πήγαινε πολύ μακριά.


Οι συνέπειες όπως τις προβλέπει ο Α.Ε. είναι εξαιρετικά πιθανές. Δεν θα είναι, όμως, οι τελικές. Ποια θα είναι η τελική συνέπεια των συνδυασμένων αυτών μεταλλάξεων; Ο A.E. αναφέρει ένα πρώτο κύκλο των άμεσων επιπτώσεων, αλλά δεν αξιολογεί τις τελικές επιπτώσεις που θα επέλθουν όταν θα έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος των δευτερογενών αλλαγών. Αρκείται να προβλέψει ότι, στο τέλος, θα καταργηθεί ένας μεγάλος αριθμός πανεπιστημίων που σήμερα λειτουργούν αυτόνομα ως παραδοσιακά πανεπιστήμια χαμηλής ποιότητας, και θα επικρατήσουν διεθνώς μερικά «άριστα» που θα λειτουργούν ταυτόχρονα με την κλασική μορφή αλλά θα προσφέρουν ταυτόχρονα και εξ αποστάσεως μαθήματα σε όλο τον κόσμο. Ο αριθμός των φοιτητών εξ αποστάσεως θα είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερος των «κανονικών» φοιτητών. Μέχρις εδώ η πρόβλεψη A.E. φαίνεται λογική και η τυπική επίλυση του προβλήματος του ακαδημαϊκού πληθωρισμού μοιάζει εφικτή. Πράγματι, κάθε εξέλιξη που μειώνει τον ακαδημαϊκό πληθωρισμό προφανώς φέρνει τα πράγματα στις ρεαλιστικές διαστάσεις τους. Η αντιμετώπιση του προβλήματος γίνεται στα πλαίσια της λογικής του Pinker σε συνδυασμό με όσα απέδειξαν οι Herrnstein και Murray[3] για την κατανομή των ατομικών προσόντων, την οποία συμμερίζομαι έστω και αν κινδυνεύω να θεωρηθώ «αντιδραστικός». Η στατιστική των αναγκαίων προσόντων δείχνει πράγματι ότι δεν μπορεί ο καθένας κατά βούληση μήτε φοιτητής να γίνει μήτε σε καθηγητή να αναγορευτεί. Με την βίαιη μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο κανόνας αυτός προφανώς παραβιάστηκε και το τίμημα πλήρωσε η ακαδημαϊκή ποιότητα.
Με απλά λόγια, συμφωνώ ότι ο ακαδημαϊκός πληθωρισμός οδηγεί σε αριθμούς σπουδαστών αλλά και διδασκόντων στα πανεπιστήμια πολύ πάνω από την στατιστική πιθανότητά τους να έχουν πνευματική και ψυχολογική επάρκεια για να κάνουν αυτή τη δουλειά. Επομένως, κάθε εξέλιξη που ωθεί την κατάσταση προς το απαιτούμενο ελάχιστο επίπεδο προσόντων, όπως προσδιορίζεται από την κανονική κατανομή τους, αποτελεί συμβολή για την αποκατάσταση μιας πραγματικής ισορροπίας που δεν θα διογκώνεται πλέον με τα σημερινά μέσα υποβιβασμού των σπουδών προς χάριν όσων δεν πληρούν τα «απαιτούμενα» προσόντα. Πρέπει, όμως, να παρατηρηθεί ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη αυτού του λογικού σκοπού δεν είναι ουδέτερα επιπτώσεων που σχετίζονται με την λειτουργία του πανεπιστημίου στην ολοκληρωμένη μορφή του. Σε πολλές περιπτώσεις ένα τέτοιο μέσο μπορεί να καταλήξει σε δραστική αλλαγή του συνολικού ρόλου του πανεπιστημίου, οπότε αυτό πρέπει να εκτιμηθεί δεόντως. Επομένως, κάθε μέσο ή μέτρο που ωθεί προς την συμμόρφωση του πανεπιστημίου στους περιορισμούς της κανονικής καμπύλης προσόντων της πανεπιστημιακής κοινότητας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ωθεί τα πανεπιστήμια στο να γίνουν «κανονικά». Και τούτο, επειδή παρακάμπτει το ζήτημα ορισμού του τι είναι «κανονικό» πανεπιστήμιο. Μια τέτοια μονομερής τεχνική συμμόρφωση θα αλλάξει και το ίδιο το πανεπιστήμιο ως κοινωνικό θεσμό.
Το ερώτημα τι είναι «κανονικό» πανεπιστήμιο κάθε άλλο παρά θεωρητικό ή ρητορικό είναι[4]. Δεν θα το αναπτύξουμε στο πλήρες εύρος του, όπου η διεθνής βιβλιογραφία αριθμεί σε εκατοντάδες τίτλους, αλλά θα αρκεστώ στα στοιχειώδη. Καταρχήν «τι είναι πανεπιστήμιο»; Όσο και να θέλουμε να το παραγνωρίζουμε, το πανεπιστήμιο είναι μια ειδική μορφή «κοινότητας» που λειτουργεί στα πλαίσια της κοινωνίας μας. Όπως κάθε κοινότητα, στην «κανονική» της υπόσταση, προϋποθέτει συμβίωση των μελών της. Ειδικά η ακαδημαϊκή κοινότητα είναι προικισμένη με ορισμένα πραγματικά αλλά και φαντασιακά χαρακτηριστικά που την ξεχωρίζουν. Έτσι, άλλωστε, δικαιολογεί και το αίτημα των προνομίων αυτονομίας που σήμερα κανείς σοβαρός διανοητής δεν αμφισβητεί. Όπως κάθε κοινότητα, επίσης, παίζει πολλαπλούς ρόλους. Η κοινωνία το στηρίζει για τους πολλαπλούς ρόλους, μερικοί από τους οποίους είναι αποκλειστικοί λόγω της φύσης του. Αν έπαιζε ρόλους που η κοινωνία θεωρούσε απεχθείς, δεν θα το άφηνε να επιβιώσει. Για παράδειγμα, και η μαφία αποτελεί ένα είδος «κοινότητας» αλλά ελάχιστες κοινωνίες την στηρίζουν. Ποιους ρόλους έχει εμπιστευθεί η κοινωνία στην πανεπιστημιακή κοινότητα; Για να αποφύγουμε τις μακρές θεωρητικές αναλύσεις, ας αναζητήσουμε το πώς η κοινωνία κατονομάζει θεσμικά τους ρόλους αυτούς.
Τα τελευταία χρόνια διεθνώς τονίζεται σχεδόν αποκλειστικά ο ρόλος του πανεπιστημίου ως θεσμού που παράγει αποτελεσματικά στελέχη για την αγορά επιστημονικής εργασίας. Στελέχη που μπορούν να εμπραγματώσουν αποτελεσματικά τον ρόλο που η γνώση παίζει στην διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης. Η γενική θεωρία για την «κοινωνία της γνώσης» προβάλλει με μονομέρεια αυτόν τον στενά οικονομικό ρόλο του πανεπιστημίου. Μολαταύτα, η πολιτική βούληση των σύγχρονων κοινωνιών θέλει τα πανεπιστήμια να επιτελούν πολύ ευρύτερο ρόλο. Ένα ρόλο που, άλλωστε, ανέκαθεν έπαιζαν ως δομές εκπαιδευτικής λειτουργίας. Για παράδειγμα, ο καταστατικός νόμος των ελληνικών πανεπιστημίων[5] ορίζει ότι η αποστολή των ΑΕΙ είναι
β) να συμβάλλουν στη διαμόρφωση υπεύθυνων πολιτών, ικανών να αντιμετωπίζουν τις ανάγκες όλων των πεδίων των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων με επιστημονική, επαγγελματική και πολιτιστική επάρκεια και με σεβασμό στις πανανθρώπινες αξίες της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης. γ) να ανταποκρίνονται στην αντιμετώπιση των κοινωνικών, πολιτιστικών, μορφωτικών και αναπτυξιακών αναγκών της κοινωνίας με προσήλωση στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. ε) Να συμβάλλουν στην εμπέδωση της ισότητας των φύλων και ισοπολιτείας μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Την ίδια ευρύτητα στον προσδιορισμό της αποστολής της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συναντάμε και στο «κοινοτικό» κεκτημένο, στους ιδεολογικούς διαύλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο προοίμιο του σχετικού με την εκπαίδευση κεφαλαίου της Σύμβασης της Λισσαβόνας ορίζεται ότι:
«λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανώτατη εκπαίδευση οφείλει να παίζει ζωτικό ρόλο στην προαγωγή της ειρήνης, της αμοιβαίας κατανόησης και ανοχής και στην δημιουργία αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στους λαούς και έθνη…»
Όσα υπογραμμίζω παραπάνω αποτελούν σκοπούς που υπερβαίνουν την αγοραία επαγγελματική αποτελεσματικότητα και συνιστούν οδηγίες για διαμόρφωση πολιτών με συγκεκριμένα ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Με την ευκαιρία, μπορούμε τώρα να απαντήσουμε και στο ερώτημα που παρέλειψε να θέσει και να απαντήσει ο A.E. πριν καταλήξει στην άποψή του ότι θα επικρατήσουν τελικά τα «κανονικά» πανεπιστήμια. Η ερώτηση είναι προφανώς τι μπορεί να είναι το «κανονικό» ή «καλό πανεπιστήμιο». Ο ορισμός τώρα γίνεται μάλλον προφανής. Καλό και κανονικό πανεπιστήμιο είναι εκείνο που επιτελεί αποτελεσματικά όλες τις παραπάνω αποστολές του. Ας το κρατήσουμε κατά νου για να αντιληφθούμε πληρέστερα τα όσα ισχυρίζομαι στη συνέχεια.
Και ο τελευταίος παιδαγωγός ξέρει ότι η ιδεολογία των μαθητών του (εν προκειμένω των φοιτητών) δεν διδάσκεται απλώς με κλασικού τύπου μαθήματα σχετικού περιεχομένου. Κυρίως βιώνεται μέσα από την κουλτούρα της εκπαιδευτικής κοινότητας και επιβοηθητικά υποστηρίζεται με το κατάλληλο γνωσιακό υλικό. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, παραδόξως όμως, ενώ λειτουργούν προγράμματα σπουδών που στοχεύουν στην απόκτηση συγκεκριμένων κάθε φορά γνώσεων που είναι απαραίτητες για την επιστημονική σταδιοδρομία, δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ κάποιο συγκεκριμένο «πρόγραμμα» υποστήριξης των ιδεολογικών και γενικότερα των πολιτισμικών στόχων που είναι ενσωματωμένοι στην λειτουργία του πανεπιστημίου. Εν τούτοις, αυτή την λειτουργία την περιμένει πάντα η κοινωνία η οποία προσβλέπει στους πτυχιούχους των πανεπιστημίων ως ηγετική ελίτ παράλληλα με την εκτίμηση της συμβολής τους στην επαγγελματική ικανοποίηση των απαιτήσεων της αγοράς.
Στη διεθνή βιβλιογραφία, η ιδεολογική λειτουργία των πανεπιστημίων συνήθως αφήνεται σε αυτό που έχει ονομαστεί «κρυφό πρόγραμμα (hidden curriculum)». Αυτό γίνεται για να παρακαμφθεί ο κίνδυνος του προσηλυτισμού (indoctrination). Το κρυφό πρόγραμμα είναι στην ουσία το σύνολο των παραγόντων μια κοινότητας που επιδρά αυθόρμητα στην διαμόρφωση του «ήθους» και της συμπεριφοράς των μελών της. Αλλά, για να υπάρξει μια τέτοια διαμορφωτική επίδραση πρέπει προφανώς να υπάρχει και η αντίστοιχη κοινότητα. Όπως και να το κάνουμε, όμως, για να υπάρξει μια κοινότητα πρέπει να συμβιώνουν κατά κάποιο τρόπο τα μέλη της. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι στους κανονισμούς των μεγάλων παραδοσιακών πανεπιστημίων μέχρι και σήμερα ακόμη υπάρχει πρόβλεψη υποχρεωτικής διαμονής του φοιτητή για ορισμένα διαστήματα «εντός των τειχών». Αν δεν ζήσεις την ζωή μιας κοινότητας, δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσεις την κουλτούρα της.
Αφήνω κατά μέρος το μέγα ζήτημα που θέτει η συστηματική αποφυγή των σημερινών πανεπιστημίων να διατυπώσουν και να εφαρμόσουν με διαφάνεια συγκεκριμένο πρόγραμμα επιτέλεσης των ιδεολογικών και πολιτισμικών, όπως τους ονομάσαμε παραπάνω, σκοπών τους. Με έχει απασχολήσει εκτενώς στο τελευταίο βιβλίο μου αλλά είναι εκτός οικονομίας του παρόντος να αναφερθώ σε αυτό. Επισημαίνω, εντούτοις, την αντίφαση: Ενώ οι ιδεολογικοί στόχοι διατυπώνονται ρητά και απερίφραστα στα καταστατικά κείμενα, η πραγμάτωσή τους ούτε σχεδιάζεται ούτε αξιολογείται και έτσι αφήνεται το κρυφό πρόγραμμα να παίζει ανεξέλεγκτο τον ρόλο του. Σήμερα (και ιδίως στην ελληνική πραγματικότητα) το κρυφό πρόγραμμα πολύ συχνά αντιμάχεται οφθαλμοφανώς τους σκοπούς και στόχους που ρητά ορίζονται στο ιδεολογικό κεφάλαιο της αποστολής των πανεπιστημίων. Είναι άραγε τυχαίο; Δεν αναπαράγει, λόγου χάριν, συμπεριφορές ανομίας και βίας η καθημερινή ζωή στο σημερινό ελληνικό πανεπιστήμιο; Τι παιδαγωγικά σχέδια έχουν για την καταπολέμηση του φαινομένου τα ιδρύματα; Κανένα. Ποιος, όμως, θα μπορούσε να παίξει έναν «διορθωμένο» τέτοιο ρόλο, όταν η μάζα των φοιτητών θα διδάσκεται εξ αποστάσεως;
Αυτό που μας ενδιαφέρει ειδικότερα εδώ είναι να δούμε ποιες είναι οι επιπτώσεις των ΜΑΔΙΜ ακριβώς στην επιτέλεση του ιδεολογικού στόχου των πανεπιστημίων.
Συνοπτικά, αν τα ΜΑΔΙΜ γίνουν ο κανόνας και ο καθοδηγητικός παράγοντας για την επιβίωση των πανεπιστημίων, τότε προφανώς θα καταργηθεί η σημερινή μορφή της ακαδημαϊκής κοινότητας, εφόσον δεν θα είναι υποχρεωτική η παρουσία των φοιτητών στον «κοινοτικό» χώρο του πανεπιστημίου. Την πολυτέλεια αυτή θα διατηρήσουν ελάχιστα διάσημα πανεπιστήμια, περιορίζοντας έτσι την έκταση έκθεσης του συνολικού ακαδημαϊκού πληθυσμού στις αντίστοιχες πολιτισμικές διεργασίες. Είναι φανερό, ότι μια τέτοια εξέλιξη θα περιορίσει σημαντικά τον ρόλο της ακαδημαϊκής κοινότητας ως θεσμού κοινωνικοποίησης των επιστημονικών ελίτ. Το προνόμιο της «βάπτισης» στην ακαδημαϊκή κουλτούρα θα περιοριστεί σε όσους θα έχουν την οικονομική δυνατότητα ναζήσουν σε «κανονικά» πανεπιστήμια, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των συναδέλφων τους που θα παρακολουθούν σπουδές μέσω ΜΑΔΙΜ θα μοιάζει με ένα ιδιότυπο ακαδημαϊκό προλεταριάτο που θα είναι καλό μόνο για την αγορά εργασίας, αλλά όχι τόσο ανταγωνιστικό για ηγετικές θέσεις στην κοινωνία. Η ζημιά που θα προκληθεί στη κοινωνία είναι προφανής.
Καταλαβαίνω πλήρως μια πιθανή επιφύλαξη όσων διαβάζουν την άποψή μου: Και τι μέλλει γενέσθαι με όλον αυτόν τον πληθυσμό που συχνάζει σήμερα σε πανεπιστήμια «ελληνικού τύπου»; Ομολογώ ότι δεν έχω κάποια «προοδευτική» απάντηση στο ερώτημα αυτό. Γιατί στο βάθος κι εγώ πιστεύω ότι ο πληθωρισμός «οιονεί φοιτητών» δεν έχει καμία σχέση με την επιθυμητή διεύρυνση του αριθμού των πραγματικών φοιτητών σε σχέση με το παλαιό αριστοκρατικό μοντέλο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο παλιό και άδικο αριστοκρατικό μοντέλο. Πάντα υπάρχει μια μέση λύση που οδηγεί βήμα προς βήμα προς μια πιο ανοιχτή και δίκαιη κοινωνία. Κάποιες νύξεις κάνω στο τελευταίο βιβλίο μου, αλλά την τελική απάντηση καλείται να δώσει η καλώς εννοούμενη ακαδημαϊκή κοινότητα. Η τεχνητή μείωση των φοιτητών, πάντως, που θα γεύονται τα νάματα της ακαδημαϊκής κοινότητας δεν λύνει το πρόβλημα της ποιότητας των ακαδημαϊκών πολιτών. Ειδικά για την Ελλάδα, εκείνο που προέχει είναι η ακαδημαϊκή κοινότητα να λειτουργήσει ως τέτοια, αντί να αποτελεί κοιτίδα βίας, ανομίας και μετριοκρατίας όπως συμβαίνει σήμερα. Το δύσκολο αυτό πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί με την τεχνολογία. Αν θα λυθεί, η λύση πρέπει να αποτελέσει μέρος του στρατηγικού προγραμματισμού που με την νέα μορφή διοίκησης των πανεπιστημίων εισάγεται ως οργανικό στοιχείο της αποτελεσματικότητάς της. Αν υπήρχε ένα ακαδημαϊκό βήμα πολλά θα μπορούσαν να γραφούν και να ειπωθούν επ’ αυτού. Ας μην επαναπαυόμαστε στην τεχνολογία για να μας λύσει ένα κατεξοχήν κοινωνικό και πολιτισμικό πρόβλημα.
[*] Ο Κωνσταντίνος Μ. Σοφούλης είναι Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ιδρυτικός Πρόεδρός του και πρώην Διοικητής της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως. Για το πανεπιστημιακό ζήτημα της Ελλάδος έχει δημοσιεύσει στις Εκδόσεις Gutenberg δύο βιβλία: Κώστας Μαν. Σοφούλης, Για το Σύγχρονο Δημόσιο Πανεπιστήμιο: Κριτική και ένα Σχέδιο, Αθήνα 2000 και Κωνσταντίνος Μ. Σοφούλης, Το Πανεπιστήμιο ως Σχολείο: Αναζητώντας το παιδαγωγικό αποτύπωμα, Αθήνα 2013.

[1] Clark Kerr, “The Uses of the University”, HarvardUniversity Press, CambridgeMass., 1995.
[2] Βλ. διευρυμένη και εκσυγχρονισμένη ανάλυση του θέματος εις Jerome Kagan, “The Three Cultures: Natural Sciences, Social Sciences and the Humanities in the 21st Century”, Cambridge University Press, Cambridge, 2009.
[3] Steven Pinker, “The Blank Slate: The Modern Denial of Human Nature”, Penguin Books, London 202 και Richard Herrnstein & Charles Murray, “The Bell Curve: Intelligence and Class Structure in American Life”, Free Press Paperbacks, Νέα Υόρκη 1996.
[4] Βλ. Κωνσταντίνος Μ. Σοφούλης, «Το Πανεπιστήμιο ως Σχολείο: Αναζητώντας το παιδαγωγικό αποτύπωμα», Guttenberg, Αθήνα 2013.
[5] Νόμος Πλαίσιο (3549/2007), άρθ. 1, παρ. 2β, 2γ και 2ε.
S

1 σχόλιο:

  1. Για τα Ελληνικα πανεπιστημια: καμια τεχνολογια, κανενα διαδυκτιο και κανενα ΜΑΔΙΜ δεν προκειται να τα βελτιωσει. Η αρχουσα ταξη των γνωστων κρατικοδιαιτων κολλητων δεν θελει και δεν χρειαζεται καμια βελτιωση. (Εχουν βεβαια για συμμαχο και μια απο τις πιο αγραμματες και αναχρονιστικες Αριστερες του πλανητη.)

    Για τα ΜΑΔΙΠ: Αν ημουν διευθυντης σε μια σοβαρη εταιρεια, οργανισμο, προγραμμα κτλ και ηταν να προσλαβω ενα αποφοιτο ΜΑΔΙΜ η ενα αποφοιτο κανονικου καθιερωμενου πανεπιστημιου θα επερνα τον δευτερο. Ο πρωτος θα χρειαζοταν μια μακρα περιοδο κοινωνικης (ανα)προσαρμογης απο την οθονη του υπολογιστη στη πραγματικοτητα του εξω κοσμου. Ο δευτερος θα ξερει τουλαχιστον που ειναι η σταση του μετρο.

    Δυστυχως τα ΜΑΔΙΜ και ιδιως τα τοπικα διαδυκτιακα μαθηματα θα πολλαπλασιαζονται. Στις ΗΠΑ πολλα πανεπιστημια θα εξαφανιστουν σε μια γενια. Η αρρωστια (ακαδημαικη "outsourcing", ευκολη πηγη κερδους και επαγγελματικης αναρριχησης των ΥΠΕΡβολικα πληρωμενων διοικησεων των Αμερικανικων πανεπιστημιων) θα μεταδοθει και θα εξαπλωθει και σε αλλα μερη. Μεχρι που ο πλανητης θα γινει μια κοινωνια απο "geeks" που θα ζουνε σε ενα μονοδιαστατο κοσμο τερματικων υπολογιστων...

    ΑπάντησηΔιαγραφή