ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Ηiggs Boson

Ηiggs Boson

Παρατηρητήριο

Σχετικά με την αποστροφή Κυριάκου Μητσοτάκη περί ανισότητας:

Η μοναδική μορφή ισότητας που έχει νόημα για εμάς τους φιλελεύθερους,είναι η ισότητα ενώπιον του Νόμου (ισονομία)!
Κάθε άλλη μορφή,ειναι είτε ανέφικτη,είτε επιτυγχάνεται μέσω καταναγκασμού,άρα συντρίβει τον ανθρωπο,τα δικαιώματα και τη μοναδικοτητά του. Ο εξισωτισμος,υπήρξε ιστορικά πάντοτε βίαιος και αυθαίρετος,συνέτριψε τα άτομα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους στο όνομα ενός συλλογικού οράματος,το οποίο κάποιοι άλλοι σχεδίασαν και τους επέβαλλαν. Οδήγησε σε κοινωνίες στάσιμες,ομοιόμορφα βαρετές,πληκτικά ομοειδείς,οικονομικα αδιέξοδες,αισθητικά βάρβαρες,ηθικά αποτρόπαιες.
Ειναι τελείως διαφορετικό το να ζητάς ενα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για τον καθένα απο το να ζητάς ίδιο εισόδημα για ολους.
Αυτή ειναι η ειδοποιός διαφορά φιλελευθερισμού-σοσιαλισμού και το τεκμήριο ηθικής υπεροχής της ελευθερίας.

Βαγγέλης Πάλμος

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Ο αγράμματος πλην όμως πτυχιούχος και "αγωνιστής" νέος είναι θετικό πρότυπο για μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Ο αντίθετος είναι σπασίκλας, ούφο, φύτουλας, φυτό κλπ. Μια ερμηνεία της σύγχρονης δυναστείας των αγραμμάτων.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Αθανάσιος Τσιούρας: Μια πρόταση κοινής λογικής για το Ασφαλιστικό του μέλλοντος μας



Απλά πράγματα: Μια προνοιακή σύνταξη που παρέχεται από το κράτος ίδια σε όλους τους δικαιούχους μετά τα 67. Και μια σύνταξη από εισφορές που καταβάλει ο κάθε πολίτης σε ένα ταμείο (ιδιωτικό ή δημόσιο) της αρεσκείας του και αποτελούν περιουσία του που του αποδίδεται εφάπαξ ή με δόσεις μετά από κάποια ηλικία. (Leo)

από το  Amagi

ΕΝΑ ΝΕΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Τα βασικά στοιχεία (οι αρχές) που πρέπει να έχει ένα λειτουργικό ασφαλιστικό σύστημα είναι τα εξής:
(α΄) Αξιοπιστία. Οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης και, ιδίως, το κράτος πρέπει να είναι σε θέση να εκπληρώνουν τις υποσχέσεις που δίνουν. Η αντίστροφη πλευρά της αρχής αυτής είναι η εξής: το ασφαλιστικό σύστημα πρέπει να έχει μηχανισμούς αυτοπεριορισμού, ώστε να μη δημιουργεί προσδοκίες που δεν θα επαληθευθούν, ή να είναι μινιμαλιστικό (περιοριζόμενο, δηλαδή, μόνο σε προνοιακό χαρακτήρα).
(β΄) Έναν ελάχιστο βαθμό αλληλεγγύης. Άνθρωποι πάνω από μία ηλικία δεν μπορούν να εργάζονται. Η κοινωνία δεν μπορεί να τους αφήνει αβοήθητους. Το ελάχιστο που μπορεί να κάνει το ασφαλιστικό σύστημα είναι να διασφαλίσει ότι θα έχουν μία σταθερή μηνιαία παροχή, δηλαδή τουλάχιστον μία σύνταξη που θα διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Η σύνταξη πρέπει να παρέχεται σε όλους όσους έχουν συμπληρώσει μία ορισμένη ηλικία (ενδεικτικά, τα 67 έτη) και έχουν μακρόχρονη παρουσία στη χώρα (ενδεικτικά, τουλάχιστον 15 συνεχόμενα ή άλλως 20 μη-συνεχόμενα έτη εντός της τριακονταετίας που προηγείται του χρονικού σημείου κατά το οποίο θα αποκτήσουν το δικαίωμα για προνοιακή σύνταξη). Η σύνταξη αυτή δεν πρέπει να εξαρτάται από προηγούμενη οικονομική δραστηριότητα ή καταβολή εισφορών.

(γ΄) Τη δυνατότητα, για όσους είναι οικονομικά ενεργοί και το επιθυμούν, να εισφέρουν στο σύστημα και να προσδοκούν σύνταξη επιπλέον της προνοιακής μέχρι (ή και περισσότερο από) την αναπλήρωση εισοδήματος. Αυτό γίνεται είτε με κρατικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, είτε (κατά προτίμηση) με την καθιέρωση θεσμικού πλαισίου για ιδιωτικούς οργανισμούς, όπου το κράτος θα μπορεί να ασκεί αυστηρό έλεγχο, προκειμένου να διασφαλίζονται τα ασφαλιστικά αποθεματικά — και στις δύο περιπτώσεις με κεφαλαιοποιητικό σύστημα και ατομικούς λογαριασμούς, προαιρετική συμμετοχή και δυνατότητα επιλογής φορέα και μεταφοράς των λογαριασμών από τον ένα οργανισμό (Ταμείο) σε άλλον. Το κράτος, μάλιστα, παρέχει και κίνητρα (υπό τη μορφή, λ.χ., της έκπτωσης από το φορολογητέο εισόδημα των εισφορών στα Ταμεία).

(δ΄) Σαφή διαχωρισμό μεταξύ της σύνταξης που έχει προνοιακό χαρακτήρα και του τμήματος της σύνταξης που αποσκοπεί στην αναπλήρωση εισοδήματος (με αναγνώριση, στο πλαίσιο αυτό, ενός καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα στην εισφορά). Το εργαλείο για την κοινωνική αλληλεγγύη πρέπει να είναι η γενική φορολογία. Η εισφορά δεν πρέπει να μεταπίπτει σε κεκρυμμένη φορολογία. Το προνοιακό τμήμα της σύνταξης παρέχεται απευθείας από το κράτος στους δικαιούχους. Το κράτος δεν εισπράττει εισφορές και, πολύ περισσότερο, δεν διαθέτει μηχανισμό για καταναγκαστική είσπραξη εισφορών. Οι εισφορές καταβάλλονται στα (δημόσια ή ιδιωτικά, αλλά εποπτευόμενα) Ταμεία και παραμένουν περιουσία του ασφαλισμένου.

(ε΄) Αν είναι δυνατόν, αναπτυξιακό χαρακτήρα. Αντί οι εισφορές να απορροφούν χρήματα από την οικονομία, να σχηματίζονται ασφαλιστικά κεφάλαια που θα επενδύονται και θα φέρνουν ανάπτυξη.

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι ο ρόλος της Πολιτείας είναι διπλός: εκπληρώνει τον ρόλο της κοινωνικής αλληλεγγύης και της πρόνοιας προς τους ηλικιωμένους διά της καθολικής παροχής μίας προνοιακού χαρακτήρα σύνταξης, δημιουργεί όμως και διασφαλίζει παράλληλα τις συνθήκες εκείνες, προκειμένου να μπορέσει να αναπτυχθεί ένα σύστημα με το οποίο οι ασφαλισμένοι αποταμιεύουν και εξασφαλίζουν σύνταξη σημαντικού ύψους. Η αναπλήρωση εισοδήματος γίνεται μέσω κρατικών ή κρατικώς εποπτευόμενων φορέων. Η πρόταση αυτή δεν αποκλείει και τη λειτουργία αμιγώς ιδιωτικής ασφαλιστικής αγοράς με προϊόντα είτε μία σύνταξη, είτε ένα εφάπαξ ποσό για όσους περατώνουν τον εργασιακό τους βίο. Όλα τα παραπάνω περιγράφουν, ουσιαστικά, ένα σύστημα τριών πυλώνων. Πρώτος πυλώνας είναι το κράτος, δεύτερος πυλώνας είναι ένα σύστημα κρατικών ή κρατικώς εποπτευομένων ασφαλιστικών Ταμείων και τρίτος πυλώνας είναι η αγορά των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ας τους δούμε έναν προς ένα:

ΠΡΩΤΟΣ ΠΥΛΩΝΑΣ: ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ (ΒΑΣΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ)

Σε ένα σύστημα τριών πυλώνων, το κράτος έχει ρόλο πιο περιορισμένο, υπό μία έννοια, σε σχέση με τον σημερινό, καθώς δεν εισπράττει υποχρεωτικές εισφορές και δεν αποδίδει συντάξεις τόσο μεγάλες, ώστε να αναπληρώνουν εισόδημα εν ενεργεία εργαζομένων. Από την άλλη, όμως, ο ρόλος του κράτους είναι ταυτοχρόνως και πιο εκτεταμένος, καθώς διασφαλίζει σύνταξη για κατηγορίες ανθρώπων που με το προηγούμενο σύστημα δεν θα μπορούσαν να δικαιούνται σύνταξη.
Ενδεικτική πρόταση για τον ρόλο του κράτους: σε κάθε κάτοικό του που έχει κλείσει τα 67 έτη της ηλικίας του, εφόσον έχει ζήσει στην Ελλάδα τουλάχιστον 15 συνεχόμενα ή 20 μη συνεχόμενα έτη κατά την τριακονταετία προτού υποβάλει το αίτημα για συνταξιοδότηση, το κράτος παρέχει μία μηνιαία σύνταξη ύψους 500 ευρώ (ή το 80% του εκάστοτε ισχύοντος κατώτατου μηνιαίου μισθού). Τη σύνταξη αυτή, προνοιακού χαρακτήρα, μπορούμε να την ονομάσουμε Βασική Εθνική Σύνταξη.
Τι ΔΕΝ κάνει το κράτος; Δεν επιβάλλει ούτε εισπράττει εισφορές. Δεν παρέχει βεβαιώσεις για ασφαλιστική ενημερότητα. Δεν απασχολεί τη γραφειοκρατία που σχετίζεται με την επιβολή της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Ξέρει πολύ καλά τι χρωστά και τι θα χρωστά στο μέλλον και μπορεί να τα προϋπολογίσει και να κάνει τους λογαριασμούς του εγκαίρως, χωρίς εκπλήξεις.
Τι κερδίζουν η αγορά, οι εργοδότες, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι εργαζόμενοι; Δεν έχουν την επιβάρυνση στο εργατικό κόστος που προέρχεται από τις εισφορές, πράγμα που οδηγεί σε δυνατότητα για αύξηση των μισθών, σε σχέση με σήμερα, με συνολική μείωση της εργοδοτικής επιβάρυνσης. Οι αυτοαπασχολούμενοι δεν έχουν το άγχος να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, ακόμη και όταν οι δουλειές τους δεν πάνε καλά. Δεν υπάρχουν πορτοκαλί βιβλία, έλεγχοι και αμφισβητήσεις για την υπαγωγή ή όχι στο ΙΚΑ, εάν πίσω από το μπλοκάκι κρύβεται εξηρτημένη εργασία, δεν υπάρχουν ΑΠΔ, δεν υπάρχει αναδρομική ασφάλιση και μαζεμένη καταβολή εισφορών, ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ. Μειώνεται το κίνητρο για την αδήλωτη εργασία. Δεν υπάρχουν Ταμεία ανώτερου και κατώτερου Θεού, οι πολίτες αντιμετωπίζονται όλοι το ίδιο.
Επισημαίνεται ότι, επειδή η Βασική Εθνική Σύνταξη έχει προνοιακό χαρακτήρα, μπορεί (αν και δεν προτείνεται καταρχήν) η καταβολή της να συναρτηθεί και με την ύπαρξη εισοδηματικών ή περιουσιακών κριτηρίων — κατά βάσιν, δηλαδή, να μη χορηγείται σε αυτούς που δεν την έχουν ανάγκη. Κάτι τέτοιο είναι απολύτως επιτρεπτό, καθώς η σύνταξη αυτή δεν χρηματοδοτείται από εισφορές και έτσι όποιος δεν τη λαμβάνει δεν μπορεί να επικαλεστεί τη στέρηση κάποιου περιουσιακού δικαιώματος. Έχει τον χαρακτήρα καθαρής αναδιανομής εισοδήματος (εξ ου και τα φιλελεύθερα αντανακλαστικά του γράφοντος δεν πολυσυμπαθούν την ιδέα), αλλά η μηχανοργάνωση του φορολογικού συστήματος και του περιουσιολογίου της ακίνητης περιουσίας σημαίνει ότι δεν απαιτεί κάποια ιδιαίτερη γραφειοκρατία, ώστε να διαπιστώνεται για κάθε ασφαλισμένο εάν πληρούνται ή μη τα περιουσιακά κριτήρια για να δικαιούται τη σύνταξη αυτή.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΥΛΩΝΑΣ: ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ (ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ)

Η λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος, όπως το ξέραμε μέχρι σήμερα, μεταφέρεται κυρίως στον δεύτερο πυλώνα: ένα σύνολο Ταμείων (κρατικών ή ιδιωτικών, αλλά με έντονη την κρατική ρύθμιση), στα οποία η συμμετοχή είναι προαιρετική και τα οποία διαχειρίζονται τις εισφορές με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα και τους ατομικούς λογαριασμούς του κάθε ασφαλισμένου. Δηλαδή: οι εισφορές που δίνει κάθε ασφαλισμένος παραμένουν σε έναν ατομικό λογαριασμό, συσσωρεύουν τις αποδόσεις από τον (συντηρητικό) τρόπο με τον οποίο επενδύονται, αφαιρείται από αυτές η συμμετοχή τους στο διαχειριστικό κόστος του Ταμείου και μετά από κάποια χρόνια είναι διαθέσιμες στους ασφαλισμένους υπό δύο μορφές: εν μέρει ως εφάπαξ επιστροφή και εν μέρει ως συμπληρωματική σύνταξη. Ας κάνουμε κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις στο σημείο αυτό:
Οι εισφορές που κατατίθενται στα Ταμεία με την προτεινόμενη διαδικασία αποτελούν περιουσιακά δικαιώματα των ασφαλισμένων. Τους ανήκουν. Ωστόσο, η νομοθεσία που διέπει τα Ταμεία και οι ειδικότεροι κανονισμοί τού κάθε Ταμείου θέτουν περιορισμούς ως προς την αξιοποίηση των εισφορών, δεν είναι δηλαδή σαν καταθέσεις σε μία τράπεζα. Οι εισφορές δεν μπορούν να αναληφθούν από τον ασφαλισμένο προτού συμπληρώσει κάποια ηλικία, ένα «όριο συνταξιοδότησης» που καθορίζεται από τον νόμο και από τον κανονισμό του Ταμείου (και δεν είναι καθόλου απαραίτητο να συμπίπτει με το όριο για τη σύνταξη του πρώτου πυλώνα). Έχουν όμως το δικαίωμα να μεταφέρουν τις εισφορές (με τους ίδιους περιορισμούς) από το ένα Ταμείο στο άλλο. Όταν συμπληρωθεί η, κατά τα παραπάνω, «συντάξιμη ηλικία», οι ασφαλισμένοι δικαιούνται να αναλάβουν εφάπαξ ένα μέρος από τα χρήματα και το υπολειπόμενο να το λαμβάνουν με τη μορφή μηνιαίας σύνταξης. Τι ποσοστό του ποσού θα μπορεί να αναληφθεί εφάπαξ και ποιο θα καταβάλλεται ως σύνταξη θα καθορίζεται με βάση αλγόριθμο που θα συνεκτιμά το προσδόκιμο όριο ζωής σε σχέση με την ηλικία συνταξιοδότησης. Η (συμπληρωματική) μηνιαία σύνταξη θα καταβάλλεται μέχρις ότου αναλωθεί το αποταμιευμένο κεφάλαιο. Εννοείται ότι ο ασφαλισμένος έχει το δικαίωμα να επιλέξει να βγει στη σύνταξη σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο από το «όριο συνταξιοδότησης».
Εάν ο ασφαλισμένος πεθάνει πριν την ηλικία συνταξιοδότησης, οι εισφορές μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του και αποδίδονται σε αυτούς εφάπαξ, όταν έλθει το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο κληρονομούμενος θα μπορούσε να βγει στη σύνταξη. Εάν πεθάνει ενώ λαμβάνει μηνιαία συμπληρωματική σύνταξη και προτού αναλωθεί το ασφάλισμά του, τότε το υπολειπόμενο (αφαιρουμένου ενός προεξοφλητικού επιτοκίου) αποδίδεται στους κληρονόμους του. Φυσικά, υπάρχουν εξαιρέσεις για την περίπτωση που επέλθει ανικανότητα για εργασία (λόγω ασθένειας ή εργατικού ατυχήματος) πριν από την προκαθορισμένη ηλικία συνταξιοδότησης.
Τα Ταμεία αυτά είναι υποχρεωτικώς αντασφαλισμένα. Ένα μέρος του διοικητικού κόστους θα μπορούσε να είναι μέχρι και η κάλυψη των ασφαλίστρων, ώστε οι ασφαλισμένοι του Ταμείου να διαθέτουν CDS (ναι, αυτά τα περίφημα credit default swaps!) που να καλύπτουν τις εισφορές τους και να διασφαλίζουν την επιστροφή τους, σε περίπτωση χρεοκοπίας του Ταμείου. Υπάγονται στην εποπτεία του κράτους, το οποίο έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει όταν η διοίκηση του Ταμείου λαμβάνει αποφάσεις που μπορεί να διακινδυνεύσουν τα αποθεματικά. Η επένδυση των αποθεματικών τους είναι σχετικά συντηρητική και χαρακτηρίζεται από διασπορά του κινδύνου (risk diversification).
Στα Ταμεία αυτά μπορούν να συμμετέχουν αυτοαπασχολούμενοι, έμποροι, επαγγελματίες, αλλά και εργοδότες και εργαζόμενοι. Με ατομική ή με τη συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να καθορίζεται το μέρος του μισθού που κατατίθεται ως εισφορά στον ατομικό λογαριασμό ενός εργαζομένου από τον εργοδότη, ενώ και ο ίδιος ο μισθωτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την κατάθεση μεγαλύτερου ποσού (ή να καταθέτει ο ίδιος συμπληρωματικά ποσά) στον ατομικό του λογαριασμό.

Η φορολογική αντιμετώπιση των Ταμείων αυτών και των σχετικών εισφορών πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να παρέχεται σημαντικό κίνητρο για τη συμμετοχή σε αυτά, χωρίς, ωστόσο, να φτάσουν μέχρι του σημείου να μετατρέπονται σε εργαλεία φοροαποφυγής. Έτσι, τα ίδια τα Ταμεία θα πρέπει να είναι αφορολόγητα (με δεδομένο, μάλιστα, ότι οι αποδόσεις που έχουν οι επενδύσεις από τις εισφορές δεν αποδίδονται σε μετόχους του Ταμείου, αλλά ενισχύουν τις παροχές τους, το εφάπαξ και τη συμπληρωματική σύνταξη). Οι εισφορές θα πρέπει να εκπίπτουν στο σύνολό τους, καταρχήν, από το φορολογητέο εισόδημα. Θα είναι σκόπιμο, όμως, να τεθεί ένα ανώτατο όριο στο εκπιπτόμενο ποσό, το οποίο θα είναι συνδυασμός ενός ποσοστού επί του δηλωθέντος εισοδήματος (λ.χ., 50%), είτε ένα χρηματικό ποσόν (λ.χ., 10.000 ευρώ ετησίως), πέραν του οποίου τα ποσά που διατίθενται σε ασφαλιστικές εισφορές θα περιλαμβάνονται στο τελικώς φορολογητέο εισόδημα. Ο συνδυασμός ποσοστού και απόλυτου αριθμού, ώστε το ανώτατο όριο στο ποσοστό που μπορεί να εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα να είναι το ανώτερο από τα δύο που τίθενται (δηλαδή είτε το ποσοστιαίο, είτε το οριζόμενο κατ’ απόλυτο αριθμό), είναι απαραίτητος — αφενός, δεν θα πρέπει να έχει κάποιος το δικαίωμα να αποφεύγει τη φορολογία, εισφέροντας όλο του το εισόδημα σε ένα ασφαλιστικό Ταμείο (κάτι που θα μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει, ιδίως σε πρόσωπα με μεγάλα εισοδήματα και επαρκείς αποταμιεύσεις κατά τα τελευταία έτη του εργασιακού τους βίου, προτού δηλαδή συνταξιοδοτηθούν), αφετέρου, όμως, το σύστημα πρέπει να μπορεί να καλύπτει ακόμη και επαγγελματίες που δεν είχαν κερδοφόρες χρήσεις, ή εργαζομένους που είχαν μεγάλο διάστημα ανεργίας μέσα σε μία φορολογητέα χρήση, επιτρέποντάς τους να εξακολουθήσουν να τροφοδοτούν τον ασφαλιστικό τους λογαριασμό με κάποιο σταθερό ποσό.
Ο πυλώνας αυτός βασίζεται σε εισφορές, που, όμως, δεν είναι υποχρεωτικές. Έτσι, ούτε ο πυλώνας αυτός απαιτεί τη δημιουργία ενός μηχανισμού επιβολής, κυρώσεων, διοικητικής εκτέλεσης κλπ. Είναι ελκυστικός για τους ασφαλισμένους επειδή είναι πλήρως ανταποδοτικός:Ό,τι δώσεις, το λαμβάνεις (πλέον των αποδόσεων, μείον το διαχειριστικό κόστος, στο οποίο περιλαμβάνεται και το κόστος ασφάλισης των εισφορών). Τα φορολογικά κίνητρα καθιστούν την καταβολή εισφορών πολύ πιο συμφέρουσα από κατάθεση σε απλό, αποταμιευτικό τραπεζικό λογαριασμό. Επιπλέον, ο ασφαλισμένος μπορεί να λαμβάνει τακτική (ετήσια ή πιο συχνή) ενημέρωση για την κατάσταση του ατομικού του λογαριασμού —το κεφάλαιο, την απόδοση, τα κόστη, τις προσδοκίες που έχει όταν συνταξιοδοτηθεί—, ώστε να είναι σε θέση να κάνει με σιγουριά τον προγραμματισμό του.
Η αντίστροφη όψη, για το ίδιο το Ταμείο, είναι: Ό,τι έλαβες, αυτό θα δώσεις. Άρα, το Ταμείο δεν θα χρωστά κεφάλαιο που δεν έχει καταβληθεί. Οι υποχρεώσεις του είναι ήδη καλυμμένες, δεν έχει ανάγκη να επιβάλει σε κάποιον άλλον να τις καλύψει. Δεν χρειάζεται κρατική ενίσχυση. Επειδή δεν έχει μηχανισμό επιβολής (ελεγκτές, εισπράκτορες κλπ.) και το σύστημα υπολογισμού των συντάξεων είναι απλούστατο, έχει ανάγκη από ελάχιστο προσωπικό — άρα, το διαχειριστικό κόστος είναι σχεδόν αμελητέο. Συγκεντρώνει μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο μπορεί να διασφαλίσει σημαντικές αποδόσεις, ακόμη και με συντηρητικές τοποθετήσεις. Το ύψος των παροχών παραμένει ανεπηρέαστο από την πορεία της οικονομίας. Επειδή, μάλιστα, η χώρα μας έχει σκληρό νόμισμα, το ευρώ, ο κίνδυνος πληθωρισμού είναι σημαντικά μειωμένος.
Με τον τρόπο αυτό, οι εισφορές δεν είναι μηχανισμός απομύζησης της αγοράς από ρευστότητα, αλλά γίνονται εργαλείο που βοηθά στις επενδύσεις και σπρώχνει την οικονομία μπροστά.

ΤΡΙΤΟΣ ΠΥΛΩΝΑΣ: ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ (ΟΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΩΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ)

Ο τρίτος πυλώνας θα μπορούσε απλώς να παραλειφθεί. Δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο ενός ασφαλιστικού συστήματος. Θα μπορούσε, όμως, το κράτος να έχει ένα μικρό ρόλο, πέρα από τη γενική εποπτεία που ασκεί επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο ρόλος αυτός θα ήταν να παράσχει ένα κίνητρο, φορολογικού χαρακτήρα, για την καταβολή ασφαλίστρων για συμβάσεις που έχουν σκοπό την επαύξηση του εισοδήματος κάποιου κατά τη συνταξιοδότησή του. Το κίνητρο αυτό θα ήταν η μερική έκπτωση (και εδώ μέχρις ενός ορίου) από το φορολογητέο εισόδημα ποσών που καταβάλλονται ως ασφάλιστρα σε ασφαλιστικές συμβάσεις με χαρακτήρα παρόμοιο με το συνταξιοδοτικό σύστημα: καλύπτουν ως ασφαλιστέο κίνδυνο την ανικανότητα εργασίας λόγω ηλικίας, το ασφάλισμα δεν μπορεί να αναληφθεί πριν από ένα καθορισμένο χρονικό σημείο που προσεγγίζει μία δυνητική ηλικία συνταξιοδότησης κλπ. Σε τι διαφέρει ο πυλώνας αυτός από τον δεύτερο; Ότι εδώ οι εισφορές (που καταβάλλονται ως ασφάλισμα) έχουν και τον χαρακτήρα επένδυσης. Μπορούν να διασφαλίζονται μεγαλύτερες αποδόσεις, υπάρχει όμως και το ρίσκο οι αποδόσεις να είναι μικρές. Ο τρίτος πυλώνας δεν είναι το βασικό όργανο αναπλήρωσης εισοδήματος, αλλά μπορεί να είναι ένας μηχανισμός ενίσχυσης του εισοδήματος των συνταξιούχων.

Το σύστημα των τριών πυλώνων εμπεριέχει το ίδιο, μέσα στη φύση του, μία διασπορά κινδύνων. Ο ένας πυλώνας, ο κρατικός, εγγυάται πλήρη διασφάλιση ενός ελάχιστου εισοδήματος στο πλαίσιο της κοινωνικής αλληλεγγύης. Είναι κατά 100% χρηματοδοτούμενος από το κράτος και δεν έχει καθόλου ρίσκο για τον ασφαλισμένο, καθώς δεν συνεπάγεται έκθεση σε κίνδυνο κάποιων εισφορών. Επίσης, η προνοιακού χαρακτήρα Βασική Εθνική Σύνταξη είναι τόση, ώστε να μην κινδυνεύουν τα βασικά δημοσιονομικά μεγέθη. Ο δεύτερος πυλώνας, με τον οποίο σκοπείται κυρίως η αναπλήρωση εισοδήματος, έχει τον χαρακτήρα μιας συντηρητικής επένδυσης. Εδώ υπάρχει σημαντική κρατική εποπτεία, αλλά η τροφοδότηση του πυλώνα αυτού είναι καθαρά υπόθεση των ίδιων των ασφαλισμένων. Ο τρίτος πυλώνας είναι καθαρά επενδυτικός και εμπεριέχει ρίσκο για τα ποσά των ασφαλίστρων. Συνολικά, όμως, το σύστημα είναι αξιόπιστο, καθώς αυτά που υπόσχεται είναι πολύ συγκεκριμένα. Έχει στοιχεία κοινωνικής αλληλεγγύης, αποσυνδέει τη Βασική Εθνική Σύνταξη από οποιαδήποτε καταβολή εισφορών, ενώ οι ίδιες οι εισφορές παραμένουν περιουσία των ασφαλισμένων και οδηγούν σε σύνταξη επιπλέον της βασικής. Έχει μάλιστα και αναπτυξιακό χαρακτήρα, καθώς οι εισφορές που εισπράττονται επενδύονται (και μάλιστα συνολικά, για να έχουν μεγάλες αποδόσεις), αντί να αποδίδονται απευθείας ως συντάξεις. Με αρκετές παραλλαγές, αλλά με τον ίδιο βασικό κορμό, είναι το σύστημα που εφαρμόζεται στα περισσότερα κράτη της Δυτικής Ευρώπης.

H συνέχεια στο Αmagi


2 σχόλια:


  1. Το πρόβλημα είναι το εκάστοτε ασφαλιστικό ή ότι το διαχειρίζονται λωποδύτες; Περιμένουμε λύσεις χωρίς να τιμωρούνται αυτοί που δημιουργούν τα προβλήματα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτή είναι η κατεύθυνση για βιώσιμο ασφαλιστικό, αλλά και με την κατά το δυνατόν μεγαλυτερη διαγενεακή και ενδογενεακή δικαιοσύνη (ή μικρότερη αδικία). Και ασφαλώς είναι ένα από τα κλειδιά για ένα βιώσιμο Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο, που θα αντικαταστήσει το αποτυχημένο και άδικο μετεμφυλιακό-μεταπολιτευτικό.
    Βλ. επίσης Βασικό εισόδημα εγγυημένο για όλους: κοινωνικά δίκαιο, οικολογικά ευεργετικό, πολιτικά καινοτόμο
    (Κάθι Γουήκς, Αλίσσα Μπατιστόνι)
    http://aftercrisisblog.blogspot.com/2016/01/blog-post_24.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή