Κιμων Χατζημπιρος: ΑΝΗΚΕΙΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ


από το books' journal
Ανήκειν εις την Δύσιν!

Κλειστή και βαλτώδης θάλασσα η Βαλτική, αλλά οι ιστορικές εξελίξεις γύρω της δεν βαλτώνουν. Σουηδία, Δανία, Φινλανδία, Γερμανία βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή των ιδεών και της προόδου, οι δε χώρες των Ανατολικών ακτών της Βαλτικής, Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία, αποτελούν μοναδικό ιστορικό παράδειγμα διαχρονικής προσήλωσης και προσέγγισης προς τις αξίες της Δύσης. Από αιώνες, η Γεωγραφία πρωταγωνιστεί και καθορίζει την πορεία των τριών μικρών ανυπότακτων κοινωνιών. Στα Ανατολικά, τεράστια ηπειρωτική ενδοχώρα, συντηρητική και μυστικιστική, στα Δυτικά ελπιδοφόροι θαλάσσιοι δρόμοι, πολλαπλή αναπτυξιακή διέξοδος για ανταλλαγές, εμπόριο, αξιοποίηση της ενδοχώρας, πλούτο και πολιτισμό.

Οι τρεις μικρές Βαλτικές χώρες, με συνολικό πληθυσμό λίγο πάνω από 6 εκατομμύρια, έγιναν το 2004 μέλη του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντάχθηκαν δε πρόσφατα στην Ευρωζώνη (Εσθονία 2011, Λετονία 2014, Λιθουανία 2015). Εκτάσεις επίπεδες, με εκτεταμένα δάση, κλίμα υγρό και ήπιο στην παράκτια ζώνη. Οι γλώσσες Λετονών και Λιθουανών συγγενεύουν με αρχαίες ινδοευρωπαϊκές διαλέκτους, ενώ η Εσθονική έχει φιννο-ουγγρική καταγωγή. Σε Εσθονία και Λετονία επικρατεί ο Προτεσταντισμός, στην Λιθουανία ο Καθολικισμός, λόγω ιστορικών δεσμών με την Πολωνία, τα δε ποσοστά αθεϊας είναι υψηλά. Αν και οι μικροί πληθυσμοί τους υφίσταντο πάντα ασφυκτικές πιέσεις από ισχυρούς γείτονες, κατάφεραν να διασώσουν επί χιλιάδες χρόνια τις ιδιαιτερότητες της γλώσσας και της κουλτούρας τους.

Πολιτιστικές υποθήκες και ιστορικά τραύματα
Από το 1569, η Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία αναδείχθηκε σε ισχυρή δύναμη, με ευημερία και πολιτιστική ανάπτυξη. Έξοχο δείγμα της το καταπληκτικό Πανεπιστήμιο του Βίλνιους που ιδρύθηκε το 1579, το παλιότερο ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στην ευρύτερη περιοχή και, εκείνη την εποχή, το ανατολικότερο πανεπιστήμιο του κόσμου. Εσθονοί και Λετονοί διατηρούν πολύ θετικές μνήμες από την Σουηδική περίοδο του 17ου αιώνα, όταν βελτιώθηκε η κατάσταση των αγροτών και εισήχθη η στοιχειώδης εκπαίδευσή τους. Η Χανσεατική Λίγκα, ο περίφημος εμπορικός συνασπισμός 195 πόλεων και αγορών της Βόρειας Γερμανίας, Σκανδιναβίας και Βαλτικής σφράγισε την ανάπτυξη των ακτών της από τον 13ο μέχρι τον 17ο αιώνα, κτίζοντας τις κύριες πόλεις με φρούρια, κάστρα, παλάτια, εκκλησίες και εμπορικούς σταθμούς. Ωστόσο, από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, οι τρεις μικρές χώρες υφίστανται αυξανόμενη ρωσική πίεση και στο τέλος του 18ου έχουν ενσωματωθεί στην Τσαρική Αυτοκρατορία. Οι παλιοί μεγάλοι γαιοκτήμονες γερμανικής καταγωγής βρίσκουν την ευκαιρία να αυξήσουν τα προνόμιά τους ενισχύοντας το καθεστώς δουλοπαροικίας των αγροτών. Προς το τέλος του 19ου αιώνα εφαρμόζεται συστηματική πολιτική εκρωσισμού στην εκπαίδευση (με επιβολή του κυριλλικού αλφαβήτου), στο νομικό και διοικητικό σύστημα και στην δημόσια ζωή. Αναπτύσσονται, ωστόσο, θύλακες αντίστασης, ειδικότερα στον εκπαιδευτικό χώρο, με προσανατολισμό προς την Δύση. Ο αναλφαβητισμός υποχωρεί, αν και οι Ρώσοι το 1832 έκλεισαν το φημισμένο πανεπιστήμιο του Βίλνιους για σχεδόν 90 χρόνια. Στο τέλος του αιώνα, η Ρίγα έχει γίνει λιμάνι διεθνούς σημασίας, οι Βαλτικές χώρες αναπτύσσουν κοινωνική δομή πολύ διαφορετική από την Ρωσία και η ελευθερία των αγροτών τους είναι μοναδική σε όλη την Ρωσική Αυτοκρατορία.
Στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η κατάρρευση Γερμανικής και Ρωσικής αυτοκρατορίας δίνει στις Βαλτικές χώρες μια 20χρονη περίοδο ανεξαρτησίας. Ωστόσο, το 1940, μέρα που το Παρίσι καταλαμβάνεται από τους Γερμανούς, η Σοβιετική Ένωση επεμβαίνει στην Λιθουανία και μέσα σε λίγες μέρες κατέχει και τις τρεις χώρες. Η πρώτη Σοβιετική κατοχή διαρκεί μόλις ένα χρόνο αλλά θα αφήσει τρομακτικές εντυπώσεις στις κοινωνίες. Μέσα σε μερικούς μήνες, μεγάλο μέρος των ελίτ, ιδιαίτερα οι διανοούμενοι, αφανίζεται. Η σοβιετοποίηση προχωρά γρήγορα, τα μικροσκοπικά τοπικά κομμουνιστικά κόμματα γίνονται οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Το 1941, περίπου 130.000 ενήλικες και παιδιά εκτοπίζονται σε μακρινές περιοχές της Ρωσίας. Την ίδια χρονιά, ο Γερμανικός στρατός καταλαμβάνει τις τρεις χώρες. Οι απώλειές τους λόγω πολέμου, κατοχής και εξόντωσης των ντόπιων Εβραίων εκτιμώνται σε 520.000. Το 1944 «απελευθερώνονται» από τον Σοβιετικό στρατό και εντάσσονται στον οικονομικό σχεδιασμό της αχανούς Σοβιετικής αυτοκρατορίας, αν και η προσάρτησή τους δεν αναγνωρίζεται από την Δύση. Παράλληλα με τις κατοχικές δυνάμεις, στελέχη από την Ρωσία εγκαθίστανται για να εφαρμόσουν Σοβιετικές μεθόδους. Οι ιδιωτικές περιουσίες κρατικοποιούνται, η κουλτούρα ιδεολογικοποιείται, η θρησκεία καταπιέζεται και οι κοινωνίες αποκόπτονται από τον εξωτερικό κόσμο. Η αντίδραση τοπικών ανταρτικών δυνάμεων καταπνίγεται, οι θανατώσεις και εκτοπίσεις μεταξύ 1946 και 1953 ξεπερνούν το μισό εκατομμύριο, αγγίζοντας όρια εθνοκάθαρσης. Η αντίσταση συνεχίζεται ειρηνικά, με παράνομα έντυπα και διαδηλώσεις, ενώ η σκληρότητα της καταπίεσης μειώνεται μετά τον Στάλιν. Όμως, το παλιό σχέδιο εκρωσισμού προωθείται με μαζική εισδοχή μεταναστών από την Ρωσία. Δημιουργούνται γι’ αυτούς νέες βιομηχανικές θέσεις εργασίας και τους παραχωρούνται κρατικοποιημένες ιδιοκτησίες που ανήκαν προηγουμένως σε τιμωρημένους ή εκτοπισμένους αυτόχθονες.

Απελευθέρωση
Στις 23 Αυγούστου 1989, περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι ενώνουν τα χέρια, σχηματίζοντας στην γραμμή Ταλίν-Ρίγα-Βίλνιους μια ανθρώπινη αλυσίδα 600 χιλιομέτρων. Η συμβολική εκδήλωση «Βαλτική Οδός» είναι μια από τις πιο δημιουργικές μη βίαιες διαμαρτυρίες στην Ιστορία. Η ανεξαρτησία επικυρώνεται με εκλογές το 1990 και υλοποιείται το 1991. Επειδή ο εκρωσισμός είχε γεννήσει φόβους ότι οι αυτόχθονες θα γίνουν μειοψηφία και θα αφομοιωθούν, τα νέα κράτη εφαρμόζουν πολιτική διακρίσεων, πολιτογραφώντας μόνο όσους κατοίκους (και τους απογόνους τους) είχαν την εθνικότητα το 1940, ενώ οι αιτήσεις των υπολοίπων παραπέμπονται σε εξέταση. Ωστόσο, με την ένταξη στην Ε.Ε., που υποστηρίχθηκε μαζικά (66,9%, 67% και 91,1% σε Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, αντίστοιχα), οι διαδικασίες φιλελευθεροποιούνται υποχρεωτικά, ώστε οι ιστορικές διαφορές να παραμερισθούν και οι μειονότητες να αισθανθούν ασφαλείς. Απαιτείται μόνο να γνωρίζουν την επίσημη γλώσσα και το Σύνταγμα για να διεκδικούν θέσεις σε ανώτερη εκπαίδευση και απασχόληση. Περίπου οι μισοί από τους Ρώσους μετανάστες ενσωματώνονται, άλλοι επαναπατρίζονται.
Μια μερίδα διανοουμένων Δυτικής κουλτούρας προβάλλουν φιλελεύθερες ιδέες περί δημοκρατίας, ανθρώπινων δικαιωμάτων και οικονομίας της αγοράς. Οι αξίες πολιτικής και οικονομικής ελευθερίας, ανεκτικότητας, διαφάνειας και οικολογίας υιοθετούνται από μεγάλο μέρος των ελίτ, ως ανεπανάληπτη ιστορική ευκαιρία. Οι τρεις χώρες εγκαταλείπουν το σύστημα του οικονομικού σχεδιασμού και περνούν σταδιακά στην οικονομία της αγοράς. Με μια σειρά κοινωνικών, οικονομικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων ιδιωτικοποιούνται κρατικές επιχειρήσεις και ακίνητα, επιτρέποντας στους πολίτες να αποκτήσουν ξανά ιδιοκτησίες που είχαν αφαιρεθεί από τους προγόνους τους. Σήμερα, οι τρεις «Βαλτικές Τίγρεις», όπως αποκαλούνται, χαρακτηρίζονται από σημαντική αισιοδοξία για το μέλλον. Ενδεικτικά, στο Μουσείο Ιστορίας του Ταλίν παρουσιάζονται όχι μόνο τα σημαντικά πολιτικά, πολιτιστικά κ.λπ. γεγονότα του παρελθόντος, αλλά και σημαντικά αναμενόμενα γεγονότα των επόμενων αιώνων.
Πάντως, παρά την Ευρωπαϊκή ένταξη, τα ιστορικά τραύματα των Βαλτικών κοινωνιών εξακολουθούν να δυσκολεύουν μια θεώρηση του κόσμου με την οπτική της Δύσης. Π.χ. αν η Ρωσία δεν γίνει πλήρως δημοκρατική χώρα ενσωματωμένη στο διεθνές σύστημα, δεν θα εκλείψει η αίσθηση μιας δυνητικής απειλής εξ Ανατολών.

Διλήμματα μουσείων
Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, τρία κεντρικά μουσεία ιδρύθηκαν σε Βίλνιους (1992), Ρίγα (1993) και Ταλίν (2003), με θέμα τις δοκιμασίες των Βαλτικών λαών από πολέμους και ξένη κατοχή. Προσπάθησαν να συνδέσουν τις περιόδους Ναζιστικής και Σοβιετικής κατοχής σε ένα ενιαίο πλαίσιο εθνικής καταπίεσης από ξένες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων του διωγμού των αυτοχθόνων από την Σοβιετική εξουσία και της γενοκτονίας των Εβραίων από τους Ναζί.
Τα μουσεία εστιάζουν στα βάσανα των Βαλτικών λαών από το 1940 μέχρι την ανάκτηση της ανεξαρτησίας το 1991. Ωστόσο, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις διώξεις της Σοβιετικής περιόδου (1940-41 και 1944-91) που διήρκεσε πολύ περισσότερο από την Ναζιστική (1941-44). Οι επιλογές των μουσείων επηρεάζονται από μνήμες που διατηρούνται ζωντανές, ενδεχομένως και από ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις ή πολιτικές επιδιώξεις. Πάντως, μουσειακοί χώροι βασανιστηρίων, φυλακές και στρατόπεδα έχουν συνήθως μεικτό κατοχικό παρελθόν. Στο Βίλνιους, το μουσείο στεγάζει χώρους που χρησιμοποιούσαν η Gestapo και η KGB, ενώ το κτήριο ήταν φυλακή πολιτικών κρατουμένων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και η πλατεία τόπος δημόσιων εκτελέσεων μέχρι το 1917.
Ωστόσο, οι τρεις κοινωνίες είναι τόσο τραυματισμένες από την Σοβιετική καταπίεση, ώστε πολλοί την κρίνουν χειρότερη από την Ναζιστική. Η διαφορετική βαρύτητα που δίνουν τα μουσεία στην έκθεση των δύο κατοχικών δεινών αντανακλά την υπαρκτή κοινωνική αίσθηση. Χρειάσθηκαν αρκετά χρόνια ανεξαρτησίας για να αποδεχθούν οι κοινωνίες τις ομοιότητες ανάμεσα στα δύο ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ου αιώνα και να αρχίσουν να θεωρούν την Ναζιστική θηριωδία ισάξια των Σοβιετικών εγκλημάτων. Συχνά, ντόπιοι επισκέπτες εκπλήσσονται επειδή, σε μουσείο με θέμα την κατοχή, αναφέρονται όχι μόνο η Σοβιετική αλλά και η Ναζιστική περίοδος, καθώς και το Ολοκαύτωμα. Σημειωτέον ότι ένα μέρος του ντόπιου πληθυσμού, κυρίως στην Λιθουανία, συμμετείχε σε διώξεις Εβραίων, ζήτημα που ήταν αρχικά ταμπού, αλλά σήμερα συζητείται ανοικτά. Επίσης, υπήρχε επιρροή από την κλασσική Σοβιετική αντιναζιστική προπαγάνδα που δεν έδινε ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα του Ολοκαυτώματος.
Στελέχη των μουσείων θεωρούν σημαντικό να δείξουν στον κόσμο λεπτομέρειες για τα εγκλήματα του κομμουνισμού, με δεδομένο ότι η κοινή γνώμη στην Δυτική Ευρώπη δεν τον καταδικάζει εξίσου αυστηρά με τον ναζισμό. Η Δυτική οπτική της Ιστορίας τοποθετεί το Ολοκαύτωμα στον πυρήνα της αντιφασιστικής μνήμης. Επιπλέον, συνυπολογίζει την αντιναζιστική συμμαχία με την Σοβιετική Ένωση, αλλά και την σκοπιμότητα διατήρησης καλών σχέσεων με την σημερινή Ρωσία. Αντίθετα, η Βαλτική οπτική αρνείται κάθε ιστορική επιείκεια προς την Σοβιετική Ένωση.
Για την κατασκευή των νέων εθνικών αφηγημάτων, τα μουσεία είναι υποχρεωμένα να αντιμετωπίσουν διαφορετικές εκδοχές της Ιστορίας των ολοκληρωτισμών. Προσπαθούν να συμπεριλάβουν την μνήμη του ναζισμού χωρίς να αναιρείται ο πρωταρχικός στόχος, ήτοι η ανάδειξη των παθημάτων από τον κομμουνισμό.

Συμπερασματικά
Στα Ανατολικά, η Ρωσία, αχανείς πεδιάδες, καθυστέρηση των χωρικών, μονοτονία, μυστικισμός. Στα Δυτικά, συνεχής πολιτική και πολιτιστική κινητικότητα, το Χανσεατικό εμπόριο, ποικίλες επαφές με Σκανδιναβία, Γερμανία, Ολλανδία, Αγγλία, Γαλλία. Οι τρείς Βαλτικές κοινωνίες εδώ και αιώνες έζησαν στα ακραία Ανατολικά όρια του λατινικού αλφαβήτου, της θρησκευτικής Μεταρρύθμισης, του Διαφωτισμού και επέλεξαν την Δυτική Ευρώπη. Πολιτιστικές αξίες, παραδόσεις και θρησκείες τις ξεχώριζαν από τους σλαβικούς λαούς της Ανατολής. Στην πρόσφατη ιστορία, έχοντας βιώσει ένα σκληρό ιμπεριαλισμό, επιθετικό στάδιο του ολοκληρωτικού σοσιαλιστικού κράτους, βλέπουν ως μοναδική σωτηρία την ένωση με την Δύση, ο ιμπεριαλισμός της οποίας, με την γεωπολιτική και την οικονομική έννοια, δεν θεωρείται απειλή αλλά μάλλον ασφαλής διέξοδος.

Σήμερα, 80 χρόνια από την μοιρασιά της Βαλτικής μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν με το Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ και 30 χρόνια από την ειρηνική επανάσταση της «Βαλτικής Οδού», οι τρεις χώρες ατενίζουν ένα μέλλον συνδεδεμένο με την Δύση, επιβράβευση μιας μακράς επίμονης πορείας. Η απελευθέρωση, με βάση την αρχή «έθνος-κράτος», επιτεύχθηκε χωρίς έντονους τοπικούς εθνικισμούς. Συνεργάσθηκαν ως ομοιοπαθείς γείτονες και συντονίσθηκαν για την επικράτηση έναντι υπέρτερου αντιπάλου. Ξεπέρασαν εμπόδια, όπως μικρά πληθυσμιακά μεγέθη, διαφορετικές φυλές, γλώσσες, κουλτούρες και θρησκείες, ασφυκτική πίεση και απειλή αφομοίωσης από πανίσχυρους γείτονες. Αξιοποίησαν με επιτυχία πλεονεκτήματα, όπως η γεωπολιτική και εμπορική αξία, η σταθερή προσήλωση στην Δύση, η παραγωγική αποδοτικότητα και η ενότητά τους.

Στις Δυτικές χώρες, η πολιτική συζήτηση για την θεωρία των δύο άκρων είναι ανοικτή και η σύγκριση μεταξύ των δύο βασικών ολοκληρωτισμών του 20ου αιώνα παραμένει διστακτική. Σε κάποιες βέβαια, ακόμα και η απλή συγκριτική αναφορά στα δύο άκρα θεωρείται ιεροσυλία. Οι Βαλτικές χώρες συνεισφέρουν στην συζήτηση με δεδομένα, που υποδεικνύουν ότι κάποιες κομμουνιστικές πρακτικές συσσώρευσαν σε ορισμένους πληθυσμούς ανάλογα, αν όχι και περισσότερα δεινά από τα εγκλήματα του ναζισμού. Ενισχύουν λοιπόν την θέση ότι οι μέθοδοι των δύο ολοκληρωτισμών είναι συγκρίσιμες.

Για να μάθετε περισσότερα:
Edmunds Bunkde (1994). Baltic Peoples, Baltic Culture, and Europe, GeoJournal 33 (https://link.springer.com/content/pdf/10.1007/BF00810130.pdf)
Yves Plasseraud (2004). Pays Baltes: rêves, propagandes, malentendus (http://journals.openedition.org/questionsdecommunication/4258)
James Mark (2008). Containing Fascism (https://books.openedition.org/ceup/688)
Κορλίρας Παναγιώτης (2007). Στις Ακτές της Βαλτικής, Κατάρτι
The Latvian Institute (2015). From Tribe to Nation




Σχόλια

Διαβάστηκαν πολύ