ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

των νιάτων μας την εκδικήτρα ορμή την ξεφλούδησαν οι έσχατοι

Παρατηρητήριο

Ούτε μια σοβαρή αριστερά δεν μπορούμε να ’χουμε. Τους πρότεινε ο άλλος να βγάλουν ψεύτικα λεφτά σαν τη Μonopoly να κάνουν αυτοί πως μας πληρώνουν και μεις πως τους πληρώνουμε κι αυτοί ενθουσιάστηκαν και του ζήτησαν να γίνει υπουργός των Οικονομικών. Ουάου yes, το κινηματικό χρήμα… Και συ περίμενες αυτό το νηπιαγωγείο να σε σώσει και να σε οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας. Να διαπραγματευτεί με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και να τους τουμπάρει. Πόσο αφελής μπορείς να είσαι; Αλλά και πόσο επικίνδυνος;

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κακώς αναστατώνεστε με την υπόθεση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές. Βρισκόμαστε στη μακρά και επώδυνη φάση της αποκομμουνιστικοποίησης και ο θόρυβος λογικά θα είναι ισχυρός. Φανταστείτε να εφαρμοστεί η αξιολόγηση των ΔΥ, να πωληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να γίνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων. Η Ελλάδα κοιλοπονάει την ελευθερία της.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Το σπίτι είχε λίγα φώτα και υποβλητικά



Από ένα ωραίο κείμενο του Μένη Κουμανταρέα για τον Χατζιδάκι:


 Με την ευγενική χορηγία του Ευθύμη Δημόπουλου

« Το σπίτι είχε λίγα φώτα και υποβλητικά. Όχι από διάθεση μυστηρίου και πολύ λιγότερο αισθητικής. Τα πράγματα οικονομικά ήταν δύσκολα και η οικογένεια Χατζιδάκι – που άλλοτε είχε γνωρίσει πολυτέλειες στην Ξάνθη – μετά το θάνατο του πατέρα σε αεροπορικό δυστύχημα, τα έφερνε δύσκολα βόλτα. Πίσω από την τζαμένια πόρτα που χώριζε το δωμάτιο υποδοχής από τα υπόλοιπα δωμάτια ζωγραφιζόταν – σαν φιγούρα κάποιου θεάτρου σκιών – μια μικροκαμωμένη ελάχιστα κυρτή κυρία. Κρατούσε με το ένα χέρι το δισκάκι του καφέ και σπρώχνοντας με τον αγκώνα του άλλου, έκανε την είσοδό της. Ήταν η μητέρα του, η κυρία Αλίκη, με τα μενεξεδένια μάτια της που σου έκαναν face control, εγκρίνοντας ή απορρίπτοντάς σε. 

Κι από κοντά εμφανιζόταν μια αφράτη κοπέλα με ωραίο λευκό δέρμα και μαύρα μαλλιά, η γλυκειά Μιράντα, η αδελφή του. Είχε πρόσφατα περάσει μια φυματίωση, κι εγώ κάθε φορά που την έβλεπα τη φανταζόμουνα να γλιστρά μέσα από τις πτέρυγες του Μαγικού Βουνού, τρυφερή φίλη του Χανς Κάστορπ. Αυτά ήταν τα πρόσωπα του σπιτιού, κι οι επισκέπτες έπρεπε το ταχύτερο να μπουν στο νόημα και να λάβουν θέσεις, προτού η ιεροτελεστία αρχίσει. Αυτή περιελάμβανε απαραιτήτως καφέ, τσιγάρο και μεγάλες δόσεις μουσικής. Πιάνο ή πικάπ. Όσο η ακρόαση διαρκούσε, έπρεπε να’χεις τα αυτιά σου δεκατέσσερα, να έχεις γίνει μια λαμπάδα στο μπόι του Χριστού, όπως στον Επιτάφιο. Γκάτσος, Τσαρούχης, Χατζιδάκις ήταν οι τρεις ταξιάρχες που ακολουθούσαν ψέλνοντας στην περιφορά του. Παρόμοια ετοιμότητα και επαγρύπνηση απαιτούσε ο Μάνος από τους φίλους. Τα μάτια του δεν σ’ άφηναν στιγμή. Μέχρι που το στομάχι άρχιζε να διαμαρτύρεται και τα έντερα να σε σουβλίζουν. Μα όταν οι φίλοι έδειχναν σημεία κόπωσης, εκείνος τους ανακαλούσε στην τάξη εφιστώντας την προσοχή σε κάποιο ορχηστρικό πέρασμα ή έναν αρπισμό στο πιάνο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου