ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

των νιάτων μας την εκδικήτρα ορμή την ξεφλούδησαν οι έσχατοι

Παρατηρητήριο

Ούτε μια σοβαρή αριστερά δεν μπορούμε να ’χουμε. Τους πρότεινε ο άλλος να βγάλουν ψεύτικα λεφτά σαν τη Μonopoly να κάνουν αυτοί πως μας πληρώνουν και μεις πως τους πληρώνουμε κι αυτοί ενθουσιάστηκαν και του ζήτησαν να γίνει υπουργός των Οικονομικών. Ουάου yes, το κινηματικό χρήμα… Και συ περίμενες αυτό το νηπιαγωγείο να σε σώσει και να σε οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας. Να διαπραγματευτεί με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και να τους τουμπάρει. Πόσο αφελής μπορείς να είσαι; Αλλά και πόσο επικίνδυνος;

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κακώς αναστατώνεστε με την υπόθεση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές. Βρισκόμαστε στη μακρά και επώδυνη φάση της αποκομμουνιστικοποίησης και ο θόρυβος λογικά θα είναι ισχυρός. Φανταστείτε να εφαρμοστεί η αξιολόγηση των ΔΥ, να πωληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να γίνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων. Η Ελλάδα κοιλοπονάει την ελευθερία της.

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Πάσχος Μανδραβέλης: Οι άλλες μεταρρυθμίσεις

από την Καθημερινή
Α​​κούγεται παράλογο, αυτό που καταγράφει ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του για την ελληνική οικονομία το 2016, αλλά δεν είναι. Οι αποδοχές πέφτουν, αλλά το κόστος εργασίας αυξάνεται. Το φαινομενικά παράλογο εξηγείται διότι σε μια οικονομία δεν μετράει πόσο πληρώνονται οι εργαζόμενοι ή πόσο κερδίζουν οι επιχειρήσεις. Αυτό που μετράει είναι η αναλογία του παραγόμενου προϊόντος με τις αποδοχές ή τα κέρδη, η αποκαλούμενη παραγωγικότητα.
Εκεί –ιστορικώς– η Ελλάδα δεν τα πήγαινε ποτέ καλά. Το πρόβλημα της οικονομίας μας, ακόμη και πριν από την κρίση, δεν ήταν ότι καταναλώναμε ή συνεχίζουμε να καταναλώνουμε πολλά. Ηταν ότι η παραγωγή εμπορεύσιμων διεθνώς προϊόντων και υπηρεσιών υπολειπόταν της κατανάλωσης. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα προτίμησε τη στασιμότητα που φέρνει φτώχεια, έναντι των μεταρρυθμίσεων που υποβοηθούν την παραγωγή πλούτου. Προτίμησε τα φέουδα των κλειστών αγορών έναντι του ανταγωνισμού, που βελτιώνει τα προϊόντα και ρίχνει τις τιμές.
«Η Ελλάδα», γράφει σε ένα νέο του βιβλίο του ο πολιτικός επιστήμων Δημήτρης Σκάλκος, «παρουσιάζει εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα την κατέτασσαν στην κατηγορία της “μπλοκαρισμένης κοινωνίας”, δηλαδή εκείνου του τύπου της κοινωνίας που αναγνωρίζει αλλά ταυτοχρόνως αδυνατεί να υπερβεί τα δομικά της προβλήματα». Ο όρος «μπλοκαρισμένη κοινωνία» προέρχεται από τον Βρετανό οικονομολόγο Anthony Giddens και την περιγράφει ως «μια κοινωνία, όπου τα κατεστημένα συμφέροντα ή ο δομικός συντηρητισμός παρεμποδίζουν τις αναγκαίες αλλαγές».
Οχι όμως πάντα και όχι όλες τις αλλαγές. Οπως σημειώνει ο Ιταλός οικονομολόγος Alessio Terzi, «η διαδεδομένη αντίληψη πως οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις δεν προώθησαν μεταρρυθμίσεις δεν επιβεβαιώνεται. Στις έξι πρώτες αξιολογήσεις του πρώτου μνημονίου οι επιδόσεις της Ελλάδας στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων ήταν αντίστοιχες με αυτές της Πορτογαλίας και καλύτερες από εκείνες της Ιρλανδίας».
Η έκθεση του ΟΟΣΑ
Αυτό υποστηρίζει και η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ, στην οποία η Ελλάδα του 2010-2014 παρουσιάζει τον καλύτερο δείκτη μεταρρυθμίσεων (0,81 με... άριστα το 1) όταν ο αντίστοιχος δείκτης της Ιρλανδίας είναι 0,62 και ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι 0,48. Βεβαίως η Ελλάδα ξεκίνησε από χαμηλότερη βάση, αλλά η έκθεση έχει μία ακόμη έκπληξη: ο δείκτης νομοθετικής προστασίας της εργασίας (2,1) είναι περίπου στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (2,0), όταν το 2008 ήταν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη (2,8), όσο περίπου ήταν ακόμη και το 2013 στη Γερμανία. Και ο δείκτης αυτός θα βελτιωθεί ακόμη περισσότερο, αφού πλέον έχουμε –τουλάχιστον στα χαρτιά– μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση που είναι αποφασισμένη απ’ όσο δείχνουν τα πράγματα να ψηφίσει περαιτέρω μέτρα απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας.
Τι έχουν λοιπόν οι έρμες οι μεταρρυθμίσεις και ψοφάνε; Γιατί η Ελλάδα παρουσιάζει τον χαμηλότερο δείκτη εφαρμογής των μέτρων του μνημονίου· 70%, έναντι 98% στην Πορτογαλία και 97% στην Ιρλανδία; Ο κ. Σκάλκος αναρωτιέται: «Γιατί σε ορισμένους τομείς παρέμβασης (π.χ. αγορές εργασίας) οι μεταρρυθμιστικές επιδόσεις της χώρας είναι ικανοποιητικές, ενώ σε άλλους τομείς (π.χ. αγορές προϊόντων) υστερούν σημαντικά;».
Αυτό το επισημαίνει και ο ΟΟΣΑ, ο οποίος στην έκθεσή του γράφει ότι «η Ελλάδα εφάρμοσε σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, όμως η πρόοδος είναι μικρότερη σε ό,τι αφορά τον περιορισμό της δύναμης των ολιγοπωλίων, του ρυθμιστικού βάρους και των γενικότερων αδυναμιών στη δημόσια διοίκηση».
Κι εδώ πρέπει να θυμηθούμε μια παλιά καταγγελία του ΠΑΣΟΚ, το οποίο το 2006 είχε δώσει έναν κατάλογο προϊόντων που καθημερινά αγοράζουν οι καταναλωτές, και από τον οποίο προέκυπτε ότι σε επτά κλάδους οι δύο μεγαλύτερες επιχειρήσεις μοιράζονται από 90% έως και 100% της αγοράς, ενώ για 16 βασικά είδη (φυσικοί χυμοί, πουρές, γάλα εβαπορέ, αναψυκτικά, είδη προσωπικής υγιεινής, ξυριστικά, σνακ, ρύζι και όσπρια, μπίρες κ.λπ.) το μερίδιο της πρώτης εταιρείας κυμαίνεται από 53% έως και 90%, με μεγάλη διαφορά στις περισσότερες περιπτώσεις από τη δεύτερη εταιρεία. Το ίδιο γινόταν και με τα πετρελαιοειδή και τις τράπεζες, όταν την εποχή της μεγάλης ανάπτυξης υπήρχε η μεγαλύτερη ψαλίδα επιτοκίων και καταθέσεων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Ελλειψη ανταγωνισμού
Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει σήμερα, αλλά δεν ξέρω και αν το γνωρίζει κάποιος. Ο δημόσιος διάλογος επικεντρώνεται στις αντιδράσεις των συνδικάτων στις μεταρρυθμίσεις, και καλά κάνει. Δυστυχώς, όμως, τελειώνει εκεί. Υπάρχει μια σκοτεινή πλευρά της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας στην οποία κάποια στιγμή πρέπει να ρίξουμε λίγο φως. Ποιοι άλλοι, πέρα από τα συνδικάτα και τις συντεχνίες του Δημοσίου, αποτελούν τροχοπέδη στο πρόγραμμα; Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι τα συνδικάτα δεν θέλουν τις αποκρατικοποιήσεις και συζητάμε διαρκώς ότι οι εργαζόμενοι δεν θέλουν να χάσουν τη βολή τους. Αναρωτηθήκαμε ποτέ αν οι μεγαλοεπιχειρηματίες της χώρας –και δη αυτοί που έχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά– τις θέλουν; Ως γνωστόν, και η δημιουργία ανταγωνισμού στη χώρα σημαίνει ότι κάποιοι θα χάσουν τη βολή τους και τα εύκολα κέρδη τους.
Συνεπώς η κατανομή του κόστους των μεταρρυθμίσεων (που είναι και το θέμα του ενδιαφέροντος κεφαλαίου 10 του βιβλίου) δεν γίνεται ούτε από το κράτος, «ένας στους έξι ανέργους λαμβάνει σήμερα επίδομα δημιουργώντας το νέο κοινωνικό ζήτημα», γράφει ο Δημήτρης Σκάλκος, δεν γίνεται όμως ούτε από την αγορά, αφού η έλλειψη ανταγωνισμού θα μπορούσε να μειώσει τις τιμές και να κάνει τη μετάβαση για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα πιο εύκολη.
Στο βιβλίο «Αλλάζει η Ελλάδα;» ο κ. Σκάλκος καταγράφει τη «δύναμη της αδράνειας» στις κοινωνίες, η οποία «συνδέεται πάντοτε με μια ευνοϊκή προκατάληψη για τη δοσμένη τάξη πραγμάτων (status quo bias), που με τη σειρά της αποδιώχνει τη “σκιά του μέλλοντος”». Οπως γράφει και ο Danny Rodrik, «η αβεβαιότητα σε ατομικό επίπεδο μιας μεταρρύθμισης μπορεί να αποτρέψει τη μεταρρύθμιση, ακόμη κι αν αναγνωρίζεται ότι η μεταρρύθμιση θα θέσει σε καλύτερη οικονομική κατάσταση μια πολιτικά αποτελεσματική πλειοψηφία». Ας το κρατήσουμε αυτό, όποτε σκεφτόμαστε γιατί δεν προχωράει η απελευθέρωση των επαγγελμάτων και των αγορών στη χώρα.
Έντυπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου