ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

καλές διακοπές

Παρατηρητήριο

Ούτε μια σοβαρή αριστερά δεν μπορούμε να ’χουμε. Τους πρότεινε ο άλλος να βγάλουν ψεύτικα λεφτά σαν τη Μonopoly να κάνουν αυτοί πως μας πληρώνουν και μεις πως τους πληρώνουμε κι αυτοί ενθουσιάστηκαν και του ζήτησαν να γίνει υπουργός των Οικονομικών. Ουάου yes, το κινηματικό χρήμα… Και συ περίμενες αυτό το νηπιαγωγείο να σε σώσει και να σε οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας. Να διαπραγματευτεί με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και να τους τουμπάρει. Πόσο αφελής μπορείς να είσαι; Αλλά και πόσο επικίνδυνος;

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κακώς αναστατώνεστε με την υπόθεση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές. Βρισκόμαστε στη μακρά και επώδυνη φάση της αποκομμουνιστικοποίησης και ο θόρυβος λογικά θα είναι ισχυρός. Φανταστείτε να εφαρμοστεί η αξιολόγηση των ΔΥ, να πωληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να γίνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων. Η Ελλάδα κοιλοπονάει την ελευθερία της.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Η πρώτη γενιά του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου




του Θόδωρου Σούμα

 Την τελευταία εικοσαετία, εμφανίστηκε στην Ελλάδα ένα κινηματογραφικό ρεύμα νέων σκηνοθετών. Θα ασχοληθούμε εδώ με την πρώτη γενιά του ρεύματος. Οι νέοι σκηνοθέτες, στην πλειονότητά τους, υιοθετούν μια αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος. Οι δυναμικότεροι νέοι κινηματογραφιστές προσπαθούν να διηγηθούν με επάρκεια και στιβαρότητα τις ιστορίες τους, να ενστερνιστούν την αφηγηματική μυθοπλασία και τη βατή αφήγηση μιας ιστορίας.  Ο κινηματογράφος των νεότερων είναι, δηλαδή, συνήθως μυθοπλαστικός κι αφηγηματικός, και ακολουθεί, στις περισσότερες των περιπτώσεων, τους αφηγηματικούς κανόνες. Μάλλον είναι περισσότερο επηρεασμένος από τον αφηγηματικό αμερικάνικο {κλασικό ή ανεξάρτητο} και το μυθοπλαστικό ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Πρόκειται κυρίως για ταινίες καταστάσεων και χαρακτήρων.
Φυσικά υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις, π.χ. ο Φραντζής. (Μα και ένας από τους πιο αναγνωρισμένους και αναγνωρίσιμους σκηνοθέτες της δεύτερης γενιάς, ο Γ. Λάνθιμος, που φέτος έφθασε με το φιλμ Lobster μέχρι το Φεστιβάλ των Καννών, ουσιαστικά φτιάχνει  «εναλλακτικές», διαφορετικές μυθοπλασίες). Οι νέοι σκηνοθέτες, πάντως, διαφοροποιήθηκαν από το σκηνοθετικό, σεναριακό και τηλεοπτικό ακαδημαϊσμό, και ενστερνίστηκαν τις εξελίξεις της κινηματογραφικής γλώσσας, ιδίως του διεθνούς ανεξάρτητου σινεμά, ευρωπαϊκού και αμερικάνικου.
Το σημερινό σινεμά έχει νεύρο, αρκετά συχνά μαύρο χιούμορ, κυνικότητα και κυνική βία, ένα παγκοσμιοποιημένο και μη αυστηρά ελληνικό ύφος και χρώμα. Ακόμη, τη διάθεση να πει ιστορίες, να αφηγηθεί και να πλάσει καταστάσεις και κινηματογραφικούς χαρακτήρες.
Οι σημαντικότεροι νέοι Έλληνες σκηνοθέτες ταινιών με υπόθεση είναι πιθανά οι Κωνσταντίνος Γιάνναρης, Γιώργος Λάνθιμος, Γιάννης Οικονομίδης, Νίκος Γραμματικός, Περικλής Χούρσογλου, Σωτήρης Γκορίτσας, Πάνος Κούτρας, Δημήτρης Αθανίτης, Φίλιππος Τσίτος, Αλέξανδρος Αβρανάς, Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη, Κατερίνα Ευαγγελάκου, Αγγελική Αντωνίου, Αντώνης Κόκκινος, Κώστας Καπάκας, Τάσος Μπουλμέτης, Όλγα Μαλέα, Ρένος Χαραλαμπίδης, Θάνος Αναστόπουλος, Πέννυ Παναγιωτοπούλου, Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, Άγγελος Φραντζής, Δημήτρης Ινδαρές, Στράτος Τζίτζης, κ.α..

Αναφορικά με την πρώτη γενιά των νέων σκηνοθετών, μπορούμε να σημειώσουμε τους εξής αξιόλογους κινηματογραφιστές:
Τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη. Γύρισε τις ταινίες Από την άκρη της πόλης, 1995, Δεκαπενταύγουστος,2001, Όμηρος,2005, Man in the sea, 2010, και την πρώτη του μεγάλου μήκους, αγγλική, Κοντά στον παράδεισο, 1995. Ο Γιάνναρης κυριαρχεί στα κινηματογραφικά μέσα του όσο λίγοι Έλληνες σκηνοθέτες. Έχει σκηνοθετική, μονταζική, μα και ιδεολογικοπολιτική άποψη για την κατασκευή των ταινιών του, την οποία πραγματώνει με ιδιαίτερα δεξιοτεχνικό τρόπο. Υιοθετεί ένα βλέμμα κριτικό και ανυπόταχτο, μια ανένταχτη οπτική, την ευαισθησία απέναντι στα κοινωνικά και ρατσιστικά προβλήματα αποκλεισμού, τα οποία υπηρετεί με σφρίγος, σκηνοθετική άποψη και αισθητική επάρκεια. Ο Γιάνναρης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα του «άλλου», του διαφορετικού, του ομοφυλόφιλου (Από την άκρη της πόλης), του αλλόφυλου και μετανάστη (Όμηρος, Man at sea), του ναρκομανούς και της πόρνης… Πολλές ταινίες του μοιάζουν με ταξίδι μύησης. Τα Από την άκρη της πόλης και Δεκαπενταύγουστος είναι από τα καλύτερα, δυνατότερα, αποτελεσματικότερα ως προς τις προθέσεις τους και πιο λειτουργικά από σκηνοθετική άποψη, φιλμ του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, που ζωγραφίζουν με γλαφυρές, αδρές πινελιές τον κοινωνικό χώρο τους, φτιαγμένα από έναν σκηνοθέτη με αφομοιωμένη διεθνή κινηματογραφική παιδεία, που ελέγχει τα εκφραστικά όπλα του.
Το Man at sea περιγράφει, με κοινωνικοπολιτικές προθέσεις, τις εθνοτικές και κοινωνικές συγκρούσεις σε ένα δεξαμενόπλοιο υπό την διεύθυνση ενός Έλληνα ιδεαλιστή πλοιάρχου. Ο πλοίαρχος δέχθηκε στο πλοίο του, λόγω συμπόνοιας και αλληλεγγύης, μια ομάδα μωαμεθανών, λαθρομεταναστών ναυαγών. Στο πλοίο αναπτύσσονται λογιών-λογιών συγκρούσεις και σχέσεις εξουσίας. Ο Γιάνναρης φτιάχνει ένα δραματικό κοινωνικό φιλμ στον περίκλειστο χώρο του δεξαμενόπλοιου.
Ο Περικλής Χούρσογλου σκηνοθέτησε τα φιλμ Λευτέρης Δημακόπουλος,1993, Ο κύριος με τα γκρι,1997, Μάτια από νύχτα,2002, Ο διαχειριστής, 2009. Βασίζεται στο πλάσιμο χαρακτήρων και μυθοπλαστικών και δραματικών καταστάσεων, στηριγμένος στα βιώματα και τα συναισθήματα. Το πιο ενδιαφέρον ήταν το πρώτο φιλμ του Λευτέρης Δημακόπουλος, με το οποίο μας παρουσιάζει την ανατομία μιας κατηγορίας νέων ανθρώπων, της γενιάς του Πολυτεχνείου, που πρώτα επαναστάτησαν και κατόπιν συμβιβάστηκαν με τις απαιτήσεις και τα οικονομικά δεδομένα της νεοελληνικής κοινωνίας… Με το τρίτο φιλμ του Μάτια από νύχτα, ο Περικλής Χούρσογλου φτιάχνει άλλη μια χαμηλότονη κι ευαίσθητη ταινία, γύρω από συνηθισμένους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους. Ο Χούρσογλου σκύβει με ενδιαφέρον, στοργή και ζεστασιά πάνω από τα ταπεινά προβλήματα των καθημερινών προσώπων του. Η ιστορία είναι απλή, πρόκειται για τη συνάντηση των διαδρομών τριών ανθρώπων, ενός νταλικέρη, της αρραβωνιαστικιάς του και της νεαρής, ευκαιριακής ερωμένης του. Πρόσωπα που επιζητούν να βγουν από τη μοναξιά τους, που προδίδουν και προδίδονται, που αγαπούν. Η εμμονή του σκηνοθέτη στην ενασχόληση με συνηθισμένους, μικροαστικούς χαρακτήρες, μερικές φορές δίνει στις ταινίες του μια χροιά πολύ χαμηλότονη και χαμηλόφωνη.
Ο Νίκος Γραμματικός (Κλειστή στροφή, 1991, Η εποχή των δολοφόνων,1993, Απόντες,1996, Ο βασιλιάς,2002, Αγρύπνια,2005, Μήδεια… Κρείσσων των εμών βουλευμάτων, 2013) έχει δουλέψει πολύ πάνω στο κοινωνικό και το αστυνομικό είδος (συχνά συνδυάζοντας και τα δύο), με πολύ μεράκι, κινηματογραφοφιλική διάθεση, σκηνοθετική επιδεξιότητα και γνώση των κοινωνικών μηχανισμών και λειτουργιών. Oι δύο πρώτες ταινίες του είναι πετυχημένα και πρωτότυπα, ελληνικά νεονουάρ. Η τρίτη του, Απόντες, ένα ευαίσθητο, ρεαλιστικό και νοσταλγικό χρονικό της γενιάς του… Ο Βασιλιάς, η τέταρτη φιξιόν ταινία του ταλαντούχου Νίκου Γραμματικού, είναι, ταυτοχρόνως, μια κοινωνική ταινία και μια παραβολή. Δείχνει το φόβο που γεννά στην ελληνική κοινωνία ο διαφορετικός άνθρωπος, ο ξένος, ο «άλλος». Σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό έρχεται να κατοικήσει και να εργαστεί ένας παράξενος, αντικομφορμιστής νέος, που γίνεται το μαύρο πρόβατο της κλειστής κοινωνίας. Ο ιδιότυπος νεαρός μετατρέπεται σε χριστιανό μάρτυρα και κατασπαράζεται από μια κοινωνία που αμύνεται επιτιθέμενη, για να προστατεύσει τους κανόνες της…
Ο Σωτήρης Γκορίτσας (Δέσποινα, 1990, Απ’το χιόνι,1993, Βαλκανιζατέρ,1998, Μπραζιλέρο,2001, Παρέες, 2006, Απ΄ τα κόκαλα βγαλμένα, 2010) έχει γνήσια κωμική φλέβα και ευαισθησίες για τα νεοελληνικά κοινωνικά ζητήματα, και γι’ αυτό καταφέρνει να δημιουργεί προβληματιζόμενα φιλμ που κεντρίζουν τα κοινωνικά ενδιαφέροντα του θεατή και ταυτόχρονα τον διασκεδάζουν. Το Βαλκανιζατέρ και το Μπραζιλέρο σημάδευσαν την εξέλιξη του σινεμά των νέων Ελλήνων σκηνοθετών, με τη σάτιρα, τη ζωντάνια, το χλευασμό, το μπρίο και την επαφή που έπιασαν με τους θεατές και το ταμείο. Το τελευταίο του φιλμ Απ΄ τα κόκαλα βγαλμένα είναι μια κοινωνική σάτιρα για το ΕΣΥ, με συγκρατημένο, «δαγκωμένο» χιούμορ. Οι Παρέες κινούνται σε έναν σοβαρό τόνο. Η κωμική, σατιρική διάθεση και το κέφι είναι το ύφος που σίγουρα ταιριάζει περισσότερο στον Σ. Γκορίτσα.
Ο Δημήτρης Αθανίτης: Το κινηματογραφικό έργο του, οι έξη μεγάλου μήκους ταινίες του, μπορούν να διακριθούν σε δύο περιόδους εξέλιξής τους. Στην πρώτη περίοδο, τα δύο πρώτα φιλμ του, Αντίο Βερολίνο (1994) και Καμιά συμπάθεια για τον διάβολο (1997), είναι ασπρόμαυρα, σκληρά, λιτά φιλμ. Από αφηγηματική οπτική, πρόκειται για απλές μυθοπλασίες, που εξιστορούν μια μοναδική ιστορία που αναπτύσσεται εξελισσόμενη προς το τέλος της. Με το Όνειρα καλοκαιρινής νύχτας (1999) περνά σε μια μυθοπλασία πολυπρόσωπη, με πολλούς χαρακτήρες, που όμως διέπεται από  ενότητα χώρου και δράσης. Στην δεύτερη περίοδο του έργου του, στα φιλμ 2000+1 στιγμές (2000), Η πόλη των θαυμάτων (2005) και τις Τρεις μέρες ευτυχίας (2011), η μυθοπλασία διασπάται σε παράλληλες αφηγήσεις που ακολουθούν τις πορείες των διαφορετικών χαρακτήρων. Η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη και ακολουθεί τις πολλαπλές τροχιές και ιστορίες των διαφόρων προσώπων της μυθοπλασίας, οι οποίες κάπου, συνήθως προς το τέλος, συναντιούνται. Το 2015 γυρίζει το τελευταίο του φιλμ Invisible.
Ο Φίλιππος Τσίτος γύρισε το 2001, στη Γερμανία, το My sweet home, με θέμα τους μετανάστες. Η θεματική της μετανάστευσης διατρέχει και τις τρεις ταινίες του. Το 2008 σκηνοθέτησε, στην Ελλάδα, την κεφάτη, εύθυμη κοινωνική σάτιρα, Ακαδημία Πλάτωνος. Το 2011 γύρισε το γλυκόπικρο, χαμηλότονο, «καουρισμακικό» τρόπον τινά φιλμ Άδικος κόσμος. Ο Άδικος κόσμος είναι ένας κλαυσίγελος, μια ειρωνική ντραμεντί πάνω σε έναν αστυνομικό που θέλει να κάνει πάντα το ηθικά σωστό μα καταφέρνει να τα θαλασσώσει (κάνει ακούσιο φόνο εκ παραδρομής). Μετά θα ξαναβγεί από αυτήν την αδιεξοδική κατάσταση χάρη στον έρωτα, δηλαδή συναντούμενος στα μισά του δρόμου με μια ωραία καθαρίστρια που υπήρξε μάρτυρας του φόνου του! Το τελευταίο φιλμ του Τσίτου, που περιστρέφεται γύρω από χαρακτήρες losers, έχει αισθητικό ήθος κι ευγένεια, δηλαδή σκηνοθετικό στυλ. Και είναι τρυφερό, μελαγχολικό, αστείο και μινιμαλιστικό, κοινωνικό και συνάμα σουρεαλιστικό σε ένα πετυχημένο κράμα.
Η Κατερίνα Ευαγγελάκου (Θα το μετανιώσεις,2001, Ώρες κοινής ησυχίας,2006, και, 1994, το πρώτο της φιλμ, το πρωτόλειο Ιαγουάρος) φτιάχνει εύστοχες, ζωντανές και δημιουργικές ταινίες όταν τις μπολιάζει με το χιούμορ της. Έχει έντονη αίσθηση των κοινωνικών δεδομένων και δρώμενων. Το πολυβραβευμένο, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, Θα το μετανιώσεις, δεύτερο φιλμ της Ευαγγελάκου, μια εύθυμη και έξυπνη κοινωνική κομεντί, κέρδισε κοινό και κριτικούς. Το Θα το μετανιώσεις αναφέρεται στη ζωή μιας σαραντάρας γυναίκας που έχει παραιτηθεί από τα όνειρά της και έχει περιοριστεί στους κλειστούς ορίζοντες της επαρχίας, συμπιέζοντας την ενέργειά της. Η Ευαγγελάκου φτιάχνει, με χάρη και κέφι, ένα ομαδικό πορτρέτο ανθρώπων που έχουν αναγκαστεί να θυσιάσουν τις κρυφές επιθυμίες τους και να προσαρμοστούν στη μίζερη καθημερινότητα. Η αφήγησή της διακλαδώνεται, ακολουθώντας τους διαφορετικούς χαρακτήρες της και ταξιδεύοντας από το παρόν στο παρελθόν, όπως και το αντίστροφο.
Ο Κώστας Καπάκας (Peppermint,1999, Uranya, 2006, Magic hour, 2011) περιγράφει με τρυφερότητα, νοσταλγία και χιούμορ τον κόσμο της ανεμελιάς, της φιλίας και των χαμένων παιδικών μας χρόνων. Το τελευταίο του φιλμ Magic hour είναι ένα φευγάτο buddy και road movie, που αρκετές φορές αναφέρεται -με σατιρικό τρόπο- στον ελληνικό κινηματογράφο και τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα, και άλλοτε λειτουργεί καλά, άλλοτε λιγότερο λόγω στερεοτύπων.
Η σχετικά εμπορικότερη σκηνοθέτις Όλγα Μαλέα (και κάπως υποτιμημένη λόγω εμπορικότητας) κατάφερε, όπως κι ο Περράκης, με τις κοινωνικές κωμωδίες της, να συνδυάσει τις απαιτήσεις για ποιότητα με την εμπορικότητα, με πρώτη ύλη το χιούμορ, τη σεξουαλικότητα και τη γυναικεία ματιά. Οι διασκεδαστικές, εύθυμες και δροσερές ταινίες της Μαλέα εντάσσονται συχνά στο είδος της ερωτικής κωμωδίας, δηλαδή, κυρίαρχα θεματικά μοτίβα τους είναι το σεξ και οι κωμικές καταστάσεις, βλέπε τα φιλμ της Λουκουμάδες με μέλι, Ριζότο, Ο οργασμός της αγελάδας και Διακριτική γοητεία των αρσενικών.  Αρχικά γύρισε τρεις αστείες ταινίες, αισθαντικά και ιδιαίτερα γυναικείες: Ο oργασμός της αγελάδας (1996) αναφέρεται στο ξύπνημα της σεξουαλικότητας των έφηβων κοριτσιών στην ελληνική επαρχία. Η αξιοπρόσεκτη και σκηνοθετικά πρωτότυπη Διακριτική γοητεία των αρσενικών (1998) αναφέρεται στις ερωτικές αναζητήσεις τριών γυναικών που είναι αδελφές. Το Ριζότο (2000) έχει σαν ηρωίδες δύο παντρεμένες φίλες, εργαζόμενες και μοντέρνες, που απογοητευμένες από το ζυγό και τη ρουτίνα του γάμου ψάχνονται στα πεδία της χειραφέτησης, του λεσβιασμού και του έρωτα. Στους Λουκουμάδες με μέλι (2005) την απασχολεί ο έρωτας και η παιδεραστία. Κατόπιν η Μαλέα αλλάζει θεματική. Φτιάχνει την πολιτική σάτιρα Πρώτη φορά νονός (2007). Το 2012 γύρισε ψηφιακά, με γνώση των ιδιαιτεροτήτων του ψηφιακού μέσου, το αξιόλογο ψυχολογικο-κοινωνικό φιλμ Ματζουράνα, περί της κακοποίησης ενός κοριτσιού από το τηλεοπτικό σύστημα και κυρίως από τη μητέρα της, η οποία θέλει να την κάνει σταρ της TV.
Ο Αντώνης Κόκκινος γύρισε τα φιλμ Τέλος εποχής,1994, Ο αδελφός μου και εγώ,1997, Πάμπτωχοι Α.Ε.,2000, Μαραθώνιος, 2004. Αν εξαιρέσουμε την κωμωδία Πάμπτωχοι Α.Ε., ο Κόκκινος διακρίνεται ως ένας νοσταλγικός, διακριτικός κι ευαίσθητος σκηνοθέτης συναισθημάτων. Οι δύο πρώτες ταινίες του ξεχωρίζουν για την αισθαντική αναπόληση και την διακριτική ποιότητά τους…
Ο χιουμορίστας, χαρακτηριστικός τύπος και ηθοποιός Ρένος Χαραλαμπίδης  σκηνοθέτησε τα εύθυμα, διασκεδαστικά, ατμοσφαιρικά και προσωπικά, χαμηλού προϋπολογισμού κωμικά φιλμ No budget story,1997, Φτηνά τσιγάρα,2000, Η καρδιά του κτήνους, 2005, και 4 μαύρα κοστούμια, 2010.
Ο Θάνος Αναστόπουλος γύρισε ταινίες καθαρά καλλιτεχνικές, με προσωπική αισθητική σφραγίδα και δικό του ύφος, που εξελίχθηκε από ένα στυλ πιο ποιητικό σε μια αισθητική περισσότερο λιτή και ρεαλιστική: Όλο το βάρος του κόσμου,2003, Διόρθωση, 2007 και Η κόρη (2012), ταινία με πιο απλό και αδρό κοινωνικό ρεαλισμό από τις προηγούμενές του.
Ο Τάσος Μπουλμέτης, μετά την ποιητική Βιοτεχνία ονείρων (1990), γύρισε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του σημερινού ελληνικού κινηματογράφου, την ατμοσφαιρική και ρεαλιστική ταυτόχρονα, πολύ καλοκουρδισμένη και μαεστρικά σκηνοθετημένη Πολίτικη κουζίνα. Το ελληνικό σινεμά, το 2003, σημαδεύτηκε από τη μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία της Πολίτικης κουζίνας, ταινία πολύ μεγάλου κόστους για τα ελληνικά δεδομένα. Η επιτυχία αυτή είχε καθοριστική σημασία γιατί έκοψε τον, εξαιρετικό για τα ελληνικά δεδομένα, αριθμό των 1.600.000 εισιτηρίων. Η Πολίτικη κουζίνα συνδυάζει τη θεαματική και φαντασμαγορική πλευρά, που βασίζεται στην ποιότητα της παραγωγής, με το συναίσθημα, την αισθαντικότητα και το γραφικό ευδαιμονισμό που αποπνέει, μα και με τη γλαφυρή, ρεαλιστική απεικόνιση και την έντονη αφηγηματικότητά της. Αυτό τον καιρό φτιάχνει την τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του, Νοτιάς.

………………………………………………..

Ο Θόδωρος Σούμας είναι κριτικός κινηματογράφου και συγγραφέας κινηματογραφικών βιβλίων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου