ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

Charles Mingus

Charles Mingus

Παρατηρητήριο

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον διάφορές αριστεροπερίεργες μούρες με οικολογικές, μεταναστευτικές και άλλες πολιτικά ορθές γνώσεις και ευαισθησίες. Οι περισσότερες παρεπιδημούσαν στη ΔΗΜΑΡ ως think tank του αριστερού Φώτη τρομάρα τους και μας κουνούσαν δάχτυλο σε κάθε ευκαιρία. Άνοιγαν την Αμυγδαλέζα, φρικάρανε με το Φαρμακονήσι σκίζανε καλτσόν και καλτσοδέτες αν πέταγες κανένα χαρτί στο δρόμο και λοιπά. Φυσικά ήταν λάβρες κατά της κυβέρνησης των Σαμαροβενιζέλων.
Τώρα επί ΣΥΡΙΖΑ είναι χαμένες κάπου αρακτές και δε λένε κουβέντα για την ξεφτίλα της Μόρια, για το Σαρωνικό, τη Μάνδρα και λοιπά. Για όλα φταίνε οι Αμερικάνοι, ο καπιταλισμός, η περιστροφή της γης και γενικώς.
Αυτές οι μούρες μόλις πέσει ο ΣΥΡΙΖΑ θα βγούν πάλι στους δρόμους και θα ανακαλύψουν και πάλι τον ακτιβισμό. Για μια άλλη αριστερά με λογικούς του ΣΥΡΙΖΑ και παράλογους του Κ. Αλλαγής και άγαμους θυτες και ξέρω γω. Τις ξέρω χρόνια τις μούρες αυτές και τις παρακολουθώ γιατί είναι η εμμονή μου, η αρρώστια μου. Θάχουμε γλέντια.
Ούτε οικολόγοι είναι ούτε ευαίσθητοι με τους μετανάστες ή το τρίτο φύλλο κλπ. Απλά ο καθένας έχει ένα επάγγελμα, παίκτες μου. Σπουδάζεται και αυτό. "Αριστεροπρασινοκάπως Ευαισθησία" λέγεται. Σε ΙΕΚ. Κρατικό που λέει και η φίλη μου η Άννα.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Σε μια χώρα όπου η πολιτική γίνεται σε πρωινάδικα ανθρώπων που παριστάνουν τους δημοσιογράφους, είναι φυσιολογικό η υψηλή διπλωματία να ασκείται στην τηλεόραση από τύπους που παριστάνουν τους πολιτικούς. Μια ντεμέκ ευρωπαίκή χώρα με μια ντεμέκ πολιτική ηγεσία.
ΥΓ Και ζορισμένους σουλτάνους ξαλαφρωνουμε και μπρίκια κολλάμε και βεντουζες κόβουμε

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Κώστας Κατσάπης: Ονειρεύομαι το ψιλικατζίδικο


Τους τελευταίους μήνες που δουλεύω στο πρότζεκτ του GR80s ένα όνειρο έρχεται συχνά τις νύχτες και μού ταράζει τον ύπνο. «Βρίσκομαι» στον χώρο όπου στη διάρκεια του Ογδόντα η οικογένειά μου διατηρούσε ψιλικατζίδικο. Ο χώρος είναι ερειπωμένος και εμφανώς εγκαταλελειμμένος. Εγώ ψάχνω κάτω από τον πάγκο, εκεί που βάζαμε τα τσιγάρα και τα παυσίπονα Αλγκόν να δω τι υπάρχει. Κάτι με αναστατώνει έντονα και ξυπνάω με δυσάρεστη αίσθηση. 
Προφανώς η δεκαετία του Ογδόντα υπήρξε η τελευταία, ως τα τώρα τουλάχιστον, «εποχή» με την έννοια της μιας κάποιας συνοχής εμπειριών και συναισθημάτων. Για μένα ωστόσο, το Ογδόντα υπήρξε πράγματι κάτι ξεχωριστό, δεδομένου ότι στη διάρκειά της πέρασα τα παιδικά μου και εφηβικά μου χρόνια. Τον Οκτώβρη του 1990 ξεκινούσα τις σπουδές μου στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, οπότε η δεκαετία του ’80 καλύπτει grosso modo τα τελευταία χρόνια του Δημοτικού και τα έξι χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου. 
Χρόνια που πέρασα στο ψιλικατζίδικο που λέγαμε, δουλεύοντας, διαβάζοντας και παρατηρώντας, ώρες ατελείωτες, τον κόσμο. Το ψιλικατζίδικο ήταν μεγάλο σχολείο και εκεί γνώρισα έναν κόσμο αυθεντικά λαϊκό, σε μια εποχή που ο Γέρακας  δεν ήταν το σημερινό προάστιο των υψηλών (προ κρίσης) εισοδημάτων, αλλά ένα χωριό που κατοικούνταν από εσωτερικούς μετανάστες, κατά βάση εργάτες, χαμηλόμισθους υπαλλήλους και αυτοαπασχολούμενους. 
Το ψιλικατζίδικο ήταν ανεκτίμητης αξίας πόρτα προς τον κόσμο αυτόν. Οικοδόμοι που έρχονταν για κρύες μπύρες, φορτηγατζήδες που σταματούσαν για να πάρουν τηλέφωνο τον παράνομο δεσμό τους, εργάτες που έρχονταν για καφέ ή τσιγάρα, φτωχοδιάβολοι που «σήκωναν» αυθαίρετα μέσα σ’ ένα βράδυ. Τον κόσμο αυτόν πράγματι δεν τον γνωρίζω ακαδημαϊκά, τον έχω ζήσει ωστόσο, βιώνοντας κάθε του πτυχή και κάθε του εκδοχή. Οι νεαροί νεολαϊκοί τύποι ας πούμε, κάπνιζαν Ρόθμανς, ενώ οι «μοντέρνοι» μόνο Μάρλμπορο. Οι πιο παλιοί, οι πούροι λαϊκοί, δεν ξέφευγαν από το παραδοσιακό: Άσσος σκέτο, Καρέλια, 22. 
Η λίστα παραγγελιών τσιγάρων (αν υπήρχε) θα μπορούσε να στηρίξει διδακτορικό Ανθρωπολογίας. Ανάλογες διαφοροποιήσεις υπήρχαν και σε άλλα πεδία, στην μουσική ας πούμε. Στους άνω των πενήντα ο Άκης Πάνου έκανε ακόμη θραύση, η μακαρίτισσα η γιαγιά μου άκουγε Σωτηρία Μπέλλου και δημοτικά, στους νεότερους τα νέα φυντάνια του «νεολαϊκού τραγουδιού», ο Πανταζής, ο Αντύπας, ο Κοντολάζος είχαν μεγάλη πέραση, ο Στράτος ήταν σεβαστός απ’ όλους. 
Οι επιμελητές της έκθεσης ξύνουν πληγές κι ας μην το περιμένουν. Ίσως γι’ αυτό το όνειρο έρχεται και επανέρχεται τους τελευταίους μήνες. Ίσως γι’ αυτό προκαλεί απρόσμενα ταραχή. Κάποιοι (όσοι χτυπούν πολιτικά και πολιτισμικά τη δεκαετία του ’80) θα έλεγαν ότι η θύμησή της προκαλεί ευλόγως αναστάτωση... Εγώ θα έλεγα ότι πιθανόν να είναι μια κάποια εκδοχή του συνδρόμου Σταντάλ, ξέρετε, πρόκειται για το σύνδρομο που προκαλεί δυσάρεστα συμπτώματα στη θέα μιας ομορφιάς που δεν μπορεί να αφομοιωθεί από το άτομο. Δύσκολο πράγμα η καταβύθιση στο παρελθόν, ακόμη- ακόμη κι αν «τσιγκλάει» ωραίες αναμνήσεις…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου