ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Ηiggs Boson

Ηiggs Boson

Παρατηρητήριο

Σχετικά με την αποστροφή Κυριάκου Μητσοτάκη περί ανισότητας:

Η μοναδική μορφή ισότητας που έχει νόημα για εμάς τους φιλελεύθερους,είναι η ισότητα ενώπιον του Νόμου (ισονομία)!
Κάθε άλλη μορφή,ειναι είτε ανέφικτη,είτε επιτυγχάνεται μέσω καταναγκασμού,άρα συντρίβει τον ανθρωπο,τα δικαιώματα και τη μοναδικοτητά του. Ο εξισωτισμος,υπήρξε ιστορικά πάντοτε βίαιος και αυθαίρετος,συνέτριψε τα άτομα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους στο όνομα ενός συλλογικού οράματος,το οποίο κάποιοι άλλοι σχεδίασαν και τους επέβαλλαν. Οδήγησε σε κοινωνίες στάσιμες,ομοιόμορφα βαρετές,πληκτικά ομοειδείς,οικονομικα αδιέξοδες,αισθητικά βάρβαρες,ηθικά αποτρόπαιες.
Ειναι τελείως διαφορετικό το να ζητάς ενα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για τον καθένα απο το να ζητάς ίδιο εισόδημα για ολους.
Αυτή ειναι η ειδοποιός διαφορά φιλελευθερισμού-σοσιαλισμού και το τεκμήριο ηθικής υπεροχής της ελευθερίας.

Βαγγέλης Πάλμος

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ουδέν κακον αμιγές καλού. Η καταστροφή του Σαρωνικού έχει και ένα θετικό. Άρχισε το ξήλωμα της " πολιτικής αριστερής οικολογιας" απο τη λίστα των κοινωνικών μας στερεοτύπων. Μεγαλη πρόοδος παίκτες. Ένας απίθανος φερετζές ιδιοτέλειας, αριστερισμού και άεργου επαγγέλματος. Καιρός ήταν.

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Της αγάπης ψέμματα



του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα (Dimart) 

Μετά τον Πάριο, τον Ρέμο και την Αλέξια, ήρθε και η σειρά του Σάκη Ρουβά να ερμηνεύσει αποσπάσματα από το «Άξιον Εστί» του Μίκη Θεοδωράκη. Η είδηση δίχασε την καλλιτεχνική κοινότητα ενώ ταυτόχρονα η συζήτηση για την «πολιτισμική νομιμοποίηση» του προϊόντος αναλύθηκε διεξοδικά, θέτοντας ως κύριο στόχο την «ποπ» διαδρομή του Ρουβά και τη σύγκρισή του με την «αρχετυπική» ερμηνεία του «λαϊκού» Γρηγόρη Μπιθικώτση. Δεν θα επιμείνω ιδιαίτερα στα επιχειρήματα της μιας και της άλλης πλευράς. Οι απόψεις άλλωστε είναι ήδη γνωστές και κατατεθειμένες. Σε τελευταία ανάλυση, το ίδιο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα θα κρίνει την επιλογή του Σάκη Ρουβά ως ανάδοχου μιας βαριάς κληρονομιάς. Πολύ φοβάμαι άλλωστε πως το πρόβλημα δεν είναι ο Σάκης αλλά ο Μίκης∙ ο τρόπος που, τα τελευταία χρόνια, έχει ο ίδιος επιλέξει να μεταμορφώνει την πληθωρική του παρουσία σε ένα πληθωριστικό νόμισμα,  με διπλή ανταλλακτική αξία: τόσο στη λαϊκή συλλογικότητα όσο και στο σοβαροφανές «σταριλίκι».

Το έργο του Μίκη Θεοδωράκη γνωρίζει, με εξαιρετική δημοφιλία, μια «δεύτερη ζωή» κατακερματισμένο πια σε εκατοντάδες επανεκτελέσεις, θεατρικά έργα, «αυτοβιογραφικές» παραστάσεις, γκλαμουράτες συναυλίες, εθνικές επετείους, τηλεοπτικές εκπομπές, αλλά ακόμη και ευκαιριακές φιέστες για την τουριστική προβολή της χώρας. Ποτέ άλλοτε το κοινό δεν είχε ακούσει τόσο πολύ —και από τόσους πολλούς— το έργο του Μίκη, επενδυμένο μάλιστα από τα δικά του σχόλια∙ διαφορετικά για κάθε περίσταση και ενίοτε συνοδευμένα από τις ποικίλες ιδεολογικές μεταλλάξεις του, στο όνομα πάντα μιας ακαθόριστης «εθνοπατριωτικής αριστερής αντίστασης», που διανύει εύκολα τη διαδρομή από το ΚΚΕ ως τη ΝΔ, και από τη “Σπίθα” ως το ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια, πάντως, είναι πως ο Μίκης επέλεξε να επικαιροποιήσει το έργο του με εμπορευματικές επιλογές που περισσότερο παραπέμπουν σε μια ακραία «ιδεολογική χρήση της ιστορίας» παρά στον καλλιτεχνικό πειραματισμό. Αναμφισβήτητα, αυτό είναι δικαίωμά του. Με τη διαφορά, ότι αυτό το δικαίωμα οδήγησε σε μια παραμορφωτική και παραμορφωμένη πρόσληψη του έργου του, καλλιεργώντας το έδαφος για λογής-λογής καταχρήσεις.

Τα αποτελέσματα αυτών των καταχρήσεων καθιστούν σήμερα το «Άξιον Εστί» ένα ακόμη επίδικο πολιτισμικό αντικείμενο, που αναζητά το άλλοθι μιας νέας «λαϊκοποίησης». Οι παλιές «ρουβίτσες» έχουν ήδη εμφανίσει άλλωστε τις πρώτες ρυτίδες, και είναι πολύ πιο έτοιμες να σιγοτραγουδήσουν τους στίχους του Ελύτη: «της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν». Αλλά και οι νέοι σκηνοθέτες και συνθέτες του Σάκη Ρουβά είναι πολύ πιο εφευρετικοί στη φιλοτέχνηση ενός πορτρέτου που λανσάρει τη δήθεν πρωτοπόρα μεταμφίεση του pop idol σε ερμηνευτή «ιερών κειμένων». Το πρόβλημα είναι πως, μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η τέχνη της δεκαετίας του ’60 γίνεται ένα «σουβενίρ» πασπαλισμένο με νότες και στίχους, που εμποδίζουν την επαφή με τη μουσική και την ποίηση, μέσα στην ιστορικότητά τους αλλά και στη διαχρονική τους αντοχή.
Οι Έλληνες —και όχι μόνο— αγάπησαν τα τραγούδια του Μίκη. Οι μελωδίες του, η σύνδεσή τους με τη συλλογική μνήμη, το πείραμα της μελοποιημένης ποίησης, η αυστηρότητα της φόρμας, η ηχητική και ενορχηστρωτική επένδυση μιας λαϊκής και ταυτόχρονα «υψηλής» καλλιτεχνικής έκφρασης αποτελούν σίγουρα ένα κορυφαίο σταθμό στην ιστορία του 20ού αιώνα. Η αγάπη αυτή όμως τροφοδοτήθηκε και από πολλά ψέματα. Ο Μίκης κολάκεψε τον ελληνικό «Λαό» και έμαθε να τον υπερασπίζεται ακόμη και μέσα από θεωρίες συνωμοσίας. Παραθέτω ένα μικρό μόνο δείγμα αυτού του λόγου : «Και θα προσέθετα, ότι η Ελληνική Ολιγαρχία δεν παρατηρεί απλά τον Λαό να χορεύει επάνω στη δυστυχία του αλλά τον βοηθά κιόλας. Γιατί απ’ τη μια πλευρά φιμώνει όλο και περισσότερο όλους εμάς που συμμετείχαμε σ’ αυτό το ιστορικό πείραμα, ενώ αντίθετα προβάλλει με όλα τα μέσα την άλλη πλευρά του «πολιτισμού» μας. Πώς να μη θυμηθώ εδώ τον παμπόνηρο Κίσσινγκερ που από την κορυφή της Ουάσιγκτον έστειλε από το 1974 σε όλους τους ενδιαφερόμενους την «ντιρεκτίβα»: χτυπήστε τους Έλληνες στον πολιτισμό τους». Λέτε να εννοούσε τις πίστες; Εγώ δεν το πιστεύω…»[1]

Ευτυχώς ο Σάκης άφησε τις μεγάλες πίστες για να τραγουδήσει επιτέλους κάτι αντάξιο σε αυτό τον λαό που ζει ακόμη με αυτά τα ψέματα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου