ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ: ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΔΕΞΙΟΥ ΕΡΑΣΤΗ





To “Hμερολόγιο ενός αδέξιου εραστή”, όγδοο βιβλίο μου -τα έξη είναι βιβλία για το σινεμά- το οποίο εκδόθηκε από τις εκδ. Βακχικόν, είναι μια ερωτολογική μυθοπλασία, μια ερωτική νουβέλα (θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και μικρό μυθιστόρημα) με τρεις κεντρικούς ήρωες, δυο φίλους και μια τριαντάρα γυναίκα, καθώς και αρκετά δευτερεύοντα γυναικεία πρόσωπα, μπλεγμένα σε ένα σύνθετο ερωτικό γαϊτανάκι. Ένα γαϊτανάκι κωμικοτραγικό, γκροτέσκο και παράλληλα δυσοίωνο, ζοφερό, νοσηρό και πάντα φορτισμένο ερωτικά. Ο πρωταγωνιστής, ο Φάνης, ένας αποτυχημένος και διστακτικός ερωτύλος, που η νουβέλα πιάνει αφήνει και ξαναπιάνει, δηλαδή παρακολουθεί σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και ηλικίες του, είναι παγιδευμένος στα δίχτυα της γυναικείας ερωτικής σαγήνης, στα δίχτυα του πάθους και του εθισμού του στη, ερωτικοσεξουαλική επιθυμία και στις ωραίες και γοητευτικές γυναίκες. Η ηρωίδα, η Ηλέκτρα, στην ουσία είναι εξίσου προβληματική κι ανώριμη με αυτόν, αν και αυτό δεν φαίνεται άμεσα γιατί στη μεταξύ τους, ανολοκλήρωτη και ανενσάρκωτη σχέση έχει το πάνω χέρι, είναι η κυρίαρχη. Ο δεύτερος άντρας, φίλος και alter ego του Φάνη, ο Γιώργος, είναι αυτός που κρίνει, με σκεπτικισμό, κυνισμό και αμοραλισμό, τα τεκταινόμενα ανάμεσα στους δυο προηγούμενους. Ο κεντρικός ήρωας Φάνης είναι αδέξιος, συγκρατημένος, ρομαντικός και ιδεαλιστής σχετικά με το ζήτημα του έρωτα και των σχέσεων, με μειωμένη προσαρμογή στην πραγματικότητα και στις απαιτήσεις των ερωτικών κι ανθρωπίνων σχέσεων. Είναι λίγο ερωτοπαθής, λίγο ταλαίπωρος, λίγο συνεσταλμένος, λίγο γυναικάς, λίγο μαζοχιστής, μάλλον ερωτομανής, απογοητευμένος και πολύ συγχυσμένος ως προς τους σκοπούς και τους πόθους του. Έχει την τάση να εξιδανικεύει τις γυναίκες που ερωτεύεται, να τις τοποθετεί σε ένα βάθρο και κατόπιν να μην μπορεί, λόγω δέους και σεβασμού, να τις αδράξει, να τις σαγηνεύσει και “κατακτήσει”ερωτικά. Επίσης, ως έναν βαθμό, σκηνοθετεί, μετατρέπει σε θέατρο, σε κάτι κατασκευασμένο και στημένο από τον ίδιο, αυτές τις ερωτικές προσεγγίσεις και σχέσεις, τους έρωτές του· ακόμα και εάν αποτυχαίνουν, σκηνοθετεί, ας πούμε, τις αποτυχίες του. Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί πως ο ιδεαλισμός κι ο ρομαντισμός του αποτελούν ένα θεωρητικό άλλοθι για την ατολμία του, για την έλλειψη αποτελεσματικότητας και για τις απορρίψεις που βιώνει από τις περισσότερες γυναίκες. Μπορούν να δοθούν και άλλες ερμηνείες από τους αναγνώστες, κρατώ για τον εαυτό μου τις δικές μου περαιτέρω ερμηνείες και προεκτάσεις. Πιστεύω πως είναι ένας αληθινός, αντρικός χαρακτήρας από αυτούς που συναντάμε στη ζωή και πως κρύβει αρκετές ουσιώδεις αλήθειες μέσα του.

Αυτός που γενικώς κερδίζει δεν είναι ο θύτης (στη νουβέλα είναι, επιφανειακά ιδωμένη, η κοπέλα), ούτε βέβαια το θύμα (εδώ ο Φάνης). Γενικά, κερδισμένοι είναι όποιοι βρίσκουν μια σχέση ισορροπίας κι ισότητας ως συνολικό, τελικό αποτέλεσμα της εξίσωσης, με τα πάνω και τα κάτω της σχέσης· θέλω να πω πως μερικές φορές μπορεί να βγαίνει από πάνω ο ένας, άλλες τόσες φορές η άλλη, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα βγαίνει περίπου στο ίσο, σε μια σχετική ισότητα, ισορροπία κι αλληλοαποδοχή, που προϋποθέτουν βέβαια την ανεκτικότητα, την αγάπη, τον σεβασμό των διαφορετικών επιλογών ή ιδεών του άλλου (ή της άλλης). Ο θύτης δεν βρίσκεται, στην ουσία, σε καλή θέση, χάνει όσο και το θύμα, επιβάλλει με το ζόρι κάποια προνόμιά του, κάποια ανισορροπία μέσω της έντονης πίεσης που ασκεί, ζορίζει τις καταστάσεις και τον σύντροφό του/της και χάνει έτσι τη γλυκύτητα και πραότητα της ζωής και της ροής της. Αναφορικά με τη νουβέλα και τους πρωταγωνιστές της, ο Φάνης δεν είναι θύτης, θα μπορούσε κανείς να πει επιφανειακά πως ο ρόλος αυτός είναι πιο κοντά στην Ηλέκτρα, την οποία ερωτεύεται, ή στον Δον Ζουάν φίλο του, τον Γιώργο, αλλά και αυτά λάθος είναι… Η Ηλέκτρα κερδίζει κάτι σε ένα επίπεδο, προσοχή, αναγνώριση, ενδιαφέρον κ.τ.λ., μα χάνει σε άλλα επίπεδα. Ο γυναικοκατακτητής Γιώργος μοιάζει κερδισμένος, μα κι αυτός χάνει πολλά σε συναισθηματικό ή ηθικό επίπεδο, θα καταλάβουν όσοι διαβάσουν το πεζογράφημα.

Και οι δυο άντρες είναι κατά κάποιο τρόπο σεξιστές, με διαφορετικό τρόπο, όπως μπορεί να είναι και μια γυναίκα. Στον έρωτα και στη ζωή, όπως σε έναν αγώνα μπάσκετ, δίνεις, παραχωρείς στον άλλο κάτι, μια ευκαιρία, για να χάσεις όμως κάτι άλλο. Υπάρχει ένα δούναι και λαβείν, αμοιβαίες παραχωρήσεις, άμυνες και επιθέσεις και συμβιβασμοί… Στο ερωτικό γαϊτανάκι, στην αλυσίδα πολλαπλών ή παράλληλων σχέσεων, δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί η ψυχική κι υπαρξιακή γαλήνη των ατόμων, των εραστών, που είναι ένα από τα ζητούμενα των ανθρώπων.

Επέλεξα να αποδομήσω τον σοβαρό και ζοφερό χαρακτήρα της διήγησης, εισάγοντας μέσω της σχέσης του Φάνη με τα τρία γυναικεία πρόσωπα του πρώτου, δεύτερου και του τέταρτου, τελευταίου μέρους μια σκωπτική, χιουμοριστική κατάσταση.
Επεδίωξα έτσι να φτιάξω τη νουβέλα, σε ορισμένες ενότητές της, αστεία, π.χ. σε τρία κεφάλαια, στην αρχή, στη μέση και στο τέλος· για να μην κλείνει πολύ απαισιόδοξα· για να αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση ανακατεμένη με χιούμορ. Ήθελα να φτιάξω κάτι σαν “ντραμεντί” που λέμε στο σινεμά, που περιέχει δηλαδή και το “δράμα” και την “κωμωδία”. Αν τα δεις από μια ορισμένη σκοπιά όλα αυτά που συμβαίνουν στον Φάνη ή στην Ηλέκτρα, μοιάζουν με θέατρο ή κωμωδία ή ιλαροτραγωδία...
Η νουβέλα είναι γραμμένη άλλοτε σε ένα ύφος εξομολογητικό, εσωτερικών σκέψεων, και άλλοτε σε ύφος σκωπτικό και διαλογικό, ηδυπαθές κι ενίοτε ζοφερό. Ο τρόπος γραφής, το ύφος και στυλ ενός πεζογραφήματος υποβάλλεται καταρχήν από το θέμα του και τα πρόσωπα (χαρακτήρες) του. Καταρχήν το στυλ απορρέει από το θέμα, την ιστορία και τους χαρακτήρες της ιστορίας.

Οι συγγένειες, ομοιότητες κι επιρροές της νουβέλας από τον κινηματογράφο ήταν από φιλμ των Ρομέρ, Μπουνιουέλ, Φελίνι, Φον Στέρνμπεργκ, κ.α.· και από την λογοτεχνία, από έργα των Πιέρ Λουίς, Μπατάιγ, Φλομπέρ, Ροθ, Ουελμπέκ, κ.α.. Όμως οι επιρροές αυτές ήταν χωνεμένες από πριν, τις εντόπισα αφού είχα διυλίσει κι αφομοιώσει αυτά τα έργα, γιατί το πεζογράφημα που ήθελα να γράψω, μου έβγαινε, μου προέκυπτε με αυτό το συγκεκριμένο ύφος. Το στυλ της νουβέλας μού υπαγορεύτηκε από τα υλικά και τα θέματά της, από την οπτική γωνία και την άποψή μου.

* Ο Θεόδωρος Σούμας είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Άρχισε τις κινηματογραφικές σπουδές του στο "Ινστιτούτο Τεχνών της Επικοινωνίας" των Βρυξελλών (IAD). Τις συνέχισε με πτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές κινηματογράφου στο 8ο Πανεπιστήμιο Παρισιού, και σαν ελεύθερος ακροατής στο 3ο Πανεπιστήμιο. Πήρε πτυχίο φιλοσοφίας από το 8ο Πανεπιστήμιο. Παρακολούθησε επί διετία μαθήματα του τμήματος της Ψυχανάλυσης.
Έχει δημοσιεύσει κριτικές και μελέτες του για το σινεμά σε πολλά κινηματογραφικά περιοδικά, στο "Τέταρτο", στην "Αυγή", σε εκδόσεις του "Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης" κ.α. Έχει σκηνοθετήσει και γράψει τα σενάρια δυο ταινιών μικρού μήκους και του δεύτερου μέρους της ταινίας μεγάλου μήκους "Περί έρωτος" (μαζί με τη Μαρία Γαβαλά).
Στις εκδόσεις Αιγόκερως έχει δημοσιεύσει τα βιβλία "Κινηματογράφος και σεξουαλικότητα-ερωτισμός" (1983), "Έρωτας, ψυχολογία και αισθητική στο χολλυγουντιανό σινενά" (1992), "12 Ευρωπαίοι Σκηνοθέτες" (1999), "Κινηματογράφος και έρωτας" (2005) και "Εθνικές κινηματογραφίες, στιλ και σκηνοθέτες" (2009). Στις εκδόσεις Απόπειρα έχει δημοσιεύσει τη συλλογή διηγημάτων "Η Κλαίρη και η θάλασσα" (2001).


Σχόλια

Διαβάστηκαν πολύ